ΑΚΟΝΙΣΤΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ, ΝΑ ΣΦΑΞΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Εάν δεν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τα μάτια σας για να βλέπετε, τότε θα τα χρειαστείτε για να κλάψετε


Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

The Greek election could be the start of a European spring

ΠΗΓΗ: Guardian
του Κ. Δουζίνα
Sunday may be the first day of a European spring. In the French election a victory for François Hollande, a socialist who has rejected the fiscal pact, would be the first challenge to the policies Angela Merkel and EU technocrats have imposed on Europe. B ut the result of the Greek elections may have even greater symbolic significance.
The first act of the ongoing Greek tragedy ended last November, with the resignation of the Papandreou government. Popular opposition to austerity – along with Merkel's and Nicolas Sarkozy's fear of a Greek referendum on euro membership – brought him down. The Greek elections will mark the end of the second act, with a cast of dominant parties and politicians exiting, stage right.
The caretaker government, led by Lucas Papademos, is a coalition ofPasok and New Democracy, the dynastic parties which have ruled Greece for 40 years and brought it to its present predicament. Their election campaigns have brought surrealism to the hustings. The overwhelming rejection by the Greek people of the IMF-EU measures has forced the two governing parties to argue against the very policies they themselves ushered in and are still implementing. Imagine if not a few but every Lib-Dem and Tory politician were to campaign against coalition policies.

The opinion polls are disastrous for both parties (New Democracy has about 20% of the vote while Pasok has fallen from 44% in 2009 to about 15% at the last count). Despite the fact that the electoral system offers an astounding 50-seat bonus to the party with the most votes, it seems that no single party will have a working majority in the next parliament.
The only way the two formerly great parties can continue their austerity measures, as commanded by Berlin and Brussels, will be to form another coalition government – if they can manage to scrape together the requisite 151 seats between them. The campaign has been characterised by a desperate attempts to promote nonexistent differences and by vitriolic attacks on each other; but the reality is that these two formerly great parties are more dependent on one another than ever.
Part of this picture – its most worrying aspect – is the rush to the right by mainstream politicians who, imitating Sarkozy, compete to display their nationalist credentials. Coalition ministers Michalis Chrysochoidis and Andreas Loverdos have spread panic about immigrants as criminals and carriers of infectious diseases, and have set up detention camps in order to contain this "threat". Amnesty International has called the idea deeply alarming and discriminatory". Meanwhile Athens' Mayor Kaminis has, with Chrysochoidis, organised campaigns to "cleanse" the city of migrants, while the coalition plans an anti-immigration wall on the Greco-Turkish border.
This attempt to mobilise the politics of fear is risky. It plays into the hands of the far right and might well see the openly extremist Golden Dawn party, which organises violent attacks on migrants, entering parliament – a bitter irony for the country that had the most successful resistance against Nazi occupation in Europe.
The entire system of power in Greece is on the edge of nervous breakdown, and the dangers from the far right are all too evident. But the fall of the Greek elites could yet be the beginning of a quite different third act, one which would bring the Greek tragedy to a cathartic close.
The New Democracy party is likely to come first on Sunday, scooping up the 50-seat bonus; Pasok will probably come second. However, the radical left party, Syriza, expects to come third. This could make things interesting. Under Greece's constitution, Syriza, as the third party, will be asked to form a government if the first two parties can't because they have fewer than 150 MPs between them.
The charismatic young leader of Syriza, Alexis Tsipras, has promised to cancel the austerity package and negotiate a debt reduction programme, placing growth and EU reform at the heart of the party's manifesto. He also proposes a coalition government of left parties, supported by popular mobilisation.
This is possible. Taken as a whole, the anti-austerity vote is the largest, with the three left parties – Syriza, the Communists and the Democratic Left – jointly polling at about 40%. If the winning parties cannot form a government, Tsipras will invite them, along with the greens and anti-austerity elements on the centre right, to join forces to ensure that austerity is mitigated. This is the first time a radical left government has been seriously on the cards in Europe. However, Tsipras has a problem: both the Communists and the Democratic Left reject such a proposal. Indeed, the Communist leadership has turned Syriza into its main target. The Democratic Left, meanwhile, supports the EU uncritically.
But the tectonic plates of society and politics are shifting. The many thousands who filled Syntagma and other squares last year were a leaderless movement without party or common ideology. Seasoned trade unionists and militants acted alongside first-time dissidents and protesters to change politics. They now have the chance to supplement their version of direct democracy and social solidarity with parliamentary representation. The election on Sunday could see not only the collapse of the political elite but also a redrawing of the political map, with the left replacing Pasok.
Post-civil war Greece exiled, imprisoned and persecuted the left, confining its parties to symbolic and ineffective opposition. This period is now coming to an end. A new hegemonic bloc combining the defence of life, democracy and independence is bringing together people who historically found themselves on opposing sides.
As the popular anti-austerity feeling turns from the negation of "enough" to a radical governmental proposal, a new democratic model is emerging, and with it a historic opportunity. If 6 May leads to a French socialist president and a strong result for the Greek left, the scent of spring will travel from Paris to Athens. This weekend, the French and the Greeks are voting not just for their own countries but for the future of Europe.

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Ένα ντιμπέιτ για τη ριζοσπαστική Αριστερά


Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ στη Β΄ Αθήνας, και ο Παναγιώτης Σωτήρης, υποψήφιος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη Β΄ Αθήνας, συζητούν για την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ελλάδα και την Ευρώπη, την κρίση του ευρώ και το στόχο της συγκρότησης μιας κυβέρνησης της Αριστεράς. Βίντεο-σκηνοθεσία: Άγγελος Καλοδούκας.

Αποχή, επανάσταση, αυτοκυβέρνηση

Από την  Εκκεντρική Υποτροπή διαρκούς αμφισβήτησης

Προς την επανανοηματοδότηση της πολιτικής και της ζωής
1
Σε αυτή την κοινωνία όπου, όπως είναι γνωστό, η αυτοκτονία προοδεύει, οι ειδικοί αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν ενοχλημένοι ότι είχε πέσει σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα το Μάη του 1968. Εκείνη η άνοιξη αξίωσε επίσης έναν όμορφο ουρανό – χωρίς να ανέλθει με σαφήνεια σε αυτόν κατά τη διάρκεια της εφόδου –, καθώς αρκετά αυτοκίνητα πυρπολήθηκαν και όλα τα υπόλοιπα δεν είχαν τη βενζίνη που χρειάζονταν για να μολύνουν. Όταν βρέχει, όταν υπάρχουν τεχνητά σύννεφα πάνω από το Παρίσι, μην ξεχνάτε ποτέ ότι υπαίτια είναι η εξουσία. Η αλλοτριωμένη βιομηχανική παραγωγή προκαλεί τη βροχή.
Η επανάσταση ομορφαίνει τον καιρό.
Γκυ Ντεμπόρ
Την ώρα που ο καπιταλισμός κάνει ό,τι μπορεί για να δείξει το δρόμο προς τη βαρβαρότητα που χαράσσουν τα αδιέξοδά του, η κοινωνία καλείται να διαλύσει όλους τους μύθους με τους οποίους ζούσε, να οραματιστεί ένα εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο για την πολιτική, να προχωρήσει σε μια ριζική αλλαγή του τρόπου θέσμισης. Πάνω στα συντρίμμια της κατάρρευσης των παραμυθιών του καταναλωτισμού είναι στο χέρι της να χτίσει η ίδια καινούργιες αξίες και θεσμούς. Στις μέρες που έρχονται, ό,τι επαναστατικό προκύψει δε θα γίνει στο όνομα των ανθρώπων αλλά θα είναι προϊόν και δημιουργία των ίδιων των ανθρώπων…
Πολιτική ομάδα για την Αυτονομία

Μερικές μόνο εβδομάδες του ψευδο-κυκλικού χρόνου ήταν αρκετές για να επαναφέρουν με αμείωτη ένταση τον προβληματισμό που υιοθετούσαμε, λίγες ημέρες μετά τα εξεγερσιακά γεγονότα της 12ης Φλεβάρη, λέγοντας: «Ο νέος κόσμος που αναδύεται μπροστά μας, είτε θα συντίθεται από το θέαμα μιας γενικευμένης καταστροφής, που θα περιμένει παθητικά από τους κυρίαρχους νεοσοσιαλδημοκρατικές κατασκευασμένες (και όχι δημιουργηθείσες από τα κάτω) “λύσεις”, είτε θα αποτελεί την άνευ όρων κοινωνική δημιουργία, μέσα από μια πανσπερμία ιδεών, ονείρων, προθέσεων και επιθυμιών». Η τελευταία συλλογική κινητοποίηση, αποτέλεσε ένα ακόμη κοινωνικό ξέσπασμα, το οποίο διατάραξε δυναμικά την κανονικότητα, αλλά μόνο προσωρινά και προκειμένου να την επαναφέρει εκ νέου στο προσκήνιο, ακόμα πιο ζοφερή. Παρ’ όλα αυτά, ένα κίνημα έκρηξης, στο βαθμό που δεν αποτελεί -ταυτόχρονα- και κίνημα δημιουργίας, αδυνατεί να αναγγείλει το μόνο δυνατό ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό: την έλευση μιας αυτόνομης κοινωνίας που αναλαμβάνει η ίδια την αυτοκυβέρνησή της.
Η επιστροφή στην απάθεια
Στην πιο αξιοθρήνητη κατάληξή της, η σημερινή κοινωνία εισέρχεται στο βασίλειο της απελπισίας χωρίς να είναι ικανή να μετουσιώσει την άρνηση του υπάρχοντος σε μια δημιουργική κατάφαση και σ’ ένα νέο πολιτικό πρόταγμα που θα αποβλέπει στη γενικευμένη αυτοδιεύθυνση της ζωής. Ο σύγχρονος μηδενισμός υφαίνει, πλέον, ένα σημασιολογικό ιστό από τον οποίο απουσιάζει κραυγαλέα το σπέρμα του θετικού: η καθολική άρνηση της υφιστάμενης πραγματικότητας (που αποτελεί το σημείο σύγκλισης ολόκληρης της κοινωνίας) παραμένει αδύναμη και ανεπαρκής μπροστά στην πρόκληση για μια νέα κοινωνική δημιουργία που θα επικύρωνε το τέλος του κόσμου με τη μορφή που έως σήμερα τον γνωρίζαμε. Αυτή η αδυναμία είναι στον πυρήνα της αδυναμία συγκρότησης συλλογικών απαντήσεων στα κρίσιμα ερωτήματα που η πραγματικότητα δημιουργεί, και είναι αυτή που με τη σειρά της οδηγεί στην εκ νέου απόσυρση της κοινωνίας στη σφαίρα της ιδιώτευσης, ύστερα από μια εντεινόμενη προσπάθεια επανοικιοποίησης του δημόσιου χώρου.
Αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με τον άνευ προηγουμένου φόβο των κυρίαρχων, επιτρέπει στα παλιά ψευδο-διλήμματα να επιστρέφουν καλπάζοντα, υπερασπιζόμενα το σημερινό εφιάλτη, με τη δικαιολογία της επιδείνωσής του. Με άλλα λόγια, η απουσία ενός ισχυρού -και ανάλογου των «πλατειών»- δημοκρατικού κινήματος, το οποίο θα είχε τον κυρίαρχο λόγο στην πολιτική ζωή, αφήνει στην εξουσία το πεδίο ελεύθερο προκειμένου να κατασκευάσει μια σειρά από διλήμματα, τα οποία υποτίθεται ότι μας αφορούν: ευρώ ή δραχμή, δεξιά ή αριστερά, συμμετοχή ή αποχή κ.ο.κ.. Αυτά τα διλήμματα είναι στην πραγματικότητα τόσο καλοπροαίρετα και τίμια, όσο κι ένας φιλελεύθερος που μιλάει για δημοκρατία – δηλαδή καθόλου! Κυρίως, όμως, τοποθετούν στο περιθώριο τα πραγματικά ερωτήματα, με το άλλοθι της επιδείνωσης της σημερινής κατάστασης στην περίπτωση που διερωτηθούμε σε μεγαλύτερο βάθος, και στην περίπτωση που επιδιώξουμε ριζικότερους κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς.
2
Οι εκλογές αποτελούν την πιο κραυγαλέα απόδειξη του πολιτικού αδιεξόδου, στο βαθμό που είναι σε όλους γνωστό ότι δεν πρόκειται να αλλάξουν απολύτως τίποτα, πέρα από το να συγκαλύψουν τις ουσιαστικές πτυχές των ζητημάτων που μας αφορούν, και τα συνεπαγόμενα ερωτήματα που αυτά δημιουργούν. Ταυτόχρονα, συνιστούν και την καλύτερη ευκαιρία εκτόνωσης -με ατελέσφορο τρόπο- της γενικευμένης οργής που χαρακτηρίζει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Είτε το πετύχουν, είτε όχι, το μόνο σίγουρο είναι ένα: η 7η Μάη θα είναι η ημερομηνία εκκίνησης ενός νέου γύρου αντεπίθεσης των αφεντικών, ο οποίος, μάλιστα, δεν προβλέπεται να έχει τέλος όσο η κοινωνική αδράνεια παρατείνεται.
Είναι προφανές, τουλάχιστον σε όσους αισθάνονται ώριμοι πολιτικά, ότι το εκλογικό πανηγύρι, που κατά σύμπτωση έρχεται ακριβώς δύο χρόνια (και μία ημέρα) μετά την 5η Μάη του 2010, συνιστά από τη φύση του ένα άνευ πολιτικής σημασίας ζήτημα. Η αληθινή πολιτική αναδύεται μαζί με την αμφισβήτηση της κοινωνικής θέσμισης, στην προσπάθεια που καταβάλει η κοινωνία προκειμένου να μετασχηματίσει την τελευταία. Από την άλλη, κάθε αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης, επειδή ακριβώς δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, είναι βαθιά συντηρητικό, μέσα σε μια κοινωνία της οποίας οι συνθήκες είναι συνεχώς μεταβαλλόμενες. Με αυτή την έννοια, οι εκλογές συνιστούν την ομαλή επικύρωση και την πολιτική νομιμοποίηση της ίδιας θέσμισης. Ο κοινοβουλευτισμός συνιστά το επιστέγασμα και την κατοχύρωση του φιλελευθερισμού και του «ορθολογικού» φαντασιακού, μιας και ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως αυτοφυές ον και ορθολογικός παίκτης, και μέσω της διαδικασίας των εκλογών καλείται να διαλέξει μεταξύ περιορισμένων επιλογών προκειμένου -ωφελιμιστικά σκεπτόμενος- να μεγιστοποιήσει το ατομικό του συμφέρον. Εξαιτίας αυτής της αντίληψης που είναι βαθιά ενσαρκωμένη μέσα στους υποστηρικτές του κοινοβουλευτισμού –είτε σ’ αυτούς που θεωρούν τον κοινοβουλευτισμό ως την ύψιστη στιγμή της άσκησης της κυριαρχίας του λαού, είτε σ’ αυτούς που τον βλέπουν, μεταξύ άλλων, ως ένα απλό μέσο πάλης– η προεκλογική περίοδος, κατά περίεργο τρόπο και μέσω της βοήθειας του Θεάματος και των πύρινων λόγων των επαγγελματιών της πολιτικής, οδηγεί στη απόκρυψη αρκετών δεδομένων. Έτσι, και ενώ ένας ολόκληρος λαός επί τέσσερα χρόνια διαμαρτύρεται για διαφθορά, νοθεία, πελατοκρατία, πολιτικάντικες μανούβρες και θεωρεί δεδομένα αυτά τα φαινόμενα ως την καθημερινότητα της πολιτικής πραγματικότητας του τόπου, ξαφνικά αποκτά την ψευδαίσθηση πώς είναι κυρίαρχος, πώς κατά την εκλογική διαδικασία, ως δια μαγείας, θα εξαφανιστούν αυτά τα φαινόμενα, και υπό ένα καθεστώς απόλυτου ορθολογισμού και νηφαλιότητας θα κληθούμε να αλλάξουμε τις καταστάσεις (δια της ψήφου)! Αλλά, ακόμα και αν η αφέλειά μας φτάσει στα επίπεδα να πιστέψουμε τις προεκλογικές εξαγγελίες, και δούμε τις εκλογές ως τη μετουσίωση της κυριαρχίας μας επί των πολιτικών κομμάτων, ποιος εγγυάται την αντιστοιχία μεταξύ προεκλογικής εξαγγελίας και μετεκλογικής εφαρμογής των πολιτικών προγραμμάτων;
Είναι εμφανές ότι δεν υπάρχει καμιάς μορφής κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ της θεσμισμένης εξουσίας και της κοινωνίας, για την τήρηση των εξαγγελιών της πρώτης. Καμία αρχή δεν υποχρεώνει τους κυβερνώντες να είναι συνεπείς στις εξαγγελίες τους. Κανένας δεν τους ελέγχει, κανένας δεν μπορεί να τους ανακαλέσει από την ασυλία που λαμβάνουν. Οι πολιτικοί είναι αποκομμένοι από την κοινωνική πραγματικότητα και ούτε οι εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, που ανά τακτά χρονικά διαστήματα κατακλύζουν τους δρόμους, δεν τους παρακινούν στο να στρέψουν το βλέμμα τους προς την κοινωνία και να μεταβούν στην πιο έντιμη πράξη που θα μπορούσαν στα ιστορικά: τη συλλογική παραίτηση και την πραγματικά δημοκρατική αναθεώρηση του υπάρχοντος. Τούτων λεχθέντων, οι εκλογές είναι εκ προοιμίου ανίκανες να αλλάξουν ριζικά την κοινωνική πραγματικότητα και να αναστείλουν τη συνθήκη βάσει της οποίας η ζωή μας θα εξακολουθήσει να υποβαθμίζεται με αμείωτο ρυθμό.
3
Οι κοιμισμένοι είναι εργάτες και συνεργοί σε όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο
Ηράκλειτος

Η αληθινή πολιτική υποχωρεί, πλέον, προκειμένου να παραχωρήσει τη θέση της σε μια συζήτηση με θέματα εκ των προτέρων δοσμένα· στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης είναι το ποιος θα διαχειριστεί τις ζωές μας. Κανείς όμως δεν μας απάντησε στο εξής απλό ερώτημα: Γιατί θέλετε να διαχειριστείτε για λογαριασμό μας τις ζωές μας;
Πρέπει να αρνηθούμε με εκκωφαντικό τρόπο το στημένο παιχνίδι της εξουσίας· πρέπει να αρνηθούμε τους ίδιους τους ρόλους που μας έχουν δώσει. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προκρίνουμε την αποχή, όχι ως απολιτίκ αγανάκτηση, αλλά ως έμπρακτη απόδειξη της πολιτικής μας ωριμότητας και της ικανότητάς μας να δηλώσουμε ρητά ότι δεν είμαστε ανήλικοι πολιτικά, προκειμένου να χρειαζόμαστε προστάτες, ιδιοκτήτες και αφεντικά που θα ορίζουν στο όνομά μας το τι απαγορεύεται και το τι όχι. Σ’ αυτή την κοινωνία, η οποία, παρόλο που προσπαθεί να αναζητήσει διεξόδους από την κανονικότητα της οικονομικής κρίσης, το πράττει με πολιτικά «καθυστερημένο» τρόπο, χρειάζεται να βρούμε τους τρόπους εκείνους που θα μας φέρουν στη συλλογική πολιτική ενηλικίωση, συνθήκη που θα μας επιτρέψει να μη χρειαζόμαστε «σωτήρες» στους οποίους θα εκχωρούμε τις ζωές μας. Και αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη των εμπορευμάτων θα πρέπει να δώσει τη θέση της στην ανάπτυξη των ανθρώπων και της επαναστατικής πρακτικής, της συνείδησης και της κριτικής αμφισβήτησης, της φιλοσοφίας και του αναστοχασμού, του πολιτικού πράττειν και της ολοκληρωμένης φαντασίας, που θα συγκροτήσουν μια ενιαία πανανθρώπινη και πολιτικά ώριμη κοινότητα, ικανή να αποφασίζει η ίδια για τον εαυτό της, όπως το κάνει ούτως ή άλλως και σήμερα, κατά υπόρρητο και ασυνείδητο όμως τρόπο.
Η ψήφος δεν είναι παρά το κάρβουνο που θα επανεκκινήσει τη μηχανή, μια μηχανή που όσο καλής ποιότητας κάρβουνο και αν της εισάγουμε θα βγάλει τους ίδιους ρύπους και θα πνίγει στα ίδια επίπεδα τον αέρα που αναπνέουμε και τον ήλιο που δεν θα μπορούμε να δούμε εξαιτίας του θολού τοπίου. Αντί να προσπαθούμε να αναπαράγουμε το παρελθόν, ας επιλέξουμε να έρθουμε από το μέλλον: να ψηφίσουμε τον Κανέναν, γιατί κανένας δεν ενδιαφέρεται για τις ζωές μας πραγματικά, και γιατί κανένας δεν μπορεί να μας εκπροσωπήσει καλύτερα από τους εαυτούς μας και την αυθεντικότητα των λόγων και των πράξεών μας.
4
Στη φάση που βρίσκεται ο καπιταλισμός, ερχόμαστε μπροστά σε μια πρωτοφανή κατάσταση. Όπως σωστά το τόνιζε η Πολιτική ομάδα για την Αυτονομία, «το δίλημμα «επανάσταση ή μεταρρύθμιση» δεν τίθεται πλέον: ή το κοινωνικό καθεστώς που επιβάλλει ο σύγχρονος καπιταλισμός θα ανατραπεί συνολικά ή θα παραμείνουμε στην υπάρχουσα κατάσταση, βλέποντας τον καπιταλισμό να βυθίζεται μέσα στις αντιφάσεις και τους ανορθολογισμούς του, τώρα που δεν αντιμετωπίζει κάποιο ανταγωνιστικό προς αυτόν κοινωνικό κίνημα». Από την άποψη αυτή, και αν πρέπει να τεθεί κάποιο δίλημμα ως απάντηση στους μανιχαϊσμούς της εξουσίας, αυτό είναι ένα και αμείλικτο:

ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ή ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

Το διακύβευμα της εκλογικής διαδικασίας δεν είναι παρά η εκχώρηση της κυβερνητικής εξουσίας σε κάποιο κόμμα (ή συνασπισμό κομμάτων). Ωστόσο, το ζήτημα του περιεχομένου της κυβερνητικής εξουσίας δεν τίθεται καν από τις υποψήφιες κομματικές γραφειοκρατίες – αυτό που τίθεται είναι μόνο η μορφή της. Στον σύγχρονο καπιταλισμό, η κυβερνητική εξουσία δεν είναι παρά το Κράτος, δηλαδή ένας θεσμός διαχωρισμένος από την κοινωνία που ασκεί κυριαρχία στο σύνολο της καθημερινότητας των ανθρώπων. Και αυτό διότι τα κόμματα, μόνο βάσει του διαχωρισμού και της κυριαρχίας μπορούν να ασκήσουν και να εφαρμόσουν το πολιτικό τους πρόγραμμα. Λέξεις όπως ισότητα, ισηγορία, αμφισβήτηση τους είναι άγνωστες. Από το σύνολο των πολιτικών κομμάτων απουσιάζει η αντίληψη μιας μη-κρατικής (άρα και μη ιεραρχικής και κυριαρχικής) οργάνωσης της κοινωνίας, δηλαδή ένα είδος οργάνωσης εντός του οποίου οι κοινωνίες λειτουργούσαν επί χιλιετηρίδες και έχουν δώσει όλα όσα κατά τ’ άλλα υπερηφανεύεται ο μέσος μεταμοντέρνος άνθρωπος των ημερών, όπως η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, οι αναγεννησιακές πόλεις, η περίοδος των γαλλικών sections κατά τη γαλλική επανάσταση και ο πολιτιστικός μετασχηματισμός της περιόδου εκείνης, τα εργατικά συμβούλια ή το περίφημο «Πολυτεχνείο», όπου το αντιδικτατορικό κίνημα λειτουργούσε κάτω από τις αρχές της αυτονομίας και της άμεσης δημοκρατίας (πράγμα που κανένας Κούλογλου δεν θα δημοσιοποιήσει ποτέ και σε κανένα ρεπορτάζ του, μιας και προέχει το χτίσιμο της «αντιδικτατορικής» προσωπικότητας των σημερινών πολιτικών περσόνων).
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η προκαθορισμένη συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα του ποιος θα γίνει ο νέος μας αφέντης – και μόνο! Και αυτή η λογική επεκτείνεται από το νεοφιλελεύθερων καταβολών μπλοκ (μνημονιακό και αντιμνημονιακό), το οποίο ασκεί συνεχή κριτική στο ίδιο το Κράτος και σε διάφορες πτυχές του κρατικού μηχανισμού. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια εκ των έσω κριτική στην Πατρική φιγούρα του Κράτους, και κυρίως στα κεϋνσιανά του στοιχεία τα οποία κατοχύρωναν κάποια ανταλλάγματα από πλευράς των κυριάρχων που προέκυπταν από την καταναγκαστική φορολόγηση των υπηκόων. Τέτοια στοιχεία είναι διαφόρων ειδών κρατικές παροχές, όπως η παιδεία, οι μετακινήσεις, η περίθαλψη κ.λπ., τα οποία αν και παρουσιάζονταν μέσω της προπαγάνδας ως δωρεάν, ο κάθε κάτοικος προπλήρωνε την κατασκευή και διατήρησή τους μέσω των φόρων.
Το νεοφιλελεύθερο μπλοκ, έχοντας τη λογική πώς το Κράτος δεν είναι παρά μια επιχείρηση η οποία υφίσταται κακοδιαχείριση, αποπειράται να ελαχιστοποιήσει το ρόλο του Κράτους σε ένα νομικό υποκείμενο που απλώς οφείλει να εγγυηθεί τη διατήρηση και αναπαραγωγή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και της κουλτούρας της κατανάλωσης. Έχοντας ενσαρκώσει το νεοφιλελεύθερο φαντασιακό, το συγκεκριμένο μπλοκ κομμάτων (τα οποία επεκτείνονται από το σοσιαλ-φιλελευθερισμό, μέχρι τη λαϊκή δεξιά και το ακροδεξιό σκυλολόι) απλώς αντιλαμβάνεται το ίδιο το Κράτος, που κατά τ’ άλλα μας ζητά τη συναίνεση μέσω της ψήφου προκειμένου να διαχειριστεί, ως κάτι ανταγωνιστικό προς τις Αγορές, άρα και εχθρικό προς τις ελίτ του (καζινοποιημένου) καπιταλισμού. Μάλιστα, η δυνάμει -δια της ενοικίασης- εμπορευματοποίηση των δυνάμεων καταστολής, προϊδεάζει πώς το μονοπώλιο της βίας του Κράτους (Weber) παύει να είναι απλώς ένα μέσο για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης, δηλαδή της ελεύθερης κίνησης της εμπορευματικής κουλτούρας (και της κουλτούρας του εμπορεύματος κατά τον Baudrillard) και των υπερασπιστών της, η οποία διατήρηση αναφερόταν ως η επακόλουθη αντιμετώπιση επιτελεσμένων πρακτικών από πλευράς κοινωνίας, και καταλήγει να είναι ένα μέσο πρόληψης από τις ενδεχόμενες επιθέσεις μιας πεινασμένης κοινωνίας προς τους ναούς της κατανάλωσης. Εν κατακλείδι: μην απορήσετε αν δείτε κάποια μέρα έξω από supermarket ή shopping malls ενοικιασμένους μπάτσους να προστατεύουν τα εμπορεύματα.
Από την άλλη πλευρά, το μπλοκ των ολοκληρωτικών καταβολών, αναπαράγοντας την κασέτα των ιδεολογιών του μεσοπολέμου, σκοπεύει απλώς στην επανίδρυση ενός κρατικού καπιταλισμού (αυτό που ο Καστοριάδης δικαίως ονόμαζε «ολοκληρωτικό γραφειοκρατικό καπιταλισμό»), ο οποίος πέρα από εξοντωτική και τιμωρητική εργασία, εγγυάται και στρατόπεδα συγκέντρωσης αντιφρονούντων και γενικότερα όσων μοιάζουν «εχθροί» του καθεστώτος, ψυχιατρεία και λοβοτομές, πογκρόμ και μαζικές εκτελέσεις. Αυτοί οι πολιτικά ηλίθιοι, γαλανόλευκοι ή κόκκινοι (αριστεροί ή αριστεριστές), που σκοπεύουν να εξοντώσουν ό,τι δεν τους μοιάζει, παρουσιάζονται ως «κριτικές» φωνές ή ψήφοι διαμαρτυρίας. Τέλος, η εύπλαστη γλώσσα του οπορτουνισμού της μεταρρυθμιστικής αριστεράς, η οποία επιστράτευσε μέχρι και έναν φτηνό εθνικιστικό λόγο προκειμένου να προσελκύσει πελατεία, αν μη τι άλλο μόνο απέχθεια μπορεί να προκαλέσει σε ανθρώπους που επιθυμούν να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους∙ επιπρόσθετα, αυτοί και αυτές που έχουν λίγο πιο ισχυρή μνήμη θυμούνται τις μεθοδεύσεις αυτών των γραφειοκρατιών στο ξέσπασμα των «πλατειών» και τις απόπειρες χειραγώγησης του πλήθους, ώστε να μην ξεφύγει «απ’ τη γραμμή» και αρχίσει να απαιτεί δημοκρατική και οριζόντια οργάνωση της κοινωνίας, πράγμα που συνεπάγεται την καταστροφή του ιεραρχικού Κράτους και του ρόλου ύπαρξης τους ως διασπαστές των κοινωνικών δεσμών. Διαμηνύουμε ρητά προς τις κόκκινες, κοκκινοπράσινες και πράσινες γραφειοκρατίες που ξαφνικά θυμήθηκαν την κοινωνία ότι είμαστε όλοι και όλες «προβοκάτορες» του συστήματός σας.

5
Όταν δεν μπορεί κανείς να ορίσει τον εαυτό του
θετικά, τον ορίζει με το μίσος προς τον άλλο…

Στην πιο άγρια εκδοχή της, η κρίση που κλυδωνίζει τον κόσμο προβάλλει σε όλα τα επίπεδα (ανθρωπολογικό, πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και οικολογικό) της δημόσιας ζωής, και στην ολότητά του το υπαρξιακό ερώτημα του πώς θα συνεχίσουμε να ζούμε. Αναδεικνύει, έτσι, το σημερινό ανθρωπολογικό πρόβλημα: κανείς και ποτέ δεν φαίνεται ικανός να κάνει μία διαυγασμένη κριτική που θα έχει απεμπλακεί από ιδεολογικοποιημένα (άρα και δογματικά) εργαλεία σκέψης, και η οποία δεν θα ασχολείται με μια μόνο πτυχή του όλου, αλλά με το σύνολο της κοινωνικής πραγματικότητας. Υπό αυτή την έννοια, για τους νέους φιλελεύθερους η μόνη υπαίτια για τη σημερινή κατάσταση είναι η κοινωνία, με ανάλογο τρόπο που για την αριστερή και αριστερίστικη θεολογία οι μόνοι υπεύθυνοι για τη σημερινή κατάσταση είναι οι πολιτικοί που κυβέρνησαν τα τελευταία χρόνια. Κι έτσι, αυτός ο γενικής χρήσης ντετερμινισμός των αριστερών θεολόγων, θεωρεί ότι οι άνθρωποι ενσαρκώνουν εκ γενετής τους ρόλους που έχουν μέσα στην κοινωνία, χωρίς να διαμορφώνονται από τους θεσμούς που συναντούν κατά τη διάρκεια της κοινωνικοποίησής τους! Από την άλλη πλευρά, η νέα δεξιά που συγκροτείται στην ελλάδα, πιο εθνικιστική και πιο συντηρητική από ποτέ, θεωρεί υπεύθυνους για τη σημερινή κατάσταση τους -δήθεν- προδότες πολιτικούς (οι οποίοι, ωστόσο, στην πραγματικότητα δεν πρόδωσαν κανέναν – απλώς υλοποίησαν το έργο τους με τον καλύτερο -για τα αφεντικά- δυνατό τρόπο). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η μονοθεματικότητα της ανάλυσης οδηγεί σε αυτά τα αυθαίρετα αξιώματα που αντιμετωπίζουν τον άλλο σαν μοναδικό υπαίτιο για το πρόβλημα. Όμως το πρόβλημα δεν είναι των προσώπων, αλλά των θεσμών και των ρόλων που οι τελευταίοι δημιουργούν στα άτομα, μέσα στην ταξική κοινωνία. Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, είναι στον τύπο της θέσμισης, της ολιγαρχικής, δηλαδή, διαχείρισης της πολιτικής και του καπιταλιστικού φαντασιακού που ενσαρκώνεται μέχρι τα βαθύτερα στρώματα του Είναι της κοινωνίας. Η βασικότερη συνιστώσα αυτής της στρεβλής ανάγνωσης της πραγματικότητας, είναι η -δήθεν- ανάδυση ενός κινδύνου εκφασισμού της κοινωνίας, που στην πραγματικότητα αποτελεί την κοινωνιοποίηση του φασισμού, από τους ίδιους τους εχθρούς του.
Έτσι, τον τελευταίο καιρό και λόγω της κινηματικής και προταγματικής δυσπραγίας στο δημόσιο χώρο, αρχίζει να επενδύεται μια συζήτηση γύρω από το ζήτημα της ανόδου των ποσοστών ενός φασιστικού κόμματος. Η συζήτηση αυτή έχει πολλαπλούς πομπούς και δέκτες ταυτοχρόνως. Από τους πάσης φύσεως νεοφιλελεύθερους ιδεολόγους, τις αριστερές και αριστερίστικες γραφειοκρατίες, ημιεγγράμματους ακροδεξιούς, αντιφασιστικές συλλογικότητες αλλά και κόσμο που απλώς εκφράζει την αγανάκτηση του για τον «ερχομό του φασισμού». Παρόλα αυτά, ο διεξαγόμενος διάλογος δεν ξεφεύγει ποτέ από τα όρια του Θεάματος, όπως είναι η τηλεόραση ή τα κοινωνικά δίκτυα. Είναι προφανές ότι από την πλευρά αυτών που κυριαρχούν πάνω στις ζωές μας, δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε κάτι διαφορετικό από την κατασκευή ενός ακόμα διαχωρισμού, ο οποίος θα αποτρέψει το κύκνειο άσμα του κοινοβουλευτισμού. Ωστόσο, η κατάρρευση των διαχωρισμών μεταξύ δεξιάς και αριστεράς έχει συντελεστεί εδώ και αρκετές δεκαετίες μέσω της γραφειοκρατικοποίησης της δεύτερης και της εμμονής της στους αστικούς μύθους της «προόδου», της «ανάπτυξης» και του «ορθολογισμού». Υπό αυτή την έννοια, η επαναπροσέλκυση της εκλογικής πελατείας δεν μπορεί να επιτευχθεί στην παρούσα φάση, παρά μέσω της επένδυσης νοήματος στην ψήφο, αναπτύσσοντας εκ νέου στοιχειώδεις ιδεολογικούς διαχωρισμούς μεταξύ των κομματικών γραφειοκρατιών.
Η ιδεολογία, αποκτά σε αυτή τη χρονική συγκυρία υπόσταση εμπορεύματος, το οποίο επιχειρεί να ανακτήσει την αξία του μέσω της διακήρυξης του τέλους του «τέλους των ιδεολογιών», προκειμένου η ψήφος να κατασκευάζει την αυταπάτη του παράγοντα καθορισμού και αλλαγής των καταστάσεων. Αντίθετα, όμως, η επιδερμική αντιμετώπιση του ζητήματος του φασισμού από μια κοινωνία ή διαφόρους φορείς (εκφυλισμένους ή μη) που δηλώνουν ρητά πώς δεν θέλουν να τον βιώσουν, συγκαλύπτει ουσιαστικές πτυχές του περιεχομένου του. Αυτό δείχνει πώς από την πλευρά αυτών που αντιμάχονται την είσοδο των φασιστών στο κοινοβούλιο, αυτό που ενδιαφέρει είναι η «εκκόλαψη ή μη του αυγού του φιδιού», αλλά όχι το φίδι το ίδιο. Με αυτή την έννοια, παραβλέποντας τη γενικότερη διαπαιδαγώγησή μας κατά του φασισμού, του σταλινικού ολοκληρωτισμού και του αυταρχισμού, αυτό που ενδιαφέρει είναι απλώς οι φασίστες και η αδυναμία εισόδου τους στο κοινοβούλιο και στις τηλεοράσεις μας. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί η σχεδόν απούσα κριτική στην ύπαρξη φασιστικών θεσμών, όπως οι μιλιταριστικές παρελάσεις, ή στην επικείμενη συγκρότηση στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών; Μπροστά σ’ αυτές τις καταστάσεις επικρατεί, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, είτε μια σιγή ιχθύος, είτε μια απαθής συναίνεση, παράγωγο της ασημαντότητας. Είναι ολοφάνερο ότι η εξουσία, μέσω της χειραγώγησης της πληροφορίας (λαϊκιστί, γκάλοπ!), κατασκευάζει ένα διαχωρισμό και μια κοινωνία ασχολείται με αυτόν, σε σημείο μάλιστα που να προτάσσει και την επιλογή της κάλπης!
6

Η επιλογή της κάλπης, προκειμένου, και απλώς και μόνο για, να μην μπούνε οι φασίστες στη Βουλή, δεν είναι παρά η στιγμή όπου οι πραγματικοί δρώντες και δρώσες (δηλαδή, η κοινωνία) αλλοτριώνονται πολιτικά. Διότι, αντί να πράττουν βάσει της αρχής του αυτοκαθορισμού και της αυτοπραγμάτωσής τους, επιλέγουν και πάλι, απλώς, το τι θα λέγεται και τι θα πράττεται εξ ονόματος τους από γραφειοκρατικούς και εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Το ότι δεν επιθυμούμε φασιστικές πρακτικές, λογικές και ιδεολογίες εντός της κοινωνίας είναι κάτι που μπορούμε να το δηλώσουμε οι ίδιοι και οι ίδιες, ανοίγοντας παράλληλα το πεδίο για την καταπολέμηση του φασισμού και, γενικότερα, κάθε μορφής ολοκληρωτισμού (ακόμα και γι’ αυτόν που στην πιάτσα πλασάρεται ως πρώην «υπαρκτός σοσιαλισμός»), χωρίς να περιοριζόμαστε ως κοινωνία στο να εκλέγουμε αυτούς που δεν υιοθετούν φασιστικό λόγο και πολιτικό πρόγραμμα.
Ίσως το μοναδικό οριακό σημείο που να άξιζε η συμμετοχή σε εκλογικές διαδικασίες είναι το να διακυβευόταν, όχι οι κομματικοί σχηματισμοί εντός του κοινοβουλίου, αλλά το ίδιο το καθεστώς της φιλελεύθερης ολιγαρχίας και του αστικού δικαίου που κατοχυρώνει κάποια πολιτικά δικαιώματα (ελευθερία έκφρασης και λόγου, δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του ομιλείν, απεργιακούς αγώνες κτλ.) με μιας μορφής ανελεύθερη ολιγαρχία (ολοκληρωτικού ή αυταρχικού τύπου). Τότε, και μόνο τότε, η συμμετοχή στις κάλπες συνιστά πολιτική πράξη, εφόσον το ζητούμενο είναι η μορφή του καθεστώτος ως θεσμικού υπόβαθρου για τον τρόπο με τον οποίο θα υπάρχουμε, και όχι απλώς ένα κόμμα εις βάρος του άλλου εντός ενός δεδομένου πολιτικού συστήματος – έστω και αν ένα τέτοιου είδους ερώτημα έχει τεθεί εις βάρος της κοινωνίας και εξαιτίας της αδράνειάς της.
Η γενικότερη υστερία περί «εκφασισμού της κοινωνίας», η οποία παράλληλα μετακυλίει ένα κομμάτι του επαναστατικού κινήματος προς μια μονοθεματική κατεύθυνση μεταμοντέρνου αντιφασισμού, δεν είναι παρά η κύρια παράμετρος της «κοινωνιοποίησης του φασισμού», προκειμένου να επικρατήσει αυτό που ο Michéa αποκαλεί η «αυτοκρατορία του μικρότερου κακού» – δηλαδή, στην περίπτωση της επικείμενης 6ης Μάη, άλλη μία βόλτα μέχρι το παραβάν συνοδευόμενη από μια ακόμη τετραετή απόσυρση στην ιδιωτική μας σφαίρα. Το κοινοβουλευτικό τσίρκο και οι θεαματικές διαδικασίες επιστράτευσαν ακόμα και τους φασίστες προκειμένου να ξανακερδίσουν την νομιμοποίηση που αρνούμαστε να τους δώσουμε τα τελευταία τρία χρόνια, και εμείς θα τους ψηφίσουμε κιόλας; Μπροστά στην «επανάσταση του εφικτού», δεν έχουμε παρά να αντιπαραθέσουμε έναν άλλον Μάη, ο οποίος θα ξεκινά απ’ το ’68 από κάποια στενά του Παρισιού και θα επεκτείνεται μέχρι το 2012 διακηρύσσοντας: “Γίνετε ρεαλιστές. Επιδιώξτε το αδύνατο!”.
7
Να βάλουμε ξανά στα χείλη μας τη λέξη επανάσταση
Υπάρχει ένα παλιό εβραϊκό ρητό που λέει: “Αν έχεις μονάχα δύο εναλλακτικές λύσεις, τότε διάλεξε την τρίτη”. Αυτό το ρητό προτείνει μια διαδρομή που οδηγεί το υποκείμενο να αναζητήσει μια νέα αντίληψη του προβλήματος. Μπορούμε να διαψεύσουμε και τις δύο πλευρές μιας ψευδούς σύγκρουσης επιλέγοντας την “τρίτη εναλλακτική λύση” μας – δηλαδή θεωρώντας την κατάσταση από την οπτική της ριζικής υποκειμενικότητας.
Η συνείδηση της τρίτης επιλογής ισοδυναμεί με την άρνηση να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο δήθεν αντίθετους (αλλά στην πραγματικότητα όμοιους) πόλους που προσπαθούν να αυτοπροσδιοριστούν ως η ολότητα μιας κατάστασης. Στην πιο απλή μορφή της, αυτή η συνείδηση εκφράζεται από τον εργάτη που δικάζεται για ένοπλη ληστεία και, όταν ρωτάται «Δηλώνεις ένοχος ή αθώος», απαντά «Είμαι άνεργος».
For Ourselves

Η πιο μεγαλειώδης έννοια, και, ταυτοχρόνως, η πιο εκφυλισμένη -από τους χυδαίους ιεροκήρυκες της κυρίαρχης ιδεολογίας- λέξη, η επανάσταση, αποτελεί την ολοένα και πιο δυναμική επιλογή υπέρβασης της κοινωνικής πραγματικότητας που μετατρέπεται σ’ έναν διαρκή εφιάλτη. Ακολουθώντας τη γνώση που μας προσφέρει η ψυχανάλυση, μπορούμε να υποστηρίξουμε με πάθος ότι η λύση ενός δύσκολου προβλήματος, για τα δεδομένα των δυνατών επιλογών που θα προσφέρουν τη λύση, δεν είναι η παραίτηση· η αποδοχή της πρόκλησης να υπερβούμε το ζητούμενο (που είναι η επίλυση του προβλήματος και μόνο), είναι η ικανότερη επιλογή προκειμένου να το αντιμετωπίσουμε. Διότι, η υπέρβαση, δίνει πάντοτε νέες επιλογές. Η μεγαλύτερη και πιο ουσιαστική υπέρβαση που καλούμαστε να κάνουμε σήμερα, είναι η τοποθέτηση του επαναστατικού προτάγματος στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας.
Σε ό,τι μας αφορά, η επανάσταση, η διεκδίκηση ολόκληρης της κλεμμένης -από το πλιάτσικο των αφεντικών- ζωής μας, δεν έχει σε τίποτα να κάνει με τον εμφύλιο και την αιματοχυσία. Και είναι σωστό αυτό που ο Σεμπαστιάν Καστεγιόν ήθελε να σκεφτούμε, μερικούς αιώνες πριν, λέγοντας «η θανάτωση ενός ανθρώπου δε σημαίνει την υπεράσπιση ενός δόγματος· σημαίνει απλώς τη θανάτωση ενός ανθρώπου», και αποκρούοντας έτσι την ιδεολογία της βίας και τη βία της ιδεολογίας. Αντίθετα απ’ αυτά, η επανάσταση συνιστά τη μεγαλειώδη στιγμή που η κοινωνία, στο μεγαλύτερό της μέρος (ακόμη κι αν δεν συμμετέχει καθολικά, περιοριζόμενη στη σιωπηρή υποστήριξη), αποφασίζει να αλλάξει το σύνολο των θεσμών της (πολιτικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς, κ.ο.κ.), και να το κάνει με ρητό και σαφή τρόπο. Και, στο βαθμό που αυτός ο μετασχηματισμός αποβλέπει στο συνολικό πολιτικό ζήτημα, η επαναστατική διαδικασία είναι αυτή που προωθεί την είσοδο του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας σε μια φάση πολιτικής, δηλαδή μιας δραστηριότητας που παράγει νέες ποιότητες για τις ζωές μας. Αν και είναι αδύνατο να επαναστατήσουμε μόνοι μας (!), γιατί, όπως πολύ ωραία το έλεγε ο Καστοριάδης, δεν μπορούμε να σώσουμε την ανθρωπότητα παρά και ενάντια στη θέλησή της, ενώ παράλληλα κανένας δεν μπορεί να την προφυλάξει ούτε από την τρέλα ούτε από την αυτοκτονία, μπορούμε, τουλάχιστον, να προσπαθήσουμε να συναντηθούμε, να μιλήσουμε και να επικοινωνήσουμε με τους γύρω μας, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διαμορφώσουμε έναν άλλο, πλήρως διαφορετικό, κόσμο. Και θα το κάνουμε γιατί θέλουμε να ζήσουμε…
Στα πλαίσια της σημερινής -βαθιά ανθρωπολογικής, τελικά- κρίσης, αναδεικνύεται ότι το πρόβλημα φτάνει στη ρίζα της σημερινής συγκρότησης των ανθρώπων. Ο σύγχρονος καπιταλισμός παράγει ένα τύπο ανθρώπου που βρίσκεται σταθερά βυθισμένος στην ασημαντότητα, το κενό νοήματος και την κουλτούρα του ηδονισμού. Περιορίζει τον υπαρξιακό ρόλο των ανθρώπων στην κατανάλωση αντικειμένων, σημείων και ψευδαισθήσεων, με ρυθμούς που δεν αφήνουν στο μυαλό και τη φαντασία χρόνο για μια δημιουργική δραστηριότητα. Στην πιο εξελιγμένη του μορφή, ο άγριος μετα-νεωτερικός καπιταλισμός χάσκει ανίκανος μπροστά στην αναγκαία συνθήκη για τη διαιώνισή του, όσο το ηδονιστικό του φαντασιακό διεισδύει σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής συμπαρασύροντας ακόμη και τις κυρίαρχες ελίτ, οι οποίες λυσσασμένες αποβλέπουν στο εύκολο και γρήγορο χρήμα. Τα ναρκωτικά, οι αχαλίνωτοι ρυθμοί ζωής και ο αυτοσκοπός του γρήγορου κέρδους και του πλουτισμού αποτελούν τις μοναδικές αξίες των σύγχρονων γραφειοκρατών στην προσπάθειά τους να ξεχάσουν τη θνητότητα της ανθρώπινης φύσης – διότι, η επίγνωση θνητότητας είναι αυτή που γονιμοποιεί τη διάθεση δημιουργίας. Έτσι, ακόμη και αυτοί που θα όφειλαν να υπερασπίζονται με νύχια και με δόντια την εύρυθμη λειτουργία του χεριού που τους ταΐζει, του καπιταλισμού, σκάβουν το λάκκο του! Πρόκειται γι’ αυτό που ο Κρίστοφερ Λας περιέγραψε με πολύ ωραίο τρόπο ως “εξέγερση των ελίτ”. Από την άλλη πλευρά, η ενσάρκωση αυτού του φαντασιακού στο σύνολο του πληθυσμού, αποτελεί τη δεύτερη -και πιο σημαντική- προϋπόθεση μέσω της οποίας μπορεί να γονιμοποιηθεί ο απόλυτος κοινωνικός κανιβαλισμός. Αν για κάποιο λόγο, σήμερα, οι κοινωνίες μας επιβιώνουν, είναι διότι ενσαρκώνουν στοιχεία από παλαιότερες κοινωνίες, οι οποίες, μολονότι διέπονταν από ένα ετερόνομο φαντασιακό, είχαν να προσφέρουν κάποιες αξίες αλληλεγγύης, συλλογικού πνεύματος και δημιουργικότητας.
Στη βάση αυτή, η επανάσταση αποτελεί τον αναγκαίο ατομικό και συλλογικό μετασχηματισμό του τύπου ανθρώπου που ο καθένας και η καθεμιά ενσαρκώνει. Θα πρέπει να τερματίσουμε την αποικιοποίηση της φαντασίας και του ασυνειδήτου και να ορίσουμε εκ νέου τις αξίες μας με τρόπο που θα λαμβάνει υπόψιν του το ουσιώδες βάρος του κοινωνικού, τη φύση και τις ανθρώπινες ανάγκες. Στη θέση του ατομικού συμφέροντος, πρέπει να μπει το συλλογικό αγαθό που θα τροφοδοτεί με τη σειρά του το σύνολο των ανθρώπων. Και ο μόνος τρόπος για μια τέτοια αλλαγή, είναι η δική μας, συλλογική, απόφαση να τερματίσουμε τη δικτατορία του οικονομικού (την αυτονόμηση, δηλαδή, της σφαίρας της οικονομίας) καθιστώντας την ξανά ένα απλό εργαλείο για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών, καθώς και την κυριαρχία σε κάθε της έκφανση. Θα πρέπει κάποια στιγμή να αποφασίσουμε ότι το μόνο κριτήριο για τις πράξεις μας θα είναι η ελευθερία της ευτυχίας και η ευτυχία της ελευθερίας.
8
Ο άνθρωπος μ’ ενάρετη ψυχή μήτε διατάζει μήτε υπακούει…
Σέλλευ

Μπροστά στην θεώρηση περί ενδεχόμενου (ή ήδη υπάρχοντα) «εκφασισμού της κοινωνίας», ο οποίος κατά πολλούς προέκυψε, δήθεν, ως απόρροια των κοινωνικών κινητοποιήσεων και αντιστάσεων των τελευταίων χρόνων, ερχόμαστε πλέον καταμέτωποι με τη μαζική κατάθλιψη και τον εκβιασμό της ψήφου που η εν λόγω θεώρηση προκαλεί. Το αγωνιζόμενο κομμάτι της κοινωνίας, παρόλα αυτά, και τα κοινωνικά ξεσπάσματα (Δεκέμβρης, «πλατείες», απεργιακές κινητοποιήσεις) έχουν αποδείξει πώς έχει τεθεί ένα πιο ουσιαστικό ζήτημα, το οποίο οι ελίτ φοβούνται και μόνο στο άκουσμα του: το πρόταγμα της κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας, της αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων και της γενικευμένης αυτοδιεύθυνσης της ζωής. Όλο και περισσότερο επιταχύνεται η αύξηση των κινημάτων «από τα κάτω», που με βασικό τους σύμμαχο την αλληλεγγύη προσπαθούν να βάλουν κι από ένα κομμάτι στο παζλ της ολικής απελευθέρωσης μας από τον κόσμο των διαχωρισμών, των σχέσεων κυριαρχίας, της τηλεπώλησης ιδεολογιών και ξύλινου λόγου, του θεάματος, του πόθου στα εμπορεύματα και των ψυχοφαρμάκων σε περίπτωση στέρησης. Καταλήψεις στέγης και καταλήψεις γης για αυτοκαλλιέργεια ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία, αχρηματικά ανταλλακτικά δίκτυα και χαριστικότητα εις βάρος των «εξορθολογισμένων» συναλλαγών, αλληλέγγυα οικονομικά δίκτυα και παράκαμψη μεσαζόντων, τράπεζες χρόνου ή εναλλακτικού νομίσματος κατά του μονεταρισμού και της εξύψωσης του χρήματος σε ύψιστη αξία, δημοκρατικές συνελεύσεις ενάντια στην αντιπροσώπευση και την γραφειοκρατικοποίηση. Παράλληλα, οι απεργιακές κινητοποιήσεις (αν και υπό την αιγίδα ξοφλημένων συνδικάτων) παρέχουν ορισμένες ανάσες στην πόλη και τη δυνατότητα οι άνθρωποι να συναντηθούν, να ανταλλάξουν απόψεις και να κινήσουν τις σκέψεις τους στον δημόσιο χώρο. Έρωτας και πάθος για μια καλύτερη ζωή αντικρούουν κάθε καταθλιπτικό πεσσιμισμό που αποπειράται να καλλιεργήσει κλίμα φόβου μεταξύ ανδρών και γυναικών, νέων και ηλικιωμένων, ετεροφυλόφιλων και ΛΟΑΤ, ελληνίδων/ελλήνων και αλλοδαπών. Δράσεις σε γειτονιές που αναπτύσσουν σχέσεις εμπιστοσύνης και ισότητας αντικρούουν το αίσθημα της καχυποψίας που προσπαθεί να επιβάλλει ένα σύστημα που προωθεί τον ατομικισμό και τη βολική γωνία του οίκου, την ίδια στιγμή που πολλοί άνθρωποι έπαψαν να κατηγορούν τους «ξένους» και τις «ξένες», όταν συνειδητοποίησαν πώς είναι κι αυτοί οι ίδιοι ξένοι για όλους τους άλλους και όλες τις άλλες. Πειράματα, πειράγματα, φιλίες και αλληλοβοήθεια: αυτές είναι οι ρωγμές των τελευταίων χρόνων και αναδεικνύουν το πόσο μυωπικές είναι οι υστερικές φωνές ορισμένων.
Καθώς ερχόμαστε καταμέτωποι με την ουτοπική φαντασίωση του «εφικτού», των «μεταβατικών σταδίων» και των «μεταρρυθμίσεων», δεν έχουμε παρά να δούμε τη χρεωκοπία όλης αυτής της μεταβατικότητας, εφικτότητας και μεταρρυθμιστικότητας η οποία ξεκινώντας από αφαιρέσεις όπως «ανάπτυξη», «πρόοδος», «άνοδος» εγγυάται την ευτυχία. Η άνοδος των οικονομικών δεικτών, η οικονομική πρόοδος και η ανάπτυξη της αγοραστικής δύναμης είναι σίγουρο ότι θα εγγυηθούν ένα είδος ευτυχίας∙ αλλά κοιτώντας όλες τις αφηρημένες προτάσεις με καθαρή σκέψη, αυτή η ευτυχία δεν είναι κάποια γενική και εξωκοινωνική Ευτυχία, δεν είναι η Γη της Επαγγελίας όπως φαντασιώνονται οι φορείς της κουλτούρας του καπιταλισμού. Είναι η καπιταλιστική ευτυχία, η ευτυχία να γεμίσουμε με όσο το δυνατόν περισσότερα εμπορεύματα γίνεται τη ζωή μας, η ευτυχία του να εργαζόμαστε το μισό χρόνο της ημέρας σε βαρετές, κοπιαστικές και αλλοτριωτικές δουλειές, η ευτυχία του να έχουμε την ψευδαίσθηση της ελευθερίας να επιλέγουμε ανάμεσα σε 5 με 10 τηλεοπτικά κανάλια για τη διασκέδασή μας. Η αναζήτηση αυτού του είδους της ευτυχίας και ο πόθος μας να περιοριζόμαστε σε αυτές τις απολαύσεις, μας καθιστά και εμάς υπεύθυνους γι’ αυτό που βιώνουμε τώρα. Όσο ο δούλος θα επενδύει στις λύσεις που του προσφέρει ο αφέντης, απλώς θα αναπαράγει τη σχέση δούλου-αφέντη. Αν θελήσουμε να πάψουμε να είμαστε δούλοι, τότε οφείλουμε να δημιουργήσουμε συλλογικά νέους τρόπους αντίληψης της πολιτικής και της ζωής. Η επιθυμία για ζωή είναι αυτή που τροφοδοτεί την αναγκαιότητα της επιβίωσης.
Ωστόσο: η αναγκαιότητα για επιβίωση καθώς εμπλέκεται με την διαμεσολάβηση των κομμάτων και των «ειδικών», χάνει τον ουσιαστικό της χαρακτήρα και μετατρέπεται σε διαχείριση της εξαθλίωσης, όπου τα κρατικά συσσίτια και οι φιλανθρωπικές πράξεις των πλουσίων προσπαθούν να καλλιεργήσουν ένα ανθρώπινο προφίλ σε ένα απάνθρωπο σύστημα, όπου εκ προοιμίου βάσει της λογικής του δεν γίνεται να χωρέσουμε όλοι. Τα προβλήματα της καθημερινότητας δεν λύνονται με τις παρεμβάσεις των «δικών μας» εντός του Κυνοβουλίου, αλλά με τη γενναιότητα των δρώντων και των ίδιων των ενδιαφερομένων. Με συλλογικές κουζίνες, που αντί να μιμούνται την κατάσταση του πελάτη που περιμένει στην ουρά όπως κάνει το συσσίτιο, δίνουν πραγματικά δυνατότητα ανάπτυξης ανθρωπίνων σχέσεων, φιλίας και συζήτησης αντί για την ανάπτυξη των αριθμών. Είναι οι διέξοδοι που μας βγάζουν από τον κόσμο της αποξένωσης, της νεύρωσης και της μοναχικότητας. Είναι επίσης οι σχέσεις που θρέφουν την καταστροφή των εκβιασμών. Μέσα από αυτά τα εμβρυακά βήματα, η ανώνυμη συλλογικότητα δημιουργεί τα δικά της μεγάλα όνειρα, για έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση.
Αυτές οι μικρές κινήσεις θέτουν τις βάσεις του προτάγματος της κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας, της πολιτικής ελευθερίας και της ισότητας. Δείχνουν στην κοινωνία το περιεχόμενο των κοινωνικών σχέσεων ενός ανθρώπινου κόσμου. Η θεσμική κατοχύρωση επιτυγχάνεται μέσω της (άμεσης) δημοκρατίας ως πολιτειακή μορφή. Αντί της διεκδίκησης μικροανέσεων και της βελτίωσης της κατάστασής μας εντός της υφιστάμενης κοινωνικής θέσμισης, επιδιώκουμε τη δημιουργία συλλογικών οργάνων όπου τα πρόσωπα θα εμφανίζονται υπό τις αρχές της ισότητας και της ισηγορίας. Αν η ψήφος είναι το διακύβευμα και αν μέσω της ψήφου αναγνωρίζεται μια νησίδα ελευθερίας, όπως μας διατυμπανίζουν τον τελευταίο καιρό, τότε οφείλουμε να επεκτείνουμε την ψήφο στο σύνολο της ζωής μας. Παράλληλα, οφείλουμε να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε την ψήφο, δηλαδή την παροντοποίηση της επιθυμίας μας, ως κάτι άρρηκτα συνδεδεμένο με την απόφαση. Όταν η ψήφος μετατρέπεται στην απόφαση του ποιος ή ποια θα αποφασίσει για εμάς, τότε απλά αυτοαναιρείται, χάνει την αξία και τη σημαντικότητά της.
Από τον Δεκέμβρη του 2008 μέχρι το κίνημα των πλατειών και έπειτα η κοινωνία αναστοχάζεται, χειραφετείται και ανιχνεύει δρόμους ελευθερίας. Όλα τώρα αρχίζουν.
Αντιεξουσιαστική Κίνηση Αθήνας

Μια δημοκρατική επανάσταση δεν μπορεί να τεθεί εντός των ορίων του αυστηρά πολιτικού. Οφείλει να αποδεχτεί αυτή τη σιωπηρή σύμβαση επέκτασης στους χώρους της μισθωτής εργασίας, επεκτείνοντας παράλληλα τις δημιουργικές ικανότητες του ανθρώπινου όντος και δίνοντας τη δυνατότητα για την ουσιαστική αναθεώρηση τόσο των σχέσεων εργασίας και της κατάργησης των κοινωνικών τάξεων, όσο και της μορφής και του περιεχομένου της ίδιας της εργασίας, που σήμερα δεν είναι παρά η τιμωρητική και επαναληπτική δουλεία που σκοπεύει στην απεριόριστη και δίχως νόημα επέκταση της παραγωγής σκουπιδοπροϊόντων και γραφειοκρατικοποιημένων υπηρεσιών.
Η θεσμική κατοχύρωση της δημοκρατίας, δεν μπορεί να έρθει στο φως, παρά μόνο με το συνδυασμό της με μια ανθρωπολογικού τύπου αλλαγή, μια επανάσταση εντός της ανθρώπινης ύπαρξης και τη δημιουργία του πολίτη. Του υπεύθυνου ανθρώπου αναφορικά με τα ζητήματα που ενδιαφέρουν και καθορίζουν την κοινότητά του (άρα και τον εαυτό του) και την αντικατάσταση του πάθους για κατανάλωση και παραγωγή, από ένα πάθος για τα κοινά και από την επανεκκίνηση της ερωτοτροπίας μας με υποκείμενα, αντί για αντικείμενα. Είναι η στιγμή που η απάθεια οφείλει να μετατραπεί σε δραστηριότητες και συλλογικές αποφάσεις, και η ησυχία στον γενικευμένο θόρυβο της ελευθερίας. Από την πλευρά μας υποδεχόμαστε αυτή τη μεγαλειώδη στιγμή με φλογισμένα χαμόγελα και τις καρδιές μας πιο ζωηρές από ποτέ, διότι, ως γνωστόν, εκτός από το να εξεγείρεσαι, είναι δίκαιο και το να διεγείρεσαι…

Σικάγο 1886 – Πώς “γεννήθηκε” η εργατική Πρωτομαγιά

ΠΗΓΗ : Ασύνταχτος Τύπος

Σικάγο 1886 – Πώς “γεννήθηκε” η εργατική Πρωτομαγιά

fiveanarchists
Οι “μάρτυρες του Σικάγου”: οι Parsons, Engel, Spies και Fischer απαγχονίστηκαν, ο Lingg (στο κέντρο) αυτοκτόνησε στη φυλακή




cf83ceb7cebcceb1ceb9ceb1Το κείμενο του Σ. Γιελέν «Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΡΑΣΗ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ», αποτελεί έως σήμερα μία πολύτιμη πηγή ενημέρωσης για τις συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκε η «εργατική πρωτομαγιά». Αναδημοσιεύθηκε και ανατυπώθηκε σε εκατοντάδες έντυπα και γλώσσες στον πλανήτη τις τελευταίες δεκαετίες. Το κάνουμε κι εμείς, σήμερα, που το νόημα της εξέγερσης του Σικάγου, έχει διαστρεβλωθεί, παραχαραχτεί και προσαρμοστεί στα μέτρα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και της εξυπηρέτησης μικροπολιτικών συμφερόντων με στόχο την περίφημη «εργασιακή ειρήνη» και τη σιγή… νεκροταφείου.

Σ. Γιελέν – «1886: Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΜΕΣΑ ΑΠO ΤΗ ΔΡΑΣΗ
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ»
Όπως ο πανικός του 1873 σφράγισε τη γέννηση του συνειδητού εργατικού κινήματος σε εθνική κλίμακα, έτσι σφράγισε και τη γέννηση μιας πρακτικής και ρεαλιστικής αντίληψης για το σοσιαλισμό -αντίληψης που επρόκειτο να αντικαταστήσει τους απόμακρους ουτοπικούς πόθους των πρώτων σοσιαλιστών που περιορίζονταν σε “υψηλές” διανοουμενίστικες συζητήσεις και ρομαντικά δοκίμια. Από κείνη την εποχή οι σοσιαλιστές, αντί να τρέφουν ιδεαλιστικές ελπίδες για το αύριο, άρχισαν να δρουν για το σήμερα, οργανώνοντας διαδηλώσεις πεινασμένων, διαδηλώσεις ανέργων, απεργίες, μαζικές συγκεντρώσεις και πολιτικές καμπάνιες. Αρχικά λειτούργησαν μέσα από το Εργατικό Κόμμα των Η.Π.Α. που είχε ιδρυθεί το 1876 και που έπαιξε σημαντικό ρόλο στις απεργίες των σιδηροδρομικών το 1877, ιδιαίτερα στο Σικάγο και το Σαιν Λούις. Μετά την αποτυχία αυτών των απεργιών το Εργατικό Κόμμα αναδιοργανώθηκε και μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα που είχε σαν πρωταρχική του λειτουργία την πολιτική δράση, άσχετο αν διατήρησε φιλικές σχέσεις με τα συνδικάτα. Όταν έγινε αυτή η αλλαγή, η Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή του Σ.Ε.Κ. διέταξε να σταματήσουν οι μαζικές συγκεντρώσεις για να παρουσιάσει στα νομοθετικά σώματα προτάσεις σχετικές με την καθιέρωση του οκτάωρου, αποφάσεις για την κατάργηση όλων των απαγορευτικών νομοσχεδίων και για την αγορά από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση σιδηροδρομικών και τηλεγραφικών γραμμών.
Παρόλα αυτά, το σοσιαλιστικό κίνημα στην Αμερική αντικατόπτριζε το σχίσμα της Πρώτης Διεθνούς -οι φράξιες που δημιουργήθηκαν διαχωρίστηκαν με αφορμή θέματα τακτικής και μεθοδολογίας. Οι Διεθνιστές υποστήριζαν τον μυστικό εξοπλισμό και την άμεση προετοιμασία για την κοινωνική επανάσταση, ενώ ο συνδικαλισμός και η πολιτική θα χρησίμευαν σαν επικουρικές δραστηριότητες που έπρεπε να βρίσκονται κάτω από αυστηρή επιτήρηση από φόβο μήπως οδηγήσουν στο προδοτικό ρεύμα του οπορτουνισμού. Οι Λασσαλικοί, από την άλλη μεριά, ζητούσαν τη σταδιακή δημιουργία μιας νέας κοινωνίας μέσω της εκπαίδευσης, της πολιτικής οργάνωσης και της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Οι Λασσαλικοί ελέγχανε για μερικά χρόνια την πολιτική του κόμματος και τόλμησαν ακόμα και στο Σικάγο, το παραδοσιακό οχυρό του συνδικαλισμού και των επαναστατικών στοιχείων, να ταχτούν υπέρ της συμμετοχής στις εκλογές. Γρήγορα λοιπόν ξέσπασε μια διαμάχη όσον αφορά τις αγωνιστικές εργατικές οργανώσεις. Η μεγαλύτερη από αυτές, η Lehr und Wehr Verein, είχε δημιουργηθεί από γερμανούς σοσιαλιστές του Σικάγου το 1875, με στόχο να προστατευθούν ενάντια στους τραμπουκισμούς των παλαιότερων κοινοβουλευτικών κομμάτων. Η ανάγκη για την ύπαρξη αυτής της προστασίας αποδείχτηκε αργότερα κατά τη διάρκεια της απεργίας των επιπλοποιών τον Ιούλιο του 1877, όταν η αστυνομία επιτέθηκε με εξωφρενική κτηνωδία ενάντια σε ειρηνικές συγκεντρώσεις. Η Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή του Σ.Ε.Κ., με το να απαρνηθεί όλες τις αγωνιστικές οργανώσεις, συγκρούστηκε ακόμα περισσότερο με τα επαναστατικά στοιχεία του Σικάγου. Η εχθρότητα αυτή έγινε εντονότερη το 1880 μετά την παταγώδη αποτυχία των σοσιαλιστών στις εκλογές. Επιπλέον, ο μοναδικός σοσιαλιστής δημοτικός σύμβουλος που εκλέχτηκε ξανά στο Σικάγο δεν κατάφερε να αναλάβει τα καθήκοντά του λόγω της παρασκηνιακής χειραγώγησης από μέρος του Δημοκρατικού δημοτικού συμβουλίου, οπότε οι επαναστάτες τόνισαν το πόσο μάταιο ήταν να κατακτηθεί η νέα κοινωνία μέσα από τις κάλπες. Οι τάξεις των επαναστατών πλήθυναν χάρη στην προσχώρηση πάρα πολλών γερμανών εργατών που διαφωνούσαν με το αντισοσιαλιστικό διάταγμα του 1878, γεγονός που κατέληξε σε μια συνδιάσκεψή τους που έγινε στο Σικάγο τον Οκτώβριο του 1881.

strikeΠριν από την άφιξη του Γιόχαν Μοστ στην Αμερική, δεν ήταν τόσο ισχυρό το κίνημα των επαναστατικών ομάδων. Η εμφάνιση του Μοστ -υποστηρικτή των απόψεων του Μπακούνιν και του Νετσάγιεφ, και ιδρυτή της Διεθνούς Οργάνωσης Εργαζομένων, γνωστής ως “Μαύρης Διεθνούς”- παραγκώνισε τους κοινοβουλευτικούς σοσιαλιστές. Στα θεωρητικά θέματα ο Μοστ δεν ήταν καθαρός αναρχικός, παρόλα αυτά, στην πράξη υποστήριξε την αναρχική τακτική της τεροριστικής δράσης ενάντια στην Εκκλησία και το Κράτος, δράση που πραγματοποιείται από το άτομο με δική του πρωτοβουλία, ώστε να μην διακινδυνεύσει ολόκληρο το κίνημα αν συλληφθεί ο δράστης της μεμονωμένης πράξης. Πίστευε ότι μόνο τα όπλα μπορούσαν να εξασφαλίσουν στους εργάτες κάποια ισότητα απέναντι στην αστυνομία και το στρατό. Πρότεινε τη δημιουργία σώματος οπλοφόρων και την εξολόθρευση της “άθλιας φάρας”, της “φάρας των ερπετών”, της “ράτσας των παράσιτων”. Σε μια μπροσούρα του με τίτλο “Το Κτήνος της Ιδιοκτησίας” διακήρυξε ότι δεν θα έπρεπε να γίνει κανένας συμβιβασμός με την τωρινή κοινωνία, αλλά θα έπρεπε να εξαπολυθεί ανελέητος πόλεμος, μέχρι που να “καταδιωχθεί, ως το τελευταίο του κρησφύγετο και να καταστραφεί ολοκληρωτικά” το κτήνος της ιδιοκτησίας.
Παρακινημένοι από την αγκιτάτσια του Μοστ, οι εκπρόσωποι των επαναστατικών αντικοινοβουλευτικών ομάδων από 26 πόλεις συγκεντρώθηκαν στο Πίτσμπουργκ στις 14 Οκτωβρίου 1883 για να αναδιοργανώσουν τη Διεθνή Ένωση Εργατών. Και σ΄ αυτή την περίπτωση, υπάρχουν πάλι δύο ξεχωριστά στοιχεία συνενωμένα μόνο από την αντίθεσή τους ως προς την πολιτική δράση. Οι αντιπρόσωποι από τη Νέα Υόρκη και τις ανατολικές Πολιτείες με πρώτο και καλύτερο το Γιόχαν Μοστ, υποστήριξαν την ατομικιστική αναρχική τακτική, ενώ οι αντιπρόσωποι από το Σικάγο και απ’ τις δυτικές Πολιτείες, καθοδηγούμενοι από τους Άλμπερτ Πάρσονς και Ώγκαστ Σπάιζ, υποστήριξαν κάποιο μείγμα αναρχισμού και συνδικαλισμού που τελικά έμεινε γνωστό σαν “Ιδέα του Σικάγου”. Η παραλλαγή αυτή πλησίαζε περισσότερο τον συνδικαλισμό παρά τον αναρχισμό, στο βαθμό που αναγνώριζε το συνδικάτο σαν “εμβρυακή ομάδα” της μελλοντικής κοινωνίας και σαν μονάδα μάχης ενάντια στον καπιταλισμό. Παρόλα αυτά, τα συνδικάτα δεν επρόκειτο να αγωνιστούν για τα επιφανειακά και οπορτουνιστικά προνόμια των μεγάλων μισθών και του μικρού ωραρίου, δεν θα έμεναν ικανοποιημένα παρά μόνο με τον πλήρη αφανισμό του καπιταλισμού και τη δημιουργία της ελεύθερης κοινωνίας. Ο συνδικαλισμός, στον αγώνα του ενάντια στον καπιταλισμό, δεν θα κατέφευγε στην πολιτική δράση αλλά αντίθετα θα δυσπιστούσε απέναντι σε κάθε κεντρική εξουσία και θα διαφύλαττε κάθε προσπάθεια ενάντια στην προδοτική ηγεσία. Θα συγκέντρωνε την προσοχή του στην απευθείας δράση των μελών της βάσης. Δύο μονάχα βασικές αρχές απόμεναν για να εναρμονιστεί απόλυτα η “Ιδέα του Σικάγου” με το σύγχρονο συνδικαλισμό: η Γενική Απεργία και το Σαμποτάζ, απόψεις που εκείνη την εποχή δεν αναπτύχθηκαν θεωρητικά.
Μια και η φράξια των δυτικών Πολιτειών ήταν μεγαλύτερη απ’ όλες τις άλλες, το συνέδριο επικύρωσε τη σπουδαιότητα του συνδικαλισμού. Και η απευθείας δράση -η βία- ήταν η τακτική που θα εφαρμοζόταν.
anti-capitalism_colorΗ πλατφόρμα της Διεθνούς που δημοσιεύτηκε στο “Συναγερμό” -εφημερίδα του Σικάγου με εκδότη τον Πάρσονς- έλεγε, ανάμεσα σ’ άλλα τα εξής:
“Η σημερινή κοινωνική τάξη πραγμάτων βασίζεται στη ληστεία των μη-ιδιοκτητών από μέρους των ιδιοκτητών, οι καπιταλιστές εξαγοράζουν το μόχθο των φτωχών προσφέροντας μισθούς που αρκούν μονάχα για την επιβίωση, απορροφώντας ολόκληρη την υπεραξία… Μ’ αυτό τον τρόπο, ενώ οι φτωχοί στερούνται ολοένα και περισσότερο τις δυνατότητες εξέλιξης, οι πλούσιοι θησαυρίζουν ληστεύοντας ολοένα και περισσότερο… Το σύστημα αυτό είναι άδικο, παράλογο και καταστροφικό. Άρα εκείνοι που υποφέρουν κάτω απ’ αυτό το σύστημα και δεν θέλουν να είναι υπεύθυνοι για τη συνέχισή του πρέπει να πολεμήσουν για την καταστροφή του με όλα τα μέσα και με όλες τους τις δυνάμεις. Οι εργάτες δεν μπορούν να ζητήσουν βοήθεια από καμιά εξωτερική πηγή στον αγώνα τους ενάντια στο τωρινό σύστημα· πρέπει να πετύχουν την απελευθέρωσή τους με τις δικές τους μόνο προσπάθειες. Μέχρι τώρα, καμιά προνομιούχα τάξη δεν παραιτήθηκε από την τυραννία, και οι σημερινοί καπιταλιστές δεν παραιτήθηκαν ποτέ από τα προνόμιά τους κι από την εξουσία τους χωρίς να εφαρμόσουν κατασταλτικά μέτρα… Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι ο αγώνας του προλεταριάτου ενάντια στη μπουρζουαζία πρέπει να έχει βίαιο χαρακτήρα, ότι οι διαμάχες που αφορούν τις διάφορες μισθολογικές αυξήσεις δεν μπορούν να οδηγήσουν στον τελικό στόχο… Σ’ αυτές τις συνθήκες, υπάρχει μονάχα μια λύση -η βία… Η αγκιτάτσια για οργάνωση, για οργανώσεις με σκοπό την εξέγερση, στην περίπτωση βέβαια που οι εργάτες θα πετάξουν τις αλυσίδες τους”.
Πρόκειται για πρόγραμμα που διακήρυττε χωρίς προσχήματα την καταστροφή της υπάρχουσας οικονομικής και πολιτικής τάξης πραγμάτων, ένα πρόγραμμα που δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο.
Στο Σικάγο, χάρη στη μεγάλη ιστορία των βιαιοπραγιών της αστυνομίας, πάρα πολλοί εργάτες προσχώρησαν στη Διεθνή – τελικά η συμμετοχή της πόλης αυτής ξεπερνούσε το 1/3 των 5.000-6.000 μελών της. Οι πιο ικανοί και εύστροφοι ηγέτες της Διεθνούς στο Σικάγο ήταν ο Πάρσονς, ο Σπάιζ, ο Σάμουελ Φήλντεν και ο Μάικελ Στσουώμπ. Οι Διεθνιστές του Σικάγου έβγαζαν πέντε εφημερίδες: το “Συναγερμό”, δεκαπενθήμερη εφημερίδα στα αγγλικά με κυκλοφορία 2.000 φύλλων, την “Εργατική Εφημερίδα του Σικάγου”, ημερήσια στα γερμανικά, με εκδότη τον Σπάιζ και με κυκλοφορία 3.600 φύλλων, την “Fackel”, την “Vorbote” και την “Budoucnost” που γράφονταν στη βοημική διάλεκτο. Αυτός ο επαναστατικός πυρήνας διείσδυσε γρήγορα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Επηρεασμένο απ’ αυτόν τον πυρήνα το τοπικό Συνδικάτο Καπνεργατών, τον Ιούνιο του 1884, κάλεσε όλα τα συνδικάτα της πόλης να αποχωρήσουν από τη συντηρητική Συνασπισμένη Επαγγελματική και Εργατική Συνέλευση και να οργανώσουν ένα Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο με καθαρά αγωνιστική πολιτική. Τέσσερα συνδικάτα γερμανών εργατών απάντησαν στο κάλεσμα -οι μεταλλουργοί, οι εργάτες των σφαγείων, οι ξυλεργάτες και οι επιπλοποιοί- και αποδέχτηκαν μια κοινή διακήρυξη αρχών: “όλη η γη αποτελεί κοινωνική κληρονομιά, ο πλούτος είναι δημιούργημα της εργασίας, δεν μπορεί να υπάρχει καμία αρμονία ανάμεσα στους εργάτες και το κεφάλαιο, κάθε εργάτης οφείλει να αποσπαστεί από τα καπιταλιστικά πολιτικά κόμματα και ν’ αφοσιωθεί στο συνδικάτο”. Από την αρχή το Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο βρισκόταν σε συνεννόηση με την ομάδα των Διεθνιστών. Άλλωστε το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα εξακολουθούσε να υποστηρίζει τη Συνασπισμένη Επαγγελματική και Εργατική Συνέλευση.
Για ένα χρόνο η ανάπτυξη του νέου Κεντρικού Εργατικού Συνδικάτου ήταν μικρή, παρόλα αυτά, στο τέλος του 1885 είχαν προσχωρήσει σε αυτό 13 συνδικάτα, ενώ η Συνασπισμένη Συνέλευση διατηρούσε 19. Ύστερα από λίγους μήνες όμως, τον Απρίλιο του 1885, συμμετείχαν στο Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο 22 συνδικάτα από τα οποία τα 11 ήταν τα μεγαλύτερα στην πόλη. Διατήρησε την επαφή του με τη Διεθνή και προσχώρησε στις διαδικασίες της, συμμετέχοντας στις μαζικές συγκεντρώσεις της. Άρχισε μια έντονη αγκιτάτσια για την καθιέρωση του οκτάωρου, παρόλο που όσον αφορά τα κίνητρα διέφερε από τη συντηρητική Συνασπισμένη Συνέλευση και τους Ιππότες της Εργασίας – δεν θεωρούσε σημαντική τη μείωση της εργάσιμης ημέρας αλλά τη δημιουργία κοινού εργατικού μετώπου και την πάλη των τάξεων. Ύστερα από εισήγηση του Σπάιζ, τον Οκτώβριο του 1885, υιοθέτησε την ακόλουθη απόφαση:
661248442_f2b8d86ccf1“Απόφασή μας είναι να κάνουμε έκκληση στην τάξη των μισθωτών να πάρει τα όπλα για να προβάλει στους εκμεταλλευτές της το μοναδικό επιχείρημα που μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματικό: ΒΙΑ. Μολονότι περιμένουμε ελάχιστα από την καθιέρωση του οκτάωρου, υποσχόμαστε με πίστη να βοηθήσουμε τα αδέλφια μας που βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση σ’ αυτή την ταξική πάλη με όλα τα μέσα και τη δύναμη που διαθέτουμε, εφόσον κι αυτοί θα συνεχίσουν να διατηρούν ένα ανοιχτό και αποφασισμένο μέτωπο ενάντια στους κοινούς μας καταπιεστές, τους αριστοκράτες αλήτες και τους εκμεταλλευτές. Η πολεμική μας κραυγή είναι: “θάνατος στους εχθρούς του ανθρώπινου γένους!”
Στο Σικάγο, την πρωτοβουλία για την καθιέρωση του οκτάωρου την ανέλαβε ο Σύνδεσμος για την Καθιέρωση του Οκτάωρου, στον οποίο συμμετείχαν η Συνασπισμένη Συνέλευση, το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα και οι Ιππότες της Εργασίας – παρόλο που το Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο συνεργάστηκε ενεργητικά. Την τελευταία Κυριακή πριν από την Πρωτομαγιά οργανώθηκε μια τεράστια διαδήλωση για το οκτάωρο στην οποία πήραν μέρος 25.000 άτομα και μίλησαν οι Πάρσονς, Σπάιζ, Φήλντεν και Στσουώμπ. Όταν έφτασε η μέρα του αγώνα, τα περισσότερα μέλη της κίνησης για την καθιέρωση του οκτάωρου υποστήριξαν τα συνθήματα του Κεντρικού Εργατικού Συνδικάτου και της Διεθνούς.
Η ΜΠΟΜΠΑ ΠΕΦΤΕΙ
aogizncaev5041caecnbg2ca8blee9car8xyn8cae237llcaszi4lwcavd3ax0ca8xblpncaju321uca3j5okwcaddfcfjcasnxcticaxx4871ca3fa5dsca3ms1jocahj93kqcaesc507calvrl8kcakajp4gΗ απεργία ξεκίνησε στο Σικάγο με φοβερή ορμητικότητα και με τεράστιες ελπίδες επιτυχίας. Γύρω στους 40.000 εργάτες κατέβηκαν σε απεργία την 1η Μαΐου όπως είχε κανονιστεί, και τελικά έφτασαν να απεργούν 65.000 εργάτες μέσα σε τρεις ή τέσσερις μέρες. Αλλά κι αυτός ο αριθμός δεν αντιπροσώπευε ολόκληρο το δυναμικό της πόλης: χωρίς να γίνει απεργία ικανοποιήθηκε το αίτημα για μείωση της εργάσιμης ημέρας περισσότερων από 45.000 εργατών. Επιπλέον, απεργούσαν ήδη χιλιάδες εργάτες στο Λέηκ Σωρ, στο Γουώμπας, στο Σικάγο, στο Μιλγουώκη, στο Σαιν Πωλ και σε διάφορους σταθμούς μεταφορών οι απεργοί διαμαρτύρονταν για την πρόσληψη εργατών που δεν ανήκαν στο συνδικάτο. Αντιμετωπίζοντας ένα τέτοιο μαζικό κίνημα ο αρχηγός της αστυνομίας Έμπερσολντ κατάλαβε ότι η κατάσταση είναι δύσκολη και ζήτησε να βρίσκεται σ’ επιφυλακή, το Σάββατο, 1η Μαΐου, ολόκληρη η δύναμη της αστυνομίας και των χαφιέδων του Πίνκερτον – δύναμη που ενισχύθηκε από ιδιωτικούς μπασκίνες, μισθωμένους πρώτα από την Εταιρεία Σιδηροδρόμων, καθώς και με ειδικούς χαφιέδες, πολλοί από τους οποίους προέρχονταν από τη Μεγάλη Στρατιά του Πότομακ. Παρόλες όμως τις πολεμικές προετοιμασίες, το Σάββατο κύλησε ειρηνικά. Η πόλη είχε γιορτινή εμφάνιση με τα εκατοντάδες κλειστά εργοστάσια και τους χιλιάδες απεργούς που περιδιάβαιναν τους δρόμους οικογενειακά. Έγιναν πορείες και μαζικές συγκεντρώσεις κι ακούστηκαν λόγοι στα πολωνικά, τα γερμανικά, τα αγγλικά και τη βοημική διάλεκτο.
Αντιμέτωποι με μιαν απεργία που παρουσίαζε απρόβλεπτη δύναμη και διάθεση αλληλεγγύης, οι μεγάλοι επιχειρηματίες και βιομήχανοι συνασπίστηκαν για να τη συντρίψουν. Στις 27 Απριλίου ιδρύθηκε ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων Υποδηματοποιίας στον οποίο συμμετείχαν 60 βιομήχανοι αυτοπροσώπως και 160 με γραπτή δήλωσή τους. Ο Σύνδεσμος αποσκοπούσε στο συντονισμό της δράσης των εκμεταλλευτών. Τα μεγαλύτερα χυτήρια σιδήρου, χάλυβος, χαλκού και μπρούτζου διακήρυξαν ότι θ’ αντιτάσσονταν στο αίτημα για την καθιέρωση του οκτάωρου. Το πρωί της πρωτομαγιάς συνεδρίασαν οι εκπρόσωποι των μεγάλων πλανιστηρίων για να αποφασίσουν με ποιο τρόπο θα αντιδράσουν ενάντια στους απεργούς. Το ίδιο βράδυ πήραν μέρος σ’ αυτή τη συγκέντρωση οι ξυλέμποροι και οι εταιρείες συσκευασιών -έτσι, σύσσωμη η ξυλοβιομηχανία αποφάσισε να μην κάνει καμιά παραχώρηση στους εργάτες. Παρόλα αυτά, τη Δευτέρα 3 Μαΐου η εξάπλωση της απεργίας ήταν τρομακτική. Το ποτάμι κοντά στην ξυλεμπορική Αγορά είχε πλημμυρίσει από παρατημένη ξυλεία, ενώ έρχονταν 300 μαούνες γεμάτες φορτίο σε εκδήλωση συμπαράστασης. Οι οικοδομικές εργασίες που εκείνη την εποχή βρισκόντουσαν σε άνθιση, παρέλυσαν ξαφνικά. Τα μεγάλα χυτήρια μετάλλων και οι μεταφορικοί σταθμοί μπλοκαρίστηκαν. Για να σπάσει η απεργία ήταν πια αναγκαία μια καθαρά επιθετική ενέργεια. Τη Δευτέρα τα γκλομπ της αστυνομίας άρχισαν να διαλύουν τις πορείες και τις συγκεντρώσεις.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας έγιναν σοβαρές φασαρίες στο εργοστάσιο Μακ Γκόρμικ Χάρβεστερ. Η αντιδικία ανάμεσα στον εργοστασιάρχη Μακ Γκόρμικ και τους εργάτες χρονολογείται από τα μέσα Φεβρουαρίου όταν η επιχείρηση κήρυξε λοκ-άουτ ενάντια στους 1.400 υπαλλήλους, αντιμετωπίζοντας έτσι το αίτημά τους να σταματήσει η δίωξη ορισμένων συναδέλφων τους που είχαν απεργήσει παλιότερα. Τους επόμενους δυο μήνες οι απεργοσπάστες, οι χαφιέδες του Πίνκερτον και οι μπασκίνες έκαναν λυσσαλέες επιθέσεις εναντίον των απεργών.
Η αστυνομία εξαπέλυσε την επίθεσή της το απόγευμα της Δευτέρας, 3 Μαΐου. 6.000 απεργοί ξυλεργάτες συγκεντρώθηκαν κοντά στο Μαύρο Μονοπάτι, ένα μίλι βόρεια απ’ το εργοστάσιο Μακ Γκόρμικ, με σκοπό τη δημιουργία μιας επιτροπής που θα στελνόταν στους ξυλεμπόρους. Ενώ ο Σπάιζ μιλούσε στη συγκέντρωση, μια ομάδα 200 περίπου ατόμων αποσπάστηκε αυθόρμητα από το πλήθος των απεργών, έκανε πορεία προς το εργοστάσιο και επιτέθηκε στους απεργοσπάστες που εκείνη τη στιγμή έφευγαν για το σπίτι τους.
Μέσα σε 10-15 λεπτά πλάκωσαν οι μπάτσοι – πάνω από 200. Στο μεταξύ ο Σπάιζ και οι συγκεντρωμένοι απεργοί βλέποντας τα περιπολικά κι ακούγοντας πυροβολισμούς ξεκίνησαν για το εργοστάσιο -στο δρόμο συναντήθηκαν με τη δύναμη των γκλομπ και των όπλων- οι αστυνομικοί πυροβολούσαν ανεξέλεγκτα τους απεργούς που έτρεχαν για να ξεφύγουν. Αποτέλεσμα: τέσσερις νεκροί και πάρα πολλοί τραυματίες.
Ο Σπάιζ αγανακτισμένος από τις νέες αγριότητες της αστυνομίας πήγε βιαστικά στο τυπογραφείο της “Εργατικής Εφημερίδας του Σικάγου” και κυκλοφόρησε την ακόλουθη προκήρυξη στα αγγλικά και τα γερμανικά:
ΕΚΔΙΚΗΘΕΙΤΕ! ΕΡΓΑΤΕΣ ΣΤΑ ΟΠΛΑ!!!
copsΤ’ αφεντικά εξαπέλυσαν τα λαγωνικά τους -την αστυνομία- και δολοφόνησαν έξι από τα αδέρφια μας σήμερα το απόγευμα στη φάμπρικα του Μακ Γκόρμικ. Σκότωσαν τ’ άμοιρα αδέρφια μας γιατί όπως και σεις είχαν το κουράγιο να μην υπακούσουν στην ανώτατη θέληση των αφεντικών σας. Τους σκότωσαν γιατί τόλμησαν ν’ απαιτήσουν τη μείωση των ωρών σκλαβιάς. Τους σκότωσαν για να αποδείξουν σε σας τους “Ελεύθερους Αμερικανούς Πολίτες” ότι πρέπει να είσαστε ικανοποιημένοι με οτιδήποτε αποφασίσουν να σας επιτρέψουν αλλιώς θα πεθάνετε!
Εδώ και χρόνια υφίστασθε τις πιο χυδαίες ταπεινώσεις, εδώ και χρόνια υποφέρετε αμέτρητα πλήγματα, αμέτρητες αδικίες, εργαζόσαστε μέχρι αναισθησίας, υποφέρετε από τους πόνους της ένδειας και της πείνας· τα παιδιά σας τα θυσιάσατε στον αφέντη της φάμπρικας – με λίγα λόγια όλα αυτά τα χρόνια ήσασταν δυστυχισμένοι και υπάκουοι σκλάβοι. Γιατί; Για να ικανοποιήσετε την αδηφάγα φάρα, για να γεμίσετε τα χρηματοκιβώτια του κοπρίτη, κλέφτη αφέντη σας; Όταν τώρα του ζητάτε να σας ελαφρώσει το φορτίο σας, στέλνει τα λαγωνικά του για να σας πυροβολήσουν, να σας σκοτώσουν!
Αν είσαστε άντρες, αν είσαστε τέκνα των πατεράδων σας που έχυσαν το αίμα τους για να σας ελευθερώσουν, τότε θα σηκώσετε τ’ ανάστημά σας, θα δείξετε τη δύναμή σας και θα καταστρέψετε εσείς το απαίσιο τέρας που θέλει να σας καταστρέψει. Στα όπλα, σας καλούμε στα όπλα!
Τ’ ΑΔΕΡΦΙΑ ΣΑΣ
Το επόμενο βράδυ μια δεύτερη προκήρυξη καλούσε σε μαζική συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην Παλιά Αγορά της οδού Ράντολφ.
Το πρωί της Τρίτης, 4 Μαΐου, ξημέρωσε με την αστυνομία να επιτίθεται ενάντια σε 3.000 απεργούς κοντά στην 35η οδό. Οι επιθέσεις κατά των συγκεντρωμένων απεργών συνεχίστηκαν και το απόγευμα, ειδικά στη νοτιοδυτική πλευρά της πόλης. Ο δήμαρχος Χάρρισον έδωσε άδεια για μαζική συγκέντρωση εκείνη τη βραδιά και στις 7 η ώρα ο κόσμος άρχισε να συγκεντρώνεται στην Πλατεία Αγοράς, το κέντρο των ξυλεμπορικών. Μεταξύ 8 και 9 η ώρα είχαν εμφανιστεί περίπου 3.000 άτομα, ανάμεσά τους και ο δήμαρχος Χάρρισον που παρακολουθούσε σαν θεατής για να μην διασαλευτεί η τάξη. Στο αστυνομικό τμήμα της οδού Ντεμπλαίν, μισό τετράγωνο απόσταση από τη συγκέντρωση, ένα αρκετά μεγάλο σώμα αστυνομικών βρισκόταν σ’ ετοιμότητα. Η συγκέντρωση ήταν πολύ ήσυχη. Ο Σπάιζ μίλησε στους απεργούς από ένα αμάξι μπροστά στο εργοστάσιο των αδερφών Κραίην. Ύστερα μίλησε ο Πάρσονς που περιορίστηκε στο θέμα του οκταώρου. Ύστερα μίλησε ο Φήλντεν. Γύρω στις 10 μια δυνατή καταιγίδα άρχισε να διαλύει τη συγκέντρωση, ενώ εκείνη την ώρα ο Σπάιζ και ο Πάρσονς είχαν φύγει. Ο μόνος που είχε μείνει ήταν ο Φήλντεν που μιλούσε στον κόσμο που ήταν ακόμα εκεί. Ο δήμαρχος Χάρρισον που είχε κρίνει ότι η συγκέντρωση ήταν ειρηνική και ότι όλα είχαν τελειώσει, έφυγε λίγο μετά τις 10, κάλεσε το αστυνομικό τμήμα για να δώσει αναφορά και μετά πήγε να κοιμηθεί στο σπιτάκι του.
untitledΎστερα από λίγα λεπτά, ο διευθυντής της αστυνομίας, Τζων Μπόνφηλντ, μισητός σ’ όλη την πόλη για την κτηνωδία του, μπήκε επικεφαλής ενός αποσπάσματος 180 μπάτσων για να διαλύσει όσους είχαν απομείνει από τη συγκέντρωση. Η ενέργεια αυτή δεν είχε κανένα νόημα πέρα από το ότι ο Μπόνφηλντ ήθελε να προκαλέσει άλλο ένα μακελειό. Σύμφωνα με τον κυβερνήτη της Πολιτείας, Ώλντγκενλντ, “ο επιθεωρητής Μπόνφηλντ είναι ο πραγματικός υπεύθυνος για το θάνατο των αστυνομικών”. Οι μπάτσοι κρατήθηκαν σε κάποια απόσταση από το αμάξι των ομιλητών και ένας λοχαγός Γουώρντ διέταξε τους συγκεντρωμένους να διαλυθούν. Ο Φήλντεν απάντησε ότι η συγκέντρωση ήταν ειρηνική. Καθώς ο Γουώρντ στράφηκε για να δώσει διαταγή στους άντρες του μια βόμβα έπεσε από ένα σημείο στο πεζοδρόμιο λίγο πιο αριστερά από το αμάξι. Η έκρηξη έγινε εκεί που στέκονταν οι μπάτσοι και τραυμάτισε 66. Απ’ αυτούς οι επτά πέθαναν αργότερα. Η αστυνομία άρχισε αμέσως να πυροβολεί υστερικά το πλήθος, σκοτώνοντας αρκετούς και τραυματίζοντας 200. Πανικός ξέσπασε στη γειτονιά. Έγιναν τηλεφωνήματα σε γιατρούς. Τα φαρμακεία γέμισαν τραυματίες.
Μέχρι και σήμερα ακόμα δεν έχει εξακριβωθεί ποιος έριξε τη βόμβα. Υπάρχουν τρεις πιθανότητες:
1) ο κυβερνήτης Ώλντγκελντ υποστήριζε στο απαλλακτικό διάγγελμά του το 1893 ότι ρίχτηκε από κάποιον σαν αντίποινα για όλες τις βιαιότητες του Μπόνφηλντ και της αστυνομίας. “…Αποδεικνύεται ότι κατά πάσα πιθανότητα η βόμβα ρίχτηκε από κάποιον που ζητούσε προσωπική εκδίκηση, ότι οι αρχές ακολούθησαν μια τακτική που ήταν φυσικό να προκαλέσει όλα όσα προκάλεσε, ότι αρκετά χρόνια πριν από το επεισόδιο της Παλιάς Αγοράς δεν είχαν σημειωθεί εργατικές ταραχές και ότι σε αρκετές περιπτώσεις πολλοί εργάτες που δεν ήταν ένοχοι καμιάς κατηγορίας είχαν δολοφονηθεί, και κανένας από τους δολοφόνους δεν πέρασε από δικαστήριο. Οι μαρτυρίες που δόθηκαν στους ανακριτές και εκτέθηκαν εδώ αποδεικνύουν ότι σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις πυροβολήθηκαν άτομα και σκοτώθηκαν καθώς έτρεχαν, πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να πυροβοληθούν· παρόλα αυτά δεν κατηγορήθηκε κανείς. Στο Σικάγο έγιναν πολλές απεργίες κατά τις οποίες η αστυνομία όχι μόνο επιτέθηκε ενάντια στους ανθρώπους, αλλά και χωρίς καμιά νομική δικαιοδοσία εισέβαλε και διέσπασε ειρηνικές συγκεντρώσεις· σε πολλές περιπτώσεις που δεν ήταν ένοχοι στο παραμικρό”.
2) Η πιθανότητα ενός προβοκάτορα δεν πρέπει να απορριφθεί εντελώς. Η αστυνομία του Σικάγου εκείνη την εποχή ήταν ικανή για κάτι τέτοιο. Το πρωί μετά την έκρηξη της βόμβας ο επιθεωρητής Μπόνφηλντ έκανε την εξής ανακοίνωση:
“Θα λάβωμεν δραστικά μέτρα διά την σύλληψιν των ηγετών της υποθέσεως αυτής. Η ενέργεια της χθεσινής νυκτός θα αποδείξει ότι η βομβιστική και δυναμιτιστική φρασεολογία δεν ήτο απλή πομφόλυξ… Η επίθεσις εναντίον ημών ήτο κτηνώδης και θρασύδειλος”. (Η υπογράμμιση έγινε από τον ίδιο τον Μπόνφηλντ).
Η υπογραμμισμένη πρόταση ίσως υποδηλώνει μια παλιά πρόθεσή του να αποδείξει ότι η “δυναμιτιστική φρασεολογία” δεν ήταν “απλή πομφόλυξ”.
3) Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ήταν ένοχος ο αναρχικός Ρ. Στσνάουμπελτ, γαμπρός του Μ. Στσουώμπ. Το γεγονός ότι συνελήφθηκε δύο φορές και αφέθηκε ελεύθερος σε περίοδο που η αστυνομία συνελάμβανε και φυλάκιζε όλους τους αναρχικούς και συμπαθούντες που μπορούσε να αρπάξει, δημιουργεί την υποψία ή μάλλον τη βεβαιότητα ότι η αστυνομία ήθελε να τον ξεμπερδέψει για να μπορέσει να καταδικάσει τους οκτώ σημαντικότερους επαναστάτες ηγέτες.
selanik6-kΟ δικαστής Γκάρυ που αναθεώρησε την υπόθεση επτά χρόνια μετά την πρώτη δίκη παραδέχτηκε πως ήταν πολύ πιθανή η ενοχή του Στσνάουμπελτ και πως η απαλλαγή του μπορεί να έγινε όταν ακριβώς ήταν ο σημαντικότερος ύποπτος. Ο Γκάρυ συμπέρανε, παρόλα αυτά, ότι “ή ο Στσνάουμπελτ ή κάποιος άλλος πέταξε τη βόμβα, πράγμα που δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία”.
Οι εφημερίδες, όχι μόνο στο Σικάγο, αλλά και παντού, άρχισαν να σπέρνουν τον πανικό. Απαίτησαν την εκτέλεση όλων των ανατρεπτικών στοιχείων. Μέσα σε λίγες μέρες η αστυνομία συνέλαβε τους κυριότερους αναρχικούς επαναστάτες της πόλης – τους Σπάιζ, Φήλντεν, Στσουώμπ, Άντολφ Φίσερ, Τζωρτζ Ένγκελ, Λούις Λινγκ, Όσκαρ Νημπ και άλλους, ακόμα και τους 25 τυπογράφους της “Εργατικής Εφημερίδας”. Ο μόνος που διέφυγε ήταν ο Πάρσονς που η αστυνομία δεν μπορούσε να τον συλλάβει παρά το φοβερό κυνηγητό. Όταν ανακοινώθηκε ο θάνατος του μπάτσου Μ. Τζ. Ντήγκαν οι εφημερίδες απαίτησαν κραυγαλέα βιαστικές δίκες στο κακουργιοδικείο. Για αρκετές βδομάδες αναζωπύρωναν το αίσθημα τρομοκρατίας που επικρατούσε στο κοινό. Οι τίτλοι τους ήταν χαρακτηριστικοί: Αιμοδιψή κτήνη, Ερυθροί ρουφιάνοι, Ερυθροί ταραξίες, Κατασκευαστές βομβών, Ερυθροί αγκιτάτορες, Αναρχικοί δυναμιτιστές, Αιμοδιψή τέρατα, Εκσφενδονιστές βομβών, Βομβολάτρες. Η εφημερίδα Chicago Tribune έγραφε στις 6 Μαΐου: “Τα φίδια αυτά θράφηκαν και αναζωογονήθηκαν με τη λιακάδα της ανοχής και πήραν θάρρος να επιτεθούν ενάντια στην κοινωνία, το νόμο, την τάξη και την κυβέρνηση”. Και η Chicago Herald της ίδιας ημέρας: “Ο όχλος που παρακινήθηκε από τον Σπάιζ και τον Φήλντεν σε δολοφονίες δεν αποτελείται από αμερικανούς. Είναι καθάρματα από την Ευρώπη που ζήτησαν καταφύγιο σ’ αυτές τις ακτές για να καταχραστούν τη φιλοξενία μας και να περιφρονήσουν τις αρχές της χώρας”. Η Chicago Interocean: “Για μήνες, για χρόνια, αυτά τα μικροπρεπή υποκείμενα διαλαλούσαν τα στασιαστικά κι επικίνδυνα δόγματά τους”. Η Chicago Journal της 7ης Μαΐου: “Η Δικαιοσύνη θα πρέπει να είναι πολύ αυστηρή όταν θα περιλάβει τους κρατούμενους αναρχικούς. Οι νόμοι που αφορούν τη συνενοχή σ’ εγκλήματα είναι τόσο σαφείς ώστε οι δίκες τους δεν θα πρέπει να κρατήσουν πολύ”.
Η τροφοδότηση της υστερίας του κοινού κατάντησε να είναι πρωταρχική δραστηριότητα της αστυνομίας. Ύστερα από τρία χρόνια, κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξής του, ο αρχηγός της αστυνομίας, Έμπερσολντ, παραδέχτηκε: “Ήτο τακτική μου να κατευνάσω τα πνεύματα όσο το δυνατόν ταχύτερον μετά την 4ην Μαΐου 1886. Η γενική αναταραχή ήτο εις βάρος της πόλεως του Σικάγου. Άλλωστε ο λοχαγός Στσάακ επεζητούσε την αναταραχήν. Ήθελε να ανεύρη βόμβας πανταχόθεν… Μετά την διάλυσιν των αναρχικών ομάδων, ο Στσάακ ήθελε να εξαπολύσει τους άνδρας του διά να οργανώσουν εκ νέου τας διαλελυμένας ομάδας”. Η αστυνομία πήρε στα χέρια της τους καταλόγους συνδρομητών της “Εργατικής Εφημερίδας” και άρχισε μαζικές εφόδους. Στις αίθουσες συγκεντρώσεων, στα τυπογραφεία, στα σπίτια γινόντουσαν διαρρήξεις και έρευνες· συνελάμβαναν και φυλάκιζαν οποιονδήποτε είχε έστω και ελάχιστη σχέση με το ριζοσπαστικό κίνημα. Η αστυνομία φρόντιζε οι επιδρομές της να έχουν αποτελέσματα. Κάθε μέρα ανακάλυπταν πυρομαχικά, καραμπίνες, μαχαίρια, ντουφέκια, πιστόλια, ξιφολόγχες, αναρχικά φυλλάδια, κόκκινες σημαίες, ανατρεπτικά πανό, φυσίγγια, εγχειρίδια, σφαίρες, μολύβι, υλικά για την κατασκευή τορπιλών, κάλυκες σφαιρών, δυναμίτη, βόμβες, οβίδες, καψούλια, μηχανήματα, ψεύτικες πόρτες για κρύπτες, υπόγειες γαλαρίες σκοποβολής. Κάθε εύρημα της αστυνομίας διατυμπανιζόταν από τις εφημερίδες. Απλώθηκε η φήμη ότι ο “Μοστ” θα ερχόταν από τη Νέα Υόρκη, προφανώς για να κλιμακώσει το κύμα δολοφονιών, οπότε η αστυνομία παρέταξε επιδεικτικά έξω από το σταθμό τους χαφιέδες της. Μαζεύτηκε πλήθος για να υποδεχτεί τον επικίνδυνο επισκέπτη, ο Μοστ όμως δεν φάνηκε. Η κατάλληλη ατμόσφαιρα για τη δίκη είχε προετοιμαστεί προσεκτικά.
“ΑΦΗΣΤΕ Ν’ ΑΚΟΥΣΤΕΙ Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ”
Όταν συνεδρίασε το κακουργιοδικείο, στα μέσα Μαΐου, κατηγόρησε τους Ώγκαστ Σπάιζ, Μάικελ Στσουώμπ, Σάμουελ Φήλντεν, Άλμπερτ Πάρσονς, Άντολφ Φίσερ, Τζωρτζ Ένγκελ, Λούις Λινγκ και Όσκαρ Νημπ, όλοι τους βασικά μέλη της Διεθνούς, σαν υπεύθυνους για τη “δολοφονία” του Ματίας Τζ. Ντήγκαν στις 4 Μαΐου. Η δίκη ορίστηκε για τις 21 Ιουνίου στο δικαστήριο του Κουκ Κάουντυ με δικαστή τον Τζόζεφ Γκάρυ. Δημόσιος κατήγορος ήταν ο πολιτειακός εισαγγελέας Τζ. Γκρίνελ. Οι κατηγορούμενοι όρισαν 4 συνήγορους. Η δίκη άρχισε ενώ η αστυνομία έκανε τις συγκλονιστικές της αποκαλύψεις, οι εφημερίδες αράδιαζαν μυθιστορίες για αναρχικές συνωμοσίες που αποσκοπούσαν σε μαζικές δολοφονίες και το κοινό ούρλιαζε απαιτώντας γρήγορα την εκτέλεση των κατηγορούμενων. Στην αρχή της προανάκρισης ο Πάρσονς που είχε διαφύγει τη σύλληψη για έξι βδομάδες, βάδισε μέσα στο δικαστήριο και παραδόθηκε για να δικαστεί, συναντώντας τους συντρόφους του στο εδώλιο των κατηγορουμένων.
images_haymarket8_large
Από κείνη τη στιγμή δύο γεγονότα απέδειξαν ότι η δίκη δεν ήταν ούτε κατά προσέγγιση δίκαιη. Πρώτον, ο δικαστής Γκάρυ ανάγκασε και τους οκτώ κατηγορούμενους να δικαστούν μαζί, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο παραδοχής όλων των ειδών αποδεικτικών στοιχείων. Δεύτερον, χάρη σ’ ένα απίθανο τέχνασμα οι ένορκοι δεν διαλέχτηκαν με το συνηθισμένο τρόπο της τυχαίας κλήρωσης, αλλά αντίθετα από ένα κλητήρα διορισμένο από τον πολιτειακό εισαγγελέα. Ένας επιχειρηματίας του Σικάγου, ο Ο. Σ. Φαίηβορ, στην ένορκη κατάθεσή του δήλωσε ότι ο κλητήρας του είχε πει μπροστά σε μάρτυρες: “Εγώ χειρίζομαι αυτή την υπόθεση και ξέρω τι πρέπει να κάνω. Τα άτομα αυτά θα κρεμαστούν σίγουρα. Διαλέγω αυτούς ακριβώς τους ενόρκους γιατί οι κατηγορούμενοι θα τους απορρίψουν ασυζητητί και τελικά θα χάσουν τον καιρό τους και τις ενστάσεις τους. Θ’ αναγκαστούν να τους δεχτούν απλώς γιατί τους θέλει ο δημόσιος κατήγορος”. Ο δικαστής με πολύ έξυπνες ερωτήσεις κατάφερε να θεωρηθούν κατάλληλοι ένορκοι πολλοί που είχαν παραδεχτεί ανοιχτά τις προκαταλήψεις τους απέναντι στους κατηγορούμενους και οι οποίοι απορρίπτονταν εντελώς από την υπεράσπιση. Χρειάστηκαν 21 μέρες για να διαλεχτούν οι ένορκοι και εξετάστηκαν 981 υποψήφιοι. Τελικά η υπεράσπιση εξάντλησε το δικαίωμα ένστασης και έτσι διαλέχτηκαν οι 12 ένορκοι που ανάμεσά τους ήταν κι ένας συγγενής θύματος από τη βόμβα.
Η εισηγητική ομιλία του πολιτειακού εισαγγελέα Γκρίνελ μετά την παρουσίαση των στοιχείων έγινε στις 14 Ιουλίου και διαβεβαίωσε τους ενόρκους ότι θα εμφανιζόταν ο άνθρωπος που είχε ρίξει τη βόμβα. Πράγμα βέβαια που ήταν αδύνατον. Παρόλα αυτά έγινε προσπάθεια να στηριχτεί η κατηγορία στη μαρτυρία δύο υποτιθέμενων αναρχικών που μηρύκασαν τα “επίσημα” στοιχεία, παρουσιάζοντας κάποια ιστορία για την ύπαρξη τρομοκρατικής συνωμοσίας σύμφωνα με τα οποία θα ανατινάζονταν με δυναμίτη όλα τα αστυνομικά τμήματα, ένα κάθε φορά που θα εμφανιζόταν η γερμανική λέξη Rhue στην “Εργατική Εφημερίδα”. Η μαρτυρία των δύο αυτών ατόμων σαρώθηκε εντελώς από την υπεράσπιση. Όταν λοιπόν ξεφούσκωσε κι αυτό το μπαλόνι αποκαλύφθηκαν άλλα παράξενα στοιχεία. Ένας άλλος μάρτυρας, ο Γκίλμερ, που αποδείχτηκε επαγγελματίας ψευδομάρτυρας, ορκίστηκε ότι είχε δει ένα αντικείμενο που έμοιαζε με βόμβα ανάμεσα στους Σπάιζ, Στσουώμπ και Στσνάουμπελτ και ότι είχε παρατηρήσει αυτό τον τελευταίο να ρίχνει τη βόμβα ενάντια στους αστυνομικούς. Επιπλέον, πάρα πολλοί αστυνομικοί προσπάθησαν να αποδείξουν ότι ο Φήλντεν τους είχε πυροβολήσει πίσω από το αμάξι των ομιλητών, οι ισχυρισμοί τους όμως αποδείχτηκαν αβάσιμοι…
Παρά τη δημιουργία συναισθηματικής ομίχλης γύρω από τα γεγονότα, το Κράτος, όπως παρατήρησε ο κυβερνήτης Ώλντγκελντ δεν κατάφερε ποτέ να ανακαλύψει ποιος έριξε τη βόμβα. Δεν μπόρεσε επίσης να αποδείξει την ύπαρξη κάποιας συγκεκριμένης συνωμοσίας από μέρους των κατηγορουμένων.
sac-flammorΜε την εξέλιξη της υπόθεσης, οι οκτώ κατηγορούμενοι κατέληξαν να δικάζονται για τις ιδέες τους, παρόλο που δεν επέτρεψαν στην υπεράσπιση να παρουσιάσει μαρτυρίες σχετικές με τη θεωρία του αναρχισμού. Βασιζόμενος στο γεγονός ότι οι γενικές αρχές των αναρχικών αποτελούσαν προτροπή για την καταστροφή όλων των καπιταλιστών, ο δικαστής Γκάρυ επέτρεψε στον δημόσιο κατήγορο να συμπεράνει την ύπαρξη συγκεκριμένης συνωμοσίας. Οι ένορκοι αιφνιδιάστηκαν με αποσπάσματα από διάφορα εμπρηστικά άρθρα της εφημερίδας “Συναγερμός” και της “Εργατικής Εφημερίδας”. Η αστυνομία επέδειξε στους ενόρκους μια σειρά δεματιών δυναμίτη και διάφορες βόμβες με καταχθόνιους μηχανισμούς, παρόλο που τα πιο πολλά απ’ αυτά τα “στοιχεία” είχαν βρεθεί σε μίλια απόσταση από το σημείο της έκρηξης και ύστερα από βδομάδες ολόκληρες. Το θέαμα των εκθεμάτων προκάλεσε το επιθυμητό αποτέλεσμα: προξένησε τρόμο. Η υπεράσπιση εναντιώθηκε στην παρουσίαση άσχετων στοιχείων που αποσκοπούσαν στην πρόκληση εχθρικών συναισθημάτων αλλά το δικαστήριο απέρριψε όλες τις ενστάσεις της. Ο δικαστής Γκάρυ αποκάλυψε έτσι την προκατάληψή του, όπως παραδέχτηκε αργότερα ο κυβερνήτης Ώλντγκελντ.
Η συνοπτική διαδικασία μπροστά στους ενόρκους άρχισε στις 14 Αυγούστου. Έληξε με την αγόρευση του πολιτειακού εισαγγελέα Γκρίνελ: “Δικάζεται ο Νόμος. Δικάζεται η Αναρχία. Οι άνθρωποι αυτοί διαλέχτηκαν από τους ενόρκους και θεωρήθηκαν ένοχοι γιατί ήταν ηγέτες. Δεν είναι περισσότερο ένοχοι απ’ ότι οι χιλιάδες που τους ακολουθούν. Κύριοι ένορκοι, καταδικάστε τους, κάντε τους παράδειγμα προς αποφυγήν, κρεμάστε τους και θα σώσετε τους θεσμούς μας, την κοινωνία μας”. Όπως είχε προβλεφθεί οι ένορκοι ανακοίνωσαν την απόφασή τους στις 20 Αυγούστου: τους χαρακτήρισαν όλους ένοχους και επέβαλαν την ποινή του απαγχονισμού στους επτά κατηγορούμενους, ενώ στον Όσκαρ Νημπ επέβαλαν φυλάκιση 15 χρόνων. Η υπεράσπιση έκανε έφεση για νέα δίκη τον Σεπτέμβριο. Η έφεση απορρίφθηκε και οι καταδικασμένοι κλήθηκαν να απολογηθούν. Οι απολογίες τους ήταν λεπτομερειακές, κράτησαν τρεις μέρες και απευθύνονταν όχι μόνo στο δικαστήριο αλλά και στους εργάτες όπου κι αν βρίσκονταν.
casdqv0t2Ύστερα από μια μεγάλη ανάλυση των απόψεών του ο Σπάιζ είπε: “Λοιπόν, αυτές είναι οι ιδέες μου. Αποτελούν μέρος του εαυτού μου, δεν μπορώ να τις αποχωριστώ και δεν θα το έκανα ακόμα κι αν μπορούσα. Κι αν νομίζετε ότι μπορείτε να συντρίψετε αυτές τις ιδέες που κερδίζουν έδαφος κάθε μέρα και περισσότερο, αν νομίζετε ότι μπορείτε να τις στείλετε στην κρεμάλα -αν επιβάλλετε άλλη μια φορά τη θανατική ποινή σε άτομα που τόλμησαν να πουν την αλήθεια – και σας προκαλώ να μας αποδείξετε σε ποιο σημείο είπαμε ψέματα – σας λέω ότι αν ο θάνατος είναι η ποινή γιατί διακηρύχτηκε η αλήθεια, τότε θα πληρώσω το ακριβό τίμημα με περηφάνια και τόλμη! Φωνάξτε το δήμιό σας!”
Ο Τζωρτζ Ένγκελ είπε: “Μισώ και πολεμάω όχι τον καπιταλιστή σαν άτομο, αλλά το σύστημα που του δίνει τα προνόμιά του. Η μεγαλύτερή μου επιθυμία θα ήταν να μπορέσουν να αναγνωρίσουν οι εργάτες ποιοι είναι οι φίλοι τους και ποιοι οι εχθροί τους”.
Και με το θάρρος που είχε δείξει κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Λινγκ που ήταν τότε μόνο 21 χρονών, είπε:
“Επαναλαμβάνω ότι είμαι εχθρός της τάξης που επικρατεί σήμερα και επαναλαμβάνω ότι θα την πολεμήσω με όλες μου τις δυνάμεις, όσο μπορώ ακόμα να ανασαίνω… Σας απεχθάνομαι! Απεχθάνομαι την τάξη σας, τους νόμους σας, την εξουσία σας που στηρίζεται στη βία. Κρεμάστε με γι’ αυτό!”
Η εκτέλεση της καταδίκης αναβλήθηκε μια και η υπόθεση παρουσιαζόταν στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ιλλινόις. Αφού εξετάστηκε για αρκετούς μήνες και παρά το γεγονός ότι η δίκη έβριθε σφαλμάτων νομικής φύσης, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του κατώτερου δικαστήριου το Σεπτέμβριο του 1887. Όλες οι εργατικές οργανώσεις παντού, εκτός από τους Ιππότες της Εργασίας, ζήτησαν χάρη για τους καταδικασμένους αναρχικούς. Τις τελευταίες μέρες ο Φήλντεν και ο Στσουώμπ έκαναν αίτηση για χάρη και ζήτησαν μετατροπή της ποινής. Οι άλλοι απαίτησαν Ελευθερία ή θάνατο. Ο κυβερνήτης Όγκσλμπυ μετέτρεψε την ποινή του Φήλντεν και του Στσουώμπ σε ισόβια και έτσι μεταφέρθηκαν στις κρατικές φυλακές του Τζόλιετ μαζί με τον Νημπ. Ο Λινγκ απέφυγε το ικρίωμα την προηγούμενη της εκτέλεσης πυροδοτώντας ένα τσιγάρο με δυναμίτη μέσα στο στόμα του. Οι υπόλοιποι τέσσερις κρεμάστηκαν στις 11 Νοεμβρίου 1887.
“Οι θηλιές στήθηκαν γρήγορα, οι κουκούλες κατέβηκαν. Τότε κάτω από τα καλύμματα ακούστηκαν τα εξής:
ceb1cf83cf84ceb5cf81ceb9ΣΠΑΪΖ: Θάρθει μια εποχή που η σιωπή του τάφου μας θα είναι πιο ισχυρή από τις φωνές που στραγγαλίζετε σήμερα.
ΕΝΓΚΕΛ και ΦΙΣΕΡ: Ζήτω η Αναρχία! Αυτή είναι η ευτυχέστερη στιγμή της ζωής μου!
ΠΑΡΣΟΝΣ: Ω, άνθρωποι της Αμερικής, θα μου δώσετε την άδεια να μιλήσω; Αφήστε με να μιλήσω Σερίφη Μαίητσον. Αφήστε να ακουστεί η φωνή του λαού, Ω!”.
Ύστερα από χρόνια, μετά από αναθεώρηση της δίκης, οι Φήλντεν, Στσουώμπ και Νημπ απαλλάχτηκαν της κατηγορίας και απελευθερώθηκαν.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΤΟΥ ΣΙΚΑΓΟ
19510r
anarchy645
Οι τέσσερις αναρχικοί πρωταγωνιστές των γεγονότων του Σικάγου λίγο πριν τη θανάτωσή τους


anarchy63act4minihaymarketsquare2hayriot-b
Τα αιματηρά γεγονότα στο Haymarket
mostportrait
cebf-cf83cf80ceb1cf8acf83-cebaceb1cebbceb5ceb9-cf83cf84ceb7-cebcceb1cebacebfcf81cebcceb9ceba
Ο αναρχικός Αύγουστος Σπάις καλεί τους εργάτες σε εξέγερση λίγο μετά τη δολοφονική επίθεση της αστυνομίας
cf83cf8dcebbcebbceb7cf88ceb7-cf84cebfcf85-cebbceb9cebdceb3ceba-cf83ceb9cebaceb1ceb3cebf-1886
Η σύλληψη του Λινγκ
arparsons
maydaycover
hay1

ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΟΣΚΥΛΟ


Lenin Reloaded: Κοκτέιλ Μολότωφ #154

Lenin Reloaded: Κοκτέιλ Μολότωφ #154: Ποια είναι η διαφορά του ΠΑΣΟΚ απ' την Χρυσή Αυγή; Στο ΠΑΣΟΚ, άμα θέλεις να τελέσεις αξιόποινες πράξεις, πρέπει πρώτα να φροντίσεις να εκλε...

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ


Η "ακυβερνησία", ο φόβος, και το "θαυμάσιο κενό"

Ένα φάντασμα απλώνεται πάνω από τα λαϊκά στρώματα, και το σαρακοφαγωμένο σεντόνι του υφαίνεται από τα επιδέξια χέρια των εντολοδόχων του κεφαλαίου: το φάντασμα της "ακυβερνησίας." Διαρκώς, με κάθε τρόπο, η προσπάθειά τους είναι να τρομάξουν τον λαό με το ενδεχόμενο να μην σχηματιστεί κυβέρνηση, δηλαδή να τον εκβιάσουν σε μια ψήφο που ισοδυναμεί με αυτοκτονία για να γλιτώσει από την αγωνία της ζωής. Οι αστοί γραφιάδες ρίχνονται μετά μανίας σε προφητικές δυστοπίες, λοιπόν: είδαμε το "κακό όνειρο" του Δημήτρη Θωμά του Σκάι, μας φιλοδώρησε με υψηλού πανεπιστημιακού κύρους σενάρια τρόμου ο γνωστός και μη εξαιρετέος Στάθης Καλύβας, δεν έμεινε έξω από τον άτυπο διαγωνισμό προβλέψιμων δυστοπιών το μπαρουτοκαπνισμένο μελανοδοχείο του ένδοξου φιγετονίστα Πάσχου Μανδραβέλη.

"Να μην μείνουμε ακυβέρνητοι!", φωνάζουν στον ύπνο και τον ξύπνιο τους οι επαγγελματίες προαγωγοί της λαϊκής απελπισίας και ηττοπάθειας, δηλαδή της συντήρησης της αστικής εξουσίας με κάθε διαθέσιμο μέσο μετά το ηθικό ξεγύμνωμα και την πολιτικο-οικονομική απονομιμοποίησή της. 

"Να μην μείνουμε ακυβέρνητοι", γιατί;  Γιατί, όπως όλοι οι προαναφερθέντες κάνουν ξεκάθαρο, αν "μείνουμε ακυβέρνητοι" ποιος θα εφαρμόζει αυτά που δεν αποφασίσαμε ποτέ εμείς; Ποιος θα λειτουργεί ως εντολοδόχος της μοναδικής "κυβέρνησης" που στην πραγματικότητα έχει η Ελλάδα, της Τρόϊκας;

Αλλά βέβαια αυτό σημαίνει, και οι προαναφερθέντες το γνωρίζουν καλά, ότι αυτό που αναζητείται, αυτό που οι ίδιοι αναζητούν εναγωνίως, δεν είναι κυβέρνηση. Κυβέρνηση έχουμε ήδη, τραπεζοπιστωτική και ευρωπαϊκή, και όποιος έχει κάνει τον κόπο να διαβάσει έστω μια αράδα από τα Μνημόνια Ι και ΙΙ το γνωρίζει. Αυτή η κυβέρνηση δεν θα κουνηθεί από τη θέση της απλώς και μόνο επειδή το ΠΑΣΟΚ ή η ΝΔ ή ο οποιοσδήποτε δεν συγκεντρώσει τα ποσοστά που χρειάζεται όχι για να κυβερνήσει, βέβαια, αλλά για να εκτελέσει τις εντολές της κυβέρνησης που έχουμε ήδη και που θα έχουμε και την επόμενη των εκλογών.

Το πραγματικό λοιπόν πρόβλημα του ελληνικού λαού, και συγκεκριμένα της εργατικής τάξης, των αγροτών, των πτωχευμένων και πνιγμένων στα χρέη μικροαστών, δεν είναι ότι απειλούνται να μην έχουν κυβέρνηση στις 7 του Μάη.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι απειλούνται να μην μπορούν, βάσει των εκλογικών αποτελεσμάτων, να ανατρέψουν την κυβέρνηση που ήδη έχουν και που, αν δεν κάνουν κάτι ενεργητικό για αυτό, θα συνεχίσουν να έχουν, άκοντες εκόντες, και μετά τις 7 του Μάη.

Και φυσικά, ο λαός, τα στρώματα αυτά που αναφέραμε, ξέρει καλά τι θα πει ότι έχει ήδη και ότι απειλείται να έχει ξανά κυβέρνηση. Δεν το ξέρει απλά από τα μνημόνια Ι και ΙΙ, που όσο και να φώναζε στις πλατείες πέρασαν με τις πιο αισχρές και θεατρινίστικες ενέργειες των αστικών κομμάτων στην πρόσφατη ιστορία· το ξέρει και από το ότι, μπροστά στο ενδεχόμενο δημοψηφίσματος για τις ρήτρες του δεύτερου Μνημονίου, η πραγματική κυβέρνηση ανέτρεψε ουσιαστικά τον θίασο μαριονετών που είχε ως τότε χρησιμοποιήσει και εγκατέστησε άλλον στη θέση του, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις, ανάμεσα σε άλλα, "κυβερνοποίησης" της ακροδεξιάς σε σύγκλιση με το κόμμα του "προέδρου της σοσιαλιστικής διεθνούς", και  εκπαραθύρωσης του "προέδρου" για να ανέβει στην εξουσία κάποιος ακόμα πιο "ρεαλιστής", δηλαδή ακόμα πιο πειθήνιος και αδίστακτος στην εκτέλεση των εντολών της μοναδικής ουσιαστικά πραγματικής κυβέρνησης που έχει η χώρα από το 2010 και μετά. 

Μ' αυτή την πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας και της αλήθειας πάνε να κοροϊδέψουν τον λαό. Με τέτοιες τρίτης διαλογής φοβέρες πάνε να τον κάνουν να πιστέψει στον ανύπαρκτο και ανυπόστατο για τα δικά του συμφέροντα φόβο της ακυβερνησίας. Κι αυτός ο φόβος είναι το ίδιο ανύπαρκτος και το ίδιο ανυπόστατος με την ιδέα πως η "κυβέρνηση" των εντολοδόχων νομιμοποιείται τάχαμου ως τέτοια από τη βούληση του λαού. Το ίδιο ανύπαρκτος και το ίδιο ανυπόστατος με την ιδέα της λαϊκής νομιμότητας κυβερνήσεων που στέρησαν από ένα κομμάτι των κατώτερων στρωμάτων τη δουλειά, από ένα άλλο ακόμα και το ίδιο το κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι ως δικαίωμα, και από όλους μαζί τον βιώσιμο μισθό και την αξιοπρέπεια. Κι όλα αυτά, όταν δεν τους τσάκιζαν στο ξύλο οι δυνάμεις καταστολής και δεν τους μπούκωναν με χημικά.

Με τέτοια τσιτάτα νομίζουν πως θα τρομάξουν ανθρώπους που δεν τρομάζουν να τρώνε από τα σκουπίδια ή να βλέπουν άλλους να τρώνε από τα σκουπίδια. Ανθρώπους που δεν τρομάζουν να πατούν την σκανδάλη σε όπλα που έχουν στραμένα στο κεφάλι τους ή να πηδούν από παράθυρα ή να απαγχονίζονται. Ανθρώπους που δεν τρομάζουν να ζουν τον θάνατο της προσωπικότητας, της αξιοπρέπειας, της οικογενειακής ζωής, των ονείρων τους, των ονείρων των παιδιών τους. 

Από αυτούς τους ανθρώπους περιμένουν να φοβηθούν την "ακυβερνησία". Από αυτούς, που τρώνε τον φόβο της επιβίωσης για πρωϊνό, μεσημεριανό και δείπνο. Να φοβηθούν τι, λοιπόν, όσοι έζησαν την καλπάζουσα φρίκη του καπιταλισμού τα τελευταία τρία χρόνια; Να φοβηθούν μία κατάσταση στην οποία η καλπάζουσα αυτή φρίκη δεν θα βρίσκει εντολοδόχους και εκτελεστές; Να φοβηθούν πως θα προκύψουν ελείμματα στην αγορά προσφοράς υποψήφιων δημίων; Να φοβηθούν μήπως τυχόν δεν βρεθούν εγχώρια άρβυλα να τους πατήσουν στο λαιμό, μόνο και μόνο επειδή πάνω απ' τα άρβυλα θα στέκεται, ως εχέγγυο δημοκρατικής νομιμότητας, ένα κουστούμι Armani αντί για το συνηθέστερο flight jacket του κεκαρμένου νεοναζί ή τη στολή παραλλαγής του πραξικοπηματία; 

Να φοβηθούν το "κενό" που αφήνει ένα χαλασμένο γρανάζι στη μηχανή του βασανισμού τους; Μα αυτό το χαλασμένο γρανάζι, αυτό το "κενό", είναι η αρχή της δυνατότητας για ελευθερία από ό,τι είναι αποδεδειγμένα αβάσταχτο για την πλειοψηφία! Είναι, είπε χθες η ΓΓ του ΚΚΕ --ξέρετε, του εξουσιομανούς αυτού κόμματος-- ένα "θαυμάσιο κενό." Είναι το κενό εκείνο χωρίς το οποίο δεν είναι εφικτή καν η θεμελίωση μιας άλλης εξουσίας. Μιας εξουσίας των ποδοπατημένων. Μιας εξουσίας των τρομοκρατημένων. Μιας εξουσίας αυτών που κάθε μέρα, από το πρωί ως την νύχτα, τρέφουν τις αρτηρίες του υλικού κόσμου με τον ιδρώτα τους και το αίμα τους -- και δεν μιλάμε για μεταφορικό αίμα σε μια χώρα όπου κάθε τρεις και λίγο ακρωτηριάζεται, τεμαχίζεται, συνθλίβεται, ή αποκεφαλίζεται κι ένας αποκαμωμένος εργάτης στις πρέσσες και στα τρυπάνια των εργοστασίων των πλουτοκρατών που εντατικοποιούν την παραγωγή κρατώντας τους μισθούς σε επίπεδα πείνας. 

Αυτό για το οποίο θέλουν να τρομάξεις και να φοβηθείς είναι ο δικός τους φόβος. Δεν είναι ο δικός σου. Με τον δικό σου ζεις κάθε μέρα, όταν αυτοί κοιμούνται μακάριοι σε σπίτια πολυτελείας, προφυλαγμένοι από αλάρμ, αν όχι από μπράβους, ενώ άλλοι κοιμούνται στον δρόμο, μέσα στη βροχή και τα σκατά, πάνω σε χαρτόκουτα, ντυμένοι κουρέλια, τρομαχτικές προφητείες του δικού σου μέλλοντος μέσα στην κοινωνία του καπιταλιστικού ολέθρου. 

Γίνε λοιπόν εσύ η ελπίδα σου, κι εσύ ο φόβος τους. Στις 6 του Μάη ψήφισε με μια σφαίρα από μελάνι και χαρτί. Στρέψ' την στην καρδιά του τέρατος, στην πηγή του φόβου σου. Και, όταν έχεις δημιουργήσει με την δραστηριοποίησή σου παντού --στο δρόμο, στη δουλειά, στα περιβάλλοντα συζήτησης και διάχυσης των ιδεών-- το μπλοκάρισμα στη φριχτή αλυσίδα της τρομοκράτησής σου, μείνε με τα μάτια ανοιχτά και δεκατέσσερα. Επιδίωξε ενεργά και με όλα τα μέσα πάλης απέναντι στην αστική εξουσία την αποκένωσή της από πρόθυμο πολιτικό προσωπικό. Μόνο έτσι θα μπορέσεις να χτίσεις, μαζί με άλλους, μαζί με την λευτερωμένη απ' τον φόβο κοινωνία του ιδρώτα και του τίμιου μεροκάματου που δεν έχει ανάγκη την εκμετάλλευση για να ζήσει, το σπίτι της δικής σου εξουσίας.