Από τον Παναγιώτη Χατζηστεφάνου

 (Δημοσιεύεται στο Κουτί της Πανδώρας)

Το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ «Φασισμός Α.Ε.», τoυ Άρη Χατζηστεφάνου, ανακεφαλαιώνει, τεκμηριώνει και αποδεικνύει το γεγονός πως η άρχουσα τάξη που διαχειρίζεται το κράτος αυτής της χώρας, από καταβολής του, είναι μια αδίστακτη εθνοπροδοτική μαφία της οποίας η ιδεολογία στην καλύτερη περίπτωση είναι φασιστική.
Όλα αυτά ισχύουν βέβαια αν πρώτα υποθέσουμε ότι υπάρχει καν οποιασδήποτε μορφής πολιτική συνείδηση στην Ελληνική άρχουσα τάξη, μιας και πιο πιθανό είναι απλά η κοσμοθεωρία της να άγεται και να φέρεται μόνο από το συμφέρον της, φορώντας τον εκάστοτε μανδύα που εξυπηρετεί τους διαχρονικά ιδιοτελείς σκοπούς της, ενώ οι μηχανεύσεις, οι στρατηγικές και η τακτικές αυτής της αντικοινωνικής και επικίνδυνης κάστας χαρακτηρίζονται απλά από την νοοτροπία που διέπει μια οποιαδήποτε εγκληματική οργάνωση.
Πολλές φορές αναλογίζομαι ότι είναι υπερεκτίμηση το να αποκαλείς τους ισχυρούς αυτής της χώρας φασίστες ή Ναζιστές, μιας και απλά ο χαρακτηρισμός τους ως καθάρματα ίσως είναι πιο ακριβοδίκαιος.
 

Παρακολουθώντας λοιπόν το «Φασισμός Α.Ε.», αυτή την εξαιρετική συλλογή από ιστορικά ντοκουμέντα που στοιχειοθετούν την διαρκή εφεδρεία και την περιστασιακή επιστράτευση του φασισμού και των συγγενικών του εκφάνσεων (εθνικισμός, χούντα) από τους ντόπιους κεφαλαιοκράτες κατά την πρόσφατη Ελληνική ιστορία, σκεφτόμουν ότι έχουν απομείνει πια δυο μόνο ερωτήματα περί της σημερινής αναβίωσης του Ναζιστικού τρόμου στην Ελλάδα, τα οποία είναι τα εξής:

Γιατί δεν αντιδρά ο κόσμος ενώ υφίσταται εδώ και τόσες δεκαετίες και υπό τόσα διαφορετικά προσχήματα αυτήν την λυσσαλέα κανιβαλική επίθεση εκ μέρους αυτής της βαθύτατα σάπιας άρχουσας τάξης εναντίον των υπολοίπων?
 

Με ποιο τρόπο, ποιες λέξεις, και ποιες ορολογίες μπορούμε να χαρακτηρίσουμε και να συγκεκριμενοποιήσουμε την σύγχρονη εκδοχή του φασισμού, του οποίου η μορφή φυσικά δεν περιορίζεται στην δολοφονική εμπροσθοφυλακή του, ενώ τα αναγνωριστικά του σύμβολα έχουν μεταμορφωθεί σε πολύ πιο δυσδιάκριτα και εξελιγμένα από την γραφική σβάστικα όπως αυτή διακοσμεί το μπράτσο του υποψήφιου δήμαρχου Αθηναίων Κασιδιάρη?
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αφοπλιστικά απλή.

Ο πολύς κόσμος δεν αντιδράει απλά επειδή δεν έχει ιστορικό αντίστασης, ενώ αυτή η διαχρονική απάθεια του Ελληνικού λαού δεν μπορεί παρά να είναι μια μορφή τουλάχιστον σιωπηλής συναίνεσης, αν όχι ενεργούς υποστήριξης των εκάστοτε εκδηλώσεων του φασιστικού φαινομένου.

Η σκληρή αλήθεια είναι ότι ο Ελληνικός λαός, τόσο στην Ναζιστική κατοχή, όσο και στην απελευθέρωση από αυτήν και τον εμφύλιο πόλεμο που επακολούθησε, δεν αντέδρασε συντεταγμένα, ούτε στους Ναζιστές κατακτητές, ούτε στους ντόπιους συνεργούς, μαυραγορίτες, χαφιέδες, ρουφιάνους, και δωσίλογους των Γερμανών.

Όπως μάλιστα παρουσιάζει αναλυτικά το ντοκιμαντέρ Φασισμός Α.Ε., οι συνεργοί αυτοί, αντί να τιμωρηθούν, ανταμείφθηκαν πλουσιοπάροχα, όχι μόνο επειδή πλούτισαν από την πρόθυμη συνεργασία τους με τους Γερμανούς ή μέσω της χρηματοδότησης τους ως κεφαλαιοκράτες από το Αμερικανικό μεταπολεμικό σχέδιο Ευρωπαϊκής ανόρθωσης Μάρσαλ, αλλά κυρίως επειδή η Ελληνική κοινωνία ουδέποτε πέρασε κάποια περίοδο κάθαρσης από την όποια δική της συνέργεια με το Ναζιστικό αίσχος.
 

Η αφήγηση της αντίστασης του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και των υπόλοιπων αριστερών δυνάμεων, που ούτως ή άλλως απέτυχαν να φέρουν τους ενόχους μέχρι το εδώλιο της δικαιοσύνης, μπορεί εύκολα να απορροφηθεί στην ευρύτερο πλαίσιο της διαπάλης μεταξύ Ναζισμού – Κομουνισμού και της μεταπολεμικής μοιρασιάς της Ευρώπης μεταξύ Αμερικής και Σοβιετικής Ένωσης αντί να θεωρηθεί ως μια αυτόνομη και πηγαία ταξική αντίδραση των Ελλήνων απέναντι στον Ναζισμό της άρχουσας τάξης τους.
Όσο και αν προσπαθεί η Αριστερά στην Ελλάδα να επικαλεστεί την λαϊκή εντολή, η πικρή αλήθεια είναι ότι η ευρεία μάζα του Ελληνικού λαού, ακόμη και σήμερα, παραμένει καχύποπτη στην αριστερή ρητορική, κάτι που αποδεικνύεται ακόμα και από την αποστροφή που αισθάνονται οι πολλοί απέναντι σε έναν πολιτικό όπως ο Τσίπρας, που απλά δεν δηλώνει ακροδεξιός ενώ πρόκειται για έναν καθ’ όλα αξιοπρεπή και συντηρητικό εκπρόσωπο του αστικού κοινοβουλευτισμού, διόλου απειλητικός για τα κυρίαρχα συμφέροντα και όμως αντιμετωπίζεται από τους αντιπάλους του ως Κόκκινος Κίνδυνος, η αναρχοάπλυτος, κατά την σύγχρονη ορολογία.

‘Ετσι, αντί να εξετάσουν κάποτε την προοπτική μιας αληθινά δημοκρατικής πολιτικής πραγματικότητας, δηλαδή μιας διακυβέρνησης απαλλαγμένης από το βρόμικο παρελθόν των κομματικών σχηματισμών που βασάνισαν και εκμεταλλεύτηκαν την Ελλάδα του 20ού αιώνα,  οι Έλληνες πολίτες, και ενώ ο 21ος αιώνας ήδη διανύει την δεύτερη του δεκαετία, ανέχονται, ψηφίζουν και φορολογούνται από μια άρχουσα τάξη που δεν έχει διστάσει ποτέ να φλερτάρει με τα πιο σκοτεινά ολοκληρωτικά καθεστώτα προκειμένου να επιβιώσει η ίδια εις βάρος των ελευθεριών και του βιοτικού επιπέδου του λαού που εκμεταλλεύεται.

Η περίφημη μετεμφυλιακή εθνική συμφιλίωση που επετεύχθη λόγω της καταστροφής των καταλόγων της ΕΥΠ που περιείχαν τα ονόματα των Ελλήνων συνεργών των Ναζιστών δεν ήταν παρά μια συμβολική πράξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή του πρώτου, μια πράξη στερούμενη ουσίας, αφού το μόνο που επικύρωνε ήταν την αδράνεια της Ελληνικής κοινωνίας απέναντι στην ανάγκη για απονομή δικαιοσύνης, μια ανεκτικότητα που τότε προπαγανδιστικά μεταμφιέζονταν σε «απαραίτητο» εξορκισμό των διχαστικών εμφυλιοπολεμικών φαντασμάτων, αφού αυτά είχαν αναβιώσει εξαιτίας της Χούντας του ’67, που επί της ουσίας ήταν εξορκισμός της καταδίκης των θυτών και της δικαίωσης των θυμάτων.
 

Όλες οι υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες, που επίσης σπιλώθηκαν σε διαφορετικούς βαθμούς από την επιδημία αήθειας και ανομίας που διέσπειρε το Χιτλερικό καθεστώς, έκαναν κάποια προσπάθεια να απαλλαγούν από τα Ναζιστικά σταγονίδια.
Η ίδια η Γερμανία επέβαλλε αρκετές τέτοιες διαδικασίες αυτο-απολύμανσης, είτε λόγω της διεθνούς πίεσης, είτε λόγω των εσωτερικών υπαρξιακών αναγκών του λαού της.
Αυτές οι προσπάθειες αυτοκάθαρση της Γερμανίας εννοείται πως δεν είναι ούτε αθωωτικές του παρελθόντος της, ούτε απόλυτα επιτυχημένες, αλλά τουλάχιστον έθεσαν το ζήτημα της ενοχής ανοιχτά, σεβόμενες μεν το δικαίωμα του Γερμανικού λαού στην λήθη, επισημαίνοντας όμως πως αυτή μπορεί να υπάρξει μόνο μέσω τελεσιδικίας και κάθαρσης, που είναι απαραίτητες διαδικασίες ώστε να ικανοποιηθεί και η πρωταρχική ανάγκη του ίδιου του λαού από το παρελθόν του, δηλαδή το να μαθαίνει για τα λάθη του από την αναδίφηση της ιστορικής του μνήμης.

Από τις δίκες της Νυρεμβέργης μέχρι την οργάνωση Μπαάντερ-Μάινχοφ που δολοφονούσε επιζώντες Ναζιστές που συνέχιζαν να πολιτεύονται μέχρι και την δεκαετία του 70, οι ίδιοι οι εμπνευστές και εκτελεστές της μεγαλύτερης φασιστικής επιχείρησης εναντίον της ανθρωπότητας λογοδότησαν, τουλάχιστον σχηματικά, και σε μερικές περιπτώσεις ουσιαστικά, αποτελεσματικά, και κυριολεκτικά. Ανάλογες διαδικασίες αναζήτησης ενόχων και απονομής δικαιοσύνης έχουν γίνει και σε άλλες χώρες.
 

Στην Ελλάδα όμως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έχουν συμβεί και προφανώς ούτε και πρόκειται, αφού η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων δεν μοιάζουν  καθόλου να ενοχλούνται από οποιεσδήποτε εκφάνσεις του Ναζισμού ή του ολοκληρωτισμού και αν έχουν γνωρίσει.
Σήμερα στην Ελλάδα ζουν άνθρωποι που βιώνουν για δεύτερη φορά κατά την διάρκεια της ζωής τους ένα παραστρατιωτικό καθεστώς στην Ελλάδα, έχοντας γνωρίσει την ΕΑΤ-ΕΣΑ του Παπαδόπουλου αλλά και τα ΜΑΤ του Δένδια.
Ελάχιστοι από αυτούς ενοχλούνται, παρ’ όλο που έχουν όλα τα βιωματικά δεδομένα για να αποκωδικοποιήσουν αυτό που βλέπουν γύρω τους και να διακρίνουν τις προφανείς ομοιότητες της σημερινής μεταπολιτευτικής δικτατορίας και της χούντας των Συνταγματαρχών.
Και δεν ενοχλούνται όχι τόσο επειδή στερούνται νοημοσύνης, αλλά επειδή δεν αντιλαμβάνονται ως φασιστική την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, αφού η αντίληψη τους διαμορφώνεται, ακούσια ή εκούσια, από τον τρόπο σκέψης εκείνο που διαμορφώνει τους ιδανικούς ψηφοφόρους και υποστηρικτές Ναζιστικών καθεστώτων: οι Έλληνες πολίτες, σε μεγάλη πλειοψηφία, ενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνο για τις ιδιωτικές τους υποθέσεις, ενώ η συμμετοχή τους στον δημόσιο βίο δεν έχει καμία άλλη προτεραιότητα πέραν της προστασίας της ιδιωτείας τους.

Με άλλα λόγια, έχει αποδειχτεί πλέον πολλάκις πως όσο οι μέσοι Έλληνες ψηφοφόροι έχουν ένα πιάτο μακαρόνια στο τραπέζι και μια τηλεόραση να τους μουδιάζει τον εγκέφαλο με χυδαιότητες πάσης φύσης, δεν υπάρχει η παραμικρή περίπτωση να διεκδικήσουν οτιδήποτε περαιτέρω.
Αυτό είναι το κοινωνικό συμβόλαιο στην Ελλάδα και απλά «δεν προβλέπεται» η παιδεία, η ευνομία, η ισοπολιτεία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, ή το οποιοδήποτε συλλογικό όραμα ικανό να ξεπεράσει τους γραφικούς εθνικισμούς ή τα φολκλορικά κλισέ.
Και είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή όλοι αυτοί οι τηλεψηφοφόροι να πληρώσουν με τους φόρους τους εκείνους τους ιδιωτικούς στρατούς που χρειάζονται οι οργανωμένοι εγκληματίες που υποδύονται τους πολιτικούς τους εκπρόσωπους, επί της ουσίας χρηματοδοτώντας συμμορίες που έχουν κάθε συμφέρον να επιβάλλουν διά της βίας στους όποιους υπόλοιπους αντιρρησίες την διαιώνιση της έστω και εξαθλιωμένης συντήρησης των υποστηρικτών τους.

Οι υπόλοιποι αντιρρησίες είναι φυσικά όλοι εκείνοι που δεν αντέχουν πλέον να ζουν υπό το παρόν καθεστώς στην Ελλάδα και αντιστέκονται όπως μπορούν.
Οι περισσότεροι φυτοζωούν μεταξύ ηττοπάθειας και παραίτησης, που υπό μια έννοια μπορεί να αναγνωριστεί και ως μια μορφή παθητικής αντίστασης και επιθετικότητας, κάποιοι άλλοι παίρνουν τον δρόμο της μετανάστευσης, ενώ οι πιο δυναμικοί που ταυτόχρονα είναι εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα για διάφορους λόγους, αγωνίζονται, απελπισμένα, έστω και για την τιμή των όπλων, αλλά σίγουρα προς τιμήν τους, στους δρόμους, τρώγοντας ξύλο από τους ιδιωτικούς στρατούς των ψευδο-πολιτικών και της Ελληνικής ελίτ ή μοχθώντας με αυταπάρνηση στις προσπάθειες οργανωμένης κοινωνικής αλληλεγγύης.
 

Μπορεί να είναι πολύτιμες οι προσπάθειες εκείνων που αγωνίζονται έμπρακτα και με οποιονδήποτε τρόπο ενάντια στο μοχθηρό καθεστώς, παράδειγμα των οποίων είναι ο Άρης Χατζηστεφάνου, αφού ούτως ή άλλως παραμένουν στην Ελλάδα, αλλά δεν εμπνέουν κάποιο μαζικό κίνημα συμπαράστασης από τις στρατιές ψηφοφόρων της καθεστηκυίας τάξης, πολύ απλά επειδή αυτές οι αγωνιστικές προσπάθειες και ακτιβιστικές διεκδικήσεις ξεπερνάν κατά πολύ τον ορίζοντα των αναγκών του μέσου Έλληνα ψηφοφόρου, που όπως προανέφερα περιορίζονται στην κάλυψη της ατομικής και ελάχιστης επιβιωσιακής ανάγκης και στην αέναη λοβοτομή δια μέσου των τηλε-υπνωτισμών.
Τα κόμματα στην Ελλάδα πρωτίστως εξασφαλίζουν αυτές τις μηδαμινές παροχές στους ψηφοφόρους τους, και κατόπιν το μόνο που τα αφορά είναι η διαχείριση των Ευρωπαϊκών κονδυλίων, ενώ οποιοσδήποτε δεν είναι χρήσιμος στους κομματικούς μηχανισμούς ώστε να έχουν πρόσβαση σε αυτά είναι απλά ένα ξεπερασμένο εμπόδιο, ένας μη-ψηφοφόρος, ανάξιος λόγου ως πολίτης ή ακόμα και ως άνθρωπος.

Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα λοιπόν, του γιατί δεν αντιδράει ο κόσμος στην άνοδο του Ναζισμού στην Ελλάδα είναι, κάθε χρόνο που περνάει, όλο και πιο σκληρή. Σχεδόν κανείς δεν ενδιαφέρεται επειδή οι περισσότεροι ούτως ή άλλως έχουν βάλει ως στόχο το να φυτοζωούν ως ιδιωτεύοντα τηλε-σαπρόφυτα και τίποτε άλλο δεν τους αφορά.
Όποιος τυχόν ενδιαφέρεται εξοντώνεται στην προσπάθεια του να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα μιας ασθένειας, χωρίς καν να αγγίζει τα αίτια της, που είναι μια παραδοσιακή ανοχή ή και άμεση υποστήριξη των Ελλήνων σε φασιστικά καθεστώτα.
Τι θα μπορούσε να αφυπνίσει τους Έλληνες ενάντια στον διαχρονικό φασισμό της ολιγαρχίας τους?
Το επόμενο βήμα της απορίας βέβαια είναι τι θα ήταν εκείνο που θα ενέπνεε τα τηλε-σαπρόφυτα να θυμηθούν την ανθρωπιά τους, ποιο θα ήταν εκείνο το όραμα που θα ξυπνούσε τους τηλε-ψηφοφόρους από την όζουσα αποσύνθεση που τους έχει γίνει τρόπος ζωής, με ποιόν τρόπο θα μπορούσε κανείς να εξάψει την φαντασία του κωματώδους συλλογικού υποσυνείδητου του κατάκοιτου Ελληνικού λαού.
Αντιμέτωπος με ανθρώπους που χαχανίζουν καθώς παρακολουθούν συνταγές για λαχανοντολμάδες σε επανάληψη, ενώ δίπλα τους αυτοκτονούν αθώοι φυλακισμένοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και η χώρα τους είναι ρημαγμένη από κάθε άποψη, ομολογώ ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να σκεφτώ τι θα μπορούσε να τους εμφυσήσει κάποια μορφή νοητικής και ηθικής αξιοπρέπειας.
Για να επιστρέψω στο παράδειγμα της Γερμανίας, ο λαός του Χίτλερ συνειδητοποίησε το μέγεθος του εγκλήματος του μόνο αφού ισοπεδώθηκε όλη τους η χώρα. Υπάρχουν ντοκιμαντέρ με τις λίμνες του Βερολίνου κατά το καλοκαίρι του ’43 που παρουσιάζουν την ξέγνοιαστη Γερμανική νεολαία που περνούσε τέλεια, αγνοώντας, ακούσια ή εκούσια, ότι ο στρατός τους, την ίδια στιγμή που αυτοί πλατσούριζαν, έκαιγε ανθρώπους κατά εκατομμύρια σε φούρνους.
Η σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα μου θυμίζει ακριβώς αυτή την ηθική και νοητική αποκάρωση.
Για να συνειδητοποιήσει το μέγεθος του κακού που την περικυκλώνει, για το οποίο ευθύνεται, με το οποίο συναινεί σιωπηλά ή συνεργάζεται άμεσα, θα πρέπει ο Ελληνικός λαός να υποστεί κάποιο ανάλογο σοκ, μια μαζική καταστροφή που θα στερήσει από τον μέσο Έλληνα έστω και τα ελάχιστα με τα οποία έχει συμβιβαστεί για μια ακόμα φορά με τον φασισμό.
Αν δεν είναι κάποιο τέτοιο σοκ, θα πρέπει να είναι ένα εθνικό όραμα υπέρ του οποίου θα συστρατευτεί η πλειοψηφία του Ελληνικού πληθυσμού.
Έτσι, το ερώτημα λοιπόν απαντάται μόνο με μια σαρκαστική πρόκληση – όταν συλλάβει κάποιος το συλλογικό φαντασιακό του Έλληνα εξίσου επιτυχημένα όσο το έχει καθηλώσει ένα μέσο μεσημεριανάδικο και μια ξενοφοβική προεκλογική εκστρατεία, ταυτόχρονα τάζοντας και μια θεσούλα στο δημόσιο, τότε εκείνος θα είναι και που θα οδηγήσει και τους Έλληνες στην αποτελεσματική αντίδραση ενάντια στον φασισμό, και γιατί όχι, και στην εκ βαθέων κάθαρση του κόπρου που λέγεται τρέχον πολιτειακό και οικονομικό καθεστώς στην Ελλάδα, δηλαδή στην ανατροπή της άρχουσας τάξης που λυμαίνεται τη χώρα εδώ και πολλές δεκαετίες, επιβάλλοντας τα συμφέροντα της με την καιροσκοπική ανάκληση του φασισμού.
Στην προσπάθεια μας να αναζητήσουμε το πως θα αφυπνιστούν οι μάζες στην Ελλάδα ενάντια του διαχρονικού φασισμού που ασκείται στην κοινωνία τους φτάνουμε στο δεύτερο ερώτημα – πως μπορούμε να ορίσουμε την γλώσσα και την εικόνα του φασισμού σήμερα, πως μπορούμε να καταστήσουμε αναγνωρίσιμα στους πολλούς τα σύγχρονα σύμβολα και τα μοντέρνα συμπτώματα μιας ιδεολογίας που έχει εξελιχτεί, εκσυγχρονιστεί και μεταλλαχτεί τόσο πολύ όσον αφορά την επικοινωνιακή της εικόνα και τις τακτικές της ώστε μόνο οι εξαιρετικά αφελείς της εκπρόσωποι να την εκφράζουν με Χιτλερικά σύμβολα ή χαιρετισμούς?
Έχω παρατηρήσει πως ο πολύς κόσμος δεν βρίσκεται σε επιφυλακή επειδή δεν μπορεί να αντιληφθεί τις σύγχρονες εκδοχές του φασισμού, μιας και τα αντανακλαστικά του είναι εκπαιδευμένα ώστε να αναγνωρίζουν μόνο τις πολύ χοντροκομμένες και εξόφθαλμες εκδηλώσεις του, αυτές που πιθηκίζουν τις γνώριμες εικόνες περί Ναζιστικής Γερμανίας που βλέπει η μάζα σε ταινίες, ντοκιμαντέρ και βιβλία ιστορίας.
Πέρα όμως από τις γραφικές σβάστικες και τις παραλλαγές εμβλημάτων των SS που φέρουν ως τατουάζ τα υποκοσμιακά στοιχεία της Χρυσής Αυγής, πέρα από τις εθνικιστικές και ρατσιστικές ρητορικές μίσους των διάφορων αδίστακτων εκπροσώπων της ούτως ή άλλως πραξικοπηματικής συγκυβέρνησης των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, πέρα από τις καθαρά αντιλαϊκές και βίαιες δράσεις των ΜΑΤ απέναντι σε απεργούς, διαδηλωτές και καταληψίες, ο πολύς κόσμος μοιάζει να αδυνατεί να συλλάβει τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης εκδοχής του φασισμού.
Ο φασισμός σήμερα εκφράζεται με δεκάδες διαφορετικούς και εκσυγχρονισμένους τρόπους που είναι δυσδιάκριτοι αν κάποιος δεν γνωρίζει το βασικό κίνητρο, την ουσία της φασιστικής κοσμοθεωρίας, της οποίας ο Χίτλερ κα ο Μουσολίνι υπήρξαν απλά εκπρόσωποι και όχι ταυτόσημοι αυτής.
Ο φασιστικός νοηματικός πυρήνας είναι η υποταγή του κράτους στο ιδιωτικό συμφέρον. Τίποτε άλλο απολύτως. Η βία των σωμάτων «ασφαλείας», οι ευρείας απήχησης ξενοφοβικές, ρατσιστικές, ή/και ομοφοβικές ιδεολογίες των εκπροσώπων του δεν είναι παρά οι τεχνικές και οι τακτικές διαχείρισης προϋπαρχόντων συλλογικών απωθημένων, ενστίκτων και νοητικών αναπηριών που ερεθίζονται περιστασιακά μόνο και μόνο επειδή προσφέρουν πρόσβαση στο εσκεμμένα ακαλλιέργητο θυμικό της μάζας.
Άπαξ και κάποιος έχει καταφέρει και ερεθίζει τα συναισθήματα απαίδευτων κατά το δοκούν, και ειδικότερα μπορεί να διαχειρίζεται τον φόβο του «Άλλου», κατευθύνοντας το συλλογικό υποσυνείδητο προς κάτι που δήθεν απειλεί έξωθεν το κοινωνικό σύνολο, τότε έχει τα κλειδιά της ψυχολογίας του όχλου ενώ κατάφερε να αποπροσανατολίσει τους ταξικούς αγώνες από το εσωτερικό της κοινωνίας προς κάποιον αποδιοπομπαίο τράγο, που συνήθως είναι μια δαιμονοποιημένη μειονότητα, όπως οι μετανάστες, οι ομοφυλόφιλοι και συνεκδοχικά όσοι δεν είναι χρήσιμοι ή είναι ενοχλητικοί προς το φασιστικό καθεστώς.
Όμως, οι γκροτέσκες δαιμονοποιήσεις των μεταναστών ή οποιασδήποτε άλλης μειονότητας, η παλαιάς κοπής φασιστική εικονογραφία και εθνικιστική ρητορική του φασισμού έχει τα όρια της για τον μέσο τηλεθεατή – οι παρελάσεις με πυρσούς και οι ομολογίες δολοφονιών είναι ειδικού ενδιαφέροντος θεάματα και η πλειοψηφία, αφού τρομάξει όσο πρέπει, πρέπει να καθησυχαστεί με άλλου είδους νουθεσίες και υποδείξεις.
Έτσι, η Χρυσή Αυγή δεν πρόκειται να ξεπεράσει ποτέ την μειονοτική δημοτικότητα που απολαμβάνει στην Ελλάδα σήμερα ακριβώς επειδή τα μέλη της επιδεικνύουν στερεότυπες συμπεριφορές τραμπούκου, αρέσκονται στην αναπαραγωγή σεσημασμένων ρητορικών μίσους όπως ο ξενοφοβικός ρατσισμός ή ενδύονται σύμβολα μίσους που έχουν στιγματιστεί ανεπανόρθωτα.
Αντίθετα, εξαιρετικής επιτυχίας είναι οι απόπειρες διαχείρισης της μαζικής συνείδησης από το ίδιο το καθεστώτος που χρησιμοποίησε την Χρυσή Αυγή όσο την χρειαζόταν για τις βρομοδουλειές του, αλλά την αποκηρύσσει όταν πρέπει να επαναφέρει τους οπαδούς της στην κυρίαρχη «φρόνιμη» πολιτική αφήγηση.
Και τους επαναφέρει, αφού πρώτα τους έχει εκφοβίσει με την προοπτική των χειρότερων και ταυτόχρονα τους έχει κατευθύνει προς μια «συνετή» εκτόνωση της δυσαρέσκειας τους, «εκπολιτίζοντας» τις αντιδράσεις τους πάντα όμως παράγοντας συναίνεση και χαλιναγωγώντας συμμετοχή τους στον ίδιο φαύλο στόχο, που είτε με σβάστικα, είτε χωρίς, παραμένει η προστασία των συμφερόντων της εγκληματικής ολιγαρχίας εις βάρος των πολλών.
Ειδικά η μεσαία τάξη έχει εκπαιδευτεί από τα προνηπιακά της χρόνια στις πάσης φύσης εκπολιτισμένες αντιδράσεις, αφού η ευμάρεια της εξαρτάται αποκλειστικά από το κατά πόσον η συμπεριφορά της και η έκφραση της είναι αρεστή στην ελίτ. Πειθαρχεία στο σχολείο, σαβουάρ-βιβρ παντού, καλή διάθεση, θετική ενέργεια  – μια σειρά από καλλωπιστικές διαδικασίες αφαιρούν τις εκφράσεις δυσαρέσκειας, θυμού και οργής απο τα πρότυπα της κοινωνικά αποδεκτής συμπεριφοράς για την μεσαία τάξη.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος αυτής της κάστας παραμένει για πάντα ένα υποκείμενο που διδάσκεται και αναπαράγει το πως χτίζεται ένας συμπεριφορικός τοίχος που μοιάζει σαν να είναι φτιαγμένος από το ανθεκτικό μονωτικό της αβρότητας, μια έννοια ελαστική σαν καουτσούκ, στην οποία μπορείς να κοπανάς το κεφάλι σου και να μην υποχωρεί αλλά και να μην σου αφήνει μώλωπες ώστε να έχεις αποδείξεις της αναχαιτιστικής της ισχύος, κάτι σαν τοίχος δωματίου σε ψυχιατρείο επενδυμένος με αφρολέξ, μια αντικραδασμική μεσοτοιχία διαγωγής κοσμιοτάτης, υψηλού πολιτικού πολιτισμού και συγκαταβατικής αλληλοκατανόησης  της οποίας ο ρόλος είναι η απορρόφηση των αντιδράσεων της κοινωνίας ώστε να μην διαταράσσεται η γαλήνη της άρχουσας τάξης.