.
Στο βορρά η μέρα ξημερώνει σαν νύχτα. Η
πόλη ξυπνάει επειδή δεν μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη, σαν τις
αρκούδες. Αλλιώς θα το έκανε. Η γυναίκα κάθεται στο παράθυρο και
κοιτάζει το δρόμο. Ton sur ton τα γκρίζα και τα ασημιά. Σαν λέπια.
Αποφασίζει να κατέβει στο περίπτερο να αγοράσει τσιγάρα. Και μια
σοκολάτα αμυγδάλου, μπορεί και ρυζιού. Αφήνει στο περβάζι την κούπα με
τον καφέ της και ρίχνει πάνω της ένα πορτοκαλί σάλι με κρόσσια. Ο άντρας
που πέρασε πριν από αυτήν στις σκάλες μύριζε μέντα, ή κάτι σχετικό.
Ξέρει ποιος είναι. Κατεβαίνει τα σκαλιά εισπνέοντας βαθιά τα ίχνη της
μυρωδιάς του που αιωρούνται πίσω από τα κάγκελα της κουπαστής και
κρέμονται στους τοίχους. Τις νύχτες, από το διπλανό διαμέρισμα, τον
ακούει να μιλάει Γαλλικά. Η φωνή του έχει κάτι πολύ καθησυχαστικό. Η
προφορά του τον προδίδει σε μερικά σημεία. Αυτός ο άντρας είναι Νότιος,
όμως δεν θέλει να το συζητάει. Δεν της πέφτει λόγος για όλα αυτά –
εξάλλου το μόνο που θέλει από αυτόν είναι να συνεχίσει να μιλάει τις
νύχτες και να αφήνει άρωμα μέντας στα σκαλιά τα γκρίζα πρωινά. Πληρώνει
τη σοκολάτα αμυγδάλου, τα τσιγάρα της και ένα αδιάφορο περιοδικό και
διασχίζει το δρόμο. Αποφεύγει τις λακκούβες με τα λασπόνερα της νύχτας,
παρόλα αυτά μερικές πιτσιλιές κάνουν τις γάμπες της να παγώνουν.
Σπρώχνει την μεταλλική εξώπορτα και μπαίνει στην είσοδο της
πολυκατοικίας. Η μυρωδιά είναι ακόμα εκεί. Ανεβαίνει τα σκαλιά και
αφουγκράζεται τις φωνές των ενοίκων στα ξένα κατώφλια. Κάποιος ακούει
αφρικάνικη μουσική, μια γυναίκα μιλάει στο τηλέφωνο και ένα μωρό
τσιρίζει. Όταν φτάνει στον όροφό της, η γυναίκα βγάζει από την τσέπη της
τα κλειδιά και ανοίγει μαλακά την πόρτα. Το κρύο μέταλλο κάνει τα
δάχτυλά της να σκιρτήσουν. Μπαίνει στο δωμάτιο και βλέπει πως το
στρίφωμα της κουρτίνας σέρνεται στο πάτωμα κι έχει λερωθεί από τη σκόνη.
Μικρές μπαλίτσες από χνούδια περιφέρονται στις γωνίες του δωματίου
καθώς διασχίζει το χώρο για να φτιάξει καινούριο καφέ. Ο παλιός έχει
κρυώσει και η μέρα παραμένει σκοτεινή. “Πριν από το θαύμα η θλίψη, η αγωνία και της φθοράς η διαρκής δοκιμασία“,
σκέφτεται ένα στίχο που δεν θυμάται από ποιο ποίημα είναι και ποιος τον
έγραψε. Βάζει το βραστήρα να κοχλάσει και χτυπάει στο φλιτζάνι μια
κουταλιά ζάχαρη και μια κουταλιά καφέ. Έπειτα στέκεται πάνω από το
αχνιστό νερό, φτιάχνει τον καφέ και αφήνει τα γυαλιά της να θαμπώσουν
από τους υδρατμούς. Μερικές φορές ο κόσμος είναι πολύ πιο όμορφος μέσα
από τα μικρά αυτοσχέδια σύννεφα ενός βραστήρα.
thethreewishes
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου