ΑΚΟΝΙΣΤΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ, ΝΑ ΣΦΑΞΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Εάν δεν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τα μάτια σας για να βλέπετε, τότε θα τα χρειαστείτε για να κλάψετε


Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Γερμανία:Αποδόμηση της εργασίας η στρατηγική απάντηση του κεφαλαίου



Σοφία Καρατάκη, Σοφία Στεφανίδου
Δημοσιεύτηκε σε συντομευμένη εκδοχή στην εφημερίδα ΠΡΙΝ (24.2.2013)


Η ανεργία ανέκαθεν αποτελούσε το δούρειο ίππο για την συμπίεση των εργατικών δικαιωμάτων. Σήμερα, όμως, θα αποτελέσει το μηχανισμό για την πλήρη ανατροπή όσων είχε με αγώνες κατακτήσει το εργατικό κίνημα εδώ και έναν αιώνα. Η στρατηγική του κεφαλαίου στη σημερινή κρίση, προκειμένου να ξεπεράσει το βασικό του πρόβλημα, την πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους που εκδηλώθηκε το 1973, ανακόπηκε από τα μέσα του '90, αλλά επανήλθε δριμύτερη το 2008, βάζει στο επίκεντρο τις εργασιακές σχέσεις, με στόχο τη δημιουργία ενός σύγχρονου εργασιακού μεσαίωνα. Στην προηγούμενη μεγάλη κρίση, οδήγησε την ανθρωπότητα στην ανθρωποσφαγή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και των ταγμάτων εργασίας, αλλά και στα κοινωνικά συμβόλαια, την αλυσίδα παραγωγής και τον κεϊνσιανισμό. Σήμερα, δεν φαίνεται να είναι -προς το παρόν- επιλογή του ο πόλεμος - αν και η επιχειρούμενη «νέα εργασία», ενδεχομένως, να έχει ισάριθμα θύματα - ούτε φαίνεται να υπάρχει δυνατότητα νέων κοινωνικών συμβολαίων και κράτους πρόνοιας, αλλά ούτε και η διατήρηση των κοινωνικών συμβολαίων και του κράτους πρόνοιας.
Και εννοούμε ότι το κεφάλαιο όχι μόνο εξωθεί εκατομμύρια ανθρώπους στην ανεργία, αλλά τη χρησιμοποιεί ώστε να εκμεταλλευτεί με νέους και πιο αποδοτικούς γι΄ αυτό όρους, το σύνολο των παραγωγικών δυνάμεων.
Για να γίνει αυτό κατανοητό, αξίζει να καταγραφούν το περιεχόμενο και οι μέθοδοι της νέας στρατηγικής του κεφαλαίου, όπως έχουν εφαρμοστεί στη Γερμανία εδώ και μια δεκαετία, μπήκαν σε εφαρμογή παράλληλα και στη χώρα μας και τώρα σχεδιάζεται με ρυθμούς fast track να γενικευτούν και να μπουν στην πιο ολοκληρωμένη τους φάση.
Έτσι, ήταν το 2002, όταν η κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων υιοθέτησε το σύνολο των προτάσεων μιας επιτροπής που είχε συσταθεί για να προτείνει μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, με πρόσχημα την καταπολέμηση της ανεργίας. Τα στάδια εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων ονομάστηκαν Χαρτς 1, Χαρτς 2, 3, 4 από τον Πέτερ Χαρτς, επικεφαλής της επιτροπής και πρωσοπάρχη της Φόλκσβαγκεν, και εντάχθηκαν στο πλαίσιο της Ε.Ε. με την «Ατζέντα 2010».
Ο σοσιαλδημοκράτης τότε καγκελάριος της Γερμανίας σοσιαλδημοκράτης Γκέρχαρντ Σρέντερ εξηγώντας την πολιτική αυτή, τόνισε ότι οι νόμοι Χαρτς βασίζονται στη λογική «καμία υποστήριξη χωρίς απαίτηση», μια λογική που οδηγεί στην πλήρη χειραγώγηση των πολιτών που απολαμβάνουν κοινωνικές παροχές. Πυρήνας της είναι «ο πολίτης σε κάθε φάση της ζωής του να προσφέρει εργασία, ό,τι κι αν είναι αυτή». Αφού πρώτα καλλιεργήθηκε, με τη βοήθεια των ΜΜΕ, η αντίληψη ότι ο άνεργος ευθύνεται ο ίδιος για την ανεργία του, επιβλήθηκε η λογική «Foerdern und fordern» (υποστηρίζω και απαιτώ). Ο μακροχρόνια άνεργος πρέπει τώρα αυτός με κάθε τρόπο να αποδεικνύει ότι είναι πρόθυμος να εργαστεί, διαφορετικά περικόπτεται μερικώς ή ολικώς το επίδομα ανεργίας 2 που προβλέπεται για τους μακροχρόνια άνεργους. Αυτό σημαίνει, ότι είναι υποχρεωμένος να αποδέχεται ό,τι εργασία του προσφέρεται για να παραμείνει επιδοτούμενος άνεργος. Δηλαδή, το κράτος πληρώνει επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας, αλλά απαιτεί από τον άνεργο να αποδέχεται ό,τι εργασία του προσφέρεται (η δήλωση του Π. Δούκα δεν ήταν τελικά, και τόσο πρωτότυπη – κάτι αντίστοιχο περιγράφει ο Τζακ Λόντον στο Άνθρωποι της Αβύσσου – αντίστοιχα ήταν τα σπίτια εργασίας στην Αγγλία και τη Γαλλία που περιγράφουν οι κλασικοί του μαρξισμού). Διατείνονται ότι η Γερμανία βγαίνει αλώβητη από την κρίση, επειδή προνόησε να προβεί στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις έγκαιρα. Βέβαια, η πραγματικότητα των 4,5 εκατομμυρίων άνεργων στη Γερμανία και των 7 εκατομμυρίων εργαζόμενων που ζουν στα όρια της φτώχειας το διαψεύδουν.
Από το 2005, όταν ολοκληρώθηκε το ο νόμος Hartz 4, άρχισαν να φαίνονται οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις. Συστάθηκαν μια σειρά από οργανώσεις-εργολάβοι, σαν τις εγχώριες ΜΚΟ, των οποίων η αποστολή ήταν να προωθούν τους μακροχρόνια άνεργους -μέσω προγραμμάτων- σε «θέσεις εργασίας». Αυτές έπρεπε να είναι κοινωφελούς σημασίας και να μην καλύπτουν κανονικά αμειβόμενες θέσεις. Η διάρκεια των προγραμμάτων είναι, κατά κανόνα, 6 μήνες, 30 ώρες/εβδομάδα, ενώ ο εργαζόμενος άνεργος πληρώνεται με ένα ευρώ (!!!) την ώρα -1 euro job- ή και καθόλου. Στην τελευταία περίπτωση, τα προγράμματα χαρακτηρίζονται ως κατάρτισης ή πρακτικής εξάσκησης (Praktikum). Μάλιστα, το ένα ευρώ δικαιολογείται ως δαπάνη για τα ρούχα δουλειάς και έξοδα μετακίνησης. Τονίζεται ότι, για πρώτη φορά, ο άνεργος δεν έχει δικαίωμα να αρνηθεί την «εργασία» που του προτείνουν. Διαφορετικά, θα αντιμετωπίσει μείωση ή ακόμα και πλήρη απώλεια του επιδόματος ανεργίας και των κρατικών παροχών (επιδότηση ενοικίου, ρεύματος). Ο άνεργος-εργαζόμενος του ενός ευρώ εργαζόμενος δεν έχει κανένα ασφαλιστικό δικαίωμα, ένσημο, ενώ οι εργολάβοι εισπράττουν από το κράτος από 300-1000 ευρώ ανά εργαζόμενο άνεργο κάθε μήνα (!!!) για τη διαμεσολάβηση (να πού πηγαίνουν τα χρήματα που περικόπτονται από την υγεία και την παιδεία!). Το 2010 μεταφέρθηκαν 25 δις ευρώ. Υπολογίζεται ότι 7,6 δισ. ευρώ ετησίως δημοσίου χρήματος μεταφέρονται στις τσέπες ιδιωτών για την υπηρεσία που προσφέρουν, δηλαδή την ενεργοποίηση («ξεσκούριασμα») των μακροχρόνια άνεργων, με πενιχρά όμως αποτελέσματα. Σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Απασχόλησης της Γερμανίας μόνο το 14% αυτών ξαναβρήκε μια θέση στη αγορά εργασίας, ενώ η πλειονότητα παραμένει εγκλωβισμένη. Στην πραγματικότητα, διαπιστώθηκε ότι οι περισσότεροι εγκλωβίστηκαν σε αυτό το ιδιότυπο καθεστώς της εργασιο-ανεργίας. Στην πραγματικότητα, αποδείχθηκε ένα αντίμετρο για την καταπολέμηση της ανεργίας που γεμίζει τις τσέπες των ξύπνιων επιχειρηματιών και ανεβάζει τους δείκτες της οικονομικής ανάπτυξης. Παράλληλα, οι θέσεις δεν αφορούσαν μόνο κοινωφελή εργασία -π.χ. περίθαλψη ηλικιωμένων-, αλλά “κανονικές θέσεις εργασίας”, χωρίς, βέβαια, τα αντίστοιχα εργασιακά δικαιώματα, όπως καθαρίστρια σε σχολείο, ακόμα και υπάλληλος σε υπουργείο!!! Κατά δήλωση του εκπρόσωπου υπεύθυνου εργασίας του μεγαλύτερου συνδικάτου υπαλλήλων, κου B.Jirku, πολλοί δήμοι, σχεδόν αποκλειστικά, απασχολούν εργαζόμενους άνεργους του ενός  ευρώ/ώρα. Σε πάρκα, νεκροταφεία, μουσεία, ακόμα και για περιπολία. Για παράδειγμα, στη Λειψία, ο δήμος συγκρότησε την «ομάδα μπλε» από άνεργους, η οποία καταγράφει ο,τιδήποτε «στραβό», όπως μια γερμένη πινακίδα, αλλά και ασυνήθιστο, όπως τρεις νεαρούς να πίνουν μπίρα για πολύ ώρα όρθιοι στη γωνία ενός δρόμου. Άνεργοι, εργαζόμενοι του ενός ευρώ 1 euro job και θεματοφύλακες του συστήματος!!!
Η πλήρης αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων άνοιξε και το δρόμο για τον επαναπατρισμό των επενδύσεων. Και γιατί όχι, άλλωστε; Αφού πλέον, μπορούν να εκμεταλλεύονται φτηνό εργατικό δυναμικό, υψηλής εξειδίκευσης -made in Germany-, όπως για παράδειγμα, ένα εργοστάσιο που παράγει ακριβά τραμπολίνο, με άνεργους που εργάζονται για 1 ευρώ/ώρα. Στην περίπτωση αυτή, μάλιστα, ο εργολάβος είναι η Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας. Αυτή έχει συστήσει άπειρες εργολαβικές εταιρείες, αλλά και ιδιόκτητες δικές της παραγωγικές μονάδες σε όλη τη Γερμανία. Χρησιμοποιεί κάθε είδους ευέλικτης εργασίας και απασχολεί συνολικά 950.000 εργαζόμενους, περισσότερους εργαζόμενους από ό,τι η Siemens και η VW παγκοσμίως. Η Εκκλησία έχει κι ένα προβάδισμα στην εκμετάλλευση των εργαζόμενων, εφόσον οι δραστηριότητές της δεν εμπίπτουν στο εργατικό δίκαιο. Εκτός, δηλαδή, των άλλων, οι εργαζόμενοι δεν έχουν δικαίωμα να απεργήσουν! Αυτή, ακριβώς, είναι η ανάπτυξη την οποία ευαγγελίζονται οι ντόπιοι θιασώτες και μάλιστα με τη βοήθεια του θεού, τον οποίο επικαλέστηκε ο Σαμαράς.
Να οι σκλάβοι του 21ου αιώνα. Δεν είναι πια στις γαλέρες των δουλεμπόρων, αλλά στα ωραία σαλόνια των «πρακτορείων εργασίας». Η διαχείριση με αυτό τον τρόπο της ανεργίας ενίσχυσε σημαντικά τη δευτερεύουσα αγορά εργασίας, που λειτουργεί ως μοχλός συμπίεσης του κόστους εργασίας και των εργασιακών δικαιωμάτων.



Ένα μοντέλο εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης που εξαπλώνεται στη Γερμανία τα τελευταία χρόνια είναι η εργασία μετά από κλήση τηλεφώνημα (Arbeit auf Abfuf). Πρόκειται για μια μορφή μερικής απασχόλησης με πλήρη ελαστικοποίηση της εργασίας. Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις, εμπορικά καταστήματα φτιάχνουν μια δεξαμενή «εργαζομένων», τους οποίους χρησιμοποιούν, κατά βούληση. Ο εργαζόμενος δεν ξέρει πότε και για πόση ώρα θα εργαστεί και δεν έχει κανένα εργασιακό και κοινωνικό δικαίωμα (υγεία, ασφάλιση). Οι μηνιαίες απολαβές κυμαίνονται συνήθως από 100 ως 300 ευρώ, Η πλειονότητα αυτών έχει μηνιαίες απολαβές περίπου 150 ευρώ,  τις οποίες συμπληρώνει το κράτος με κάποιο επίδομα ανεργίας. Άρα, είναι ένας εργαζόμενος-άνεργος.
Κάποιες επιχειρήσεις προτιμούν, αντί της τηλεφωνικής ειδοποίησης, να φτιάχνουν ένα καθημερινό πρόγραμμα απασχόλησης, το οποίο καλύπτουν με σειρά προσέλευσης, δηλαδή, όποιος προλάβει. Εκτός από τον κοινωνικό αυτοματισμό, προωθείται και ο κοινωνικός κανιβαλισμός.
Κι όπου το κεφάλαιο δεν μπορεί να εφαρμόσει τις παραπάνω μορφές εκμετάλλευσης, επιβάλλει την εργασία με το κομμάτι, τη λεγόμενη «κατ’ αποκοπήν εργασία» (Akkordarbeit). Παράλληλα, με τη βιομηχανία ή τη βιοτεχνία, εμφανίζεται και σε άλλους τομείς: ταχυδρόμοι, αποθηκάριοι σε εμπορικά καταστήματα που πληρώνονται με βάση τον αριθμό των φακέλων ή δεμάτων που μεταφέρουν και δε γνωρίζουν τις μηνιαίες τους απολαβές, οι οποίες, μάλιστα δεν εξαρτώνται από την εργατικότητά τους, αλλά από έξωθεν από αυτούς παράγοντες, όπως τον όγκο των δεμάτων ή την περιοχή διανομής!!
Οι πολιτικοί διαχειριστές του συστήματος, οι κυβερνήσεις, προωθώντας αυτές τις μεταρρυθμίσεις πέτυχαν πολλαπλούς στόχους: α) να μειωθούν οι κρατικές δαπάνες που αφορούσαν κοινωνικά αγαθά, όπως υγεία, ασφάλιση, παιδεία, πρόνοια, β) να προαχθεί η ατομική ευθύνη του εργαζόμενου στην αναζήτηση εργασίας, γ) να παρουσιάσουν στατιστικές με μειωμένη ανεργία, δ) να ελέγχουν απόλυτα τους άνεργους και να πετυχαίνουν μέγιστη απόδοση από αυτούς. Κατάφεραν, κυρίως, να ενισχύσουν την κερδοφορία του κεφαλαίου, βρίσκοντας αποδοτικότερους τρόπους εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και ελαχιστοποιώντας το ρίσκο. Από την άλλη, τα εκατομμύρια των άνεργων, απλήρωτων εργαζόμενων, σύγχρονων δούλων αποτελούν μια διαρκή απειλή του συστήματος. Γι΄ αυτό και το σύστημα αυταρχικοποιείται, καταστρατηγεί ακόμη και το αστικό σύνταγμα και ενισχύει την εφεδρεία του, το φασισμό.
Στην Ελλάδα, όλα αυτά δεν είναι καινούργια. Εργολαβικοί της καθαριότητας στα σχολεία ή στα νοσοκομεία, ωρομίσθιοι καθηγητές, εργαζόμενοι σε stage ή προγράμματα κατάρτισης, σχολικοί τροχονόμοι των 150 ευρώ/μήνα, εργάτριες φασόν στη βιοτεχνία και υπάλληλοι κοινωφελών υπηρεσιών, υπενοικιαζόμενοι από ΜΚΟ είναι μερικά παραδείγματα. Το επόμενο διάστημα, όμως, θα γίνει προσπάθεια να γενικευτούν, παράλληλα με τις απολύσεις στο δημόσιο και τις ιδιωτικοποιήσεις, αλλά και τις αλλαγές στην εκπαίδευση. Είναι προφανές ότι οι «απαραίτητες μεταρρυθμίσεις», που σαν καραμέλα πιπιλά καθημερινά η κυβέρνηση Σαμαρά, είναι ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση. Όπως επίσης, και ότι η περίφημη «ανάπτυξη» έχει ως ιμάντα διαλογής τα σώματα και τα μυαλά των σύγχρονων σκλάβων και τελικό αποδέκτη μόνο τις άπατες τσέπες των καπιταλιστών.



Βιβλιογραφία
  • Der Spiegel: Die Hartz Fabrikτεύχος 1-2011
  • Wirtschaftswoche: Ein Tauschgeschaeft zwischen Staat und KircheΑπρίλιος2011
  • sozialismus.de: Was tun gegen prekaere Beschaeftigung?, B. Mueller, 5.10.2012
  • nachrichtenspiegel.de: Staatliche Beschaeftigungsmassnahmen verrichten regulaere Arbeitsplaetze, 4.6.2010
  • gegen-hartz-de.: Hartz IV Lohnzuschuesse statt Ein-Euro-Jobs, 22.9.2012
  • das erste.de: Dauerbereitschaft: Arbeit auf Abruf, Bolz, Klofta, Kremer, 26.7.2012
  • gegen-harz-de.: Die Armutsindustrie profitiert von Hartz IV, Eva Mueller

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Καληνύχτα και καλή τύχη


Από όλα τα παράδοξα χαρακτηριστικά αυτής της κυβέρνησης το πιο παράδοξο είναι η μανία της να ισοπεδώνει, ιδέες, αξίες, δράσεις και μεγέθη που ορίζουν την κίνηση των κίνηση των πραγμάτων πάντοτε στην Ιστορία. Αυτή την ισοπέδωση έχει αναλάβει η ΝΔ η οποία έχει επιβάλει την απόλυτη και προκλητική ιδεολογική ηγεμονία της στην κυβερνητική ρητορική και πρακτική – πέραν της ακολουθουμένης πολιτικής.
Δεν εκπλήσσεται κανείς. Η έκπληξη έρχεται από τη σιωπή των υπόλοιπων. Λες και δεν μπορεί να παρασχεθεί κοινοβουλευτική στήριξη στην κυβέρνηση Σαμαρά χωρίς να εκχωρείται στο περιβάλλον του το δικαίωμα να αναβιώνει τις πιο φαιές νοοτροπίες του παρελθόντος της εγχώριας Δεξιάς. Τον Σαμαρά στηρίζουν το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, ή τον Αβέρωφ;
Ένα παράδειγμα αυτής της επικράτησης είναι η αντιμετώπιση των απεργιών. Δεν είναι μόνο οι δυο επιστρατεύσεις και οι ιαχές κάθε φορά που ένας δικαστής κηρύσσει «παράνομη και καταχρηστική» μια απεργιακή κινητοποίηση (παλιά μας τέχνης κόσκινο). Δεν είναι μόνο οι απίθανες μηχανορραφίες που χρησιμοποιούν για να μην προκηρυχτεί, ή να αποτύχει μια απεργία. Λες και υπάρχουν κοινωνίες σε ακινησία και λαοί στους οποίους μπορεί να επιβληθεί ησυχία νεκροταφείου.
Είναι πάνω από όλα το ύφος και η φρασεολογία που χρησιμοποιούν για να καταλήξουν στην ίδια επωδό: οι απεργίες είναι διαβολικό δημιούργημα της Αριστεράς, στρέφονται εναντίον της κοινωνίας και βλάπτουν τη χώρα. Οι απεργοί, οι εργαζόμενοι, οι νέοι, οι άνεργοι, οι αγρότες κλπ, είναι εχθροί του έθνους. Ενώ τα παλικάρια που κυβερνούν είναι οι προμαχώνες του. Αυτοί που έφεραν με τη διαχρονική συμπεριφορά των κομμάτων τους τη χώρα στον γκρεμό είναι οι καλοί. Και αυτοί που προσπαθούν απλώς να σώσουν ό,τι μπορούν από το εισόδημα τους – ή διαμαρτύρονται γιατί το έχασαν ήδη όλο – οι κακοί.
Αυτή η ρητορική που συνδέει μια απεργία με το… έθνος, αναδύει εμφυλιοπολεμική αντίληψη για τις κινητοποιήσεις. Ότι μπορεί κάποιοι αδικαιολόγητα, ή ακόμη και σε εμφανώς αποτυχημένες απεργίες να δημιουργούν προβλήματα που δεν δικαιολογούνται από το είδος και το μέγεθος της κινητοποίησης, βαρύνει αυτούς. Αλλά δεν μπορεί να ακυρώνει την έννοια της απεργίας.
Το παραμύθι ότι υπονομεύεται η εθνική υπόσταση προέρχεται από άλλες εποχές και έχει δράκους. Άλλωστε ο βαθμός ωριμότητας μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από την εναντίωση της στις απεργίες. Κρίνεται και από την συνειδητοποίηση όσων κρίνονται στις απεργίες.
Αυτά όμως οδηγούν σε ένα ερώτημα: η ρητορική και τα επιχειρήματα των εκπρόσωπων της κυβέρνησης είναι και επιχειρήματα και των άλλων κομμάτων που τη στηρίζουν; Η οπτική γωνιά του Κεδίκογλου είναι και η οπτική γωνιά του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ; Ως κόμματα εννοούμε. Γιατί εδώ που τα λέμε ο Βενιζέλος τον ξεπερνάει συχνά, ενώ αντίθετα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η ΔΗΜΑΡ φροντίζει να μην πολυεκτίθεται.
Σε κάθε περίπτωση γιατί δέχονται μια κυβερνητική φρασεολογία που δεν αρκείται να διατυπώνει τις κυβερνητικές θέσεις για τις τρέχουσες απεργίες –για μερικές από τις όποιες θα μπορούσε να διαφωνήσει πράγματι κάποιος- αλλά προσφεύγει σε ηθικές και ιδεολογικές αξιολογήσεις; Πώς είναι δυνατόν πχ το ΠΑΣΟΚ να οδηγείται σε συνέδριο και ταυτόχρονα να εκφράζεται από τους συμβολισμούς και την αποκρουστική ιδεολογική ατζέντα της Δεξιάς που προσπαθεί να διασύρει την αγωνιστική παράδοση της Δημοκρατικής παράταξης;
Αυτό το τροπάρι δεν σταματάει όμως στις απεργίες. Εκτείνεται και σε άλλα πεδία. Μόλις προχθές πρώην υπουργός, ίσως και μέλλων, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ σήμερα, πρόσωπο με συγκεκριμένο παρελθόν είπε ότι «Οι  ψευτοαξίες της γενιάς του Πολυτεχνείου ενταφιάστηκαν». Έτσι ακριβώς το είπε, παράγων με τον οποίο κάθονται μαζί στα φιλοκυβερνητικά όργανα. Και δεν σηκώθηκε ένας από το ΠΑΣΟΚ -ένας ρε γαμώτο- να του εξηγήσει ποιες ακριβώς αξίες έχουν ενταφιαστεί και ποιοι εμφορούνται από αυτές. Έτσι, για την τιμή των όπλων. Δεν απάντησε κανείς σε αυτή την πρόκληση που ανάμεσα στα άλλα, στρώνει ακόμη περισσότερο τον δρόμο στην ακροδεξιά. Τι χειρότερο θα έλεγε ο Μιχαλολιάκος;
Τι ήταν και τι δεν ήταν το Πολυτεχνείο είναι μια συζήτηση που γίνεται και θα γίνει και άλλες φορές στο μέλλον. Αλλά κανείς δεν τους εξήγησε ότι από αυτή τη συζήτηση αποκλείονται πρόσωπα σαν τον εν λογω πρώην υπουργό. Ουδείς του υπέδειξε να συζητήσει για τις αξίες της «εθνοσωτηρίου» που γνωρίζει καλά. Ουδείς αναρωτήθηκε πού ξέρει αυτός και κάποιοι σαν αυτόν, ποιοι ήταν και τι ήταν η γενιά του Πολυτεχνείου; Ούτε ένας από το ΠΑΣΟΚ, ή από τη ΔΗΜΑΡ δεν σηκώθηκε να τον βάλει στη θέση του. Έτσι, για να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση. Είναι και αυτό άραγε υποχρέωση που απορρέει από τη συγκυβέρνηση και το Μνημόνιο; Τότε «Καληνύχτα και καλή τύχη».


Γιώργος Λακόπουλος protagon

Η Σονάτα της Βίας


Ι.
Ζούμε σε μια εξαιρετικά βίαιη εποχή;
Φαίνεται εξαρχής εύκολο να απαντήσει κανείς καταφατικά σε αυτή την ερώτηση. Αρκεί να σκεφτεί τους νεκρούς κατά τη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης, τις εκατόμβες πτωμάτων στον εμφύλιο της Συρίας, την τεράστια αύξηση της ανεργίας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο που συνοδεύεται από αμέτρητα προσωπικά δράματα, την ένταση και απόλυτη συστηματικοποίηση της κρατικής καταστολής, την ανάδυση του φασισμού με μαζικούς δολοφόνους τύπου Μπρέιβικ, τους φονικούς πυροβολισμούς σε σχολεία των ΗΠΑ, τα συνεχώς αυξανόμενα ρατσιστικά εγκλήματα στην Ελλάδα, καθώς και την όξυνση και την, σε κάποιο βαθμό, ποιοτική αλλαγή της εγκληματικότητας – φαινόμενα που οφείλονται κυρίως στην καθολική οικονομική και κοινωνική κατάρρευση.. Η απάντηση, όμως, δεν είναι τόσο εύκολη όσο φαίνεται, ειδικά αν συγκρίνουμε τη σημερινή κατάσταση με αυτή που επικρατούσε σε ολόκληρο τον πλανήτη μέχρι και τον 20ο αιώνα: Παγκόσμιοι πόλεμοι, πυρηνικά όπλα, γενοκτονίες, κοινωνική βία, επιδημίες, εξαθλίωση κλπ. Η εποχή μας λοιπόν, είναι βίαιη με τον τρόπο που ανέκαθεν η βία ήταν παρούσα στην ανθρώπινη Ιστορία αλλά και με έναν καινούργιο, μετα-μοντέρνο θα μπορούσε να πει κανείς, τρόπο: η απειλή της βίας, ο φόβος της βίας, η βία του διαρκούς φόβου για την έλλειψη της «ασφάλειας» σε έναν κόσμο που, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν έπαψε να είναι ένα θέατρο ακροτήτων, μοιάζει να είναι ένα νέο ποιοτικό στοιχείο.
Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τη βία γενικά και αόριστα. Οφείλουμε, εξ αρχής, διαχωρίσουμε τη βία που στρέφεται κατά ανθρώπων από την βία (ή «βία») που στρέφεται κατά υλικών αγαθών. Δεν είναι σε καμία περίπτωση λογική (και οπωσδήποτε δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερη) η εξίσωση της ψυχολογικής βίας που δέχεται ένας άνεργος, ένας άστεγος, ένας βασανιζόμενος κρατούμενος κλπ. με την πέτρα που δέχεται η τζαμαρία ενός τραπεζικού καταστήματος ή με τις υλικές ζημιές που είναι αποτέλεσμα συγκρούσεων του Κράτους και των μηχανισμών του με την Κοινωνία (βλ. π.χ. τις εκτεταμένες συγκρούσεις του Δεκεμβρίου 2008, του Ιουνίου και Οκτωβρίου 2011, του Φεβρουαρίου και Νοεμβρίου 2012). Επίσης, δεν υπάρχει καμία λογική στην ταύτιση ενός φόνου, ενός βιασμού, ή των βασανιστηρίων με μία αναίμακτη ληστεία, μία κλοπή ή με μία βόμβα που προκαλεί υλικές φθορές. Υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να χτυπάς ή να σκοτώνεις ανθρώπους και στο να κλέβεις ή να καταστρέφεις υλικά αγαθά. Μόνο αυτοί, για τους οποίους δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ζωής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας έναντι της ατομικής ιδιοκτησίας, δεν μπορούν να κατανοήσουν την θεμελιώδη αυτή διάκριση..
Επιπλέον, θα πρέπει να διαχωρίσουμε τη συμπτωματική βία που μπορεί να προκύψει από εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, πορείες και συγκεντρώσεις από τη σκόπιμη βία, που αφορά τη βία κατά ανθρώπων. Σε περιόδους ακραίας σκόπιμης βίας εκ μέρους του Κράτους και των μηχανισμών του, σαν αυτές που ζούμε σήμερα, οι οικονομικοπολιτικές ελίτ, που εκφράζονται μέσα από τα ΜΜΕ, φροντίζουν να αναδεικνύουν τις μορφές βίας που προέρχονται από τα κάτω σαν αντικοινωνική βία που στρέφεται ενάντια του κάθε πολίτη, προτάσσοντας το δόγμα του «Νόμου, της Τάξης και της Ασφάλειας». Οι ίδιες οι κραυγές για νόμο και τάξη, όμως, έχοντας τη ρίζα τους στην επιθυμία για καταστολή (αν όχι για αφανισμό) των διαφωνούντων, αποτελούν αναμφίβολα μια μορφή βίας και μάλιστα σκληρής. Η πρόθεση, για παράδειγμα, του πρωθυπουργού Α.Σαμαρά όταν λέει «τρομοκρατήστε τους τρομοκράτες» ή του Άδωνι Γεωργιάδη όταν λέει πως «η βία των ΜΑΤ είναι η νόμιμη κρατική βία», είναι πολύ βιαιότερη της βίας που ισχυρίζεται ότι θέλει να καταπολεμήσει.
Ίσως, λοιπόν, δεν ζούμε στην πιο έντονα και φανερά βίαιη εποχή της ιστορίας, ζούμε όμως καιρούς στους οποίους θριαμβεύει η βία σαν διέξοδος, σαν μόνη απάντηση του εκάστοτε αυτοπροσδιοριζόμενου ως θύματος στη βία του κάθε θύτη.
II.
Ο μανδύας της μη-βίας
Η μη-βία αποτελεί κεντρική θέση των περισσότερων πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα, με εξαίρεση το ΚΚΕ που υποστηρίζει πως η άσκηση βίας θα είναι απαραίτητη «όταν ωριμάσουν οι συνθήκες» (αλλά, έχοντας απαρνηθεί κάθε επαναστατικό πρόταγμα, δεν πρόκειται να ωριμάσουν ποτέ με το δικό του σκεπτικό…) και το νεοναζιστικό, που τρέφεται αποκλειστικά και μόνο από τη ρατσιστική βία. Το πολιτικό σύστημα εξυμνεί δήθεν την Δημοκρατία της ελευθερίας του Λόγου, τη στιγμή που αδυνατεί να παράξει Λόγο, συμμετέχοντας σ’ ένα Κοινοβούλιο-τσίρκο του λαϊκισμού και του επικοινωνιακού θεάματος- το οποίο επιτελεί διακοσμητικό ρόλο στα πλαίσια ενός ολιγαρχικού πολιτεύματος. Από την άλλη, βασική αρμοδιότητα των βουλευτών είναι η νομοθέτηση, η σύνταξη δηλαδή υποχρεωτικών Κανόνων που, ως καταναγκαστικά εφαρμοστέοι, αποτελούν μια διαρκή υπόσχέση για άσκηση βίας εναντίον της κοινωνίας. Πόσοι άραγε θα τηρούσαν τους, θεσπισμένους από μία πολιτική ελίτ, νόμους αν η παράβαση τους δεν τιμωρούνταν; Η βία, λοιπόν, δεν αποτελεί απλά μια συμπτωματική έκφραση του Κράτους, αλλά το θεμέλιο λίθο της ύπαρξης του, και κάθε καταδίκη της βίας απ’ την πλευρά των εκφραστών του είναι αισχρά υποκριτική ή απλώς, εντελώς κυνική.
Βέβαια, η υποκρισία δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο του Κράτους. Το μανδύα της μη-βίας φορούν, σε διαφορετικό βαθμό, κι οι αυτοαποκαλούμενοι «φιλήσυχοι» και «νομοταγείς»΄πολίτες, αυτοί που βιαιοπράγησαν εναντίον της φύσης χτίζοντας πάνω σε καμμένη γη, αυτοί που απαίτησαν μικρές περιουσίες για να εγχειρήσουν αρρώστους, αυτοί που πάτησαν πάνω στον μόχθο κακοπληρωμένων και ανασφάλιστων εργατών ώστε να πλουτίσουν, αυτοί που τρομοκράτησαν μέσα από στήλες εφημερίδων, τηλεοπτικές συχνότητες και ιστοτόπους. Αυτοί που νομιμοποίησαν τους νεοναζί με την ψήφο τους, ζητώντας να «ξεβρωμίσει ο τόπος», αποφεύγοντας τον πόνο του καθρέφτη, αυτοί που συνεχίζουν να καταφεύγουν στη γκρίνια, και όχι στη σκέψη και τη δράση, αυτοί που αναπαράγουν την κυρίαρχη κουλτούρα της αποκτήνωσης. Αυτή η «ήσυχη» πλειοψηφία που παριστάνει ότι σοκάρεται για κάθε πράξη που εκφεύγει της δικής της δοτής νομιμοφροσύνης και κατεργάρικης εκνομίας, είναι που τελικά ανοίγει το δρόμο για τα πιο βίαια εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας.
ΙΙΙ.
Κράτος και εσωτερικός εχθρός
Όταν η κοινωνική κατάσταση είναι τέτοια που καθιστά πιθανή μία κοινωνική έκρηξη, το Κράτος εφαρμόζει τακτικές άμυνας (στην πραγματικότητα: ανηλεούς επίθεσης) απέναντι στις μικρές ή μεγάλες επιθέσεις (στην πραγματικότητα: πράξεις αντίστασης ή δικαιολογημένης, νόμιμης, άμυνας) που δέχεται από ένα μέρος της κοινωνίας, χρησιμοποιώντας ως υπερασπιστική του γραμμή τη βία της κοινής γνώμης των «φιλήσυχων». Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν ο πληθυσμός των αντιφρονούντων, εχθρός του Κράτους, δεν κρύβεται πίσω από ένα μη-βίαιο μανδύα, δεν προσαρμόζει τη δράση του στην κυρίαρχη κουλτούρα, δεν δρα ώστε να χειραγωγήσει, αλλά προκειμένου ν’ απελευθερώσει και ν’ απελευθερωθεί. Σε μία τέτοια κατάσταση, το Κράτος έχει μόνο μία απάντηση: την τρομοκρατία – αντίδραση πέρα για πέρα αναμενόμενη, η οποία δεν θα ‘πρεπε να εκπλήσσει κανέναν.
Όταν το Κράτος αμφισβητείται ευθέως από την κοινωνία (την αρχή αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητάς του διαδέχεται σε περιόδους μεγάλης κρίσης η αμφισβήτηση της ίδιας του της φύσης, της αναγκαιότητας της ύπαρξής του), προσπαθεί να δημιουργήσει εσωτερικούς ή εξωτερικούς εχθρούς, εχθρούς σκοτεινούς, μυστήριους, φονικούς, ύπουλους. Μπροστά σ’ αυτό τον εχθρό, που παρουσιάζεται σαν το Απόλυτο Κακό, όλα τ’ άλλα προβλήματα, που είναι πολύ πιο πραγματικά, περνάνε σε δεύτερη μοίρα. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το κυβερνητικό σχήμα, αποτελούμενο από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα που εξυπηρετεί τα κυρίαρχα στρώματα ψελίζοντας φιλολαϊκές ασυναρτησίες ανάμεικτες με ανοησίες για Έθνος, Πατρίδα, Παραδοσιακές Αξίες κλπ. , επιδιώκει να συσπειρώσει την κοινωνία γύρω του, αποσπώντας την συναίνεσή της, κατασκευάζοντας έναν κοινό εχθρό: τους αναρχικούς.
Έτσι, επιστρατεύει τις τηλεοπτικές μαριονέτες, όπως τον Δ.Βερύκιο που αναρωτιόταν «ποιά είναι η διαφορά μεταξύ αναρχικών και τρομοκρατών», ώστε να κατασκευάσουν μία κοινή γνώμη εχθρικά διακείμενη προς τους αντιεξουσιαστές . Επίσης, χρησιμοποιεί τον κατασταλτικό του βραχίονα, την αστυνομία, ώστε να εισβάλλει σε αυτοοργανωμένους χώρους, εφευρίσκοντας «εστίες ανομίας», και να βασανίσει κρατουμένους, καταφεύγοντας έπειτα σε κωμικοτραγικές δικαιολογίες. Τέλος, επιδιώκει την ηθική και νομική ταύτιση αναρχισμού και τρομοκρατίας, βαφτίζοντας τρομοκράτη οποιονδήποτε αυτοπροσδιοριζόμενο αναρχικό/αντιεξουσιαστή φέρεται να έπραξε κάποια πράξη που χαρακτηρίζεται εγκληματική από τον Ποινικό του Κώδικα.
Σε τι στοχεύει αυτή η τακτική της κυβέρνησης; Στην άνευ όρων συμπόρευση της κοινωνίας με το Κράτος, στα πλαίσια της εξαιρετικής και κομβικής (γι’ αυτήν) σημασίας καταπολέμησης του Κοινού Εχθρού. Στην εκχώρηση των πιο πλατιών εξουσιών, ώστε το Κράτος να οργανώσει πιο αποτελεσματικά την διατήρηση της Τάξης και της Ασφάλειας, που θα εξασφαλίσει την ομαλότερη εφαρμογή της αντικοινωνικής του πολιτικής. Με λίγα λόγια, η κατασκευή εσωτερικού εχθρού, με την εξαιρετικά χρήσιμη βοήθεια των νεοναζί της Χρυσής Αυγής βεβαίως, αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στην κινηματική εξουδετέρωση της κοινωνίας, μέσω της ποινικοποίησης, της σπίλωσης και κατασυκοφάντησης του πιο ενεργού κομματιού της. Σε τέτοιες περιόδους, οι υπουργοί βάζουν στο συρτάρι τις στομφώδεις διακηρύξεις περί δημοκρατίας, και ανασύρουν απροκάλυπτα απ’ το χρονοντούλαπο τις τακτικές βασανισμού των προκατόχων τους συνταγματαρχών.
Η στρατηγική του αυταρχισμού και της κρατικής βίας φαίνεται να έχει, μέχρι στιγμής, τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, συσπειρώνοντας όλο και περισσότερους πολίτες στον ευρύτερα αντιεξουσιαστικό χώρο (ή μετατρέποντάς τους σιγά σιγά σε συμπαθούντες), όμως τίποτε δεν τελειώνει για το Κράτος μέχρι την οριστική του κατάργηση. Τα εργαλεία που χρησιμοποίησε μέχρι στιγμής είναι α) η αστυνομία, β) τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι και γ) οι νεοναζί, με τους μπάτσους και τους δημοσιογράφους, ν’ αποτελούν πλέον δύο από τις πιο μισητές κατηγορίες εργαζομένων στην ελληνική κοινωνία, ενώ το τρίτο εργαλείο, η Χρυσή Αυγή, έχει χαθεί ανάμεσα στην υποστήριξη του κατασταλτικού έργου της κυβέρνησης και της αστυνομίας, την ταύτιση του λόγου της με αυτόν των μεγαλοδημοσιογράφων και την «αντισυστημικότητα» που πρέπει να επιδείξουν στην εκλογική τους πελατεία. Βέβαια, σημαντικό ρόλο στην αποτυχία της κρατικής στρατηγικής της έντασης έχει παίξει και η γενικότερη βία που δέχονται οι πολίτες καθημερινά, που δεν μπορεί να μετριαστεί μέσω του τηλεοπτικού θεάματος, καθώς και η ωριμότητα που επέδειξε ο αντιεξουσιαστικός χώρος, στρεφόμενος προς την κοινωνία, της οποίας αποτελεί μέρος, και αναλαμβάνοντας ολοένα και περισσότερες πρωτοβουλίες και ευθύνες της κοινωνικής αντίστασης, αλλά και της προετοιμασίας μιας επαναστατικής διαδικασίας.
ΙV.
Πασιφισμός ή Κοινωνική Βία;
Ο ιδεατός τρόπος επίλυσης των προβλημάτων είναι για εμάς, όπως και για οποιοδήποτε λογικό άνθρωπο, ο διάλογος μεταξύ ίσων, η ανταλλαγή επιχειρημάτων και η συμφωνία που βασίζεται σε αμοιβαία κατανόηση. Βασικός μας στόχος είναι η μη βία, η μη επιβολή βιαίως της βούλησης του ενός στους υπολοίπους και η διευθέτηση οποιουδήποτε ζητήματος μέσω της εναρμόνισης των διαφορετικών συμφερόντων. Ένας ισότιμος διάλογος όμως, προϋποθέτει μη ιεραρχικές σχέσεις μεταξύ των πολιτών, διαφορετικά πάντα θα υπάρχει κάποιος/α που θα συμμετέχει στο διάλογο από θέση ισχύος, επιβάλλοντας τη γνώμη και τη θέληση του/της, αν, όταν και στο βαθμό που θα χρειαστεί με την άσκηση βίας. Μπορούμε να επιτύχουμε τους σκοπούς μας, δίχως να χρησιμοποιήσουμε βία; Κι από την άλλη, μπορούμε να δημιουργήσουμε μια αυτόνομη, μη-βίαιη κοινωνία αποκλειστικά με τη χρήση βίας; Η απάντηση είναι απλή. Δεν επιλέγουμε ούτε τον πασιφισμό, ούτε τον φετιχισμό της βίας.
Οι πασιφιστές αντιτάσσονται στη χρήση βίας, σε οποιαδήποτε συγκυρία. Ένας από τους ισχυρισμούς τους είναι πως τα μέσα πρέπει να συνάδουν με το σκοπό, κάτι που εύλογα εγείρει τρία ερωτήματα που συνδέονται μεταξύ τους. Τελικά, ενδιαφέρονται περισσότερο για τη διαδικασία ή για την επίτευξη των επαναστατικών στόχων (αν δεχτούμε ότι έχουν στόχο την κοινωνική επανάσταση) ; Κι αν πράγματι ενδιαφέρονται για την επίτευξη των στόχων, πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι στην πράξη η τακτική της μη-βίας όταν εφαρμόζεται απέναντι σ’ ένα αμείλικτα βίαιο Κράτος; Κι ακόμη, υπάρχουν συγκεκριμένα μόνο μέσα, που συνάδουν με συγκεκριμένους μόνο σκοπούς, λειτουργώντας σαν ερέθισμα-αντίδραση; Άλλο επιχείρημα τους κατά της βίας είναι πως «ασκώντας βία, γίνεσαι όμοιος με αυτό που πολεμάς». Βασικό συστατικό του επιχειρήματος αυτού είναι ο ισχυρισμός πως η βία είναι μία, δεν έχει διαφορετικές μορφές κι εκδηλώσεις. Έτσι, για τον πασιφιστή, η γυναίκα που αντιστέκεται στο βιασμό της, λογικά θα πρέπει κι αυτή να κατηγορηθεί για σωματικές βλάβες ή ο μετανάστης που αντιστέκεται στη δολοφονία του είναι κι αυτός ρατσιστής, αφού χτυπά αμυνόμενος και χωρίς αισθήματα αγάπης… τον αλλοεθνή και αλλόφυλο επιτιθέμενο. Το αγαπημένο τους σλόγκαν είναι να «γίνεις εσύ η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο». Μπορείς, λοιπόν, ν’ αφοσιωθείς στην αλλαγή του εαυτού σου, χωρίς τύψεις για την εξαθλίωση γύρω σου, χωρίς έγνοιες για την καταστροφή του δάσους της Χαλκιδικής, χωρίς στενοχώριες για τα υποσιτισμένα παιδιά, αρκεί εσύ να γίνεις καλύτερος/η. Αυτισμός δηλαδή, με επαναστατιζέ άλλοθι, γαρνιρισμένος με χριστιανική υποταγή και στο βάθος, εκ των πραγμάτων συμμαχία με τον – κατά δήλωση και μόνο – αντίπαλο.
Με την Κοινωνική Βία ίσως κάποιοι ονειρεύονται κρεμασμένους πολιτικούς στην δημοσιά, αφεντικά στημένα για λιθοβολισμό και σουβλιστούς μπάτσους σε λαϊκό γλέντι. Κάθε φαντασίωση είναι σεβαστή και, στο κάτω-κάτω της γραφής φαντασίωση είναι, δεν ελέγχεται και σωστά, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να λειτουργήσει και ψυχοθεραπευτικά. Όμως μιλώντας για Κοινωνική Βία, στην πραγματικότητα δεν αναφερόμαστε παρά μόνο στην διαδικασία δυνάμει της οποίας η συνειδητοποιημένα εξεγερθείσα κοινωνία θα υπερασπίσει τυχόν αυτόνομες πρακτικές που επινόησε αρχικά για την επιβίωσή της και, στη συνέχεια, για την διαρκή βελτίωση της δημόσιας αλλά και ατομικής ζωής, ή στην διαδικασία της επανάκτησης βασικών δικαιωμάτων και αγαθών που χάθηκαν από την επιθετική και πολυδιάστατη (οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική, και σκέτη) βία της κυβέρνησης, καθώς και στην κατάργηση κάθε θεσμού που από τη φύση του θεσμίστηκε ακριβώς προκειμένου να δημιουργηθεί και να παγιωθεί η ανατραπείσα κατάσταση.
Με την έννοια αυτή, η υπεράσπιση π.χ. μιας απεργίας που βάσει Νόμων ή δικαστικών αποφάσεων κηρύσσεται παράνομη, καταχρηστική και, συνεπώς, απαγορευμένη, η υπεράσπιση ενός δικτύου ανταλλακτικής οικονομίας που θα δεχτεί την επίθεση των φοροεισπρακτικών κ.α. μηχανισμών του Κράτους, η υπεράσπιση των αυτοδιαχειριζόμενων χώρων και κάθε είδους αυτοδιαχειριζόμενων εγχειρημάτων που προτάσσουν την ισότητα και την ελευθερία, η υπεράσπιση μιας διαμαρτυρίας που αποφασίστηκε από ένα σύνολο ανθρώπων, εν ολίγοις η υπεράσπιση των δικαιωμάτων όσων έπεσαν θύματα της προαναφερόμενης επιθετικής βίας του κράτους, δεν είναι παρά Κοινωνική Βία. Θα μπορούσε να ονομαστεί και Κοινωνική αντι-βία, ή κοινωνική άμυνα ή αλλιώς. Αρκεί να λειτουργεί με γνώμονα την ισότητα και την ελευθερία για όλους και να προσπαθεί ανά πάσα στιγμή να εκλέγχει αν το χρησιμοποιούμενο μέσο, ο τρόπος, η μέθοδος, βρίσκεται σε αναλογία με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Τελικά, η Κοινωνική Βία, θα μπορούσε να αποκαλείται απλώς, κοινωνική συνείδηση. Σύμφωνα με την κοινωνική συνείδηση που επιθυμούμε, θα μας αρκούσε ο πρωθυπουργός, οι υπουργοί, οι κραταιοί επιχειρηματίες και τα τσοπανόσκυλά τους, να ζουν σε πλήρη ελευθερία ανάμεσά μας, έχοντας ό,τι και όλοι οι υπόλοιποι. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Είμαστε άλλωστε σίγουροι ότι τόσο χαρισματικοί άνθρωποι όπως αυτοί που κατάφεραν να νέμονται όλο τον πλούτο και την εξουσία, καθώς και οι ένστολοι και μη σωματοφύλακές τους θα καταφέρουν μια χαρά να ζήσουν με το τίποτα, να σκεφτούν, να συνεργαστούν, να δημιουργήσουν και να γελάσουν μαζί μας, χωρίς να φαντασιώνονται μεγαλεία ή το πώς θα βασανίσουν με όπλα και γκλομπς του υπόλοιπους επιβάλλοντας τα συμφέροντά τους ή σε αναζήτηση ικανοποίησης των διαστροφών τους…
Όταν το καταφέρουν αυτό θα δουν ότι δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα μαζί τους. Έως τότε, απλώς δεν θα παριστάνουμε τους ηλίθιους.
Συνδιαμόρφωση κειμένου από: Ian DeltaEfor
http://eagainst.com

Ραούλ Βάνεγκεμ – Το κράτος δεν είναι τίποτε, ας γίνουμε τα πάντα


Δεν είναι τυχαίο που η Ελλάδα, όπου γεννήθηκε η ιδέα της δημοκρατίας, δίνει πρώτη το σύνθημα της μάχης ενάντια σε μια διεφθαρμένη δημοκρατία, όπου αυξάνονται παντού οι πιέσεις από τις πολυεθνικές και τις χρηματοπιστωτικές μαφίες. Σ’αυτή τη χώρα είδαμε να εκδηλώνεται μια αντίσταση που έρχεται σε έντονη αντίθεση με τον λήθαργο του ευρωπαϊκού προλεταριάτου, που κείται πλέον αναίσθητο υπό την επίρροια δεκαετιών καταναλωτισμού και ψευδοχειραφέτησης.
Επιτρέψτε μου να θυμίσω ορισμένες βασικές κοινοτοπίες.
Ο καταναλωτισμός έχει εκλαϊκεύσει και εξαπλώσει παντού τη δημοκρατία του σουπερμάρκετ, όπου ο πολίτης διαθέτει τη μεγαλύτερη ελευθερία επιλογής υπό τον όρο να καταβάλλει το αντίτιμο κατά την έξοδο από το κατάστημα. Οι παλιές ιδεολογίες έχουν χάσει το ουσιαστικό τους περιεχόμενο κι έχουν καταντήσει διαφημιστικά χαρτοφυλάκια που εξυπηρετούν τους εκλεγμένους πολιτικούς να πολλαπλασιάσουν την πελατεία και την εξουσία τους. Η πολιτική, είτε αριστερή θέλει να λέγεται είτε δεξιά, δεν είναι παρά ένα σύστημα πελατειακό, όπου οι εκλεγμένοι προάγουν τα προσωπικά τους συμφέροντα κι όχι αυτά των πολιτών που υποτίθεται πως εκπροσωπούν. Για μια ακόμα φορά, η Ελλάδα είναι στην ευχάριστη θέση να αποκαθιστά την αρχική σημασία της λέξης πολιτική, που είναι η τέχνη του να κυβερνάς την πόλη.
Η δεύτερη κοινοτοπία είναι ότι τα κράτη έχουν απολέσει το προνόμιο, που περηφανεύονταν ότι κατέχουν, να διαχειρίζονται τα δημόσια αγαθά. Το παραδοσιακό κράτος πάντοτε βέβαια ξάφριζε τους πολίτες για να γεμίζει το παγκάρι του επιβάλλοντας φόρους και δασμούς, από την άλλη όμως, διασφάλιζε και τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η παιδεία, η υγεία, τα ταχυδρομεία, οι συγκοινωνίες, τα επιδόματα ανεργίας, οι συντάξεις…Τα κράτη σήμερα είναι πλέον σκέτοι υπηρέτες των τραπεζών και των πολυεθνικών. Ωστόσο, αυτές αντιμετωπίζουν τώρα την πανωλεθρία του «τρελού χρήματος» το οποίο, αφού επενδύεται στην κερδοσκοπία του χρηματιστηρίου και όχι σε παραγωγικές βιομηχανίες βασικών ειδών ή σε εταιρείες κοινής ωφελείας, γίνεται φούσκα που σκάει – αυτό είναι το χρηματιστηριακό κραχ. Είμαστε έρμαια των διαχειριστών της χρεωκοπίας, που βιάζονται να στραγγίξουν και την τελευταία σταγόνα γρήγορου κέρδους με την υπερεκμετάλλευση των πολιτών, των πολιτών που καλούνται να γεμίσουν, με αντάλλαγμα μια ζωή ολοένα και πιο επισφαλή, τον απύθμενο λάκκο του ελλείμματος που έσκαψαν οι τραπεζικές αγυρτείες.
Το κράτος όχι μόνο δεν είναι πια σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, αυτές που προκύπτουν από τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου, αλλά επιπλέον ψαλιδίζει τους προϋπολογισμούς των δημοσίων υπηρεσιών, κάνει κομμάτια ό,τι μπορούσε να εγγυάται τουλάχιστον την επιβίωση – αφού δεν κατάφερνε να επιτρέπει στον καθένα να ζει μια πραγματική ζωή. Κι όλ’ αυτά στο όνομα μιας τεράστιας απάτης που λέγεται δημόσιο χρέος.
Η μοναδική αρμοδιότητα που έχει απομείνει στο κράτος είναι η αστυνομική καταστολή. Η μοναδική δικλείδα ασφαλείας του κράτους είναι να σπέρνει το φόβο και την απελπισία. Τα χειρίζεται πολύ αποτελεσματικά, επενδύοντας τα μ’ ένα είδος αποκαλυψιακής αχλής. Σκορπά τη φήμη ότι το αύριο θα είναι χειρότερο από το σήμερα. Το συνετό είναι επομένως να καταναλώνεις, να ξοδεύεις ό,τι προλάβεις πριν την πτώχευση, να βγάζεις στο σφυρί ό,τι μπορεί να αποφέρει κέρδος, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θυσιάζεις την ύπαρξή σου και τον πλανήτη ολόκληρο μόνο και μόνο για να διαιωνίζεται η γενικευμένη αυτή απάτη.
Φιλοσοφία των επιχειρήσεων είναι ο μηδενισμός. Εκεί όπου το παν είναι το χρήμα, όλες οι αξίες, εκτός από την εμπορευματική, εξαφανίζονται εντελώς. Είδαμε πώς ο καταναλωτισμός υπονόμευσε τις δήθεν αιώνιες αλήθειες του παρελθόντος: την αυθεντία του πατέρα και την πατριαρχική εξουσία, τις θρησκείες, τις ιδεολογίες, το κύρος του στρατού και της αστυνομίας, το σεβασμό προς τ’ αφεντικά, την ιερότητα της θυσίας, την αρετή της σκληρής δουλειάς, την περιφρόνηση προς τη γυναίκα, το παιδί, τη φύση…Την ίδια στιγμή όμως ο καταναλωτισμός έχει αποκοιμίσει τη συνείδηση, τη συνείδηση που σήμερα μας υποχρεώνει να εγερθούμε με οδηγό τις ανθρώπινες αξίες, εκείνες που τόσες φορές βρέθηκαν στην καρδιά των ξεσηκωμών, των εξεγέρσεων, των επαναστάσεων.
Γνωρίζουμε ότι πάει να συγκροτηθεί μια νέα συμμαχία μ’ όλ’ αυτά που η φύση που προσφέρει δωρεάν, μια συμμαχία που θα δώσει ένα τέλος στη στυγνή εκμετάλλευση της γης και του ανθρώπου. Σε μας αναλογεί να αρπάξουμε, με την έξαρση και το δυναμισμό του καπιταλισμού που εξορμά εις άγραν νέων κερδών, τις ελεύθερες και δωρεάν μορφές ενέργειας, που εκείνος ετοιμάζεται να μας πουλήσει πολύ ακριβά. Γιατί η εποχή μας, που δεν μαστίζεται από κρίση οικονομική, αλλά από κρίση της οικονομίας της εκμετάλλευσης, προσφέρει ταυτόχρονα και μια ευκαιρία στον άνθρωπο να γίνει ανθρώπινος. Και γίνομαι ανθρώπινος σημαίνει αρνούμαι να είμαι σκλάβος της εργασίας ή της εξουσίας και την ίδια στιγμή επιβεβαιώνω το δικαίωμά μου να διαμορφώνω τη μοίρα μου και να δημιουργώ καταστάσεις που ευνοούν την ευτυχία όλων.
Πολλά ερωτήματα τίθενται με μιαν αίσθηση επείγοντος, αίσθηση που κινδυνεύει να ενταθεί υπερβολικά με την ορμή των γεγονότων. Θα φροντίσω να μην δώσω απαντήσεις, αφού έξω από το πλαίσιό τους, έξω δηλαδή από τις πρακτικές συνθήκες και τις συλλογικότητες όπου τίθενται τα ερωτήματα, κινδυνεύουν να πέσουν στο κενό της αφαίρεσης – και η αφαίρεση, ως σκέψη αποκομμένη από τη ζωή, πάντοτε νεκρανασταίνει τα παλιά τέρατα της εξουσίας. Θα αρκεστώ λοιπόν να δώσω ορισμένες διευκρινήσεις.
1. Eίμαστε άραγε διατεθειμένοι να προσφέρουμε τις δυνάμεις μας για να ανακουφίσουμε τη χρεωκοπία ενός κράτους που όχι μόνο δεν υπηρετεί πια τους πολίτες αλλά ως βρυκόλακας τους ρουφά το αίμα για να ταΐσει τα πλοκάμια του παγκόσμιου τραπεζικού κήτους;
Η δύναμη της αδράνειας λειτουργεί εναντίον μας. Οι οικογενειακές, κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές παραδόσεις εξακολουθούν να αναπαράγουν από γενιά σε γενιά την εθελοδουλία που κατήγγειλε ο Étienne de la Boétie. Από την άλλη, μπορούμε και να επωφεληθούμε από το σοκ που θα προκαλέσει η κατάρρευση του συστήματος και η αποσύνθεση του κράτους, να αξιοποιήσουμε τον πειρασμό να κοιτάξουμε πέρα από τα σύνορα της εμπορευματικής μιζέριας. Αναμενόμενο είναι να αντιστραφούν οι προοπτικές μας. Πέρα από τις ενδεχόμενες λεηλασίες σουπερμάρκετ, που ενέχουν και τον κίνδυνο να επιταχύνουν την εξάπλωση της φτώχειας, πολλοί καταναλωτές που απειλούνται με αποκλεισμό από την κατανάλωση, δεν θ’ αργήσουν να συνειδητοποιήσουν ότι ζωή δεν σημαίνει απλά επιβίωση, ότι η συσσώρευση προϊόντων νοθευμένων και άχρηστων δεν αξίζει τίποτε μπρος στην ευχαρίστηση μιας ύπαρξης όπου η ανακάλυψη των μορφών ενέργειας και των αγαθών που γεννά η φύση εναρμονίζεται με τις εκκλήσεις των επιθυμιών μας. Ότι η ζωή είναι εδώ και τώρα, ότι βρίσκεται στα χέρια της μεγάλης πλειοψηφίας και το μόνο που ζητά είναι να οικοδομηθεί και να εξαπλωθεί.
Ας πάψουμε να αυτο-οικτιρόμαστε για τις αποτυχίες της χειραφέτησης που στιγματίζουν την ιστορία μας, όχι όμως για να εορτάσουμε τις όποιες επιτυχίες σημειώσαμε: Όλη τούτη η συζήτηση για νίκες και ήττες, αποτυχίες κι επιτυχίες αναδίδει τη δυσωδία του εμπορευματικού ανταγωνισμού, της τακτικής και της στρατηγικής, της αρπακτικότητας. Το ζήτημα είναι να προωθήσουμε εγχειρήματα που να διαπνέονται από ευτυχία και τόλμη και που να απαιτούν από μας να εφαρμόζουμε στην πράξη σχέδια αυτοδιαχείρισης και συνελεύσεις αμεσοδημοκρατικές.
Οι ζαπατιστικές κοινότητες της Τσιάπας ίσως να είναι οι μοναδικές που εφαρμόζουν σήμερα την άμεση δημοκρατία. Η κοινοκτημοσύνη της γης αποκλείει εκ των προτέρων τις συγκρούσεις για την ιδιοκτησία. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να μετέχει στις γενικές συνελεύσεις, να παίρνει το λόγο και να λέει τη γνώμη του, ακόμη και τα παιδιά. Ουσιαστικά δεν υπάρχουν αξιωματούχοι εκλεγμένοι με ψηφοφορία. Στα άτομα της κοινότητας που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για κάποιον συγκεκριμένο τομέα, όπως η παιδεία, η υγεία, η μηχανική, ο καφές, η οργάνωση γιορτών, οι μορφές βιοκαλλιέργειας, οι εξωτερικές σχέσεις κ.ο.κ., η συνέλευση αναθέτει την αντίστοιχη αρμοδιότητα. Οι αρμόδιοι αυτοί εντάσσονται κατόπιν σε ένα «συμβούλιο καλής διακυβέρνησης» και για όσο διαρκεί η αποστολή τους, κάνουν τακτικά απολογισμό των δραστηριοτήτων τους στην κοινότητα. Οι γυναίκες, επιφυλακτικές στην αρχή, εξαιτίας των πατριαρχικών συνηθειών των Μάγιας, κατέχουν σήμερα εξέχουσα θέση στα «συμβούλια καλής διακυβέρνησης». Για να συνοψίσουμε τη βούληση των ζαπατίστας να δημιουργήσουν μια κοινωνία πιο ανθρώπινη, ιδού ένα σύνθημά τους, που μας θυμίζει πως πρέπει να είμαστε συνεχώς σε επιφυλακή: Δεν είμαστε παράδειγμα, είμαστε πείραμα.
2. Το χρήμα δεν οδεύει μόνον προς την υποτίμησή του, οδεύει προς την εξαφάνισή του. Κατά τη διάρκεια της ισπανικής επανάστασης, οι κοινότητες της Ανδαλουσίας, της Αραγονίας και της Καταλωνίας εφάρμοζαν ένα σύστημα διανομής που ακύρωνε την ανάγκη να καταφύγεις στο χρήμα. Σήμερα έγκειται σ’ εμάς να εξετάσουμε πώς θα ξεριζώσουμε, μέσα από σχέσεις ανθρώπινες, βασισμένες περισσότερο στη χαριστικότητα παρά στην ανταλλαγή, την εκμεταλλευτική συνθήκη στην οποία οι συναλλαγές μεταξύ αντικειμένων επικαθορίζουν τις συναλλαγές μεταξύ ανθρώπων.
Υπήρξαμε σκλάβοι μιας οικονομικής επιχείρησης που εγκαινίασε τον εμπορευματικό πολιτισμό, επιδεινώνοντας τις ατομικές και κοινωνικές συμπεριφορές, διατηρώντας μια μόνιμη σύγχυση μεταξύ άνεσης και αποφυσικοποίησης, προόδου και οπισθοδρόμησης, ανθρώπινης επιθυμίας και βαρβαρότητας.
Σίγουρα, οι χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί, απτοί ή άυλοι, συγκεκριμένοι ή εικονικοί, εξακολουθούν να συγκροτούν ένα σύστημα συνεκτικό. Όσο παράλογη κι αν είναι αυτή η συνοχή, διατηρεί την ικανότητα να κυριαρχεί στους θεσμούς και τις συμπεριφορές μας. Από την άλλη, μπορούμε να αναλογιστούμε τι μπορεί να συμβεί όταν η χρηματοπιστωτική κρίση αφαιρέσει από το χρήμα την αξία και τη χρησιμότητά του;
Ας μην έχουμε καμιά αμφιβολία ότι όσοι αρνούνται να παραχωρήσουν στο χρήμα το δικαίωμα να δεσπόζει τυραννικά στην καθημερινότητά τους, θα χαιρετίσουν την εξαφάνιση του χρήματος ως απελευθέρωση. Ωστόσο, ο φετιχισμός του χρήματος είναι τόσο βαθιά αγκυροβολημένος στα ήθη μας, που πολλοί απ’ όσους βρίσκονται υπό τον χιλιετή του ζυγό, θα βυθιστούν σε μια κατάσταση ψυχικής αναστάτωσης και κοινωνικής διαστροφής, μια κατάσταση όπου κυριαρχεί ο νόμος της ζούγκλας, ξεσπά ο πόλεμος όλων εναντίον όλων και σηκώνει κεφάλι η τυφλή βία που ψάχνει για εξιλαστήρια θύματα.
Ας μην αγνοήσουμε τα πλοκάμια του κήτους που κουλουριάστηκαν στα τελευταία τους αναχώματα. Η κατάρρευση του χρήματος δεν συνεπάγεται απαραίτητα και τέλος του φθονερού ανταγωνισμού, της εξουσίας, της ιδιοποίησης πραγμάτων και ζωντανών οργανισμών. Η όξυνση του χάους, που είναι τόσο επικερδής για τις κρατικές οργανώσεις και τις μαφίες, μεταδίδει έναν ιό αυτοκαταστροφής. Με τον ιό αυτόν, εθνικιστικές εξεγέρσεις, γενοκτονίες, θρησκευτικές συγκρούσεις, ανακάμψεις της φασιστικής πανούκλας, μπολσεβίκικες ή τρομοκρατικές, θα δηλητηριάσουν τα μυαλά μας, αν η ευαίσθητη και συνετή διάνοια του ζωντανού στοιχείου δεν επαναφέρει στο επίκεντρο των αναζητήσεών μας την ευτυχία και τη χαρά της ζωής.
Πόσο γοητευτική ήταν ανέκαθεν η ολική απόρριψη, εκείνη που, μετά τις πρώτες επιφυλάξεις που συναντά, διανοίγει ένα μυστικό πέρασμα και περιμένει να κερδίσει όλα τα στρώματα του πληθυσμού για να εγγυηθεί κατόπιν την ατιμωρησία και τη νομιμοποίηση της βαρβαρότητας που έχει πια γενικευθεί. Η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία έδειξε πώς ο αφηρημένος ανθρωπισμός μπορεί να μεταλλαχθεί στην χειρότερη αγριότητα.
Από την άλλη, η απανθρωπιά του παρελθόντος δεν πρέπει να επισκιάσει τη μνήμη του πιο ριζοσπαστικού στοιχείου που ενείχαν τα μεγάλα κινήματα κοινωνικής χειραφέτησης: της επιθυμίας να απελευθερώσουν τον αλλοτριωμένο άνθρωπο και να γεννήσουν εντός του την αληθινή ανθρωπότητα που σε κάθε γενιά, αναπόφευκτα και αναπόδραστα, θα επανεμφανίζεται.
Η κοινωνία που έρχεται δεν έχει άλλη επιλογή. Πρέπει να ξαναπιάσει και να αναπτύξει τα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης, από την Κομμούνα του Παρισιού μέχρι τις ελευθεριακές κοινότητες της επαναστατικής Ισπανίας, τα οποία θεμελίωσαν στην αυτονομία του ατόμου την αναζήτηση μιας αρμονίας, όπου η ευτυχία όλων θα είναι αλληλένδετη και αλληλέγγυα με την ευτυχία του καθένα και της καθεμιάς.
3. Η χρεωκοπία του κράτους θα αναγκάσει τις τοπικές κοινότητες να ιδρύσουν διοικητικούς μηχανισμούς κοινής ωφελείας προσαρμοσμένους στα ζωτικά συμφέροντα των ατόμων. Μην έχουμε όμως την αυταπάτη ότι η απελευθέρωση εδαφών της εμπορευματικής αυτοκρατορίας και η δημιουργία ελεύθερων ζωνών, όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα θα καταργούν τα δικαιώματα του εμπορίου και του κέρδους, θα επιτευχθούν δίχως κλυδωνισμούς και συγκρούσεις. Πώς λοιπόν θα υπερασπιστούμε τους θύλακες της χαριστικότητας που θέλουμε να σπείρουμε σ’ έναν κόσμο οριοθετημένο και ελεγχόμενο από ένα παγκόσμιο σύστημα λαίμαργο και αρπακτικό;
Στο πλαίσιο της πραγμάτευσης αυτής, μου φαίνεται εξαιρετικά σημαντικό το παραπάνω ερώτημα. Μου το έθεσε ένας φίλος Πέρσης. Αντιμέτωπος με την κατασταλτική βία της ισλαμιστικής δικτατορίας στο Ιράν, απηχεί τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνική αντιπολίτευση, όταν συνειδητοποιεί την αριθμητική της δύναμη, αλλά ταυτόχρονα και την τραγική της αδυναμία μπρος στις ωμές επεμβάσεις του στρατού, της αστυνομίας και των «φρουρών της επανάστασης», δηλαδή παραστρατιωτικών ομάδων αποτελούμενων από κακοποιούς με θρησκευτική εξουσία η οποία νομιμοποιεί τις βιαιοπραγίες τους. Οι σκέψεις που ακολουθούν γράφτηκαν κατόπιν δικού του αιτήματος.
Ούτε στρατιώτης ούτε μάρτυρας
«Όποιος μπορεί τα περισσότερα, μπορεί και τα λιγότερα»: Να ένα ρητό κατάλληλο για όποια περίσταση μας καλεί να καταφύγουμε στη βία ή τη μη-βία, παντού όπου η καταστολή, κρατική, κομματική, ταξική, μαφιόζικη, θρησκευτική, ιδεολογική, εμποδίζει την ελευθερία και την έκφραση των ατόμων. Αν καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα εκεί που υπάρχει η αγριότερη, η πιο αμείλικτη καταστολή, θα μπορέσουμε κατ’ αναλογίαν να εξαγάγουμε κάποια συμπεράσματα σχετικά με τις χώρες όπου ο δημοκρατικός φορμαλισμός περιορίζει κάπως τις ακρότητες της όλης βαρβαρότητας. Είναι σαφές ότι υπάρχουν έντονες διαφορές στις συνθήκες της καταπίεσης ανάμεσα π.χ. στο Ιράν, τη Σαουδική Αραβία, την Αλγερία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Ρωσία, την Κίνα, τις ΗΠΑ, την Κολομβία…
Μου φαίνεται πως μπορούμε άνετα να προσεγγίσουμε το ερώτημα παραμένοντας στο παράδειγμα του Ιράν, της Βόρειας Κορέας ή της Βιρμανίας και να προσαρμόσουμε τις προτάσεις μας για αντίσταση και σε άλλες χώρες, λιγότερο συνηθισμένες στη χρήση της βαναυσότητας.
Μέχρι σήμερα είχαμε δύο εναλλακτικές: Είτε η αποφασιστικότητά μας να βάλουμε τέλος στην κατασταλτική βία εισέβαλλε στο πεδίο του εχθρού για να αντιπαραθέσει στον εχθρό βία ίδια με τη δική του, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, από εμάς προς αυτόν· είτε η αντίθεση στην τυραννία κατέφευγε στην παθητική αντίσταση, στο ύφος του ειρηνισμού που είχε εφαρμόσει με αδιαμφισβήτητη επιτυχία ο Γκάντι.
Μπορεί βέβαια ο ειρηνισμός του Γκάντι να θριάμβευσε επί της αγγλικής κατοχής, αυτό όμως συνέβη επειδή είχε απέναντί του έναν αντίπαλο ο οποίος, όσο άσπλαχνος κι αν ήταν, σάστισε και οι αντιδράσεις του παρέλυσαν. Κι αυτό γιατί ο εχθρός εκείνος, η αγγλική κατοχή, διαπνεόταν από έναν φιλανθρωπικό φορμαλισμό, από τα υπολείμματα δηλαδή ενός ήθους, μιας πολεμικής δεοντολογίας, που τον έκαναν να διστάζει να σφάξει έναν πληθυσμό εχθρικό μεν, αλλά άοπλο.
Παρά την υποκρισία του, κάπου τον φαγούριζε ένα είδος στρατιωτικού fair play και τον εμπόδιζε να ξεδιπλώσει μια και καλή την τακτική της κατάπνιξης του εξεγερσιακού κινήματος από τη γένεσή του. Γνωρίζουμε ότι η διπλωματική ευφυΐα του λόρδου Μαουντμπάτεν επηρέασε και τη νίκη κάποιων λαϊκών διεκδικήσεων. Από την άλλη, όταν ο ειρηνισμός του Γκάντι πήγε να αντιπαρατεθεί με μια εξουσία πολύ λιγότερο επιρρεπή σε ηθικούς προβληματισμούς, όπως ήταν το απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής, αποδείχτηκε άχρηστος. Παρομοίως, η χούντα της Βιρμανίας δεν δίστασε να ανοίξει πυρ εναντίον του πλήθους των αντιφρονούντων που διαδήλωνε ειρηνικά. Σε μια παρόμοια λογική υπάγεται και η καταστολή στο Ιράν.
Τι απάντηση προτείνει το αντάρτικο; Κάθε φορά που κουβαλά μαζί του την απάντηση, είναι για κακό. Ο θρίαμβος των όπλων οδηγεί πάντοτε σε πικρή ήττα των ανθρώπων.
Το βασικό λάθος της ένοπλης πάλης είναι ότι δίνει προτεραιότητα σε έναν στόχο στρατιωτικό έναντι της δημιουργίας μιας ζωής καλύτερης για όλους. Αν πρέπει να διεισδύσεις στο πεδίο του εχθρού για να επιτύχεις τον στόχο σου, τότε έχεις ήδη προδώσει τη βούληση για ζωή υπέρ της βούλησης για δύναμη. Οι Κομμουνάροι είχαν τα κανόνια, όταν όμως αδιαφόρησαν για τα χρήματα στην τράπεζα της Γαλλίας και για το πώς θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν, βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση μπρος στα στρατεύματα των Βερσαλλιών. Γνωρίζουμε με ποιον τρόπο, στο όνομα της επανάστασης, ο στρατιωτικοποιημένος μπολσεβικισμός εξόντωσε τα πρώτα σοβιέτ, τους ναύτες της Κρονστάνδης, τους μαχνοβίτες και αργότερα τις ελευθεριακές κοινότητες στην Ισπανία. Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο δήθεν κομμουνιστικό κόμμα, το ίδιο σταλινικό πνεύμα, αποστράγγιξε τον Μάη του ’68 από την ουσία του: Χωρίς εκεί να τέθηκε ζήτημα αντάρτικου, βλέπουμε ότι η ίδια έμμονη ιδέα της εξουσίας διαστρέβλωσε την ορμή της εξέγερσης.
Χρειάζεται μήπως να θυμίσουμε πως όπου θριάμβευσε το αντάρτικο, στην Κίνα του Μάο, στο Βιετνάμ, την Καμπότζη ή την Κούβα, η ένοπλη ιδεολογία έγινε ιδεολογικός στρατός που κατάργησε την ελευθερία για την οποία ισχυριζόταν ότι πολεμούσε; Το αποκρουστικό σύνθημα «η εξουσία βρίσκεται στην κάνη του όπλου» στην αρχή φέρνει στο μυαλό όσους αντιμάχονται κάθε μορφή αυταρχικής εξουσίας. Μετρά ωστόσο λιγότερα θύματα μεταξύ των αντεπαναστατών απ’ όσα μεταξύ των επαναστατών, των εχθρών της τυραννίας.
Από την άλλη βέβαια δεν θέλουμε άλλα Φρανκενχάουζεν. Εκεί, το 1535, οι εξεγερμένοι Γερμανοί αγρότες αρνήθηκαν να αντισταθούν και αφέθηκαν να σφαχτούν από τον στρατό των πριγκίπων, επειδή, υπολογίζοντας στη βοήθεια του Θεού, ξέχασαν ότι, όπως έλεγε κι ο Μπυσύ-Ραμπουτέν, «ο Θεός είναι πάντοτε στο πλευρό των μεγάλων στρατευμάτων».
Θέλετε πιο πρόσφατο παράδειγμα; Στις 22 Δεκεμβρίου 1997, 45 άνθρωποι, κυρίως γυναίκες και παιδιά, δολοφονήθηκαν από παραστρατιωτικούς, στο Actéal, ένα μεξικανικό χωριό, μέσα σε μια εκκλησία την ώρα που προσεύχονταν. Επρόκειτο για ανθρώπους του κινήματος των Abejas, μιας ομάδας χριστιανών ειρηνιστών οι οποίοι, παρότι βρίσκονται κοντά στους ζαπατίστας, ενστερνίζονται την απόλυτη μη-βία. Αιτία της φρικωδίας αυτής ήταν η εγκατάσταση των Αμπέχας σε εδάφη που εποφθαλμιούσαν άλλοι ινδιάνοι, μέλη του διεφθαρμένου Θεσμικού Επαναστατικού Κόμματος (PRI).
Πέρα από την αποστροφή που προκαλεί τούτη η βαναυσότητα, μπορεί κανείς να εξοργιστεί με τους βασανιστές χωρίς να θεωρήσει συνυπεύθυνη και τη χριστιανική τάση του μαρτυρίου και της αυταπάρνησης, που επιδρά στον δειλό ως διεγερτικό και προικίζει τον ακόμη πιο δειλό με την αμείλικτη σκληρότητα του Ματαμόρ; [Στμ:θρασύδειλο στρατιώτη-ήρωα της commedia dell’ arte]. Ο πιο δειλός απ’ όλους γνωρίζει ότι δεν ρισκάρει τίποτε όσο τα θύματά του αρνούνται να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και σφίγγει τη θηλιά στο λαιμό τους.
Οφείλουμε να είμαστε πιο προσεκτικοί με τα στοιχεία εκείνα στη συμπεριφορά μας που προκαλούν τον εχθρό να μας επιτεθεί, γιατί, χωρίς πάντοτε να το συνειδητοποιούμε, είναι σαν να του ανοίγουμε την πόρτα.
Πώς επιτυγχάνουν το στόχο τους οι αντίπαλοί μας; Συχνά ενσταλάζουν στο μυαλό μας μια παράλογη πίστη στην παντοδυναμία τους. Ενεργοποιούν το αντανακλαστικό του φόβου ότι ο παλιός κόσμος είναι αήττητος, την ώρα που ο κόσμος αυτός καταρρέει ολοσχερώς. Η καταστροφική επίρροια του δόγματος αυτού δεν εκδηλώνεται μόνο με την παραίτηση και τη μοιρολατρία των μαζών. Το ίδιο δόγμα εμψυχώνει και την απέλπιδα τόλμη που σε οδηγεί να ορμήξεις στην επίθεση με την αίσθηση ότι θα πεθάνεις σε μια μάχη ανώφελη μεν, αλλά τουλάχιστον ένδοξη.
Κι όμως, είναι άραγε τόσο εκλεπτυσμένο το κατασταλτικό τους οπλοστάσιο, ώστε να είναι ικανό για παρεμβάσεις αστραπιαίες; Η πανταχού παρούσα τεχνολογία επιτήρησης δεν εμπόδισε την καταστροφή των πύργων της Νέας Υόρκης και μάλιστα με μέσα στοιχειώδη και ερασιτεχνικά. Έτσι είχε γελοιοποιηθεί και η αήττητη γραμμή Μαζινό από το γερμανικό στράτευμα, που απλά αγνοούσε την ύπαρξή της!
Αν τα μέσα της επιτήρησης των αντιπάλων παρουσιάζουν τέτοια κενά στον αγώνα τους ενάντια στις καταστροφικές δυνάμεις που τους απειλούν διαρκώς, με τι φόντα θα πολεμήσουν αποτελεσματικά μια δράση που δεν έχει στόχο να τα εξοντώσει, αλλά σχεδιάζει να δημιουργήσει μια κοινωνία ριζικά διαφορετική, μια κοινωνία που να αχρηστεύει και να χλευάζει τα σκιάχτρα των καλάσνικοφ ή των πυρηνικών.
Επιστρέφω στο ερώτημα: Πώς θα γίνει να αρνηθούμε και να μείνουμε ανυπεράσπιστοι μπρος στα όπλα της καταστολής, αλλά και να αντιτάξουμε στην κυρίαρχη εξουσία των όπλων τα ίδια όπλα που αυτή στρέφει εναντίον μας;
Η συζήτηση είναι ανοιχτή. Δεν έχω καμία έτοιμη απάντηση. Θα ήθελα απλώς να κάνω ορισμένα διευκρινιστικά σχόλια.
Η καλύτερη δικλείδα ασφαλείας είναι να μην εισερχόμαστε στο στρατόπεδο του εχθρού, εκεί δηλαδή όπου μας περιμένει και εύχεται να μας συναντήσει. Γνωρίζει καλά ως και τις πιο απόκρυφες γωνιές της επικράτειάς του, που οριοθετείται από το εμπόρευμα και τις συνήθεις συμπεριφορές που έχει εγκαθιδρύσει ο ίδιος (αρπακτικότητα, ανταγωνισμός, αυταρχικότητα, φόβος, ευπιστία, φετιχισμός του χρήματος, λαιμαργία, πελατειακές σχέσεις). Από την άλλη, αγνοεί τα πάντα για τη ζωή και τους αναρίθμητους δημιουργικούς της πόρους.
Ένα προληπτικό μέτρο, για τη δική μας προστασία, είναι να εξαφανίσουμε από τις συνελεύσεις μας κάθε μορφή και κάθε παρόρμηση της εξουσίας και της αυταρχικής οργάνωσης. Η ατομική αυτονομία είναι προϋπόθεση της αυτοδιαχείρισης. Αυτήν προσπαθεί να εφαρμόσει και το κίνημα VOCAL στην Οαχάκα, με τη συνέλευση βάσης που λαμβάνει απευθείας τις αποφάσεις για τα ζητήματά της και απορρίπτει κάθε παρέμβαση κομμάτων, συνδικάτων, πολιτικών σχημάτων, ή πελατειακών δημαγωγών.
Η συνοχή οφείλει να στηρίζεται σε ένα σχέδιο ατομικής και κοινωνικής ζωής. Το μέλλον ανήκει στις τοπικές κοινότητες που είναι ικανές να σκέφτονται παγκόσμια. Θέλω να πω: στις κοινότητες που με την εξάπλωση της ριζοσπαστικότητάς τους επιδιώκουν να χτίσουν τα θεμέλια μιας Διεθνούς του ανθρώπινου είδους. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποφύγουμε την παγίδα του τοπικιστικού κοινοτισμού, που είναι προϊόν του κρατικού ιακωβινισμού.
Αξίζει να διερευνηθεί η ιδέα των επιτροπών γειτονιάς που εφαρμόστηκε στην Οαχάκα. Το Μεξικό μακράν απέχει από το να είναι Ιράν, ωστόσο δεν προσφέρει και τις συνθήκες που έχουμε στην Ευρώπη. Στην Οαχάκα οι παραστρατιωτικοί δολοφονούν με την ευλογία ενός αυταρχικού κυβερνήτη. Εκείνος έχει ανάγκη από συνομιλητές στους οποίους θα διακρίνει τα σπέρματα της διαφθοράς που ενυπάρχουν σε κάθε εξουσία, όποια κι αν είναι. Έχει ανάγκη από κόμματα, συνδικάτα, φράξιες. Τα εντοπίζει εύκολα. Μαζί τους νιώθει πως βρίσκεται σε οικείο έδαφος και μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να τα εξοντώσει ή να συνεργαστεί μαζί τους.
Αντίθετα, οι επιτροπές γειτονιάς έχουν μοναδικό τους στόχο να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του τοπικού πληθυσμού, προσεγγίζοντας τα προβλήματα ανθρώπων, ζώων και πραγμάτων στη ρίζα τους, έτσι ώστε οι πρωτοβουλίες που λαμβάνονται για ορισμένους, να είναι ευπρόσδεκτες και από τη μεγάλη πλειοψηφία (το ξαναλέμε: η αρχή της τοπικότητας είναι αδιαχώριστη από την αρχή της παγκοσμιότητας). Οι επιτροπές γειτονιάς δεν εκπροσωπούν μιαν ένοπλη απειλή, δεν είναι κίνδυνος αναγνωρίσιμος από την εξουσία. Αποτελούν ένα πεδίο όπου φροντίζει κανείς για τις προμήθειες τροφής, νερού, ενέργειας, ένα πεδίο δηλαδή που η εξουσία δύσκολα ταυτοποιεί και αντιλαμβάνεται.
Έχει αρχίσει να αναπτύσσεται μια μορφή αλληλεγγύης σε ζητήματα φαινομενικά ευτελή και ανώδυνα, που μεταμορφώνει τις νοοτροπίες και τις διανοίγει προς τη συνείδηση και την επινοητικότητα. Επίσης, η ισότητα του άντρα και της γυναίκας, το δικαίωμα στην ευτυχία, η βελτίωση της καθημερινής ζωής και του περιβάλλοντος απεκδύονται τον αφηρημένο τους χαρακτήρα και αλλάζουν τις συμπεριφορές και τις συνήθειές μας.
Δίνοντας προτεραιότητα στα ερωτήματα που θέτει η καθημερινή ζωή καθιστούμε σιγά-σιγά ανενεργά και απαρχαιωμένα τα παραδοσιακά προβλήματα που μονότονα σφυροκοπούν οι ιδεολογίες, οι θρησκείες της γερασμένης αυτής πολιτικής, που είναι η πολιτική του παλιού κόσμου. Έτσι επιστρέφουμε και στην αρχική σημασία της λέξης πολιτική, που είναι η τέχνη του να κυβερνάς την πόλη, να βελτιώνεις δηλαδή κοινωνικά και ψυχολογικά τον τόπο όπου ένας πληθυσμός φιλοδοξεί να ζήσει σύμφωνα με τις επιθυμίες του.
Δεν έχουμε παρά να κερδίσουμε αν επιτεθούμε στο σύστημα και όχι στους ανθρώπους που είναι μεν υπεύθυνοι γι’ αυτό, αλλά είναι ταυτόχρονα και σκλάβοι του. Αν προσδεθούμε στο άρμα της συναισθηματικής πανούκλας, της εκδίκησης, της παρακμής, τότε θα συμμετέχουμε στο χάος και την τυφλή βία που έχουν ανάγκη το κράτος και οι κατασταλτικοί του μηχανισμοί για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Δεν υποτιμώ την ανακούφιση που φέρνει σ’ ένα οργισμένο πλήθος η πυρπόληση μιας τράπεζας ή η λεηλασία ενός σουπερμάρκετ. Γνωρίζουμε όμως ότι η υπέρβαση αυτή εν τέλει αποτίει φόρο τιμής στο απαγορευμένο, είναι βαλβίδα εκτόνωσης της καταστολής, δεν καταστρέφει την καταστολή, την αποκαθιστά. Η καταστολή έχει ανάγκη από ανταρσίες τυφλές, χωρίς όραμα.
Τελικά δεν βλέπω να υπάρχει καταλληλότερο μέσο για την καταστροφή του εμπορευματικού συστήματος από τη διάδοση της έννοιας και των πρακτικών της χαριστικότητας (επί τόπου, κάτι τέτοιο ασκούν δειλά-δειλά όσοι μπλοκάρουν τα παρκόμετρα, προς μεγάλη απογοήτευση των εταιρειών που επιδιώκουν να κλέβουν το χώρο και τον χρόνο μας).
Τόσο λίγη φαντασία έχουμε, τόσο λίγη δημιουργικότητα, που να μην μπορούμε να απαλείψουμε τους περιορισμούς των διαφόρων λόμπι, κρατικών και ιδιωτικών; Ποια μέσα θα βρουν να επιστρατεύσουν εναντίον ενός συλλογικού κινήματος που θα διεκδικεί δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες, θα αρνείται να πληρώνει φόρους και δασμούς σ’ ένα κράτος-απατεώνα και αντίθετα θα επενδύει, για το καλό όλων, στον εξοπλισμό μιας περιοχής για την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας, θα αποκαθιστά την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας, παιδείας, διατροφής και την ποιότητα του περιβάλλοντος;
Αποκαθιστώντας μια πραγματική πολιτική συσπείρωσης της κοινότητας θα θέσουμε τα θεμέλια της αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας. Στις απεργίες στα τρένα, τα λεωφορεία, τα μετρό, αντί να εμποδίζουμε τη μετακίνηση των πολιτών στα μέσα συγκοινωνίας, γιατί να μην τα κινούμε, αλλά χωρίς εισιτήριο; Η ωφέλεια είναι τετραπλή: Πλήττονται τα έσοδα των εταιρειών, μειώνονται τα κέρδη των πετρελαϊκών λόμπι, χτυπιέται ο γραφειοκρατικός έλεγχος των συνδικάτων και κυρίως, αναζωπυρώνεται το αίσθημα της συμμετοχής και γεννιέται η μαζική στήριξη όλων όσων χρησιμοποιούν τις συγκοινωνίες!
Είμαστε βυθισμένοι σε προβλήματα πλαστά που αποκρύπτουν τα πραγματικά προβλήματα. Οι διάφορες αντιλήψεις, πάντοτε χειραγωγημένες, τελικά χειραγωγούν αυτό που θα έπρεπε να είναι το μοναδικό μας κίνητρο: η αβεβαιότητα και το ρίσκο των καθημερινών επιθυμιών, δηλαδή οι εμπειρίες που θα θέλαμε να βιώσουμε, τα μέσα για να απαλλαγούμε από ό,τι μας αλυσοδένει…Ποιο το νόημα όλων αυτών των συζητήσεων για την κρίση από την οποία πρέπει να εξέλθουμε, όσο δεν εξερχόμαστε απ’ αυτήν, όσο μένουμε με την απελπισία της υποχρεωτικής εργασίας, την ανία της κατανάλωσης, την απάρνηση κάθε πάθους για να αποκτήσουμε περισσότερα χάνοντας όμως τη χαρά της ζωής – χάριν ενός κέρδους που, επιπλέον, είναι καταδικασμένο να καταρρεύσει;
Μαζί με τις πόζες της χειραφέτησης (φιλελευθερισμός, σοσιαλισμός, κομμουνισμός), ο καταναλωτισμός και οι πελατειακές σχέσεις των λεγόμενων δημοκρατικών καθεστώτων έχουν αμβλύνει την ταξική συνείδηση, η οποία είχε αρπάξει από τον καπιταλισμό κάμποσες κοινωνικές δεξιότητες και τις έκανε δικές του. Οι αφηρημένες ιδέες μας πέταξαν στη λάσπη και το αίμα. Έπεσε από πάνω και η δήθεν «κοινή υπόθεση του λαού», το «καλό του τόπου» και μας αποτελείωσε.
Ο μόνος ριζοσπαστισμός σήμερα είναι η επιστροφή στα βασικά. Η επιστροφή στα βασικά εξουδετερώνει τους πλαστούς προβληματισμούς που τροφοδοτούν το συναισθηματικό χάος εις βάρος της συνείδησης. Παρεμπιπτόντως, το παράδειγμα του «καυγά για το ισλαμικό βέλο» αποκαλύπτει ανάγλυφα τη θεαματική λειτουργία που ιδιοποιείται, αφομοιώνει και πλαστογραφεί το δικαίωμά μας στην αυθεντική ζωή. Η όλη διαμάχη, είτε δικαιώνει είτε αναθεματίζει το βέλο, είτε είναι πουριτανική είτε ελαστική, είτε μιλά για καταπίεση είτε για ελευθερία, είτε για άρση είτε για απαγόρευση, τελικά κάνει κύκλους και αποκρύπτει μια πραγματικότητα που από κάποιους ανθρώπους βιώνεται καθημερινά: τις συνθήκες που υφίστανται οι γυναίκες. Το θέαμα, ως μέρος του όλου σχεδίου άρτος και θεάματα, προσφέρει ατέρμονες συζητήσεις για το πάπλωμα: υπογραφές για την εθελούσια υποταγή, προβοκάτσιες, φολκλορική διαδήλωση, κοινοτική συνοχή, δικαίωμα θρησκευτικής επιλογής, αντίδραση στην περιφρόνηση της γυναίκας από τη διαφήμιση, ερωτική υπόσχεση στα κρυμμένα κάλλη των γυναικών, συνδυασμός φιλαρέσκειας και σεμνότητας, έκφραση ιερότητας, κατάλληλο μέσο άμυνας ενάντια στη σεξουαλική παρενόχληση των ανδρών – που νομιμοποιούνται από την πατριαρχική παράδοση να ανακουφίζονται με την υγρή πλαδαρότητα της στέρησης στο βλέμμα…
Ο πραγματικός αγώνας δεν βρίσκεται εκεί, είναι στα βασικά, είναι στη χειραφέτηση που ενώνει τον άντρα και τη γυναίκα, είναι στην απόρριψη του απαρτχάιντ, του αποκλεισμού, της μισογυνικής και της ομοφοβικής συμπεριφοράς. Φτάνει πια με τους ψευδεπίγραφους διαλόγους, φτάνει με τις ιδεολογίες! Στο Τίποτε δεν είναι ιερό, όλα μπορούν να ειπωθούνδιατύπωσα την εξής αρχή: Ανοχή σε όλες τις ιδέες, καμιά ανοχή σε βάρβαρες ενέργειες. Το μοναδικό μας κριτήριο είναι η ανθρώπινη πρόοδος, η γενναιοδωρία, ο εμπλουτισμός της καθημερινότητας. Οι πράξεις μας δικαιώνονται από το ίδιο το δικαίωμα στη ζωή.
Η εξουσία στοχεύει κι επιδρά στα συναισθήματα. Ο παράλογος φόβος που σκορπά είναι πηγή της τυφλής βίας από την οποία κατεξοχήν επωφελείται. Το πλεονέκτημα των τοπικών συλλογικοτήτων, που ανυπομονούν να καθορίσουν οι ίδιες τη μοίρα τους, που δίνουν προτεραιότητα στη δημιουργία μιας ζωής αυθεντικά ανθρώπινης, είναι ότι η πρακτική τους ξεπερνά το βάρβαρο αίσθημα της ακατέργαστης σκληρότητας και αφυπνίζει την ποιητική συνείδηση.
Όπως είναι άχρηστο το μποϋκοτάζ των νοθευμένων προϊόντων που μας σερβίρουν οι πετροχημικές και αγροβιομηχανικές μαφίες, αν δεν υπάρχει ταυτόχρονα πρόσβαση σε ποιοτική διατροφή, έτσι και η επιθυμία να τελειώνουμε με τον καταναλωτισμό που υποκαθιστά το είναι με το έχειν, δεν γεννιέται από κάποιο ηθικό δόγμα, αλλά από τη γοητεία που ασκεί η ιδέα της ελεύθερης ζωής.
Αν το να καταφεύγουμε στα όπλα του εχθρού είναι το προοίμιο μιας προκαθορισμένης ήττας, η αντίστροφη πορεία οδηγεί ξεκάθαρα κάπου αλλού: Όσο εξαπλώνεται η αίσθηση ότι η ζωή και η ανθρώπινη αλληλεγγύη είναι η μαγιά μιας ύπαρξης που σέβεται το όνομά της, τόσο η δειλία και η διχόνοια θα κάμπτουν την αποφασιστικότητα και τον φανατισμό που κινητοποιούν τους μισθοφόρους του κόμματος της διαφθοράς και του θανάτου.
Υπάρχουν μαρτυρίες ότι ένας αυξανόμενος αριθμός δολοφόνων με πατέντα, είτε πρόκειται για «φρουρούς της επανάστασης» στο Ιράν, κακοποιούς που στρατολογεί η Χαμάς, ισραηλινούς στρατιώτες που προπόνησαν τη σκληρότητά τους στη λωρίδα της Γάζας, για δολοφόνους στο βόρειο ή το νότιο Σουδάν, για σουδανούς που λεηλατούν χωριά … ότι όλος αυτός ο συρφετός έχει αρχίσει να διαβρώνεται από την αβεβαιότητα. Για μένα, τέτοιες μαρτυρίες δεν εξυπηρετούν κάποια ρητορική τακτική, δεν υπάγονται σε κάποιο στρατιωτικό σκεπτικό που μου επιτρέπει να συμπεράνω, αφελώς βέβαια, ότι ο εχθρός τάχα σκάβει το λάκκο του. Εδραιώνουν ωστόσο μια πιθανότητα: Όπως η χρηματοπιστωτική κρίση πάει να καταστρέψει το χρήμα, έτσι και η αυτοκτονική αποφασιστικότητα στην οποία ποντάρουν οι γραφειοκράτες του οργανωμένου εγκλήματος, οι μαφίες της κερδοσκοπικής βαρβαρότητας για να στρατολογούν τους πολεμιστές τους, απειλείται με υποτίμηση – ακόμη περισσότερο τώρα, που οι παλιές θρησκευτικές ή ιδεολογικές προφάσεις χάνουν την αξιοπιστία τους και οι φανατικοί αρχίζουν και αμφισβητούν την παντοδυναμία του Θεού-δολοφόνου.
Με αυτήν τη έννοια λοιπόν, προσβλέπω σε μιαν αντίσταση ικανή να γονιμοποιήσει τα εδάφη που ρήμαξε και ξέρανε η οικονομία της εκμετάλλευσης και οι γραφειοκρατικές της μαφίες. Ο δημιουργικός μας πλούτος κατέχει το μυστικό να προετοιμάσει και να διαχειριστεί, στο πλαίσιο της κοινωνικής και της ατομικής ζωής, τους χώρους και τους χρόνους που επιτέλους θα απελευθερωθούν από την εμπορευματική κυριαρχία. Μόνον η ποίηση μπορεί να ξεφύγει από το διαπεραστικό βλέμμα της εξουσίας. Μόνον το πάθος της ζωής μπορεί να αποκρούσει τον θάνατο.
Δύο υποσημειώσεις για την αυτοάμυνα
1. O EZLN αποτελείται από μερικές χιλιάδες πολεμιστές στο τροπικό δάσος της Λακαντόνα. Στις γενικές συνελεύσεις, οι γυναίκες πρότειναν –και εισακούστηκαν- ο EZLN να μην διεξάγει επιθετικές επιχειρήσεις, αλλά να κρατά μια στάση αμυντική. Όταν, ωστόσο, τα ζαπατιστικά χωριά απειλήθηκαν από παραστρατιωτικές ομάδες, ο EZLN δεν ενεπλάκη, έμεινε απλώς σε επιφυλακή. Τα «συμβούλια καλής διακυβέρησης» σχημάτισαν μια ανθρώπινη ασπίδα, μαζί με εκατοντάδες μέλη και συμπαθούντες, που είχαν έρθει από παντού. Οι δημοσιογράφοι και οι καμεραμέν της τηλεόρασης κάλυψαν το γεγονός, αξιοποιώντας το θέαμα, ώστε όλος ο κόσμος να είναι ενήμερος για το τι θα επακολουθούσε σε περίπτωση επίθεσης. Αυτό ήταν αρκετό για να αναχαιτίσει τους επιτιθέμενους.
2. Σύμφωνα με ένα ινδικό παραμύθι, οι χωρικοί πάνε στο σοφό να παραπονεθούν για ένα τεράστιο φίδι που τους ορμάει και τους δαγκώνει θανάσιμα. Ο συριγμός που αναγγέλλει τον ερχομό του αρκεί για να σκορπίσει τον τρόμο στο χωριό. Ο σοφός πάει και βρίσκει το φίδι και καταφέρνει να το πείσει ν’ αφήσει ήσυχους τους χωρικούς. Αμέσως κάποιοι σπεύδουν να κοροϊδέψουν το φίδι που έπαψε ξαφνικά να σφυρίζει κι έγινε ειρηνικό, χλευάζουν την αδυναμία του και δεν χορταίνουν να το προκαλούν. Απηυδησμένο από την περιφρόνηση που του δείχνουν, το φίδι σέρνεται ως το σοφό και του εξομολογείται την ταραχή του: Πώς να φερθεί τώρα; Ο σοφός σκέφτεται λίγο και του απαντά: «Εγώ σου ζήτησα να σταματήσεις να σκοτώνεις, όχι να σταματήσεις να σφυρίζεις».
ΜΗΝΥΜΑ ΣΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Σύντροφοι, δεν έπαψα ποτέ να ελπίζω στην επανάσταση της αυτοδιεύθυνσης και την επανάσταση της καθημερινής ζωής. Πόσω μάλλον σήμερα.
Έχω την πεποίθηση ότι, πάνω και πέρα από τα οδοφράγματα της αντίστασης και της αυτοάμυνας, οι ζωντανές δυνάμεις ολόκληρου του κόσμού ξυπνούν από έναν ύπνο βαθύ. Η ορμή τους, δυναμική και ειρηνική, θα σαρώσει κάθε εμπόδιο που ορθώνεται ενάντια στην απέραντη επιθυμία για ζωή, επιθυμία που τρέφει αναρίθμητους ανθρώπους που γεννιούνται και ξαναγεννιούνται με κάθε καινούργια μέρα. Ο κόσμος που έχουμε να χτίσουμε θα ξεριζώσει τον κόσμο που καταστρέφει τον εαυτό του.
Μέχρι σήμερα δεν ήμαστε παρά υβρίδια, μισός άνθρωπος – μισό θηρίο. Οι κοινωνίες μας υπήρξαν ως τώρα τεράστιες αποθήκες, όπου ο άνθρωπος, υποβιβασμένος σε εμπόρευμα, εξίσου φθηνός και ευτελής, μπορούσε να πουληθεί και να αλλαχθεί με κάποιο άλλο. Ας εγκαινιάσουμε μια εποχή όπου ο άνθρωπος θα ξαναβρεί την αποστολή του ως στοχαστή και δημιουργού και θα ξαναγίνει αυτό που είναι και θα είναι πάντα: ένα ολοκληρωμένο ανθρώπινο ον.
Δεν διεκδικώ το αδύνατο. Δεν απαιτώ τίποτα. Δεν με απασχολεί η ελπίδα ή η απελπισία. Θέλω μόνο να δω χειροπιαστή, στα χέρια τα δικά μας και στα χέρια ολόκληρου του κόσμου, μια Διεθνή του ανθρώπινου είδους, που θα θάψει στο παρελθόν τον ετοιμοθάνατο πολιτισμό του εμπορεύματος και το κόμμα του θανάτου που συσπάται και σκιρτά λίγο πριν ξεψυχήσει.
Raoul Vaneigem- 17 Ioυλίου 2010