ΑΚΟΝΙΣΤΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ, ΝΑ ΣΦΑΞΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Εάν δεν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τα μάτια σας για να βλέπετε, τότε θα τα χρειαστείτε για να κλάψετε


Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Η τεχνολογία ως Σεχραζάτ της επιστήμης



Από τον Νώντα Κούκα

Πράγματι, η σύγχρονη φυσική έχει περιέλθει σε τρομερό αδιέξοδο. Μοιάζει στην κυριολεξία να απολαμβάνει αρειμανίως το ολοκληρωτικό ιδεολογικό – ιδεοληπτικό παραμύθι που της αφηγείται η (δική της) Σεχραζάτ∙ η κατώτατη θεραπαινίδα της, η τεχνολογία, η οποία όμως έχει αναρριχηθεί στα ύπατα αξιώματα της Αυλής. Το παραμύθι που διηγείται η Σεχραζάτ (τεχνολογία) στην Κυρία της (την Επιστήμη) ολοένα γίνεται και πιο ψεύτικο και συγχρόνως όλο και πιο γοητευτικό, όλο και πιο σαγηνευτικό. Σύμμαχός της είναι  ο Μάγιστρος της Αυλής – ο θετικισμός των μαθηματικών.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά τους. Πρώτα την άποψη που θέλει την τεχνολογία να προσφέρει αναμφίβολα στην επιστημονική γνώση. Αν υποθέσουμε πως η επιστήμη υπάρχει για να τακτοποιεί τους τρόπους με τους οποίους εκδηλώνονται οι φαινομενικότητες της βαθιάς δομής του σύμπαντος, τότε πράγματι η τεχνολογία λειτουργεί. Συνεχείς ανακαλύψεις βελτιώνουν τόσο τις θεωρητικές όσο και τις πρακτικά χρήσιμες για την επιβίωση τεχνικές γνώσεις. Ή, για να το πούμε καλύτερα, αυξάνεται η οριζόντια, ως επί το πλείστον, πληροφόρηση της κοινωνίας. Αλλά, για παράδειγμα, η προσπάθεια για την καταπολέμηση μιας ασθένειας μέσω ενός φαρμάκου πόσες βλαπτικές παρενέργειες συνεπάγεται;

Επιπροσθέτως, η μονομερής ενασχόληση της ιατρικής με το φαινόμενο της ζωής μονάχα ως προς τη χημική της εκδήλωση πόσο αποστερεί την ανθρώπινη υγεία από την ολιστική της προοπτική; Εξάλλου ας μην ξεχνάμε πως ολόκληρη σχεδόν η σύγχρονη ιατρική έχει μεταλλαχθεί σε καθαυτό τεχνολογία. Περιοριζόμαστε, για ευνόητους λόγους, μόνο στις εσωτερικές αντιφάσεις της τεχνολογικής εξέλιξης και όχι στις εξωτερικές αντιφάσεις της, που αφορούν σε ερωτήματα όπως για παράδειγμα ποιος κατέχει, ποιος διευθύνει και προς τα πού κατευθύνεται αυτή η εξέλιξη. Κοντολογίς, ποιοι επωφελούνται από αυτήν την εξέλιξη και εις βάρος ποιων; Για παράδειγμα, πώς ενώ η ιατρική εξελίσσεται διαρκώς, από την άλλη πλευρά να έχουμε τόσους θανάτους από ιούς και επιδημίες στις αναπτυσσόμενες χώρες. Αλλά εδώ σταματούμε και ο νοών νοείτω…

Πέραν όλων αυτών, εκτός από τις βιοτικές ανάγκες του ανθρώπου, που υποτίθεται ότι εξυπηρετεί η άκριτη ανάπτυξη της τεχνολογικής προόδου, υποτίθεται ότι εξυπηρετείται και η θεωρητική επιστημονική γνώση. Παραδείγματος χάριν, στην αστροφυσική και στην κοσμολογία καινούρια ευρήματα ανακαλύπτονται, χάρη στη ραγδαία βελτίωση της τεχνογνωσίας. Όμως οι εν λόγω ανακαλύψεις δεν είναι και αυτές μια αυστηρή συνέχεια των προηγουμένων; Ακόμη και στην περίπτωση όπου κάποια ανακάλυψη ανατρέπει την πρότερη πεποίθηση, κατά πόσον η ανατροπή αυτή σχετίζεται με τη γνήσια – και όχι ιδεολογική – αποκατάσταση της πληροφορίας. Δηλαδή κατά πόσον μια προκατάληψη/πρόληψη αντικαθιστά μια άλλη ή όχι. Η τεχνολογία ως προέκταση της ιστορικής συνείδησης αντικατοπτρίζει τον τύπο πολιτισμού στον οποίο αντιστοιχείται.

Επομένως, μια γνήσια ανατροπή, μια κρίσιμη επανάσταση, εγκυμονεί τέτοιους κινδύνους, που καμία κοινωνία δεν μπορεί να ανεχτεί δίχως να θρυμματιστεί ανεπανόρθωτα ο κοινωνικός της ιστός. Έτσι, σε αυτές τις περιπτώσεις, οι επαναστατικές θεωρίες δεν συμβαδίζουν με τις προηγούμενες, ώστε να γίνονται σιγά-σιγά ανεκτές. Όμως, συν τω χρόνω, αυτές αποστεώνονται είτε από μόνες τους είτε με την επέμβαση της εκάστοτε εξουσίας, η οποία αφαιρεί τεχνηέντως τη βασική τους φιλοσοφική διάσταση, παραμένοντας έτσι μόνο όποια τεχνική πλευρά συμφέρει την εξουσία. Δηλαδή είτε απαξιώνονται εξαρχής τούτες οι επαναστατικές θεωρίες είτε καθοδόν ως αλλόκοτες και αιρετικές. Μια μεικτή κατάσταση των δύο αυτών εκδοχών αποτελεί τόσο η θεωρία της σχετικότητας όσο και η κβαντομηχανική. Η πρώτη, αποδυναμώνεται οικτρά, όταν λέμε πως ισχύει για μια άλλη πραγματικότητα πέρα από τη δική μας, στην οποία ισχύουν οι απλοϊκοί νόμοι του Νεύτωνα. Η δεύτερη, χρησιμοποιείται παντού, όμως μόνον κατά συρροήν περιπτωσιολογικά και όχι θεωρητικά. Χρησιμοποιείται δηλαδή μόνο πρακτικίστικα και όχι μετά γνώσεως λόγου.

Πιο συγκεκριμένα, από τον Γαλιλαίο και μετά όλη η γνώση του ουρανού, και συνακόλουθα όλη η επιστημονική γνώση, κατέβηκε στο τηλεσκόπιο: η πρώιμη φυσική συνδέθηκε αναπόδραστα με τα μαθηματικά. Αυτό πράγματι ήταν μια στροφή στη ματιά με την οποία βλέπει ο άνθρωπος τα πράγματα∙ σήκωσε από  τη γη το κεφάλι και άρχισε να κοιτάζει τον ουρανό. Όμως, από την άλλη μεριά, έτσι επιβεβαιώνεται πια πως όντως όλη η ανθρώπινη γνώση φιλτράρεται αδήριτα από το εννοιολογικό πλέγμα του ανθρώπινου εγκεφάλου. Επομένως, όλα είναι συμβολικά.

Τούτο, σημαίνει πολλά για τη φαινομενολογική έρευνα: όσο αυξάνεται η αποβλεπτικότητα της συνείδησης, τόσο αυξάνονται και τα συμβολικά της «αντικείμενα». Στη φαινομενολογική μέθοδο αποφεύγουμε, όσο μπορούμε, να χρησιμοποιούμε την έννοια της αιτιότητας. Για να υπάρχει συνείδηση πρέπει να υπάρξει αυτό στο οποίο αγκιστρώνεται η συνείδηση και αντιστρόφως. Έτσι, καθετί από τη στιγμή που παρατηρήθηκε σημαίνει πως κάτι το παρατήρησε, και ανάποδα. Αυτή είναι η έννοια της συνείδησης, τουλάχιστον όπως τη γνωρίζουμε τώρα: η ύπαρξή της ως έννοιας αναγνώρισής της.

Πριν από αυτή την αναγνώριση μπορεί όλα να ήταν-εκεί, όμως δεν-υπήρχαν. Επομένως, είναι ανόητη η ερώτηση τι προϋπήρχε. Όπως ανόητη είναι και η ερώτηση αν η συνείδηση δημιουργεί την πραγματικότητα ή η πρώτη είναι εξέλιξη της δεύτερης. Πρόκειται για ψευδοερώτημα. Η μέθεξη είναι η ουσία της ύπαρξης∙ άρα, η ύπαρξη προϋπάρχει της ουσίας. Αν τώρα η ουσία κουβαλάει ένα «ίχνος» του προϋπαρκτικού «σκοτεινού» όντος, αυτό είναι δουλειά της φαινομενολογικής αναγωγής, και κανενός άλλου, να απαντήσει. Κάτι τέτοιο βέβαια, ισοδυναμεί με την εκθετικά αναβαθμισμένη ατομική συνείδηση.

Προς το παρόν, επιστρέφουμε στην αύξηση της παρατήρησης που συνεπάγεται και αύξηση των επιστημονικών συμβόλων. Η αστροφυσική και η κοσμολογία είναι τα πιο πλήρη «επιστημονικά πεδία», τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την αύξηση των συμβόλων. Συνεχείς ανακαλύψεις ουράνιων σωμάτων και εναλλαγή θεωρητικών σχημάτων, σχετικά με την εξήγηση διαφόρων φαινομένων, επιβεβαιώνουν το αληθές του λόγου μας. Βέβαια, φαινομενολογικά, ως πρώτο επίπεδο φαίνεται να είναι η πρόοδος της τεχνολογίας. Αυτή υποτίθεται πως ευθύνεται για την πρόοδο των επιστημονικών ανακαλύψεων. Βέβαια, κοιτώντας με μια δεύτερη «ματιά» βρίσκει κανείς πως και η ίδια η τεχνολογική πρόοδος έρχεται όταν η συνείδηση είναι συνεχώς προσκολλημένη στην τεχνολογία. Λειτουργεί δηλαδή σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία: το εύρος και η ποιότητα των γεγονότων είναι ευθέως ανάλογο με το εύρος και την ποιότητα των προσδοκιών∙ διότι αναγκάζει το απέναντι αγκυρωμένο «αντικείμενο» να συμπεριφερθεί ανάλογα.

 


https://iamarevi.wordpress.com

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

Τι είναι και τι φέρνει η CETA

Οι Ευρωβουλευτές υιοθέτησαν την περασμένη Τετάρτη την συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά. Θα είναι εφαρμοστέα κατά 90 % από τις αρχές Μαρτίου. Απομένει ωστόσο να κυρωθεί το κείμενο από τα εθνικά κοινοβούλια, ενώ κάποιες επιφυλάξεις παραμένουν, κυρίως αναφορικά με τα διαιτητικά δικαστήρια.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επικύρωσε την Τετάρτη την συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ΕΕ-Καναδά ή CETA, με ευρεία πλειοψηφία, 408 ψήφων υπέρ, 254 κατά και 33 αποχών. Η δεξιά, οι φιλελεύθεροι και οι περισσότεροι σοσιαλιστές ψήφισαν υπέρ του κειμένου, ενώ οι Πράσινοι, η αριστερά, η άκρα δεξιά και ορισμένοι σοσιαλιστές εξέφρασαν την αντίθεσή τους.
Θεωρούμενη από τους αντιτασσόμενους ως «ο Δούρειος Ίππος των Η.Π.Α.», αυτός ο τόμος των 2.344 σελίδων προβλέπει αύξηση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά μέσω μείωσης των δασμών και απλοποίησης των διαδικασιών.
Η συμφωνία, η οποία υπήρξε αντικείμενο έντονης διαπραγμάτευσης για επτά χρόνια μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Οττάβας, αναμένεται να τεθεί σε "προσωρινή" εφαρμογή από την 1η Μαρτίου. Μόνο οι πιο αμφιλεγόμενες διατάξεις, όπως το σύστημα επίλυσης συγκρούσεων επί θεμάτων επενδύσεων δεν πρόκειται να εφαρμοστούν προς στιγμήν.
Εφεξής, το κείμενο πρέπει να έρθει ενώπιον των 38 περιφερειακών ή εθνικών κοινοβουλίων. Μια διαδικασία που θα μπορούσε να διαρκέσει χρόνια.
Πολυάριθμες οι αντιρρήσεις που εγείρονται για την CETA, όπως στην Αυστρία, την Ολλανδία ή τη Γαλλία. Και ουδείς γνωρίζει τι θα συμβεί εάν ένα ή περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη συνέβαινε να μην επικυρώσουν την συμφωνία. Δεν υπάρχει καμία διάταξη στη Συνθήκη για αυτό.
Σύμφωνα με την Marianne Dony, Πρόεδρο του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκών Σπουδών του Ελευθέρου Πανεπιστημίου των Βρυξελλών, η οποία ερωτήθηκε από την εφημερίδα Libération, «έστω και ένα μόνο κράτος να λείψει από το προσκλητήριο, η Συνθήκη δεν θα μπορέσει να τεθεί σε ισχύ και τούτο, για το σύνολό της, συμπεριλαμβανομένων των μερών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης.» 
 Ανάπτυξη και απασχόληση: Αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα

Ενώ η κοινή γνώμη απορρίπτει ολοένα και περισσότερο την «ευτυχή παγκοσμιοποίηση» που τόσο έχει επαινεθεί τα τελευταία είκοσι χρόνια (πράγμα που αποδεικνύεται περίτρανα από το Brexit και την εκλογή του Donald Trump), η ΕΕ επιμένει παρόλα ταύτα να ακολουθεί αυτήν την πορεία. Η CETA, για την Ευρωπαία Επίτροπο Εμπορίου Cecilia Malmström έγινε το σύμβολο του αγώνα για την καταπολέμηση του προστατευτισμού που επαγγέλλεται ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ. Αυτή η εμπορική συμφωνία «νέας γενιάς» θα έλθει να «τονώσει την ανάπτυξη και την απασχόληση σε ολόκληρη την Ευρώπη», διαβεβαιώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ένα έγγραφο 16 σελίδων που επικεντρώνεται, όπως μαρτυρεί και ο τίτλος του, αποκλειστικά στα «οφέλη της CETA. »

Oι Βρυξέλλες εκτιμούν ότι η CETA θα αυξήσει σχεδόν κατά 25% το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά επιφέροντας μία αύξηση του ΑΕΠ της ΕΕ της τάξεως των 12 δισ. ευρώ ετησίως, όχι και τόσο σημαντικό ποσό, σε σύγκριση με την αύξηση των 14.600 δισ. ευρώ του ΑΕΠ της Ένωσης το 2015.

Από την πλευρά της απασχόλησης, τώρα, κάθε δισεκατομμύριο ευρώ ευρωπαϊκών εξαγωγών «θα υποστήριζε» (δεν θα δημιουργούσε) 14.000 θέσεις εργασίας, υπολογίζεται χονδρικά η Επιτροπή. Ενώ πέραν του Ατλαντικού, η καναδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι θα δημιουργηθούν «80.000 νέες θέσεις εργασίας». Με τι χρονικό ορίζοντα; Ούτε αυτό θα το μάθουμε με ακρίβεια.

Προοπτικές δελεαστικές τις οποίες η Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απέρριψε στο σύνολό τους. Εξάλλου αυτή είναι και η μόνη κοινοβουλευτική επιτροπή που είχε καλέσει τους ευρωβουλευτές να απορρίψουν το κείμενο.

Στην καλύτερη περίπτωση, η CETA θα επέφερε «σε γενικές γραμμές οριακές αυξήσεις που δεν υπερέβαιναν το 0,018% για την απασχόληση στην ΕΕ σε μια περίοδο εφαρμογής έξι έως δέκα ετών», αποφάνθηκε σε μια γνωμοδότηση με ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου.

Στην χειρότερη περίπτωση, η CETA θα προκαλέσει «πραγματικές απώλειες θέσεων εργασίας που θα ανέρχονται σε 204.000 σε ολόκληρη την ΕΕ, εκ των οποίων 45.000 θα αφορούν την Γαλλία, 42.000 την Ιταλία και 19.000 την Γερμανία», προσθέτουν οι ευρωβουλευτές, αναφερόμενοι σε μια μελέτη που δημοσίευσαν τον Σεπτέμβριο δύο ερευνητές του Πανεπιστημίου Tufts (της Μασαχουσέττης), ο Pierre Kohler και ο Servaas Storm.

Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου και τα όρια του έθνους-κράτους (σύντομο απόσπασμα από το έργο του Simon Clarke)



Simon Clarke,H ταξική πάλη και η παγκόσμια υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου, σελ. 5-6.
Ουσιαστικό στοιχείο των συμβατικών ερμηνειών της μεταπολεμικής ανάπτυξης (post-war boom) είναι η πεποίθηση πως η αυξανόμενη διείσδυση του κράτους από την δεκαετία του 1930 στην κοινωνία των πολιτών (civil society) μετασχημάτισε τους νόμους κίνησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μέσα από την εγκαθίδρυση τρόπων ρύθμισης (modes of regulation) οι οποίοi θα μπορούσαν να περιορίσουν την τάση υπερσυσσώρευσης και κρίσης. Σύμφωνα με αυτή την άποψη,τα όρια αυτών των τρόπων ρύθμισης προσδιορίζονταν από το γεγονός πως αυτοί θεμελιώνονταν σε μια εθνική βάση,και έτσι έχουν υπονομευτεί προοδευτικά από την διεθνοποίηση του κεφαλαίου.

Είναι σίγουρα αληθές πως η ελευθερία του έθνους-κράτους να επιδιώξει μια ανεξάρτητη οικονομική πολιτική έχει μειωθεί δραματικά από την δεκαετία του 1970 λόγω της αυξανόμενης πίεσης του διεθνούς ανταγωνισμού και των κερδοσκοπικών κινήσεων του διεθνούς χρήματος. Ωστόσο,η διεθνοποίηση του κεφαλαίου δεν ήταν η πηγή των επανερχόμενων κρίσεων του τελευταίου τετάρτου τού [εικοστού] αιώνα. Η αυξανόμενη πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού δεν έκφραζε τόσο την διεθνοποίηση του κεφαλαίου,όσο μάλλον την αναπτυσσόμενη υπερσυσσώρευση κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα. Πράγματι η διεθνοποίηση του κεφαλαίου συνεχίζει να είναι το μέσο δια του οποίου το κεφάλαιο επιδιώκει να υπερβεί τα εμπόδια που μπαίνουν στην συσσώρευση ενόσω τα περισσότερο δυναμικά κεφάλαια,με την εξελισσόμενη υποστήριξη του κράτους,προσπαθούν να κατακτήσουν τις παγκόσμιες αγορές. Η «διεθνοποίηση» συνιστά μια απειλή για τα ανεπαρκώς ανεπτυγμένα κεφάλαια (backward capitals),αλλά συνιστά επίσης και μια ευκαιρία για τα περισσότερο ανεπτυγμένα. Παρομοίως οι κερδοσκοπικές κινήσεις του διεθνούς χρήματος εκφράζουν όχι την κατάρρευση των προηγούμενων «εθνικών» τρόπων ρύθμισης,αλλά την άνιση ανάπτυξη του κεφαλαίου η οποία συνιστά το υπόστρωμα για τις αυξανόμενες ανισσοροπίες στις διεθνείς πληρωμές για τις οποίες χρηματοδότης θεωρούνταν το διεθνές κεφάλαιο. Η διεθνοποίηση του χρηματικού κεφαλαίου έκανε δυνατή την διατήρηση της συσσώρευσης,σε πείσμα αυτών των ανισορροπιών,μέσα από την μαζική επέκταση της διεθνούς πίστης (international credit). Έτσι η κρίση ήταν όχι το αποτέλεσμα της διεθνοποίησης του κεφαλαίου,αλλά μάλλον εκφράζει το γεγονός πως αυτή η διεθνοποίηση προσεγγίζει τα όρια της.

Η πεποίθηση πως η μεταπολεμική άνοδος βασιζόταν στην θεσμοποίηση (institutionalization) των μηχανισμών ρύθμισης της συσσώρευσης μέσα από την οποία η συσσώρευση του κεφαλαίου υποτάσσεται στην κατεύθυνση του έθνους κράτους είναι εξίσου εσφαλμένη. Μολονότι το κράτος σίγουρα παρενέβη περισσότερο ενεργά στην ρύθμιση της συσσώρευσης,αυτό το γεγονός δεν συνεπαγόταν μια αναστροφή της σχέσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και στο κράτος. Η κρατική παρέμβαση στη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου οριοθετούνταν από την αντιφατική μορφή της συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα. Οι τάσεις προς τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου και την απελευθέρωση της κρατικής ρύθμισης δεν είναι καθ' οποιονδήποτε τρόπο καινούργιες,αλλά υπήρξαν οι ηγεμονικές τάσεις από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ύστερα,κεντρικά χαρακτηριστικά του boom όπως επίσης και της κρίσης.

 https://bestimmung.blogspot.gr

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017

Οι παιδουπόλεις της Φρ(ε)ίκης – Ένα αρρωστημένο σχέδιο, από έναν νοσηρό νου

Η Φρειδερίκη Λουίζα Θηρεσία Βικτώρια Μαργαρίτα Σοφία Όλγα Καικιλία Ελισάβετ Χριστίνα, πριγκίπισσα του Ανοβέρου και δούκισσα της Βρουνσβίκης, έστρωσε το μεταξένιο φόρεμά της, κάθισε σε μια καρέκλα και έσμιξε τα παχιά της φρύδια.
Μεσαιωνικός πύργος ΜπλάνκεμπουργκΌρη Χαρτς, Γερμανία, 1933

 Κοίταξε όλο μίσος, σαν φίδι, τη μητέρα της. «Εγώ είμαι μέλος του ναζιστικού κόμματος και ακολουθώ τον μεγάλο μας Φύρερ και εσύ μου ζητάς να πάω στην Αγγλία;» τη ρώτησε φτύνοντας τις λέξεις. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μου ζητάς να παντρευτώ ποιον; Τον πρώτο σου ξάδερφο. Πφφφ, πρίγκιπας Παύλος της ποιας, της Ελλάδας. Αηδίες.
friki1a
Αυτός κοιμάται όρθιος
Η μητέρα της, πριγκίπισσα Βικτώρια Λουίζα της Πρωσίας, την πήρε από το χέρι, τη σήκωσε όρθια και την πήγε στο παράθυρο του σαλονιού τους: «Θα κάνεις ό,τι σου λέω. Αν είμαστε τυχεροί, Φρειδερίκη, κάποια μέρα όλα αυτά που βλέπεις δεν θα είναι τίποτε μπροστά σε αυτά που θα έχεις. Πού ξέρεις, μπορεί να γίνεις και βασίλισσα της Ελλάδας».
1η Απριλίου 1947, Ελλάδα – βασιλικά ανάκτορα 
«Έλα, Παύλο, σταμάτα πια, δεν ωφελεί σε τίποτε να θρηνείς. Πάει, τελείωσε. Ο συχωρεμένος έφυγε. Τώρα ο Βασιλεύς της Ελλάδας δεν είναι ο Γεώργιος, αλλά ο Παύλος ο Α’.
Ο σύζυγός μου, εσύ δηλαδή, εάν δεν το έχεις καταλάβει».
Η Φρειδερίκη μιλούσε χαιρέκακα προς τον σύζυγό της καθώς έβγαζε το πανάκριβο παλτό της και το άφηνε στα χέρια μιας γυναίκας από το υπηρετικό προσωπικό που στεκόταν αμίλητη πίσω της. «Και φυσικά η βασίλισσα αυτού του τόπου είμαι εγώ» μονολόγησε. «Σε άκουσα» της φώναξε με λυγμούς από το μέσα δωμάτιο ο Παύλος και έκλεισε με δύναμη την πόρτα του γραφείου του, όπου είχε αποσυρθεί για να της δείξει τη δυσαρέσκειά του.
Η Φρειδερίκη δεν του έδωσε σημασία. Προχώρησε πάνω στο παχύ χαλί και πήγε στο σαλόνι. Κάθισε, σταύρωσε τα πόδια της και τα κοίταξε με αποστροφή:
«Πώς είναι δυνατόν να είμαι τόσο όμορφη και να έχω τόσο χοντρά πόδια;». Σηκώθηκε, προχώρησε σε έναν καθρέπτη και ξανακοίταξε το σημείο του σώματός της που μισούσε. «Αυτό σου βγήκε σε καλό. Εάν δεν είχες χοντρά πόδια, τώρα θα ήσουν παντρεμένη με τον Πέτρο, αλλά δεν θα ήσουν Βασίλισσα. Ποιον, τον Πέτρο, τον πρίγκιπα που έχει παντρευτεί μια κομμουνίστρια Ρωσίδα. Τον μισώ» σκέφτηκε λίγο δυνατότερα από όσο θα έπρεπε.
«Ποιον μισείς, Φρειδερίκη»; Ο Παύλος με το κεφάλι του να αρχίζει να αραιώνει από μαλλιά, είχε ακουμπήσει στην κάσα της μεγάλης ξύλινης πόρτας και κοίταζε τη γυναίκα του. «Τους κομμουνιστές» απάντησε ετοιμόλογα το πρώην μέλος της ναζιστικής Νεολαίας της Γερμανίας και νυν βασίλισσα των Ελλήνων. «Θέλω να τους εξαφανίσω από τη χώρα αυτή. Και εκείνους και τη γενιά τους»…
Παιδιά τα θύματα
Η βασίλισσα Φρειδερίκη είχε αποφασίσει πώς θα έκανε πράξη αυτό που σκέφτηκε. Θα εξαφάνιζε τους κομμουνιστές. Και εάν ο άνδρας που θαύμαζε, ο Αδόλφος Χίτλερ, δεν τα είχε καταφέρει με τους Εβραίους, εκείνη είχε κάτι διαφορετικό στο μυαλό της. Όχι τόσο αιματηρό, αλλά εξίσου σκληρό και απάνθρωπο. Θα έπαιρνε τα παιδιά όλων των ανταρτών, όλων των κομμουνιστών και θα τα έκλεινε σε ειδικές παιδουπόλεις στο πλαίσιο των Kinderdorf της χώρας της. Εκεί τα παιδάκια θα ξεπλένονταν από το μίασμα του κομμουνισμού, δεν θα γίνονταν εκκολαπτόμενοι συμμορίτες, εκδοροσφαγείς ΕΑΜοβούλγαροι κατσαπλιάδες. Θα μάθαιναν με αυστηρότατες μεθόδους τα ιδεώδη του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού.
Ένας άλλος ελληνοχριστιανικός πολιτισμός λάμβανε χώρα εκείνη την περίοδο στη Μακρόνησο και σε άλλα ξερονήσια…
friki3a
Η Ιστορία δεν γράφεται με μια «Ελένη» και ένα παιδομάζωμα. Η Ιστορία γράφεται από πολλές «Ελένες» και μαζικά παιδομαζώματα.
Το 1947 οι Άγγλοι σιγά-σιγά αρχίζουν να αποχωρούν από τα ελληνικά δρώμενα, αφού αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές απαιτήσεις του νέου καθεστώτος και τη θέση τους αναλαμβάνει ένας ακόμη ισχυρότερος σύμμαχος: οι ΗΠΑ. Η στάση της ΕΣΣΔ και το περίφημο «σβαρνούτ» του Στάλιν, που με Άγγλους και Αμερικάνους χώρισαν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής, είναι μέχρι και παγερή απέναντι στο αντάρτικο που στο όνομα ενός οράματος πολέμησε τους ναζί και τους συνεργάτες τους.
Οι ΗΠΑ ανοίγουν την κάνουλα σε έναν λαό που πεινάει, ενώ ταυτόχρονα θέλουν να εξολοθρεύσουν εντελώς τους «αντάρτες» που πλέον ονομάζονται «συμμορίτες».
Εκείνους που μέχρι πριν από δυο χρόνια πολεμούσαν στο πλευρό των συμμάχων, αλλά τώρα τη θέση τους έχουν πάρει οι πρώην συνεργάτες (και οι έχοντες στάση απάθειας) των ναζί. Στις 12 Μαρτίου ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοινώνει το «δόγμα Τρούμαν». Ταυτόχρονα, επειδή οι μαθημένοι στον ανταρτοπόλεμο και μπαρουτοκαπνισμένοι αντάρτες κάθε άλλο παρά εύκολος στόχος ήταν για τους Άγγλους, οι Αμερικάνοι εφαρμόζουν την τακτική της καμένης γης και των διωγμών προκειμένου να τους εγκλωβίσουν.
Τον Απρίλιο τέθηκε σε εφαρμογή από την κυβέρνηση το σχέδιο «Τέρμινους» με σκοπό την εκμηδένιση των αντάρτικων ομάδων που δρούσαν στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα. Μάταια. Θα χρειαστούν πολλά «Τέρμινους» και πολλές επιχειρήσεις «Πυρσός» μαζί με μπόλικες βρισιές από Αμερικάνους αξιωματικούς προς τους αξιωματικούς του Εθνικού Στρατού για να καμφθεί το αντάρτικο. Μέχρι να αρχίσουν να πέφτουν οι ναπάλμ στον Γράμμο και το Βίτσι, ο καπεταν-Μάρκος κυριολεκτικά έκανε πλάκα με τους «εθνικόφρονες» τους οποίους καθημερινά ο Τζέιμς Βαν Φλιτ στόλιζε με διάφορα κοσμητικά επίθετα και έλεγε ότι «σπαταλούν άχρηστα τη βοήθεια των ΗΠΑ».
Το «Τέρμινους» ήταν η τακτική της καμένης γης και το άδειασμα των χωριών της υπαίθρου από τους κατοίκους τους, προκειμένου όχι μόνο να διασκορπιστούν οι συμπαθούντες το αντάρτικό, που ήταν και η πλειοψηφία του κόσμου, αλλά και οι αντάρτες να μην μπορούν να βρουν εφόδια, φαγητό και πληροφορίες από τους ντόπιους.
Χωριό Λευκοθέα, Άργος Ορεστικόν
friki2a
«Πρέπει να φύγω, να ανέβω στο βουνό. Θα με περάσουν από μαχαίρι εδώ. Σε ικετεύω να προσέχεις τα παιδιά μας». Ο Κώστας Κάτσας τακτοποιούσε ένα πρόχειρο σακίδιο και μέσα έβαζε το πιστόλι Λούγκερ που ως αντάρτης του ΕΛΑΣ είχε αποσπάσει από έναν Γερμανό αξιωματικό. Η γυναίκα του, η Μαργαρίτα, με δάκρυα στα μάτια, είχε στην αγκαλιά της τον επτάχρονο Βασίλη και τη δίχρονη Ευγενία. Καθόταν απέναντί του και έγνεφε σε ό,τι της έλεγε. «Εσύ να προσέχεις, Κωστή μου, μη σε σκοτώσουν».
Ο αντάρτης γονάτισε και τους έσφιξε και τους τρεις στην αγκαλιά του.
«Σας λατρεύω. Θα προσέχω, δεν θα σκοτωθώ. Βασίλη μου, να προσέχεις τη μαμά και την αδερφή σου, ναι; Και να θυμάσαι, ό,τι και να ακούσεις, γιε μου, εσείς είστε η ζωή μου. Να εδώ στην καρδιά μου βάζω τη φωτογραφία σας και κάθε πρωί θα σας μιλώ, όπου και να είμαι. Τα πρωινά να κάνεις ησυχία και μπορεί να με ακούσεις». Ο Βασίλης με κατακόκκινα ματάκια κούνησε το κεφαλάκι του καταφατικά και ο αντάρτης έβαλε τη φωτογραφία στην τσέπη του πουκαμίσου του. Τους ξαναφίλησε και με δυο δρασκελιές βγήκε από το σπίτι και χάθηκε μέσα στη νύχτα, πίσω στο βουνό. Έκλαιγε γοερά μέχρι που του κόπηκε η ανάσα. Σε λίγη ώρα ξημέρωνε.
Δεν πρέπει να είχαν περάσει δυο ώρες από το ξημέρωμα, όταν ολόκληρο το χωριό το έζωσαν χωροφύλακες και ΜΑΥδες.
Άνοιγαν πόρτες, έδιναν λίγα λεπτά προθεσμία στους κατοίκους να πάρουν τα απαραίτητα και τους μετέφεραν στην κοντινότερη πόλη. Η πόρτα του σπιτιού του Κάτσα έτριξε, τα μάνταλα έσπασαν έπειτα από μερικές κλοτσιές και μέσα εισέβαλε μια ομάδα από ΜΑΥδες. Ο μικρός Βασίλης είχε αγκαλιάσει το πόδι της όρθιας μητέρας του και τους κοίταζε δίχως φόβο.
Η  Ευγενία φοβισμένη από τον θόρυβο έκλαιγε στην αγκαλιά της. «Πάρτε τα παιδιά έξω» είπε ο επικεφαλής και με τη βία οι πρώην συνεργάτες των Γερμανών και νυν εθνικόφρονες απέσπασαν από τη μάνα τα παιδιά που τώρα ούρλιαζαν και τα δυο. Ο Βασίλης κλοτσούσε στον αέρα και φώναζε «μαμά» μέχρι που ένα δυνατό χαστούκι έκανε το αυτί του να σφυρίξει. Το μάγουλο κοκκίνισε και ένα χέρι τον έπιασε από τα μαλλιά και τον τράβηξε έξω μαζί με την αδερφή του.
«Τα παιδιά μου, τομάρια» ούρλιαξε η Μαργαρίτα και χίμηξε προς την πόρτα. Ο υποκόπανος από το τουφέκι ενός ΜΑΥ την πέταξε πίσω. Της έσπασε τα δόντια και το στόμα της έγινε μια πληγή. «Σε θυμάμαι εσένα» γύρισε και είπε σε εκείνον που τη χτύπησε. «Είχες γερμανοντυθεί». Τον έφτυσε στο πρόσωπο μαζί με σάλια, αίμα και κομμάτια από δόντια.
Την ώρα που ο μικρούλης Βασίλης καθόταν στο φορτηγό της Χωροφυλακής με την Ευγενία στην αγκαλιά του, δίπλα σε άλλους τρομαγμένους συγχωριανούς του, ο επικεφαλής των ΜΑΥδων ρωτούσε μέσα στο σπίτι τη Μαργαρίτα που βρισκόταν ο άνδρας της. Όταν το φορτηγό έπαιρνε τη στροφή της κατηφόρας για να βγει από το χωριό, ο ΜΑΥς έμπηγε βασανιστικά αργά το ακονισμένο του μαχαίρι στον λαιμό της γυναίκας που σφάδαζε από την αγωνία του θανάτου. Ύστερα έφτυσε πάνω στο πτώμα της, σκούπισε τη λάμα στο παντελόνι του και έκλεισε την κατεστραμμένη πόρτα πίσω του.
Ο Βασίλης μαζί με την αδερφούλα του οδηγήθηκαν σε ένα από τα 52 «ιδρύματα» της Φρειδερίκης που η ίδια αποκαλούσε «Παιδουπόλεις» και ο κόσμος τα έλεγε «ιδρύματα της Φρείκης».
Απαράδεκτη
Η κατάσταση που επικρατούσε στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης μπορεί να χαρακτηριστεί με δυο 
λέξεις: Απαράδεκτη και απάνθρωπη. Σε μικρά παιδιά που το μεγαλύτερο ήταν μέχρι 16 ετών γινόταν μια άθλια κατήχηση που ισοπέδωνε τους γονείς τους και ό,τι εκείνοι είχαν κάνει. Οι συνθήκες εκπαίδευσης δεν άγγιζαν καν τις συνθήκες εκπαίδευσης σε σχολεία της Νοτίου Αφρικής, εκεί όπου η Φρειδερίκη είχε μεταβεί με τον σύζυγό της κατά τη διάρκεια του πολέμου για «μεγαλύτερη ασφάλεια», την ώρα που στα βουνά και τις πόλεις της Ελλάδας οι άνθρωποι δολοφονούνταν ή έδιναν το αίμα τους για την ελευθερία.
friki4a
Δεν είναι τυχαίο ότι κανένα απ’ τα έγκλειστα παιδιά όχι μόνο δεν πήγε στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά δεν τέλειωσε καν τη δευτεροβάθμια.
Ένας ελάχιστος αριθμός κοριτσιών πήγε μέχρι την 3η τάξη του Γυμνασίου. (Υπολογίζεται στο 4%).
Η Φρειδερίκη και οι άλλες 72 κυρίες της καλής κοινωνίας, που συνέδραμαν στη δημιουργία των παιδουπόλεων, μάλλον δεν είχαν αγαθές προθέσεις για αυτά τα παιδιά. Μάλλον τα ήθελαν αμόρφωτα και ανίκανα να αντεπεξέλθουν στη μετέπειτα ζωή. Όταν κάποιο παιδάκι δεν περνούσε το όριο των 172 βαθμών τον χρόνο, τότε «κοβόταν» από αυτό το… πανεπιστήμιο και οι υπεύθυνοι το έστελναν να εργαστεί σε διάφορα μεγάλα εργοστάσια καπνού ή υφαντουργίας, οι ιδιοκτήτες των οποίων τα δημιούργησαν με τα χρήματα του δόγματος Τρούμαν σε μια μεταπολεμική Ελλάδα που ζούσε στον εμφύλιο και έγλειφε τις πληγές της.
Παιδάκια μετατράπηκαν σε φτηνή εργατική δύναμη
Επίσης σε πολλές περιπτώσεις, οικογένειες της «υψηλής» κοινωνίας επισκέπτονταν τις παιδουπόλεις για να αγοράσουν, στην κυριολεξία, υπηρετικό προσωπικό. Μαύρη σελίδα και οι εκατοντάδες παράνομες υιοθεσίες που έγιναν. Την επόμενη μέρα της υιοθεσίας το παιδί έφευγε για Αμερική για να ζήσει με τη νέα του οικογένεια. Όλα αυτά με το αζημίωτο και ενώ πολλά από αυτά τα παιδιά είχαν κάποιον συγγενή εν ζωή.
Η συνήθης τιμή για παράνομη υιοθεσία ήταν 4.000 δολάρια το κεφάλι. Και εάν κάποτε, έπειτα από χρόνια, ένας γονιός γυρνούσε από την εξορία ή τις χώρες του ανατολικού μπλοκ και ζητούσε το παιδί του, εισέπραττε την απάντηση: «Πέθανε». Όσα παιδάκια ήταν σαν τον Βασίλη και δεν συνετίζονταν υπήρχαν και άλλοι τρόποι. Τα περιστατικά κακοποίησης ανηλίκων και ξυλοδαρμών είχαν και αυτά τη θέση τους στον μακρύ κατάλογο της φρίκης των παιδουπόλεων της βασίλισσας.friki7a
Ο Γιώργος Χατζάτογλου, ένα από τα παιδιά του παιδομαζώματος της Φρειδερίκης, περιγράφει:
«Το στρατόπεδο είχε φρουρά και ήταν περιφραγμένο με συρματόπλεγμα 4 μέτρα ύψος. Υπήρχαν παιδιά ηλικίας από 2 μέχρι 16, που έκλαιγαν γιατί είχαν με τη βία αποχωριστεί απ’ τους γονείς τους. Μέναμε σε τολ, που το καλοκαίρι οι λαμαρίνες τους καίγανε και το χειμώνα πάγωναν. Κοιμόμασταν σε σιδερένια κρεβάτια, σε τρεις σειρές και χωρισμένα κατά 25άδες. Με την άφιξή μας στην παιδούπολη στο Καστρί, μας μοίρασαν στρατιωτικές φόρμες. Πρώτο μέλημά τους ήταν να μας στείλουν ιεροκήρυκα, να δημιουργήσουν κατηχητικά και στελέχη προσκόπων. Θυμάμαι ότι σε όλους τους τοίχους ήταν ζωγραφισμένη μια μορφή ενός αγριανθρώπου γενειοφόρου με μια χατζάρα στο στόμα, που έσταζε αίμα, να αρπάζει απ’ την αγκαλιά της μάνας το παιδί της. Επίσης, στους τοίχους υπήρχαν συνθήματα για το έθνος και τη βασίλισσα Φρειδερίκη. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα γίνονταν η διαπαιδαγώγηση και η νουθέτηση για τη “μάνα μας” τη βασίλισσα. Νύχτα – μέρα αυτά διαρκώς μας έλεγαν».
Η Σταυρούλα Ιωάννου πέρασε και αυτή από τη φρίκη της παιδούπολης:
«Μας είχανε μαζεμένα μια μέρα όλα μαζί στην Αθήνα. Ήταν Γενάρης ή Φλεβάρης και χιόνιζε αραιά, αλλά το κρύο τρύπαγε ώς το μεδούλι. Έκοβες καρφί. Μας είχαν στοιβαγμένα σε σειρά δίπλα στον δρόμο με τις στολές μας για να χαιρετίσουμε τη Φρειδερίκη που θα περνούσε με το αυτοκίνητο από μπροστά μας. Τουρτουρίζαμε και μπλαβιάζαμε δύο ώρες όρθια και μερικά κορίτσια είχαν και πυρετό. Μετά ήρθε και ο υπεύθυνος κι εμείς κάτσαμε “προσοχή”. “Έρχεται η Βασίλισσά μας” μας είπε και μας ορμήνεψε να φωνάξουμε “μάνα, μάνα” όταν τη δούμε. Αργότερα πέρασε το αμάξι της και την είδαμε μέσα με τη γούνα της και τα γάντια της και φωνάξαμε όπως μας είπαν, αλλά εκείνη δεν γύρισε καν να μας χαιρετίσει…».
Γράμμος, 25 Αυγούστου 1949, ξημέρωμα
Ο Κωστής Κάτσας βρισκόταν στο χαράκωμά του και είχε «πιάτο» όλη την πλευρά του βουνού. Τις προηγούμενες ημέρες είχε καταφέρει μαζί με τους ελάχιστους πλέον συντρόφους του να τρέψει σε άτακτη φυγή, όσες φορές το επιχείρησαν, τόσο τα ΛΟΚ όσο και τους στρατιώτες του Εθνικού Στρατού.
Μόλις είδε τις πρώτες ακτίνες του ήλιου να ξεπροβάλλουν πίσω από το θεόρατο βουνό, σκέφτηκε πως ήταν η ώρα για το «ραντεβού – υπόσχεσή» του. Πήγε πίσω, λίγα μέτρα μέσα στο δάσος, και έβγαλε τη φθαρμένη και τσαλακωμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία από την τσέπη του βρόμικου πουκαμίσου του. Χάιδεψε με τα άγρια δάχτυλά του τα προσωπάκια του Βασίλη και της Ευγενίας. Βούρκωσε. Άρχισε να ψιθυρίζει στον γιο του, λες και τον άκουγε. Λόγια τρυφερά, λόγια γλυκά. Με την ανάστροφη του άλλου του χεριού που βαστούσε το δίκοχο του Δημοκρατικού Στρατού, σκούπισε τα δάκρυά του.
friki9ba
Ο Κώστας δεν άκουσε τον μακρινό βόμβο από αεροπλάνα που όλο και πλησίαζε στην πλαγιά που βρισκόταν. Δεν άκουσε καν τους συντρόφους του που φώναξαν: «Βαρελάκια». Η ναπάλμ έπεσε λίγα μέτρα μακριά του. Ρούφηξε όλο το οξυγόνο από την ατμόσφαιρα και το έβγαλε με ορμή σε μια τεράστια υγρή φλόγα που κατέκαψε τα πάντα. Εκείνος πρόλαβε μόνο να σφίξει τη φωτογραφία στο χέρι του και να σκύψει.
Μια εβδομάδα αργότερα στρατιώτες του Εθνικού Στρατού βρήκαν σε κείνη την καμένη πλαγιά λίγα απανθρακωμένα πτώματα. Ένα βρισκόταν πιο πίσω, κουλουριασμένο και γυμνό. Σαν από θαύμα μέσα στην κλειστή παλάμη του βαστούσε μια φωτογραφία που δεν είχε καεί…
———————————————————
Βενιζέλος  ΛεβεντογιάννηςΠΟΝΤΙΚΙ

Ομόηχα των Κοινών


Bruegel_1568_Parable-of-the-Blind

Αν και ετυμολογικά η προέλευση του όρου Τα κοινά συγχέεται συχνά με την ιστορική του προέλευση από την ελληνική θέσμιση της πόλης ( το κοινόν ) όπως και τη ρωμαϊκή res publica ( οι δημόσιες υποθέσεις ), λίγη ή καθόλου σχέση έχει η σύγχρονη ερμηνεία του μαζί τους. Τις περισσότερες φορές αποδίδουμε στα νέα ελληνικά τον όρο Τα Κοινά από το αγγλικό commons ή τους commoners ( λαϊκούς ) της ευρωπαϊκής υπαίθρου, άλλες φορές πάλι είναι απλά αποτέλεσμα μιας βεβιασμένης μετάφρασης όπως στην περίπτωση της Hannah Arendt όπου o όρος που χρησιμοποιεί στο Vita Activa, αυτό που μεταφράστηκε άγαρμπα στα ελληνικά ως «Η Δημόσια Σφαίρα: τα Κοινά» είναι στην πραγματικότητα «Public Realm: the Common», δηλαδή, σε μια κυριολεκτική μετάφραση «το κοινόν» καθότι είναι ενικός.

Η διαφοροποίηση Των Κοινών με το κοινόν δεν είναι μόνο γλωσσική∙ η συζήτηση που συνοδεύει σήμερα Τα Κοινά είναι τόσο πολύ επικεντρωμένη στο κοινωνικό -ή έστω στον τρόπο της διαχείρισης τους- που θα λέγαμε πως στην πραγματικότητα πρόκειται για τα ομώνυμα ονόματα δύο απολύτως διαφορετικών σημασιών.

Όταν μιλάμε για Τα Κοινά αναφερόμαστε σχεδόν εξ ορισμού σε «πόρους», κοινωνικούς ή φυσικούς, οι οποίοι και θα έπρεπε να προσφέρονται «δωρεάν». Η αμερικανίδα συγγραφέας Ostrom Elinor θεωρείται πως είναι η μητέρα των «commons» καθότι είναι η πρώτη που χρησιμοποίησε στο βιβλίο της “Η διαχείριση των κοινών πόρων” τον όρο αυτό σύμφωνα με την τρέχουσα ακαδημαϊκή του εκδοχή. Ο όρος προφανώς χρησιμοποιούνταν και παλιότερα αλλά με εντελώς διαφορετικό νόημα, όπως π.χ. customs and commons «τα έθιμα» ( είναι πλεονασμός στην ελληνική να πούμε «τα κοινά έθιμα» καθώς τα έθιμα είναι πάντα κοινά ) ή όντως την καθημερινή απλότητα. Είναι σημαντικό να πούμε το ότι η Ostrom Elinor αναφέρει εξαρχής τα commons περιορίζοντας τα στα στους περιβαλλοντικούς πόρους (ψαρότοπους, δάση, βοσκοτόπια, αρδευτικά συστήματα κ.ά. ). Η προσέγγιση της όμως είναι και οικονομική, για την ακρίβεια φιλελεύθερη, τα αντιλαμβάνεται δηλαδή μέσα από την εξατομικευμένη σχέση του ιδιώτη-καταναλωτή με τα αντίστοιχα δημόσια-μαζικά ή αγαθά-εμπορεύματα και αυτό που ζητά στο τέλος και αυτό που καταδεικνύει είναι μια πιο «αποτελεσματική» εκμετάλλευση των κοινών πόρων∙ όχι ως το επιμέρους κομμάτι μιας ολιστικής πολιτικής αλλά ως κεντρικό ζήτημα διευθέτησης.

Γίνεται σαφές πως οποιαδήποτε συζήτηση διευθέτησης του κοινωνικού χαρακτήρα των “κοινών πόρων” μπορεί να επιλυθεί κάλλιστα χωρίς κανένας να προδιαγράφει εάν αυτή γίνει εντός των αγοραίων σχέσεων ή κάτω από την πατρωνία του κρατικού μονοπωλίου. Η αυτό-διαχείριση Των Κοινών σε κανένα σημείο δεν υπονοεί ούτε καν κάποιον σοσιαλιστικό προσανατολισμό που εύλογο θα ήταν να αναμένουμε. Είναι περισσότερο ένας «ηθικός καπιταλισμός» παρά ένας γνήσιος αντικαπιταλισμός που υπόσχεται μια άλλη οργάνωση της ζωής.  Με τον τρόπο αυτό γίνεται αντιληπτό γιατί στην γενική του εκδοχή ο αγώνας για την υπεράσπιση Των Κοινών επικεντρώνεται τόσο πολύ ενάντια στην εμπορευματοποίηση τους και όχι στην ανάδειξη ενός διαφορετικού τρόπου πολιτικής.

Κοινά: Δωρεάν ή εμπόρευμα;

Στο βιβλίο Κοινά: μια σύντομη εισαγωγή (David Bollier, 2016) ο «blogger» συγγραφέας και ακτιβιστής Των Κοινών (όπως ο ίδιος παρουσιάζει τον εαυτό του) προσδιορίζει Τα Κοινά με βάση ένα κατεξοχήν κριτήριο: την περίφραξη. Κοινά είναι, γράφει ο Bollier, «ότι πριν προσφέρονταν σε όλους δωρεάν και μπορεί να περιφραχτεί, να εμπορευματοποιηθεί». Έτσι ως Κοινά ορίζονται φυσικοί πόροι, δημόσιες υπηρεσίες και δημόσιοι άυλοι τόποι, «Υλικά ή άυλα στοιχεία» τα οποία συγκροτούν την κοινωνική αναπαραγωγή στις οικονομικές σχέσεις των «μελών μιας κοινωνίας» ( παραγωγή – κατανάλωση – χρήση ). Σχέσεις που είναι αναγκαστικά κατεξοχήν εξατομικευμένες καθώς ερμηνεύονται μέσα από την, υπαρκτή ή όχι, διαμεσολάβηση του κεφαλαίου με το άτομο καταναλωτή. Έτσι ως Κοινό περιγράφεται εκείνο το αγαθό που ο καθένας, ξεχωριστά ως οντότητα, έχει -ή δεν έχει- εμπορευματική σχέση μαζί του.

Με βάση ορισμό από έκδοση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς:
«Ως κοινά ορίζουμε εκείνα τα αγαθά ή τους πόρους τους οποίους η κοινότητα αντιλαμβάνεται ως δώρα της φύσης (κανείς δεν παράγει το νερό, τον υδρολογικό κύκλο, τον αέρα ή τα δάση) ή ως κληρονομιά των  προηγούμενων γενεών (όπως η γνώση, οι  κώδικες, οι νόμοι ή η γλώσσα). Κοινά είναι τα αγαθά που θεωρούνται απαραίτητα για τη ζωή, όπως και δομές που συνδέουν τα άτομα μεταξύ τους. Υλικά ή άυλα στοιχεία που όλοι έχουμε από κοινού και μας καθιστούν μέλη μιας κοινωνίας και όχι μεμονωμένες οντότητες σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Τα κοινά αγαθά είναι τόποι συναντήσεων και συζητήσεων μεταξύ των μελών μιας κοινότητας».
Τ. Φατόρι (αναφέρεται στο ΝΕΡΟ | ΚΟΙΝΟ ΑΓΑΘΟ, Η προστασία και η διαχείριση του νερού ως «κοινού αγαθού», εκδόσεις νήσος)

Κατά τον Φατόρι, Τα Κοινά αποτελούν εκείνα τα αγαθά ή τα προϊόντα που «δεν παράγονται», ή είναι «δωρεάν» ή είναι προσφορά «κληρονομιάς» και κατά την εκτίμηση του δεν θα έπρεπε να μεσολαβούνται από εγχρήματη σχέση. Η ύπαρξη των κοινών μέσα στην κοινωνία γίνεται αντιληπτή μέσα από τις δομές που συνδέουν τα άτομα μεταξύ τους και τις σχέσεις ανταγωνισμού ή συνεργασίας που έχουν οι μεμονωμένες οντότητες. Αναφορικά με τις δομές αυτές η ερμηνεία του Φατόρι λίγο διαφέρει από εκείνη του Πλάτωνα στην Πολιτεία για τον καταμερισμό της εργασίας.

Η πληθυντική πρόθεση Τα Κοινά προκύπτει επομένως μέσα από την αθροιστική πράξη των εξατομικευμένων σχέσεων. Η κατανόηση αυτή γίνεται ακόμα πιο προφανής αν αναλογιστούμε τις περιπτώσεις από το παρελθόν που σήμερα θεωρούμε πως ανήκουν στις κατηγορίες Των Κοινών. Για παράδειγμα κανένας δεν θα διανοούνταν πριν από 50 χρόνια να αναφερθεί για το νερό ως «κοινό αγαθό». Και όμως μετά την είσοδο των εταιριών στο παιχνίδι για την κερδοσκοπική αξιοποίηση των υπηρεσιών κατανάλωσης ύδρευσης αυτός ο ορισμός φαίνεται να είναι απόλυτα δικαιολογημένος.

Το άλμα των κοινών: Από τις κατσίκες των «κοινών» βοσκότοπων στα Creative Commons (CC) του ιντερνετοχώρου

Με παρονομαστή την «περίφραξη», Τα Κοινά αποκτούν διαχρονική υπόσταση και εξασφαλίζουν θέση στην πάλη των τάξεων. Την θέση των παλαιών αντιπάλων εργάτη-κεφαλαιοκράτη καταλαμβάνουν τώρα νέα υποκείμενα όπως καταναλωτής-εταιρία και εξασφαλίζουν έστω και με ένα πλάγιο τρόπο τη διαιώνιση της ταξικής θεωρίας. Ο κόσμος όσο δύσκολα μπορεί σήμερα να ερμηνευθεί με βάση την εργασία γίνεται πιο κατανοητός με βάση την κατανάλωση. Από την αλλοτρίωση της εργατικής (δωρεάν) δύναμης περνάμε στην αλλοτρίωση των (δωρεάν) Κοινών.
Έτσι έγινε και μια προ-καπιταλιστική δραστηριότητα, στις αρχές του 17ου αιώνα, η περίφραξη των κοινών γαιών που προκάλεσε την εξέγερση των πρώτων «Ισοπεδωτών» (Levellers) στην Αγγλία και σε μεγάλο βαθμό τις Ζακερί (αγροτικές εξεγέρσεις) στην Γαλλία, εξισώνεται κάτω από τον ίδιο ορισμό με τα σύγχρονα Κοινά. Βιοποριστικοί χώροι, φυσικοί πόροι που μπαίνουν στο στόχαστρο από τις εταιρίες (νερό, παραλίες, ποτάμια), δημόσιες υπηρεσίες (μέσα μαζικής μεταφοράς) έως αφηρημένες έννοιες, όπως γνώση και πολιτισμός, συμπεριλαμβάνοντας τελευταία και τις σύγχρονες ψηφιακές τεχνολογίες και τα ανοιχτά λογισμικά, δηλαδή κατά βάση υπηρεσίες της τεχνολογίας του κοινού, γίνονται όλα πεδία «περιφράξεων».

Για να διαπιστώσουμε τον βαθμό ισοπέδωσης που προκαλεί αυτός ο συμψηφισμός αρκεί να συγκρίνει κανείς το παρακάτω απόσπασμα από την Τρίτη Επανάσταση του Murray Bookchin με τον ορισμό Των Κοινών από τον Φατόρι.
Οι χωρικοί ζούσαν παραδοσιακά σε χωριά με έντονα αισθήματα συλλογικότητας….Οι κοινότητες εμπόδιζαν την περίφραξη των χωραφιών και απαιτούσαν την εναλλαγή της σοδειάς με διάφορους τρόπους. Η συγκομιδή θεωρούνταν συχνά κοινοτική ιδιοκτησία, και οι χωρικοί μοιράζονταν το δικαίωμα να συλλέγουν τα άχυρα που παρέμεναν μετά τον θερισμό. Τα λιβάδια φυλάσσονταν ως κοινοτικοί βοσκότοποι, όπως και τα δάση για κοινοτική υλοτομία. Τα κοινά αυτά δικαιώματα ήταν απαραίτητα για την καθημερινή επιβίωση των χωρικών“.

Murray Bookchin, Η τρίτη επανάσταση (α’ τόμος), εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Χρειάζεται ή μεγάλη φαντασία (αφαίρεση) ή ένα πολύ πωρωμένο μυαλό για να μπορέσει κανείς να διαγνώσει κάποια ιστορική σύνδεση ανάμεσα στον ζοφερό αγώνα για την επιβίωση με τους σύγχρονους -και κατά γενικής ομολογίας καλοταϊσμένους δυτικούς – «χρήστες» του διαδικτύου. Κι όμως η αφαίρεση αυτή φαίνεται να είναι αρκετά ικανοποιητική για τον David Bollier ο οποίος δεν βρίσκει καμία διαφορά ανάμεσα στους αγώνες για τα «ψηφιακά κοινά» και «τις κατσίκες των φτωχών χωρικών που στερούνταν από τα κοινά τους δικαιώματα» (Bookchin).

Μια γλωσσική παρεξήγηση

Ο ελληνικός όρος το κοινόν στην καθημερινή χρήση έχει υιοθετηθεί με μια σημασία που πέρασε στο δικό μας λεξιλόγιο περισσότερο μέσα από μια λοξή διαδρομή -ως ένα αντιδάνειο από την λατινική γλώσσα- παρά ως οργανική εξέλιξη μιας έκφρασης από τη μητρική γλώσσα στην καθημερινή επικοινωνία. Περισσότερο λοιπόν ως θύμα παρεξήγησης και ελλιπούς μετάφρασης από τα λατινικά του όρου το κοινόν που ο μεσαιωνικός άνθρωπος αδυνατούσε να κατανοήσει πλήρως για να μπορέσει να τον μεταφράσει με το πλήρες νόημα του, βρισκόμαστε σήμερα αντιμέτωποι με την έκφραση Τα Κοινά στον καθημερινό μας λόγο. ‘Όχι με την ιστορική της σημασία, αλλά μεταφράζοντας την στην κυριολεξία από μια στρεβλή μετάφραση. Μεταφράζοντας στα νέα ελληνικά από τα λατινικά μια αρχικά ελληνική έκφραση που εξαρχής μεταφράστηκε στα λατινικά με ελλιπή τρόπο.

Συνήθως για να εξηγήσουμε ετυμολογικά Τα Κοινά αναφερόμαστε στο λατινικό commun, προερχόμενο από την λατινική ρίζα -munus, που σημαίνει στα λατινικά «καθήκοντα-υποχρεώσεις» και  λόγω αυτής της ερμηνείας τονίζεται η κοινοτική/δεσμευτική εξήγηση του όρου communisme (κομμουνισμός) προερχόμενη από το communaute (κοινότητα). Η ρίζα αυτή όμως στην αρχική της χρήση σήμαινε περισσότερο τις υποχρεώσεις ιερού χαρακτήρα (munus) που πηγάζανε από τις σχέσεις που προέκυπταν από τις συναλλαγές αγαθών και τις παροχές, όπως το δώρο ή η φιλοξενία, παρά εκείνη την πολιτική διάσταση η οποία περιγράφετε στην έκφραση το κοινόν όταν την συναντάμε στα ελληνικά κείμενα, άγνωστη σε μεγάλο βαθμό στους Λατίνους μεταφραστές.

Στο Πλατωνικό Λεξικό ελληνικών και λατινικών όρων Lexicon Platonicum Sive Vocum Platonicarum Index του γερμανού φιλοσόφου Georg Friedrich Ast (1841) η απόδοση της ελληνικής λέξης κοινός γίνεται με την λατινική communis στην οποία όταν προσθέτει την κατάληξη -ον τότε το κοινός (communis) παίρνει την έκφραση το κοινόν (civitatem pertinens) το οποίο στο λεξικό των Ιστοριών του Πολύβιου (Index Græcitatis Polybianæ Sive Lexicon Polybianvm) έχει την σημασία πολιτικός και πολιτική χώρα. Βλέπουμε λοιπόν μεταξύ των δύο λεξικών του Πολύβιου και του Friedrich Ast την εξής αντιστοιχία: το κοινόν =  civitatem pertinens  =  πολιτικός. Ο Friedrich Ast αποδίδει στον όρο το κοινόν και άλλες μεταφράσεις ως omnibus patens = το υμέτερον κοινόν, ως publicus = under the influence of the people, ως το δημόσιο, ως κοινό αγαθό ή ως  from the people το, δημόσιο ως λαός, ακόμα το αναφέρει ως civitas = πολίτης αλλά και ως πολιτεία, και τέλος το αναφέρει ως communis salus = συμφέρον πάντων. Όποτε ο Friedrich Ast μεταφράζει το ελληνικό κοινός, χωρίς την κατάληξη -ον, αυτό μεταφράζεται ως «μαζί» (κοινός… υμίν ειμί) ή «δεμένος» (κοινή φιλία δια βίου) ή «ίδιος» (εκ φιλίας της κοινής αρετής). Όποτε όμως γίνεται η χρήση του με την κατάληξη -όν τότε το κοινός αλλάζει εντελώς νόημα και περιεχόμενο, γίνεται μια νέα λέξη και σημαίνει δημόσιο συμφέρον, πολιτική ιδιότητα ή πολιτικό σώμα. Ο όρος το κοινόν χρησιμοποιείται λοιπόν για να περιγράψει είτε για ένα άτομο ή για ένα σώμα μια κατεξοχήν πολιτική ιδιότητα.

Την ίσως πιο παλιά και έγκυρη έννοια της σημασίας το κοινόν βρίσκουμε στον Πλάτωνα στους Νόμους Θ’ 161, όταν διαβάζουμε: «γνώναι μεν γαρ πρώτον χαλεπόν ότι πολιτική και αληθεί τέχνη ού το ίδιον αλλά το κοινόν ανάγκη μέλειν – τό μέν γάρ κοινόν ξυνδεί, το δε ίδιον διασπά τοίς πόλοις – καί ότι ξυμφέρει το κοινω τε καί ιδίων τοίν αμφοίν, ήν τό τιθήται καλός μάλλον ή το ίδιον δεύτερον δέ» [Είναι  δύσκολο,  πράγματι,  εν  πρώτοις  να  γνωρίζει  κανείς  ότι  είναι   ανάγκη  για  την  αληθινή  πολιτική  τέχνη  να  ενδιαφέρεται,  όχι  για  το  ιδιωτικό,  αλλά  για  το  κοινό  συμφέρον  -διότι  ενώ  το  δημόσιο   συμφέρον  ενώνει   τις πόλεις,  το  ιδιωτικό τις διασπά]. Στο χωρίο αυτό του Πλάτωνα, μοναδικό μέσα στο βιβλίο των Νόμων, βρίσκουμε συγκεντρωμένες τρεις παραπλήσιες και αλληλεπικαλυπτόμενες έννοιες που έχουν να κάνουν με την λειτουργική έννοια του όρου το κοινόν τελείως διαφορετικές από εκείνες που συναντάμε στην νεοελληνική όπως κοινά αγαθά, πόρους και υπηρεσίες ή τις κοινές δεσμεύσεις που απορρέουν από το λατινικό munus. Το κοινόν στο χωρίο του Πλάτωνα είναι η «πολιτική τέχνη», το «κοινό συμφέρον» και οι «δημόσιες υποθέσεις».

Δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία. Το κοινόν είναι η πολιτική συνθήκη που συνάπτουν οι πολίτες στην συγκρότηση μιας πόλης. Είναι αυτό που συγκροτεί μια πόλη ή μια κοινότητα ατόμων σε πολιτικό σώμα και δηλώνει την σχέση των ατόμων με το σώμα αυτό. Στον ελληνικό κόσμο η έκφραση Το κοινόν υποδήλωνε τον συντακτικό χάρτη της πολιτείας.

Εξισώνοντας Τα Κοινά με Το κοινόν αυτό που αλλοιώνεται επί της ουσίας είναι η πολιτική διάσταση της έννοιας που προδίδει η έννοια Το κοινόν. Αυτό που απομένει από αυτή την αφαίρεση είναι μια κατεξοχήν κοινωνική προσέγγιση, δηλαδή κατά βάση οικονομική. Η ουσία του προβλήματος που παραθέτουμε βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την εξατομικευμένη αντίληψη του όρου Τα Κοινά. Είναι κάτι που η συλλογική του διάσταση βρίσκεται στην ποσοτική του έκταση, ως κάτι δηλαδή που απολαμβάνει ο καθένας ξεχωριστά στην ατομική του υπόσταση και όλοι μαζί ταυτόχρονα. Αυτή όμως η έννοια Των Κοινών δεν δημιουργεί ενότητα αλλά μαζικότητα. Αδυνατεί να μιλήσει για την πολιτική διακυβέρνηση του αγαθού και το αντιλαμβάνεται περισσότερο μέσα από την κοινωνική του διαχείριση. Ο όρος Το κοινόν είναι ακριβώς το αντίθετο πράγμα. Είναι η άρνηση του ιδιωτικού προς όφελος του πολιτικού.

Αντιπαραθέτοντας την πολιτική διακυβέρνηση, που προωθεί ο ορισμός Το κοινόν, στην κοινωνική διαχείριση που αντανακλά η έννοια που έχει πάρει σήμερα η συζήτηση για Τα Κοινά αντιπαραθέτουμε δυο εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές αντιλήψεις. Η πρώτη αναζητάει την κοινή αναγνώριση μέσα σε ένα αυτοκυβερνώμενο πολιτικό οργανισμό. Η δεύτερη την κοινή συμβίωση μέσα σε ένα περιβάλλον υπηρεσιών και προσφορών. Η επιλογή της δεύτερης αντίληψης από τους ακαδημαϊκούς ακτιβιστές εξηγεί και την αδυναμία ή την αδιαφορία τους να επεξεργαστούν και να προτάξουν θέσεις για την πολιτική συγκρότηση των σύγχρονων κινημάτων, ενώ αυτά εξακολουθούν και λιμνάζουν στα απόνερα της κοινωνικής διαμαρτυρίας, της αντίστασης και της μερικότητας και γίνονται μοιραία τόσο εύκολοι στόχοι-αφού τα ίδια αρνούνται να εξελιχθούν σε πολιτικές προτάσεις- των κοινοβουλευτικών κομμάτων.

Τα Κοινά στην κοινωνική τους διάσταση είναι πρωτίστως μια συζήτηση που αφορά το ποιός θα μας κυβερνά και με ποιό τρόπο.

 http://www.respublica.gr

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

21 Φλεβάρη 1965 δολοφονείται ο ηγέτης για τα δικαιώματα των αφροαμερικανών Μαλκολμ Χ

Γράφει η Αργυρώ Κραββαρίτη


21/02/1965 Δολοφονείται στη Νέα Υόρκη ο ηγέτης Μάλκολμ Χ (πραγματικό όνομα: Μάλκολμ Λιτλ), ο οποίος υπήρξε μια από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του αγώνα για τα δικαιώματα των αφροαμερικανών στις ΗΠΑ

O Μάλκομ Χ υπήρξε ο φλογερότερος ηγέτης του κινήματος των μαύρων στις ΗΠΑ στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Εξέφρασε, ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, την οργή, τον αγώνα και τις προσδοκίες των Αφροαμερικανών.

Από μικρός στους δρόμους του Χάρλεμ, ζυμώθηκε με τον κόσμο του, έζησε στο πετσί του την παρανομία και εγκληματικότητα, μαζί με την ατμόσφαιρα της τζαζ σκηνής, για να καταλήξει στη φυλακή για ένοπλη ληστεία. Εκεί ασπάστηκε το μουσουλμανισμό, ενώ όταν αποφυλακίστηκε εντάχτηκε στο Έθνος του Ισλάμ εκφράζοντας τον ανυποχώρητο και ασυμβίβαστο αγώνα ενάντια στο ρατσισμό των λευκών. Αργότερα ήρθε σε ρήξη με την ηγεσία των Μαύρων Μουσουλμάνων και, ύστερα από το προσκύνημα του στη Μέκκα, άρχιζε να ενστερνίζεται μια ανθρωπιστική και πιο «ανοιχτή», αλλά πάντα αγωνιστική, αντίληψη για το Ισλάμ. Πέθανε δολοφονημένος κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο Χάρλεμ στις 21 Φεβρουαρίου 1965.