ΑΚΟΝΙΣΤΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ, ΝΑ ΣΦΑΞΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Εάν δεν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τα μάτια σας για να βλέπετε, τότε θα τα χρειαστείτε για να κλάψετε


Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Αναγκαία η έξοδος από το ευρώ, όμως δεν αρκεί

L. Vasapollo , R. Martufi , J. Arriola
1. Η κρίση του καπιταλισμού όχι μόνο δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά  γίνεται όλο και πιο έντονη εξαιτίας της αδυναμίας του κεφαλαίου να αναπτύξει ένα νέο εφικτό μοντέλο συσσώρευσης, τονίζοντας έτσι – όλο και πιο ξεκάθαρα – το συστημικό της χαρακτήρα.
Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι εδώ και πολύ καιρό μιλάμε για  μία συστημική κρίση (σε δομικό και παγκόσμιο επίπεδο), κι αυτό διότι η κρίση αυτή καθιστά σαφή   την πτωτική τάση του ποσοστού  κέρδους στις πιο ανεπτυγμένες χώρες ή όπως εμείς συνηθίζουμε να τις αποκαλούμε, στις χώρες του ώριμου καπιταλισμού.Είναι εμφανής πλέον, η τεράστια καταστροφή  στην οποία υπόκεινται οι “πλεονάζουσες παραγωγικές δυνάμεις”, είτε πρόκειται για τις δυνάμεις της εργασίας είτε για το ίδιο το κεφάλαιο (όταν αυτό γίνεται αντιληπτό ως εργαλείο δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας), ενώ παράλληλα δεν υφίστανται πια οι προϋποθέσεις εκείνες για την αποκατάσταση ενός νέου μοντέλου αξιοποίησης του κεφαλαίου, που θα ήταν σε θέση να εξασφαλίσει την “ορθή” αποδοτικότητα των επενδύσεων. Γίνεται έτσι, σχεδόν ανέφικτη καθώς και ασύμφορη από άποψη κερδοφορίας, η δημιουργία κατάλληλων συνθηκών που θα επέτρεπαν ενδεχομένως την έναρξη μιας νέας διαδικασίας καπιταλιστικής συσσώρευσης, ακόμη και σε περίπτωση αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου.
Αυτό σημαίνει ότι η σταθερή υπερπαραγωγή εμπορευμάτων και κεφαλαίων, στις ώριμες καπιταλιστικές χώρες, δεν βρίσκει πια διέξοδο, ούτε στις διάφορες μορφές με τις οποίες παρουσιάζεται προσπαθώντας να ξεφύγει από την οικονομική κρίση ούτε σε λύσεις πιο διαρθρωτικού χαρακτήρα, αναδεικνύοντας έτσι όλο και περισσότερο τον συστημικό  χαρακτήρα της παγκόσμιας κρίσης  . Κι αυτό διότι οι ίδιες οι σχέσεις παραγωγής βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, καταστρέφοντας για πρώτη φορά, ακόμη και την αναγκαστική συνύπαρξη εργάτη-αφεντικού
Η κρίση έχει συστημικό χαρακτήρα διότι το χάσμα ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, του εκσυγχρονισμού και της κοινωνικοποίησης των σχέσεων παραγωγής διευρύνεται όλο και περισσότερο. Πρόκειται για μία κρίση που έχει φτάσει σε σημείο να επηρεάζει ακόμη και τις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις όλων των χωρών του ώριμου καπιταλισμού και μάλιστα με τέτοιον τρόπο που οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας ή της μη εργασίας ή της εργασίας που τους στερείται (δηλαδή τα υποκείμενα εκείνα που θ’ αποτελέσουν την τάξη του προλεταριάτου και θα μετατραπούν, εν συνεχεία, σε αντικείμενο πλήρους εκμετάλλευσης) να μην αποδέχονται και να μην διακρίνουν πλέον,  δυνατότητες πολιτικής, πολιτιστικής, κοινωνικής και οικονομικής χειραφέτησης εντός της κοινωνίας του  κεφαλαίου.
Έτσι η επιβίωση του καπιταλισμού  επιδιώκεται μέσα απ’ την εντατικοποίηση των διαδικασιών αντικατάστασης του παραγωγικού κεφαλαίου με τη χρηματιστικοποίηση, τις μετεγκαταστάσεις, τις εξωτερικές αναθέσεις και τις ιδιωτικοποιήσεις μειώνοντας δραστικά το κόστος παραγωγής μέσα από μία βίαιη επίθεση εναντίον του κόστους εργασίας, των εργατικών δικαιωμάτων, του άμεσου και έμμεσου μισθού. Έτσι λοιπόν, με τους τρόπους που μόλις προαναφέραμε, δημιουργούνται συνθήκες δομικής ανεργίας, εργασιακής ανασφάλειας και εκβιασμού, μέσω της εκμετάλλευσης του ξένου εργατικού δυναμικού εις βάρος των υπολοίπων εργαζομένων αφού αποδεικνύονται ασύμφοροι λόγω των απαιτήσεων που εγείρουν σε επίπεδο παροχών και εξασφάλισης των ήδη κεκτημένων δικαιωμάτων.
Έτσι ερμηνεύεται η στάση της Ε.Ε., η οποία, ενώ δεν διαθέτει  αυτόνομη πολιτική δικαιοδοσία, επιβάλει στις χώρες που εμφανίζουν ελλείμματα τους ίδιους κανόνες διαρθρωτικής προσαρμογής με εκείνους  που εφήρμοσε το ΔΝΤ ‘’με τοκογλυφικούς όρους’’, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 ετών στις χώρες της Λατινικής Αμερικής προκειμένου να επηρεάσει τον τρόπο ανάπτυξής τους . Όπως, ακριβώς, συνέβη παλιότερα στη Λ. Αμερική έτσι και τώρα στην Ευρώπη  το ΔΝΤ παίζει κεντρικό ρόλο στην διαμόρφωση των κανόνων της  Παγκόσμιας Τράπεζας πέραν εκείνων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Στην Ευρώπη η στρατηγική λιτότητας που εφαρμόστηκε σαν εργαλείο που θα εξασφάλιζε μία μακροχρόνια συσσώρευση κεφαλαίων, απέτυχε παταγωδώς. Το 2010, έτος κατά το οποίο εφαρμόσθηκαν οι γενικευμένες διορθωτικές παρεμβάσεις, το δημόσιο και ιδιωτικό εξωτερικό χρέος της Ευρώπης ανήλθε στα 19,5 δις ευρώ. Στα τέλη του 2012, μετά από τρία χρόνια περικοπών και επιδείνωσης  της ποιότητας ζωής και των εργασιακών προοπτικών, το εξωτερικό χρέος αυξήθηκε φτάνοντας τα 20,8 δις ευρώ. Το 2010, το εξωτερικό χρέος των χωρών της ευρωζώνης ήταν 5,6 δις ευρώ , ενώ το 2012 είχε αυξηθεί στα 6,4 δις.
Είναι προφανές ότι οι πολιτικές προσαρμογής  δεν φάνηκαν χρήσιμες σε ότι αφορά τη μείωση του χρέους. Η επιμονή με την οποία η Τρόικα εξακολουθεί να προωθεί αυτού του είδους τις πολιτικές όμως, οφείλεται στο γεγονός ότι [αυτές] διαθέτουν την ικανότητα να εξασθενούν τους αγώνες των εργαζομένων, εξασφαλίζοντας παράλληλα την καταλήστευση των κρατικών ταμείων, των ενεργητικών του δημοσίου καθώς και τη μεταφορά του πλούτου απ’ τους εργαζομένους στο κεφάλαιο.
Ουσιαστικά η διαδικασία διάσωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδέεται με τη διάσωση του γερμανικού εξαγωγικού μοντέλου πράγμα που σημαίνει ταυτόχρονα, την εξάλειψη των πιθανοτήτων αυτόνομης οικονομικής ανάπτυξης  των ευρωπαϊκών χωρών της Μεσογείου.
2. Καθίσταται όλο και περισσότερο επιτακτική η πολιτική βούληση για την δημιουργία  ενός εναλλακτικού προγράμματος, που θα επιτρέπει να ξεπεραστεί ο κοινωνικός και οικονομικός μαρασμός στον οποίο έχουν περιέλθει οι πολίτες των ευρωπαϊκών χωρών και το οποίο  θα πρέπει να ξεκινάει από μία εκ βαθέων κατανόηση των αντιθέσεων, που βιώνουν οι κατώτερες τάξεις στις τρέχουσες  συνθήκες  του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Αποτελεί επομένως, βασικό μέλημα ο εντοπισμός ιδανικότερων εργαλείων για την έξοδο απ’ την κρίση. Η μετάβαση αυτή θα πρέπει απαραιτήτως να κινηθεί προς μια αυξανόμενη κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής του κοινωνικού πλούτου.
Χωρίς την κατάλληλη ανάλυση της σημερινής φάσης απ’ την οποία διέρχεται ο καπιταλισμός της Ευρώπης αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, το εναλλακτικό αυτό πρόγραμμα θα κινδυνεύσει να χάσει την αποτελεσματικότητά του, εξαιτίας  ασυνεπειών   και αντιφάσεων .
Πρόσφατα ξεκίνησαν δύο νέες πρωτοβουλίες με στόχο τη σκιαγράφηση των αρχών μιας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης.
Η πρώτη – με τίτλο “Τι  να κάνουμε με το χρέος και το ευρώ; Ένα μανιφέστο’’,[ κατεβάσετε ] προωθείται απ’ το ισπανικό περιοδικό Viento Sur, την CADTM (Επιτροπή για την Ακύρωση του Χρέους του Τρίτου Κόσμου) του Βελγίου και υπογράφεται, μεταξύ άλλων , από έναν εκ των βασικών ηγετικών  στελεχών του κόμματος “Blocco de Esquerda” της Πορτογαλίας – προτείνεται ως  εναλλακτική λύση έναντι  του νεοφιλελευθερισμού και των διορθωτικών πολιτικών , ως μια στρατηγική διαχείρισης της κρίσης .
Οι υπογράφοντες υποστηρίζουν ότι η παρούσα κρίση αποτελεί ουσιαστικά μία “κρίση δημόσιου χρέους”, χωρίς όμως δυστυχώς, να εξηγούν  ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο  και  η ουσία αυτής της κρίσης. Αποφεύγουν μία ανάλυση για την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Ευρώπη και περιορίζονται έτσι, σ’ ένα απροσδιόριστης μορφής κάλεσμα “επανίδρυσης της Ευρώπης” μέσω μιας “στρατηγικής ρήξης με τον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό”.
Στοχεύουν στη χρηματοδότηση του δημόσιου ελλείμματος ‘’εκτός  των χρηματαγορών’’ μέσω μίας νομισματοποίησης του ελλείμματος “όπως συνέβη στις Η.Π.Α., στη Βρετανία, στην Ιαπωνία, κλπ”. Επομένως, η υιοθέτηση μιας πολιτικής διαχείρισης του ελλείμματος – όπως εκείνης που εφήρμοζαν άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις – χωρίς όμως να διαθέτεις ένα δικό σου νόμισμα και μία δική σου κεντρική τράπεζα, σημαίνει, κατά την άποψή τους, μία πρώτη “ρήξη με το ευρωπαϊκό κατεστημένο”.
Σε ότι αφορά το συσσωρευμένο χρέος προσβλέπουν σε μία προσωρινή παύση της αποπληρωμής με παράλληλο “κούρεμα”. Αυτή η ιδέα, η οποία προτάθηκε κι απ’ την Τρόικα για την περίπτωση της Ελλάδας, αποτελεί για τους ίδιους μία “δεύτερη ρήξη”.
Επιπλέον προτείνουν τον έλεγχο των κεφαλαίων και την εθνικοποίηση των τραπεζών, αναγνωρίζοντας βέβαια πως πρόκειται για κάτι που έχει ήδη εφαρμοστεί στην περίπτωση της Σουηδίας. Παρ’ όλα αυτά, η εν λόγω πρόταση αποτελεί για τους υπογράφοντες το “τρίτο σημείο ρήξης”.
Οι παραπάνω τρεις “ρήξεις” αναπτύχθηκαν αφού πρώτα απέρριψαν την πρόταση για έξοδο από το ευρώ ως λανθασμένη  και  άνευ  στρατηγικής .Αφού, λοπόν ,ανέλυσαν τις προτάσεις “ρήξης”, παραθέτουν τους λόγους για τους οποίους, κατά την κρίση τους , “μία πιθανή έξοδος απ’ το ευρώ δεν θα αποτελούσε μία εγγύηση ρήξης με τον ευρω-φιλελευθερισμό”: θα ήταν μεν εφικτή μία χρηματιστικοποίηση του ελλείμματος εις βάρος των χρηματοπιστωτικών αγορών, αφού “η κυβέρνηση θα ήταν αναγκασμένη να επαναπροσδιορίσει το δημόσιο χρέος στη βάση του νέου εθνικού νομίσματος, πράγμα το οποίο θα ισοδυναμούσε με μία μερική απαλοιφή του χρέους”, δεδομένης όμως της απαραίτητης “εθνικοποίησης των τραπεζών” αυτό “θα οδηγούσε στην αύξηση του δημοσίου χρέους”, αφού “τα διάφορα είδη επιτοκίων θα έτειναν προς τα πάνω” και βέβαια η έξοδος απ’ το ευρώ θα οδηγούσε, σύμφωνα με τους υπογράφοντες, στην προώθηση ‘’μιας εθνικής στρατηγικής ήτοι σε μια στρατηγική απομονωτισμού’’.
Σε πολλές μελέτες που πραγματοποίησε το CESTES (κέντρο μελετών της Ένωσης Συνδικάτων Βάσης– USB, με έδρα την Ιταλία, μέλους της Παγκόσμιας Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας) υπογραμμίσαμε ότι ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η έκταση της κρίσης έχει αποτυπωθεί στα Χρηματιστήρια, καθώς και στις κερδοσκοπικές πρακτικές των μεγάλων τραπεζικών συστημάτων , δεν είχε να κάνει με την κλασική οικονομική κρίση, δεδομένου ότι σε μια τέτοια “φυσιολογική” κατάσταση δεν διακόπτονται οι διεθνείς διαδικασίες συσσώρευσης κεφαλαίου.
Μπορεί, επίσης, η οικονομική κρίση να συνοδευτεί από μία ριζική μετάλλαξη του καπιταλιστικού μοντέλου συσσώρευσης και του συνδεδεμένου με αυτό παραγωγικού συστήματος. Αυτό, πιθανότατα, συνέβη μόνο σε μία περίπτωση το 1929, καθορίζοντας ριζικές πολιτικές και θεσμικές αλλαγές που αφορούσαν τον προσδιορισμό ενός διαφορετικού μοντέλου παραγωγής και ανάπτυξης. Και να που στη συγκεκριμένη περίπτωση ,η κρίση ,παίρνει δομικά χαρακτηριστικά και μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία ενός καινούργιου μοντέλου καπιταλιστικής συσσώρευσης, όπως συνέβη μετά το ’29 με την πολυπλοκότητα του κεϋνσιανού μοντέλου στις διάφορες μορφές και εκδοχές του.
Στο πλαίσιο αυτό, έχουμε προτείνει επανειλημμένα την ανάγκη ενός προγράμματος εξόδου απ’ την κρίση της Ευρωζώνης, προς όφελος των εργαζομένων,  κάτι το οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί, μόνο, μέσα από μία σημαντική συγκέντρωση δυνάμεων, που θα προσδώσουν μεγαλύτερη εξουσία στο εργατικό κίνημα των ευρωπαίων εργαζομένων. Πρέπει να έχουμε μία εναλλακτική πρόταση έναντι της Νομισματικής Ένωσης η οποία υποτάσσεται στην χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση που επιβάλλεται από την κυριαρχία του αμερικανικού κεφαλαίου .Οφείλουμε επίσης να έχουμε  μία εναλλακτική λύση έναντι  της κοινής αγοράς, που δημιουργήθηκε με γνώμονα τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Για το λόγο αυτό, η δημόσια συζήτηση για το θέμα του ευρώ εξετάζει  τη δημιουργία μιας εναλλακτικής πρότασης, σε σχέση με το οικονομικο και κοινωνικό χάος που δημιουργήθηκε απ’ τις πολιτικές διαχείρισης της Ε.Ε.
Σύμφωνα, όμως, με τους συντάκτες του ευρωπαϊκού μανιφέστου, η έξοδος απ’ το ευρώ είναι ανέφικτη ακριβώς διότι αυτό το προϋποθέτει η υλοποίηση προτάσεών τους ! (διαγραφή του χρέους και εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος ). Για κάποιον μυστηριώδη λόγο (ο οποίος δεν αναφέρεται) εφόσον υιοθετηθούν όλα αυτά τα μέτρα, εκτός ευρώ, η χώρα θα μετατραπεί σε έρμαιο των βάρβαρων ορέξεων των χρηματαγορών, κάτι που δεν αναφέρεται στην πρότασή τους διότι απλά αποφάσισαν ν’ αγνοήσουν τις χρηματαγορές.
Σ’ όλα αυτά τα παράδοξα προστίθενται ορισμένες αστείες προτάσεις: “η ιδέα είναι να διευρύνουμε ετούτη την πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο” (προτείνουν, δηλαδή, την εκδίωξη του ευρω-φιλελευθερισμού απ’ τα κοινοτικά γραφεία, τοποθετώντας στη θέση του “όλους εκείνους που αποφάσισαν ουσιαστικά, τη ρήξη με την Ευρώπη, χωρίς να μας εξηγήσουν το πως). Τα αντίποινα εναντίον της κυβέρνησης της αριστεράς πρέπει να εξουδετερωθούν μέσω αντιμέτρων, που περιλαμβάνουν τα εξής: “υιοθέτηση μέτρων προστασίας, εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο” (αυτό το αναφέρουν αφού πρώτα απέρριψαν την προοπτική εξόδου απ’ το ευρώ, διότι σύμφωνα με τους συντάκτες, οι ανταγωνιστικές στρατηγικές προϋποθέτουν “την εγκατάλειψη της κοινής ευρωπαϊκής μάχης”). Η εναλλακτική τους πρόταση βασίζεται στην επανίδρυση της Ευρώπης, αν και “Η επανίδρυση της Ευρώπης δεν μπορεί ν’ αποτελέσει τη βασική προϋπόθεση για να τεθεί σε ισχύ μία εναλλακτική πολιτική”.
Λέγοντας κάτι και αμέσως μετά ακριβώς το αντίθετό του αποδεικνύουν ότι γι αυτούς, η έξοδος απ’ το ευρώ δεν αποτελεί ανάγκη, ούτε ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα των τρεχουσών εξελίξεων. Γι’ αυτούς “η έξοδος απ’ το ευρώ αποτελεί μία απειλή ή ένα όπλο στο οποίο μπορεί κανείς να καταφύγει ως ύστατη λύση”. Δεν γνωρίζουμε σε ποια περίσταση επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν  το όπλο αυτό, διότι στο τέλος καταφεύγουν πάντα στις συνήθεις προτάσεις του ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού κόμματος: έναν μεγαλύτερο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, ένα ενιαίο καθεστώς φορολόγησης και ένα κοινό ευρωπαϊκό ταμείο επενδύσεων. Δεν φαίνεται να χρήζουν κάποιο όπλο όλες αυτές οι προτάσεις “ρήξης”, είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη περίπτωση.
Το γεγονός ότι αφιερώσαμε τόσο χρόνο για την παρουσίαση αυτής της πρότασης είναι γιατί περιέχει ένα στοιχείο που εντοπίζεται σε όλες τις προσπάθειες που στοχεύουν στην ενοποίηση των αγώνων και των σχεδίων: δηλαδή την έλλειψη μιας ενδελεχούς ανάλυσης  της αληθινής φύσης των κοινοτικών θεσμών απ’ την πλευρά της αριστεράς (ακόμη και της ριζοσπαστικής, όπως αυτοαποκαλείται). Αν δεν υπήρχαν έγκυροι οικονομολόγοι μεταξύ αυτών που υπέγραψαν το κείμενο, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πως η συγκεκριμένη πρόταση  δεν είναι κάτι διαφορετικό από ένα παραμυθάκι, μία ιστορία για παιδιά το οποίο εφαρμόστηκε σε μία πολιτική επιστημονικής φαντασίας: ο δράκος – η οικονομική αγορά – υπάρχει, δεν μας φοβίζει όμως, διότι δεν πρόκειται να του επιτρέψουμε να μπει στα σπίτια μας.
3. Ένα διαφορετικό πολιτικο-οικονομικό πνεύμα διακρίνεται στην πρόταση που φέρει την υπογραφή των Pedro Montes, Julio Anguita καθώς και άλλων συντρόφων της ισπανικής αριστεράς. Παρ’ όλο που η πρόταση των ισπανών συντρόφων περιέχει σοβαρά κενά και αντιφάσεις, μπορούμε να διακρίνουμε, σ’ αυτήν, στοιχεία που στοχεύουν στην προώθηση ενός προγράμματος απαγκίστρωσης απ’ το ευρύτερο ιμπεριαλιστικό σχέδιο της Ευρώπης.
Το Μανιφέστο ‘’Για την ανάκτηση της οικονομικής, νομισματικής και πολιτικής κυριαρχίας: Η Έξοδος από το Ευρώ‘’(http://salirdeleuro.wordpress.com/) δεν τρέφει αυταπάτες αναφορικά με την αληθινή φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναγνωρίζει, πράγματι, πως «το κοινωνικό κράτος δεν είναι συμβατό  με την Ευρώπη του Μάαστριχτ» καθώς επίσης ότι «ο μη-μεταρρυθμίσιμος   χαρακτήρας της Ευρώπης παρουσιάστηκε, κυρίως, μετά το άνοιγμα της ευρωζώνης σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ» επομένως, «η ουσιώδης κι επείγουσα ανάγκη να σπάσουμε τα δεσμά των καταπιεστικών ευρωπαϊκών συμφώνων δεν μπορεί να  εγκαταλειφθεί  ή να επισκιαστεί από άλλα διαφορετικής φύσεως  σχέδια».
Η διαφωνία μας με τους συντάκτες αυτού  του Μανιφέστου δεν έγκειται στον τρόπο με τον οποίο χαρακτηρίζουν τα σύμφωνα και τους κοινοτικούς θεσμούς, αφού είναι ξεκάθαρο – σ’ εμάς αλλά και σ’ εκείνους – ότι οι νεοφιλελεύθερες διαρθρωτικές πολιτικές δεν έχουν μόνο  περιοδικό χαρακτήρα αφού είναι στενά συνδεδεμένες με το σημερινό συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων αλλά είναι οι ίδιες οι κοινοτικές δομές, η νομοθεσία τους και οι κανόνες λειτουργίας που αποτελούν μία μη-μεταρρυθμίσιμη   καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική πρόταση, που δεν αφήνει χώρο για την ανάπτυξη ενός σχεδίου κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής του πλούτου.
Το πρόβλημα έγκειται, ουσιαστικά, στο γεγονός ότι το μανιφέστο τους έχει σαν στόχο τη ‘’δημιουργία συνθηκών εξόδου απ’ την κρίση’’ μέσα από μία αναχρονιστική διαδικασία “ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας”, και – πιο συγκεκριμένα – μέσω της άσκησης νομισματικής  πολιτικής . Επιπλέον υποστηρίζουν ότι η ενσωμάτωση [της Ισπανίας] στο κοινό νόμισμα αποτελεί τη βασική αιτία της σημερινής αποσταθεροποίησης, ξεχνώντας όμως ότι η Ισπανία ήταν εκείνη που συμμετείχε- απ’ την πρώτη στιγμή της ένταξής της στην Ε.Ε. το 1986 -στην πολιτική αποβιομηχανοποίησης του ευρωπαϊκού νότου, με στόχο (μέσω της διαδικασίας μετεγκατάστασης βιομηχανικών μονάδων) την ανάπτυξη στην περιφέρεια της Ανατολικής Ευρώπης, μίας βάσης παραγωγής βιομηχανικών προϊόντων χαμηλού μισθολογικού κόστους.
Στην Ευρώπη, λοιπόν, σχηματίστηκε –μέσω των σχέσεων κέντρου-περιφέρειας– ένας ιμπεριαλιστικός χώρος δομημένος πάνω κοινοτικές δομές, που υπήρχαν δεκαετίες πριν ακόμη υιοθετηθεί το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Επρόκειτο για μία ξεκάθαρη πολιτική απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που στόχευε στην εξασφάλιση ενός κεντρικού ρόλου στο παγκόσμιο οικονομικό στερέωμα για την ίδια, σε βάρος της ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας των Η.Π.Α., μία απόφαση που τελικά δεν στέφθηκε μ’  επιτυχία.
Αυτοί που συνυπέγραψαν το ισπανικό μανιφέστο μοιράζονται την ψευδαίσθηση πως μία ενδεχόμενη έξοδος απ’ το ευρώ μπορεί να σημάνει την ανάκτηση του χαμένου εδάφους μέσα από πολιτικές τύπου δεκαετίας ‘60 και ‘70: πολιτικές που συνδέονται δηλαδή με τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και που αποσκοπούν στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας μέσα από διαδικασίες νομισματικής υποτίμησης (κάτι που θα προκαλούσε μέχρι και την “έξοδο” απ’ τις παγκόσμιες αγορές. Να σημειώσουμε επίσης ότι – εκτός των Η.Π.Α. – μόνο οι δυνάμεις που διαθέτουν σημαντικά αποθέματα μπορούν να παρέμβουν στις αγορές συναλλάγματος, τροποποιώντας έτσι τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των εθνικών τους νομισμάτων). Μια νομισματοποίηση του δημόσιου ελλείμματος με απώτερο στόχο να “δημιουργηθεί ρευστότητα και να τονωθεί έτσι η ζήτηση” (λες κι η ποσότητα χρήματος αποτελεί μία ανεξάρτητη μεταβλητή που καθορίζει την παραγωγή (πραγματικού) πλούτου. Αξίζει ν’ αναφέρουμε εδώ μία φράση που αποδίδεται σ’ έναν μεγάλο επαναστάτη – σε καμία περίπτωση όμως ειδικό σε οικονομικά ή νομισματικά ζητήματα – τον Pancho Villa : «Δεν υπάρχει χρήμα; Ε τότε τυπώστε το!».
Η πρόταση του ισπανικού μανιφέστου μοιάζει, σε σημαντικό βαθμό, μ’ εκείνη που- εδώ και καιρό -ρίχτηκε στο τραπέζι απ’ την κάστα του διεθνούς κεφαλαίου βρετανικών συμφερόντων καθώς κι από υψηλόβαθμα μέλη της λεγόμενης ευρωσκεπτικιστικής αριστεράς, που προσβλέπουν στη δημιουργία ενός «δεύτερου ευρώ» με σκοπό την υποτίμηση και αναπροσαρμογή του δημόσιου χρέους, μέσα απ’ την εφαρμογή ενός προγράμματος κρατικοποιήσεων που θα βελτιώσουν τα επίπεδα παραγωγικότητας. Αυτή η ριζοσπαστική στρατηγική, που συνδέεται με την έξοδο απ’ το «ευρώ 1» με πιθανή επιστροφή στα παλιά εθνικά νομίσματα, παραπέμπει σε μία ανέφικτη αλλά και ασύμβατη (με βάση τις σημερινές διαδικασίες παγκοσμιοποίησης) εθνική κυριαρχία, σε νομισματικό αλλά και οικονομικό επίπεδο. Πρόκειται ουσιαστικά για μία πρόταση που δεν μπορεί να στηριχθεί από οικονομική  και χρηματοπιστωτική άποψη  στην παρούσα φάση του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστηριακού κεφαλαίου
Ένα τέτοιο σχέδιο δεν θα μπορούσε να έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας είτε  λόγω των ισχυρών πιέσεων που θα προκαλούσε  είτε λόγω της αναμενόμενης φυγής κεφαλαίων που θα επακολουθούσε. Πρόκειται δηλαδή για μία κατάσταση που θα μείωνε, εν τέλει, τις θετικές προοπτικές, εκείνες που θα οδηγούσαν σε επενδύσεις εντός της Ευρώπης.
4. Αν υποθέσουμε πως το ευρωπαϊκό μανιφέστο στοχεύει στη ρύθμιση των αγορών κεφαλαίου, έτσι ώστε να μην αποτελούν πλέον εμπόδιο στις άσπιλες προθέσεις τους για μία καλύτερη διαχείριση της οικονομικής κρίσης, το ισπανικό μανιφέστο, δίχως ν’ ανησυχεί για τα προβλήματα, τα καταργεί επί της ουσίας, μέσω ενός νομοθετικού διατάγματος. “Πρέπει να σταματήσουμε ν’ ανησυχούμε προσωρινά για το έλλειμμα”, υπογραμμίζουν. Όμως κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό εφόσον το κράτος διέθετε τα κατάλληλα – μη νομισματικά – εργαλεία για το σχεδιασμό του τρόπου κατανομής των διαθέσιμων πόρων: η εναλλακτική λύση δεν είναι, επομένως, να  ανησυχεί κανείς ή όχι αναφορικά με το έλλειμμα. Η πραγματική εναλλακτική λύση είναι να έχουμε ένα κράτος που θα είναι σε θέση να ελέγχει μέσω ενός σχεδιασμού τους πρωτογενείς του πόρους – δηλαδή τις παραγωγικές δυνάμεις (κεφαλαίου και εργασίας) – ή ενός Κράτους που θα ανακατανέμει τους πόρους μέσω του  προϋπολογισμού και του ελλείμματος. Επομένως, η εναλλακτική λύση δεν περνάει μέσα από την πολυετή προσαρμογή και την εθνική κυριαρχία, αλλά μέσα απ’ την συνέχιση του καπιταλιστικού συστήματος (που, επί του παρόντος, βρίσκεται σε στασιμότητα και υπό καθεστώς χρεωκοπίας) και τη μαζική κοινωνικοποίηση των μέσων κοινωνικού πλούτου.
Για να καταστεί εφικτό κάτι τέτοιο, όπως υποστηρίζει το ισπανικό μανιφέστο, η έξοδος απ’ το ευρώ δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για την επίλυση της κρίσης .Είναι απαραίτητη προυπόθεση μεν,  αλλά δεν αρκεί.
Δεν αρκεί να επιδιώκεις τη ρήξη με τη ζώνη του ευρώ: πρέπει να προτείνεις ταυτόχρονα και μία αναδιοργάνωση του ευρωπαϊκού παραγωγικού και κοινωνικού τομέα, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από μία αντιπαράθεση με το κράτος (είναι γνωστό άλλωστε ότι η εθνική κυριαρχία δεν υφίσταται πλέον αφού έχει πεθάνει εδώ και καιρό).
Απ’ την πλευρά μας, σαν  CESTES, μετά από μελέτες και έρευνες που πραγματοποιήσαμε, έχουμε εκφράσει – με κάθε δυνατό τρόπο – την ανάγκη για μία ριζική αλλαγή σε κοινωνικό αλλά και πολιτιστικό επίπεδο (ή, χρησιμοποιώντας γκραμσιανούς όρους, μία αλλαγή ηγεμονίας που θα επιφέρει, παράλληλα, αλλαγές και σε επίπεδο κοινής γνώμης) κάτι που θ’ αντέστρεφε τις αιτιακές σχέσεις ανάμεσα σε οικονομία και πολιτική. Πρόκειται για μία διαδικασία που έχει ήδη εφαρμοστεί, πειραματικά,  στην περιοχή της ALBA[1] και ιδιαίτερα στη Βολιβία, όπου τα κοινωνικά κινήματα των Ίντιος, αγρότες και μεταλλωρύχοι ανέπτυξαν νέες μορφές κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, χρησιμοποιώντας ως πολιτικό εργαλείο τη συμμετοχική δημοκρατία.
Πάνω σ’ αυτόν τον άξονα φαίνεται να κινείται το νέο αντιευρωπαϊκό και αντικαπιταλιστικό κίνημα, που γεννήθηκε στην Ιταλία, (Ross@), μέσα απ’ τον προβληματισμό και τους αγώνες που έδωσε το “Comitato NO debito” (Επιτροπή ΕΝΑΝΤΙΑ στο χρέος): μία επιτροπή η οποία ενώνει στους κόλπους της αντικρουόμενες, ιδεολογικά, συνδικαλιστικές οργανώσεις όπως η USB, η Rete 28 Aprile (Δίκτυο 28ης Απριλίου), καθώς και άλλες πολιτικές οργανώσεις όπως η Rete dei Comunisti (Το Κομμουνιστικό Δίκτυο), η Rifondazione Comunista (Η Κομμουνιστική Επανίδρυση) και πολλές άλλες οργανώσεις κοινωνικών και αντικαπιταλιστικών κινημάτων της Ιταλίας.
Το βασικό λάθος των ισπανών συντρόφων είναι ότι υποκινήθηκαν από κεϋνσιανούς της αριστεράς και όχι ότι απέδωσαν τα αίτια της κρίσης στην υποκατανάλωση. Επιπλέον υπέπεσαν σ’ ένα ακόμη ατόπημα αφού η ‘’καλή και κοινωνικά δίκαιη Ευρώπη’’ την οποία  συχνά επικαλούνται, συγκρούεται με την καπιταλιστική αντίληψή τους περί ανάπτυξης. Πράγματι, εδώ και δύο χρόνια, έχουν πολλαπλασιαστεί οι φωνές που προτείνουν την αύξηση του παρανομαστή της αναλογίας του δημόσιου χρέους  προς το Α.Ε.Π.  ώστε να μειωθούν οι αρνητικές επιπτώσεις  που συνδέονται με τον παραπάνω δείκτη. Πρόκειται για πρωτοβουλίες που υποδεικνύονται από κεϋνσιανούς της αριστεράς και αποσκοπούν στην αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης: μέσω της πράσινης ανάπτυξης, περιβαλλοντολογικών σχεδίων και έργων υποδομής – σχέδια που φαντάζουν μεγαλεπήβολα αλλά και ανώφελα. Η χρηματοδότηση όλων αυτών των έργων θα μπορούσε να προέλθει απ’ την ανάπτυξη νέων οικονομικών εργαλείων, όπως είναι τα ευρωομόλογα αντλώντας έτσι ρευστότητα απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, για την πραγματοποίηση όλων των απαραίτητων επενδύσεων που θα τροφοδοτούσαν μία ανάπτυξη που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών δαπανών (μέσα απ’ τη δημιουργία ιδιωτικών νοσοκομείων, πανεπιστημίων και συνταξιοδοτικών ταμείων, κτλ).
Εκείνοι που “υπερασπίζονται” το κοινωνικό κράτος και την εθνική κυριαρχία στην Ευρώπη, θα έχουν την ίδια τύχη με τους βιοτέχνες του 19ου αιώνα που μάχονταν για τη διατήρηση των σωματείων τους  και τους ιερείς  της  Βρετανικής υπαίθρου που επιδίωκαν τη θέσπιση νόμων υπέρ των φτωχών. Ο καπιταλισμός έχει αλλάξει μορφή. Στην Ευρώπη – μπροστά στις δυσκολίες που παρουσιάζονται στον πόλεμο ενάντια στην οικονομική ηγεμονία των Η.Π.Α. – το κεφάλαιο έχει ενισχύσει   τα  μοντέλα του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας, έτσι ώστε η διασύνδεση μεταξύ των τοπικών οικονομιών να εμποδίζει μία “εθνική” έξοδο, που δεν στηρίζεται σε ακραίο απομονωτισμό (η  δυνατότητα αυτή  θα προσφέρεται μόνο σε χώρες που διαθέτουν σημαντικό φυσικό πλούτο).
5. Είναι εφικτό ν’ αντιταχθεί κανείς άμεσα στους μηχανισμούς εξουσίας του κέντρου, των περιοχών δηλαδή του συστήματος κυριαρχίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής . Όπως, με πείσμα, έπραξε  η ALBA η συμμαχία για τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα. Όσον αφορά τις αντιιμπεριαλιστικές και αντικαπιταλιστικές σοσιαλιστικές δυνάμεις που δρουν στην Ευρώπη, αυτές πρέπει να οξύνουν τις αντιθέσεις, θέτοντας τις δυνάμεις τους ενάντια στους κανόνες του ευρωπαϊκού κατεστημένου, ξεκινώντας τις μεγάλες μάχες μέσω των συνδικάτων και ενάντια στην αποπληρωμή του χρέους του τραπεζικού και χρηματοοικονομικού συστήματος και του ευρωπαϊκού πόλου της Τρόικας.
Οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας αντί του ευρώ και της  παγκοσμιοποίησης έχουν ανάγκη από ένα διαφορετικό νομισματικό και οικονομικό μοντέλο. Όμως δεν μπορούμε να φανταστούμε ένα σύστημα τέτοιου τύπου  στο πλαίσιο μιας ενιαίας  νεοφιλελεύθερης αγοράς  που ξεπήδησε μέσα από τις  Ευρωπαϊκές Συνθήκες. Οι κανόνες λειτουργίας της ευρωπαϊκής αγοράς εμποδίζουν, ουσιαστικά, την εξεύρεση μιας λύσης που θα εγγυάται διαδικασίες συσσώρευσης πλούτου σε συνθήκες σταθερότητας. Μιας σταθερότητας όπως την αντιλαμβάνεται το καπιταλιστικό σύστημα: μία μεγάλη  σχετικά περίοδος ανάπτυξης, η οποία θα χαρακτηρίζεται απ’ την εναλλαγή περιόδων οικονομικής επέκτασης και συρρίκνωσης.
Για όλα αυτά, η εναλλακτική νομισματική και χρηματοοικονομική λύση πρέπει να εντάσσεται σε μια πρόταση οικονομικής και κοινωνικής ολοκλήρωσης .Μιας πρότασης τελείως διαφορετικής σε σχέση μ’ εκείνη που επιδιώκεται απ’ την Ε.Ε. και την κοινή ευρωπαϊκή αγορά.
Στις σημερινές τάσεις δεν εντοπίζεται καμία  δύναμη στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος , που θα επέτρεπε σε κάποιον να σκεφτεί την πιθανότητα ανασύνθεσης των συνθηκών του «κοινωνικού συμφώνου» της μεταπολεμικής περιόδου, που αποτέλεσε την απαρχή του λεγόμενου κεϋνσιανού κοινωνικού κράτους των χωρών του κέντρου και πόσο μάλλον να διαδοθεί κάτι τέτοιο σε μία κοινωνία που απαρτίζεται στην πλειοψηφία της από τους στερημένους και τους  εξαθλιωμένους του πλανήτη.
Η μοναδική εφικτή αλλά και απαραίτητη εναλλακτική λύση απαιτεί μεγαλύτερο βαθμό εξειδίκευσης καθώς και μεγαλύτερες απαιτήσεις από πλευράς των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, των πολιτών και των οργανώσεών τους. Απαιτήσεις για προγράμματα κοινωνικής βελτίωσης αλλά και διεύρυνσης του πεδίου  εφαρμογής για την λήψη πολιτικών αποφάσεων συλλογικού χαρακτήρα, αποφάσεις που θα σχετίζονται με τεχνολογικές αλλαγές, αποφάσεις για την παραγωγή και την διανομή υπό τον έλεγχό των εργαζομένων, αποφάσεις που θα υπόκεινται σε μια διαδικασία  πολιτικής και κοινωνικής συζήτησης γύρω απ’ τον ρόλο που θα έχουν οι μηχανές και η επιστήμη στις ζωές μας. Είναι ανεπίτρεπτο η τεχνολογική πρόοδος αντί να απελευθερώνει την ανθρωπότητα απ’ τις βαριές εργασίες να οδηγεί στην ανεργία , αντί  να βελτιώνει την ποιότητα της ζωής να προκαλεί νέες μορφές μόλυνσης του περιβάλλοντος  και αντί   να προωθεί την ανάπτυξη  της συλλογικής παγκόσμιας γνώσης, να κατάσχει τη γνώση κρύβοντάς την ανάμεσα στους «τοίχους» των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και των πνευματικών δικαιωμάτων.
Είναι εξίσου σημαντικό η αλλαγή του νομισματικού και οικονομικού συστήματος να γίνει από κοινού, με μια φωνή, αφού το βάρος της μεσογειακής ευρωπαϊκής περιφέρειας είναι πολύ μεγαλύτερο σε σχέση μ’ εκείνο των υπολοίπων μεμονωμένων κρατών μελών . Έτσι, η ικανότητά τους για αντίσταση και διαπραγμάτευση  θα είναι ισχυρότερη εφόσον πραγματοποιηθεί από κοινού, κυρίως αν εμφανιστούν ενισχυμένες δομικά μετά από μία διαδικασία εθνικοποίησης  των τραπεζών καθώς και άλλων στρατηγικών τομέων. Η εθνικοποίηση αυτών των τομέων θα επιτρέψει να δημιουργηθούν οικονομικά οφέλη που θα μπορούσε κανείς να κατευθύνει σε επενδύσεις κοινωνικού χαρακτήρα.
Η εθνικοποίηση των τραπεζών αποτελεί σημαντικό μέρος μιας γενικότερης διαδικασίας που αποσκοπεί στην έξοδο απ’ τη χρηματιστικοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας. Μέχρι να πραγματοποιηθεί ο παραπάνω στόχος θα συνεχιστεί η επιδείνωση της ποιότητας ζωής και της εργασίας με μοναδικό στόχο την αύξηση του ποσοστού κέρδους. Για να σπάσει η λογική του κεφαλαίου πρέπει οι αποφάσεις για επενδύσεις να περάσουν υπό εθνικό έλεγχο  , ευνοώντας έτσι τις δράσεις που είναι κοινωνικά χρήσιμες και που βασίζονται σε κοινωνικά και οικολογικά κριτήρια, με μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα κριτήρια.
Ο κοινωνικός έλεγχος των επενδύσεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για να δοθεί ώθηση στην παραγωγική δραστηριότητα και  να προσανατολίσει  τις πιστωτικές λειτουργίες  ώστε  να επιτευχθεί ο μέγιστος βαθμός ανάπτυξης των ποσοστών απασχόλησης και κοινωνικής χρησιμότητας. Πρόκειται για αρχές τελείως διαφορετικές σε σχέση μ’  εκείνες που θα εφήρμοζε μία ιδιωτική τράπεζα που είναι προσανατολισμένη στο μέγιστο βραχυπρόθεσμο κέρδος.
Η εθνικοποίηση των τραπεζών που βρίσκονται υπό καθεστώς πτώχευσης ή στενής εξάρτησης απ’ τους δημόσιους πόρους, αποτελεί προαπαιτούμενο προκειμένου να αποφευχθεί  πιθανή φυγή κεφαλαίων και  να εκλείψει επιτέλους  η  δραματική παραδοσιακή καπιταλιστική συνήθεια της ιδιοποίησης των κερδών και κοινωνικοποίησης των ζημιών  .
Η εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων των τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας και των μεταφορών μπορεί να προσελκύσει τους απαραίτητους εκείνους πόρους που απαιτούνται για την εφαρμογή μιας στρατηγικής που θα οδηγούσε στην ανάκαμψη της παραγωγής, σε μικρό χρονικό διάστημα, δημιουργώντας τις ιδανικές συνθήκες έτσι ώστε εκατομμύρια άνεργοι που ζουν στην ευρωπαϊκή περιφέρεια να ξεκινήσουν να παράγουν πλούτο, το συντομότερο δυνατόν.
Για τους λόγους που ήδη αναφέραμε μία ενδεχόμενη έξοδος απ’ το ευρώ πρέπει να συνοδεύεται από μια συνολική διαδικασία ενοποίησης και ενδυνάμωσης των δυνάμεων ρήξης που θα προέρχονται από την περιφέρεια της ευρωζώνης. Κάτι τέτοιο θα είχε πραγματικό νόημα μόνο στην περίπτωση που θα εφαρμόζονταν στα πλαίσια ενός νέου και ευρύτερου γεωστρατηγικού και γεωπολιτικού σχεδίου, που θα στόχευε στον επανασχεδιασμό του ευρωμεσογειακού χώρου και θα αποτελούσε, παράλληλα, το αντίβαρο των δυνάμεων αντίδρασης καθώς κι ένα κοινό μέτωπο άμυνας στην επίθεση που θα ακολουθούσε από πλευράς του κεντρικού (γεωγραφικά) πολιτικού, οικονομικού και καπιταλιστικού κατεστημένου της Ε.Ε.
Η έξοδος απ’ το ευρώ – εισάγοντας, ταυτόχρονα, ένα νέο νόμισμα σε χώρες που διαθέτουν παρόμοιες παραγωγικές δομές – θα αποτελούσε τη μοναδική εναλλακτική και εφαρμόσιμη λύση. Μία λύση που θα επέτρεπε αφενός τη διατήρηση των επαφών με τους κοινοτικούς θεσμούς και την Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα και αφετέρου θα εξασφάλιζε την δημιουργία ενός νέου θεσμικού και πολιτικού μπλοκ , ικανού να αναπτύξει ένα μοντέλο σχεδιασμού συμβατό, κοινωνικά αλλά και πολιτικά, με επενδυτικές μορφές κοινωνικού χαρακτήρα και συσσώρευσης πλούτου υπέρ των εργαζομένων.
Η έξοδος απ’ το ευρώ θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μαζικά απ’ τις χώρες της περιφέρειας έχοντας ως σημείο αναφοράς τέσσερα σημεία, αλληλένδετα μεταξύ τους, χωρίς τα οποία αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να αποβεί καταστροφική για όλους.
Τα τέσσερα αυτά σημεία είναι τα εξής:
α) Καθορισμός νέου κοινού νομίσματος για την ευρωπαϊκή μεσόγειο (για λόγους ευκολίας το συγκεκριμένο νόμισμα θα αποκαλείται στο εξής «Ελεύθερο» – ένα νόμισμα δηλαδή που δεν διαθέτει τους νομισματικούς περιορισμούς του ευρώ),
β) Τον επαναπροσδιορισμό του χρέους της περιοχής εντός της οποίας θα χρησιμοποιείται το εν λόγω νόμισμα (για λόγους ευκολίας η παραπάνω περιοχή θα ονομάζεται Α.Π.A.Ε.Α. (Ελεύθερη Περιοχή Αλληλεγγύης και Εναλλακτικής Ανταλλαγής). Επιπλέον, υο εν λόγω νόμισμα θα συνδέεται με την επίσημη συναλλαγματική ισοτιμία που θα καθοριστεί,
γ) Την άρνηση  και  ακύρωση ενός σημαντικού τμήματος  του χρέους.  Ξεκινώντας απ’ το χρέος που οφείλεται σε τράπεζες και οικονομικά Ιδρύματα και εν συνεχεία τον προσδιορισμό των διαδικασιών επαναδιαπραγμάτευσης του εναπομείναντος χρέους,
δ) Την εθνικοποίηση των τραπεζών κι εν συνεχεία τη διακοπή των συναλλαγών (ακόμη και με  προσωρινή απαγόρευση) για ν’ αποφευχθεί τυχόν φυγή κεφαλαίων σε τρίτες χώρες.
Όλα αυτά τα στοιχεία, όμως, πρέπει να πραγματοποιηθούν ταυτόχρονα, για την αποφυγή της αποκεφαλαιοποίησης ολόκληρης της περιφέρειας καθώς και για να καταστεί εφικτή η διατήρηση των απαραίτητων πόρων για μελλοντικές επενδύσεις.
6. Κρίνεται απαραίτητο, επομένως, για το μέλλον , η  Α.Π.A.Ε.Α. – δηλαδή η  νέα ευρω-αφρικανο-μεσογειακή ALBΑ, που θα διαθέτει δικό της νόμισμα και ξεκάθαρο πολιτικό προσανατολισμό υπέρ των εργαζομένων, να προσβλέπει στη δημιουργία ενός παραγωγικού χώρου, εντός του οποίου θα καθορίσει έναν νέο τρόπο καταμερισμού των εργασιών. Ο εν λόγω καταμερισμός θα βασίζεται σ’ έναν οικονομικό σχεδιασμό που θα στοχεύει στη συλλογική και κοινωνική ανάπτυξη με γνώμονα την αρχή της αλληλεγγύης και την εξασφάλιση της ποιοτικής ευμάρειας για το σύνολο του πληθυσμού αυτής της νέας οικονομικής, εμπορικής και νομισματικής περιοχής. Μιας περιοχής που θα στηρίζεται, όμως, σε μία κοινή πολιτική  στρατηγική  σοσιαλιστικού χαρακτήρα.
Έτσι μία διεθνής εναλλακτική πρόταση μπορεί να επαναπροσδιορίσει τον πολιτικό διάλογο στο κοινωνικό πεδίο και να εισάγει στον εν λόγω πολιτικό διάλογο για τα κοινωνικά ζητήματα , τον οικονομικό και τον πολιτικό διάλογο σε θέματα που αφορούν την οικονομία.
Η αυτόνομη ανάπτυξη των δικών μας προοπτικών θα επιτευχθεί εφόσον κινηθούμε εξ αρχής με απόλυτη αυτονομία  , με τρόπο συμμετοχικό και στόχο να επιβεβαιώσουμε – μέσα απ’ τον κοινωνικό και οικονομικό σχεδιασμό της αλληλεγγύης και της συμπληρωματικότητας – την επιδίωξή μας να επιτύχουμε μία πολιτικά συμμετοχική δημοκρατία . Μόνον έτσι η τάξη θ’ αποκτήσει την πραγματική της ανεξαρτησία από τα μοντέλα ανάπτυξης που επιβλήθηκαν από τις διάφορες μορφές καπιταλισμού, κυρίως όμως από το  πάντα ίδιο καθεστώς  εκμετάλλευσης που επιβάλλεται από τον μοναδικό καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.
Το να υποτάξει κανείς την οικονομία στην πολιτική θα αποτελούσε μία εναλλακτική λύση σε σχέση με την υφιστάμενη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Οποιαδήποτε εφικτή εναλλακτική πρόταση όμως πρέπει να προωθεί τη δημιουργία ενός πόλου που θα είναι ενάντια στην κοινωνική και πολιτική ηγεμονία, και να δίνει απάντηση στο νέο εδαφικό μέγεθος των αγορών και των παραγωγικών διαδικασιών. Υπ΄ αυτή την έννοια το κίνημα των εργαζομένων δεν μπορεί και δεν πρέπει ν’ αποτελέσει ένα στοιχείο που θα επιδεινώνει την κρίση, αλλά θα πρέπει να βρει, ακόμη και μέσα στην κρίση – τα στοιχεία ενδυνάμωσης του πολιτικού υποκειμένου.
Αν οι νέες απαιτήσεις κινούνται προς ένα χώρο παραγωγής και διανομής του κοινωνικού πλούτου αργά ή γρήγορα θα επικεντρωθούν σε μία συνολική στρατηγική ρήξης με τον ίδιο τον καπιταλισμό.
………………………….
[1] ALBA: Μπολιβαριανή Συμμαχία των Λαών της Αμερικής /Bolivarian Alliance for the Peoples of Our America. 
 stopeuroee

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου