ΑΚΟΝΙΣΤΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ, ΝΑ ΣΦΑΞΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Εάν δεν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τα μάτια σας για να βλέπετε, τότε θα τα χρειαστείτε για να κλάψετε


Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Το τέλος της πολιτικής αντιπροσώπευσης;






Του Αλέξανδρου Κιουπκιολή *
«Γιατί πέρασε τον δρόμο ο Νικ Κλεγκ; Γιατί είπε ότι δεν θα τον περνούσε». Αυτό το ανέκδοτο που κυκλοφορεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, για τον αναπληρωτή πρωθυπουργό της κυβέρνησης Συντηρητικών και Φιλελεύθερων Δημοκρατών, συμπυκνώνει πολύ εύγλωττα το autodafé της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη χώρα που τη γέννησε. Στην προεκλογική εκστρατεία του 2010, ο ηγέτης των Φιλελευθέρων Δημοκρατών αυτοπροβαλλόταν ως ο εγκαινιαστής μιας νέας, πιο ανοικτής και διαφανούς πολιτικής, που λογοδοτεί στους πολίτες και δεσμεύεται απέναντί τους. Εξελέγη ως η ενσάρκωση μιας εναλλακτικής λύσης, που θα θεράπευε τον εκφυλισμένο, αναξιόπιστο κοινοβουλευτισμό, μέσα από τους ίδιους τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Η ιλαροτραγική διάψευση της ελπίδας ήρθε πολύ γρήγορα, αλλά η ταχύτητα της ανατροπής δεν ήταν μεγαλύτερη από την αντίστοιχη της «κυβέρνησης εθνικής ευθύνης και συνεννόησης», που θα αναδιαπραγματευόταν το μνημόνιο στην Ελλάδα…
Όλο και πιο συχνά σήμερα, οι πολιτικοί αντιπρόσωποι όχι μόνον δεν τιμούν τις προτιμήσεις της πλειοψηφίας σύμφωνα με τις ρητές προεκλογικές δεσμεύσεις τους, αλλά με την άνοδό τους στην εξουσία εφαρμόζουν τις ακριβώς αντίθετες πολιτικές από εκείνες που πρέσβευαν και βάσει των οποίων εξελέγησαν. Εν ολίγοις, όχι απλώς δεν αντιπροσωπεύουν τη βούληση της πλειοψηφίας, όπως αποτυπώνεται μέσα από την εκλογική διαδικασία, αλλά την παραβιάζουν και την αντιμάχονται ευθύς εξαρχής. Στην ελληνική περίπτωση, η κυβέρνηση της τριανδρίας δεν μπορεί καν να επικαλεστεί, όπως ο Γ.Α.Π., μια απρόβλεπτη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που επιτάσσει έκτακτες πολιτικές, πέρα από τις προεκλογικές υποσχέσεις. Οι γενικές συνθήκες παραμένουν λίγο-πολύ οι ίδιες και η διαχείρισή τους σε σχέση με τη μνημονιακή καταστροφή ήταν ακριβώς το κύριο επίδικο των εκλογών και της προεκλογικής αντιπαράθεσης.
Η αναίρεση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και ο ολιγαρχικός εκφυλισμός της συνταγματικής δημοκρατίας ενυπάρχει ως ισχυρή δυνατότητα στην ίδια την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση, από τη στιγμή που αυτή θεσπίζει τον χωρισμό των κυβερνώντων από τους κυβερνώμενους. Η ισχυρή δυνατότητα γίνεται σχεδόν νομοτελειακή πραγματικότητα, όταν η αντιπροσωπευτική δημοκρατία λειτουργεί υπό τους όρους μιας οικονομίας της αγοράς, η οποία παράγει εγγενώς ανισότητες πλούτου και εξουσίας και ελέγχεται από ολίγους. Στον βαθμό που το κράτος και η κυβέρνηση εξαρτώνται από μια τέτοια οικονομία, για την εξασφάλιση των πόρων τους και την πραγματοποίηση των πολιτικών τους, η άνιση οικονομική ισχύς αποκτά δομικά δυσανάλογη επιρροή στην πολιτική των αντιπροσώπων σε βάρος της βούλησης των πολλών. Η εκπλήρωση αυτού του οιονεί νόμου της ολιγαρχίας σε ένα καπιταλιστικό αντιπροσωπευτικό καθεστώς εμποδίστηκε στη μεταπολεμική περίοδο από τις οργανωμένες δυνάμεις της εργασίας και τον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Αλλά τώρα και οι δύο ανασχετικοί παράγοντες έχουν εκλείψει, ενώ η παγκοσμιοποίηση και η νεοφιλελεύθερη ρύθμιση των αγορών έχουν αυξήσει εκθετικά την οικονομική και πολιτική εξουσία του κεφαλαίου, ιδιαίτερα του χρηματοοικονομικού.
Γι’ αυτό ακριβώς το κίνημα των «πλατειών» και των «αγανακτισμένων» που διαδόθηκε εν είδει ιού το 2011 από την Β. Αφρική στη Β. Αμερική, περνώντας από τη μεσογειακή Ευρώπη, ήταν ταυτόχρονα και αξεδιάλυτα μια συλλογική εξέγερση ενάντια τόσο στη μαζική εξαθλίωση που παράγει η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιότητα, όσο και στην απουσία «πραγματικής δημοκρατίας», όχι μόνο σε δικτατορικά καθεστώτα αλλά και σε αντιπροσωπευτικά-φιλελεύθερα. Όπως είπε χαρακτηριστικά η Τζούντιθ Μπάτλερ, συνοψίζοντας τη στάση αυτών των κινημάτων, «Δεν θα ήμασταν εδώ αν οι αιρετοί αξιωματούχοι εκπροσωπούσαν τη λαϊκή βούληση. Διαχωριζόμαστε από την εκλογική διαδικασία και τη συνέργειά της στην εκμετάλλευση. Καθόμαστε και στεκόμαστε και κινούμαστε και μιλάμε, όπως μπορούμε, ως η λαϊκή βούληση, την οποία ξέχασε και εγκατέλειψε η εκλογική δημοκρατία».1
Η ίδια απαξίωση και καταστροφή έπληξαν, ως γνωστόν, και την ιστορική επαναστατική εναλλακτική: την αντιπροσώπευση ενός υποτιθέμενου καθολικού υποκειμένου χειραφέτησης από ποικιλώνυμες, ως επί το πλείστον λενινιστικές, πρωτοπορίες, που μιλούσαν στο όνομα των μαζών και των πανανθρώπινων συμφερόντων, τα οποία η «προχωρημένη συνείδηση» των πρωτοπόρων είχε συλλάβει και προωθούσε με τη δράση της. Οι πρωτοπορίες και οι φωτισμένες ηγεσίες πέθαναν μαζί με την ιδέα, πρώτον, ότι υπάρχουν κάποια προκαθορισμένα σχήματα κοινωνικής απελευθέρωσης και δικαιοσύνης, και με την απεχθή πράξη, δεύτερον, της άνωθεν ποδηγέτησης, της καταπίεσης ή και της εξολόθρευσης των μαζών που δεν κατανοούσαν τα αντικειμενικά τους συμφέροντα και ήταν, ούτως ή άλλως, αδύνατο να απελευθερωθούν με πρακτικές εξουσιασμού. Γι’ αυτό και τα εξισωτικά κινήματα της τελευταίας δεκαπενταετίας, από τους Ζαπατίστας έως το Occupy Wall Street, προκρίνουν οριζόντιες συμμετοχικές δομές και αμεσοδημοκρατικές πρακτικές, απορρίπτοντας μετά βδελυγμίας όλες τις πρωτοπορίες του κόσμου.
Σημαίνει αυτό, άραγε, ότι η πολιτική της αντιπροσώπευσης ανήκει πια στον σκουπιδοντενεκέ της ιστορίας, από τη σκοπιά τουλάχιστον των δημοκρατικών αξιών και προταγμάτων, και ότι η συλλογική αυτονομία ή θα είναι άμεση ή δεν θα υπάρχει; Η απάντηση είναι όχι, και αυτό για συγκυριακούς αλλά και διαχρονικούς λόγους. Το παράδειγμα του πρόσφατου κινήματος των καταλήψεων δημόσιων χώρων στις Η.Π.Α. είναι άκρως διαφωτιστικό. Οι συμμετέχοντες και οι συμμετέχουσες μιλούσαν στο όνομα του 99% που αντιμάχεται το 1% της δεσποτικής ολιγαρχίας. Αλλά η συμμετοχή των πολιτών πόρρω απείχε από το 99% του συνόλου που επικαλούνταν -για να το διατυπώσουμε κομψά. Και όχι μόνον αυτό, αλλά οι κινηματίες ανέλαβαν μια λειτουργία καταστατικής αντιπροσώπευσης, με την οποία οι εκπρόσωποι δεν εκπροσωπούν τη δεδομένη βούληση του λαού, αλλά ορίζουν και συγκροτούν οι ίδιοι αυτή τη λαϊκή βούληση στην οποία αναφέρονται, όπως ακριβώς και πολλοί ηγέτες και εκπρόσωποι στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Το 99% των Αμερικανών πολιτών περιλαμβάνει και το Tea Party, Ρεπουμπλικανούς, χριστιανούς φονταμενταλιστές, φανατικούς υπέρμαχους της «ελεύθερης αγοράς» κ.ο.κ. Τα κινήματα των καταλήψεων άρθρωναν μια βούληση την οποία εμφάνιζαν ως βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας ενώ, στην πραγματικότητα, ήταν προϊόν της δικής τους συλλογικής διαβούλευσης. Και καλά έκαναν, από μια άποψη.
«Το παλιό έχει πεθάνει και το νέο δεν έχει γεννηθεί ακόμη». Γι’ αυτό ακριβώς και μια πολιτική της «αμεσοκρατίας», όπου τα ενεργά πολιτικά υποκείμενα της προοδευτικής αλλαγής θα επεδίωκαν μόνον να βοηθήσουν να ανασυρθεί, να προβληθεί πιστά και να πραγματωθεί η πλειοψηφική βούληση, είτε στους κατεστημένους κοινοβουλευτικούς θεσμούς ή και σε τοπικές αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις, θα ήταν σήμερα είτε αδύνατη είτε επικίνδυνα συντηρητική. Στις συνθήκες του καιρού και του τόπου μας, η συλλογική βούληση για το νέο δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί, και οι κυρίαρχες κοινωνικές διαθέσεις ταλαντεύονται ανάμεσα στη νοσταλγία για το πρόσφατο παρελθόν των ευρωπρογραμμάτων, της λαμογιάς, της διαπλοκής κ.ο.κ., και στον φόβο του ξένου και του άγνωστου μέλλοντος. Το νέο δεν θα μπορέσει να συγκροτηθεί και να ευδοκιμήσει μέσα από δημιουργικούς αγώνες, αν οι μεν θεσμικοί φορείς της αριστεράς θέλουν να λειτουργούν ως απλοί και άδολοι εκφραστές των πλειοψηφικών προτιμήσεων, ακολουθώντας τις έρευνες της κοινής γνώμης, οι δε κινηματικοί δρώντες επιδιώκουν κατ’ εξοχήν την αύξηση της μαζικής παρουσίας του πλήθους σε άμεσες συμμετοχικές διαδικασίες και την απλή ανάδειξη και συνάθροιση των δεδομένων επιθυμιών και αντιλήψεών του.
Καλούμαστε, λοιπόν, να αναζητήσουμε δύσβατους αλλά ελπιδοφόρους δρόμους, πέρα από την παλιά εξουσιαστική αντιπροσώπευση αλλά και από μια αφελή μεταστροφή στην άμεση δημοκρατία. Και τούτο γιατί, και εκτός της συγκυρίας, μια ολοκληρωμένη άμεση δημοκρατία θα απαιτούσε την πλήρη παρουσία της κοινωνίας στον εαυτό της: τη διαρκή και ενεργό συμμετοχή όλων ανεξαιρέτως των πολιτών στα κοινά, σε όλα τα πολλαπλά τους επίπεδα (δημόσια αγαθά, ζητήματα γενικής και τοπικής πολιτικής κ.ά.), καθώς και τη συστηματική επίτευξη μιας αβίαστης, ομοιογενούς συναινετικής βούλησης, δηλαδή την εξάλειψη των ριζικών διαφορών. Μια τέτοια συνθήκη, εκτός από σχεδόν ανέφικτη είναι, μάλλον, και ανεπιθύμητη.
Η διέξοδος δεν θα βρεθεί με την επάνοδο σε μια «αντιπροσώπευση» από κυρίαρχους καθοδηγητές και φωστήρες, αλλά με την επιδίωξη μιας δύσκολης ισορροπίας εκ μέρους των σημερινών υποκειμένων της πολιτικής δράσης. Μια νέα ηγεμονία στην κατεύθυνση της εξισωτικής χειραφέτησης θα πρέπει να οργανωθεί με άξονα το όραμα μιας κοινωνίας συμμετοχικής αυτοοργάνωσης με ισότητα και ενδυνάμωση όλων των μοναδικοτήτων, η οποία θα προκύψει από τις αντίστοιχες πολιτικές μορφές: οριζόντιες δομές αυτοδιεύθυνσης και ελεύθερης συμβίωσης που αντιμάχονται τις σχέσεις κυριαρχίας, ανοικτά, ευέλικτα σχήματα κοινωνικής συνεργασίας. Στην πορεία του κοινωνικού αυτομετασχηματισμού οι υποστηρικτές αυτού του προτάγματος δεν θα πρέπει να περιοριστούν στο ρόλο μιας παθητικής θέασης ή προβολής ή καταγραφής της συγκροτημένης συλλογικής βούλησης για αυτή την άλλη κοινωνία, η οποία βούληση απλώς δεν υπάρχει ή είναι εξαιρετικά θολή και ασχημάτιστη. Ούτε θα πρέπει να γίνουν, από την άλλη, οι νέες ηγεσίες που θα ποδηγετήσουν τα εγχειρήματα του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού εμποδίζοντας εξαρχής τη χειραφέτηση των πολλών. Θα πρέπει να δράσουν ως καταλύτες-πυροδότες του συλλογικού αναστοχασμού και της επινόησης του νέου, παρεμβαίνοντας ενεργά με ριζοσπαστικές κριτικές, προτείνοντας προχωρημένα σχέδια δράσης και κοινωνικής αλλαγής, αλλά παραμένοντας πάντα ίσοι μέτοχοι στις κοινές διαβουλεύσεις και συμπράξεις του πλήθους, ενθαρρύνοντας την αυτοδύναμη σκέψη και τον αυτομετασχηματισμό των πολλών.
Και στο μέλλον, μια άλλη, πραγματική δημοκρατία δεν θα επιτάσσει την καθολική πολιτική συστράτευση και συναίνεση. Θα διαχειρίζεται όλα τα ποικίλα πεδία κοινού ενδιαφέροντος και συνεργασίας με φόρουμ ανοικτής διαβούλευσης που θα εξασφαλίζουν καθολικά τη δυνατότητα ίσης συμμετοχής. Οι ευέλικτοι και δικτυωμένοι χώροι αυτοκυβέρνησης των πολλών θα δεσμεύονται από αρχές σεβασμού προς τα ίσα βασικά δικαιώματα των μειοψηφιών και θα θεσπίζουν μηχανισμούς μέγιστης διαφάνειας, λογοδοσίας και ελέγχου από το σύνολο ενός κοινωνικού σχηματισμού. Δεν θα επιτρέπουν, έτσι, αυτό που κατά τη Χάννα Άρεντ αποτελεί ένα αναπόφευκτο, αλλά θεμιτό (για την ίδια) χαρακτηριστικό των άμεσων δημοκρατιών: τον σχηματισμό νέων ελίτ από ομάδες πολιτών που δραστηριοποιούνται μόνιμα και ενεργά στους θεσμούς της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης σε αντίθεση με μια πιο χαλαρή και πιο αδρανή κοινωνική πλειοψηφία. Mια μελλοντική δημοκρατία όπως αδρογραφήθηκε παραπάνω θα μπορούσε να είναι και άμεσα συμμετοχική και πραγματικά αντιπροσωπευτική, χωρίς να προϋποθέτει την ανελεύθερη ομοιογένεια ή τη διαρκή πολιτική στράτευση όλων, και χωρίς να νομιμοποιεί νέες μορφές ολιγαρχίας στο όνομα μιας άμεσης παρουσίας της κοινωνίας στον εαυτό της.
* Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής διδάσκει πολιτική θεωρία στο ΑΠΘ
1. Judith Butler, “Composite Remarks”, Occupy Los Angeles Reader, τ.1-3, Νοέμβριος 2011, σ.89.
Αναδημοσίευση από: Η Αυγή
  http://eagainst.com

Η προϊστορία της σύγχρονης ελληνικής άκρας δεξιάς

Του Σπύρου Μαρκέτου *
Το παρακάτω κείμενο συμπεριλαμβάνεται (με τον τίτλο, “Η άκρα Δεξιά στην Ελλάδα της κρίσης”) στα Τετράδια Ανυπότακτης Θεωρίας #1 που εκδόθηκαν το καλοκαίρι.  Αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο: Η Λέσχη

Εισαγωγή
Η άκρα δεξιά έχει αρκετά μελετηθεί σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, από τον Μεσοπόλεμο και μετά, αλλά στη χώρα μας δεν έχει συγκεντρώσει το επιστημονικό ενδιαφέρον ως τώρα, και σπάνια αντιμετωπίζεται ως ενιαίο ιστορικό φαινόμενο στο πλαίσιο μιας ιστορικής και συγκριτικής προσέγγισης.[1] Αυτό βεβαίως διευκόλυνε την πρόσφατη επανεμφάνιση εδώ του ναζισμού, καθώς «η ανάδειξη του παρελθόντος και η ιστορική μνήμη είναι ουσιώδη στοιχεία για την πολιτική νοηματοδότηση και δράση».[2] Στις σημερινές συνθήκες οικονομικής κρίσης και πολιτισμικής αβεβαιότητας είναι πιο επίκαιρη από ποτέ η αναζωογόνηση της δημόσιας μνήμης, η συμπύκνωση των πορισμάτων της ιστορικής έρευνας και η παρουσίασή τους με τρόπο παραστατικό κι εύληπτο. Επείγει να παρουσιάσουμε την ιστορία της ελληνικής άκρας δεξιάς κριτικά και συγκριτικά, και κατεξοχήν να συνδέσουμε τις εξελίξεις στην Ελλάδα με αντίστοιχα φαινόμενα της Ευρώπης και των Βαλκανίων. Το κείμενο που ακολουθεί δεν μπορεί φυσικά να τα κάνει όλα αυτά, αλλά θέλει απλώς να συνοψίσει κάποια στοιχειώδη ιστορικά δεδομένα, για τις καταβολές της ελληνικής ακροδεξιάς από την εποχή της Εθνικής Εταιρείας ως τη χούντα των συνταγματαρχών, του 1967-1974, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να συμβάλει στον κριτικό στοχασμό και τη δράση για την αντιμετώπιση του φασισμού στη σημερινή Ελλάδα.
Ας πούμε εξαρχής πως τον περασμένο αιώνα η άκρα δεξιά διαδραμάτισε έναν κάθε άλλο παρά περιθωριακό ρόλο σ’ όλη την Ευρώπη, και ήταν μια από τις δυνάμεις που έπλασαν τον καπιταλισμό του εικοστού αιώνα. Στη χώρα μας επηρέασε καίρια την εθνική ιδεολογία και, στις δεκαετίες που κύλησαν από τον Ίωνα Δραγούμη ως τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, συχνά κατεύθυνε τις τύχες του κράτους. Στήριξε δικτατορίες και άλλα έκρυθμα καθεστώτα, οργάνωσε αναρίθμητα κινήματα και πραξικοπήματα, ρίζωσε στον κρατικό μηχανισμό, το στρατό, τη διανόηση και την εκκλησία, επηρέασε κατά καιρούς καθοριστικά τη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής, συνεργάστηκε με τον κατακτητή για να συντρίψει την κοινωνική αμφισβήτηση που έφερε η Κατοχή, απέκτησε μαζική βάση και οργάνωση τη δεκαετία του 1940, πρόσφερε κοινωνική άνοδο στα στελέχη και τους απλούς υποστηρικτές της και, τέλος, εξασφάλισε μακροπρόθεσμα νομιμοποίηση αναπτύσσοντας μια ισχυρή εκδοχή της εθνικοφροσύνης, που ήταν ο ηγεμονικός από τον Εμφύλιο ως το 1974 δημόσιος λόγος.
Με δυο λόγια, για παραπάνω από μισό αιώνα, χονδρικά από τον Διχασμό ως την πτώση της Χούντας το 1974, η άκρα δεξιά είτε πρωταγωνίστησε στην πολιτική ζωή της χώρας είτε έδρασε στο προσκήνιό της. Από την άλλη πλευρά σ’ όλο αυτό το διάστημα, και τούτες ήταν οι μεγάλες της αποτυχίες, ούτε πολιτική ή ιδεολογική ενότητα κατόρθωσε ποτέ να εξασφαλίσει ούτε ευρύτερη νομιμοποίηση. Αυτά οφείλονταν βέβαια στην άμεση σύνδεσή της με τις καταστροφές και τις τραγωδίες του 1897, του 1922, του 1941-49 και του 1974. Είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς τις δοκιμασίες που πέρασε η χώρα μας τον εικοστό αιώνα αν παραβλέψει τον ιδεολογικό και πολιτικό αυτό χώρο, ο οποίος σήμερα επέστρεψε πλέον στο πολιτικό προσκήνιο. Στις σελίδες που ακολουθούν θ’ ανιχνεύσουμε την ιστορία του και θα προσπαθήσουμε να δούμε με ποιούς τρόπους μπορούμε σήμερα να του αντιταχθούμε.
1. Το ιστορικό υπόβαθρο: ο Διχασμός
Στην Ελλάδα, όπως και στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, η άκρα δεξιά συγκροτείται πολιτικά και ιδεολογικά στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Μετά την πτώση του Όθωνα το 1862, και καθώς σιγά σιγά ριζώνει ο κοινοβουλευτισμός, οι αντίπαλοι του εκδημοκρατισμού προσπαθούν, όπως έκαναν νωρίτερα και σ’ άλλες χώρες, με χαρακτηριστικό παράδειγμά τους τη Γαλλία[3], να αποκτήσουν και αυτοί μαζική επιρροή. Έτσι λοιπόν βαθμιαία, και με πολλές αντιφάσεις, οργανώνουν έναν αντιδημοκρατικό χώρο που εκδηλώνει ακραία εχθρότητα κατά της αριστεράς και των φιλελευθέρων[4]. Οι ρίζες του είναι πολλαπλές. Μπορούμε χονδρικά να διακρίνουμε πέντε διακριτές τάσεις του. Πρώτα πρώτα την απολυταρχική ακροδεξιά που συσπειρώνεται τότε γύρω από τον χαρισματικό διάδοχο Κωνσταντίνο· ομοϊδεάτη, φίλο και μιμητή του γερμανού κάιζερ Γουλιέλμου5.  Έπειτα τη μιλιταριστική ακροδεξιά, που σιγά σιγά συνέρχεται από τη γελοιοποίησή της στον πόλεμο του 1897· το 1909 νιώθει ανήμπορη να κυβερνήσει η ίδια, αλλά το 1922 επιβάλλει την πρώτη στρατιωτική κυβέρνηση της χώρας, την κυβέρνηση Πλαστήρα, κι έκτοτε μένει στο προσκήνιο ως το 1974[6]. Τρίτον, τη σωβινιστική ακροδεξιά που ενισχύεται συστηματικά από το εκπαιδευτικό σύστημα και αναπτύσσει πολλαπλές εκδοχές ενός κοινωνικά υπερσυντηρητικού και επιθετικού εθνικισμού, συντονισμένου με ανάλογα ρεύματα που εξαπλώνονται τον ίδιο καιρό σ’ όλη την Ευρώπη[7]. Τέταρτον, τη συντηρητική ακροδεξιά που τότε επιδιώκει κυρίως τον περιορισμό του εκλογικού δικαιώματος και αναθαρρεί μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους[8]. Τέλος, τη φονταμενταλιστική ακροδεξιά που επικαλείται τα ιερά νάματα μιας υπερσυντηρητικής εκδοχής της Ορθοδοξίας9.
Αυτές οι τάσεις συχνά συνεργάζονταν μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ιδέες της απολυταρχικής, της σωβινιστικής και της φονταμενταλιστικής άκρας δεξιάς συναντούμε στο πιο συστηματικό εγχείρημα, αρχές του εικοστού αιώνα, να εμποτιστούν με ακροδεξιές ιδέες τα λαϊκά στρώματα, στα Πάτρια. Το εβδομαδιαίο αυτό φυλλάδιο ξεκίνησε, όπως και όλα σχεδόν τα παρόμοια σχέδια, από αστούς· στην πραγματικότητα, από ισχυρούς καπιταλιστές και στελέχη της βασιλικής αυλής που συγκρότησαν την Εταιρεία της υπέρ των Πατρίων Αμύνης, με έδρα στο κτήριο της Ακαδημίας. Διαφημίζονται την άνοιξη του 1902 με μια πανηγυρική τελετή στη μεγάλη αίθουσα τελετών του πανεπιστημίου, υπό τον επίτιμο πρόεδρό της Εταιρείας Πρίγκιπα Νικόλαο και με την παρουσία του μητροπολίτη –όχι ακόμη αρχιεπίσκοπου- Αθηνών, των περισσότερων μελών της κυβέρνησης, του πρύτανη, των συγκλητικών και των περισσότερων καθηγητών του πανεπιστημίου[10].
Ωστόσο οι μερίδες της άκρας δεξιάς απέτυχαν να ενωθούν πολιτικά εκείνη την περίοδο και άλλωστε, με εξαίρεση τη φονταμενταλιστική και τη σωβινιστική, μικρό λαϊκό έρεισμα είχαν. Συνυπήρχαν στον ίδιο αντιδημοκρατικό χώρο και συχνά αλληλεπικαλύπτονταν, κάποτε όμως είχαν μεταξύ τους σχέσεις χείριστες· για παράδειγμα, το κίνημα στο Γουδί θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μια σύγκρουση μεταξύ μιλιταριστικής και απολυταρχικής άκρας δεξιάς.
Οι συνθήκες που θα επέτρεπαν ν’ απογειωθεί η επιρροή της άκρας δεξιάς, καταρχάς ανάμεσα στα αστικά και τα μικροαστικά στρώματα των πόλεων, δημιουργήθηκαν την πολεμική δεκαετία από το 1912 ως το 1922. Όσο επικρατούσε ομαλότητα, αντίθετα, δεν έβρισκε πολιτικό χώρο για ν’ αναπτυχθεί. Οι πολιτικές ιδέες και τα οργανωτικά μορφώματά της πλάστηκαν ψηλαφητά, μέσα από διαδικασίες δοκιμής και λάθους, και το έργο που είχε μπροστά της ήταν δύσκολο. Προκειμένου να εξαπλωθεί στην ελληνική δεξιά έπρεπε πρώτα πρώτα να εκτοπίσει ή να μετασχηματίσει τον κυρίαρχο συντηρητισμό, μια πολιτική στάση με δυσανάγνωστες ιδεολογικές αναφορές, που έδινε έμφαση στην κυρίαρχη παραδοσιοκρατική εκδοχή της Ορθοδοξίας, την προάσπιση της κατεστημένης εξουσίας και κατά κανόνα της μοναρχίας και, από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, στο θεσμό της ιδιοκτησίας κι έναν λιγότερο ή περισσότερο σωβινιστικό εθνικισμό.
Ο κορμός της συντηρητικής αυτής δεξιάς ήταν προσανατολισμένος στον κοινοβουλευτισμό και συνήθως στήριζε πολιτευτές παραδοσιακού τύπου. Ωστόσο κυριαρχούνταν από κοινωνικές κατηγορίες οι οποίες δυσκολεύονταν να παρακολουθήσουν τις οικονομικές και πολιτισμικές εξελίξεις όταν το σύστημα βρέθηκε σε κρίση μετά το 1908 και κατεξοχήν στην πολεμική δεκαετία. Αυτές τροφοδότησαν το πρώτο φασιστικού τύπου κίνημα στη χώρα, το κίνημα των Επιστράτων, τον καιρό του Διχασμού[11]. Τότε εμφανίζονται επίσης ο πρώτος αξιόλογος πολιτικοποιημένος διανοούμενος αυτού του χώρου, ο Ίων Δραγούμης, και οι πρώτοι σημαντικοί πολιτικοί εκπρόσωποί του, ο Δημήτριος Γούναρης και ο Ιωάννης Μεταξάς12. Σημείωσε βραχύβιες επιτυχίες αυτό το διάστημα (κυβερνήσεις Γούναρη το 1920-1922, στρατιωτικά κινήματα), και κατόπιν κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή τη δεκαετία του 1930, όταν η κρίση του καπιταλισμού δυσχέρανε την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση και ο αντικομμουνισμός συσπείρωσε τους αστούς. Τη δεκαετία του 1940 έφτασε να περιλαμβάνει τον κορμό του Λαϊκού Κόμματος, τους επιγόνους του Μεταξά που κυριαρχούσαν στο στρατό και τις δυνάμεις ασφαλείας, και την Αυλή. Με την παγίωση, τότε, της εθνικοφροσύνης συντονίστηκαν ή και περιστασιακά ενώθηκαν πολιτικά οι πέντε τάσεις που αναφέραμε παραπάνω.
Άλλες όμως εξελίξεις της ίδιας περιόδου ωθούσαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ενώ οι νέες συνθήκες ευνόησαν ιδίως τη μοναρχική και τη μιλιταριστική ακροδεξιά, η συντηρητική ακροδεξιά γνώρισε σημαντικές ήττες. Τέτοια ήταν η αναγνώριση του εκλογικού δικαιώματος στους «αλλογενείς» και τους πρόσφυγες, που οριστικοποιήθηκε το 1923. Επιπλέον ο Διχασμός διέσπασε την πολιτική έκφραση της άκρας δεξιάς, οδηγώντας άλλα στελέχη της στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο και άλλα στο βενιζελικό. Το πιο σημαντικό πλήγμα όμως της κατάφερε η αγροτική μεταρρύθμιση, δηλαδή η διανομή των μεγάλων κτημάτων στους φτωχούς αγρότες, η πιο ριζοσπαστική σ’ όλη την Ευρώπη. Άμεσα κατέστρεψε μια ηγεμονική ομάδα της άκρας δεξιάς, τους γαιοκτήμονες, κι έμμεσα εκτόνωσε τις κοινωνικές πιέσεις που σ’ άλλες χώρες ευνόησαν την εξάπλωση της ριζοσπαστικής αριστεράς, η οποία με τη σειρά της συχνά διευκόλυνε την άνοδο της άκρας δεξιάς.
Ανάμεσα στους διανοούμενούς της άκρας δεξιάς τον Μεσοπόλεμο ξεχώριζαν, στους αντιβενιζελικούς, ο κοινοτιστής Κωστής Καραβίδας και οι πανεπιστημιακοί που συνδέονταν με το Αρχείον Φιλοσοφίας. Αυταρχικές τάσεις εξαπλώθηκαν και στον χώρο των αντιμοναρχικών βενιζελικών, που περιλάμβανε δίπλα σε ισχυρούς πολιτικούς και δημόσιους διανοούμενους που υπερασπίζονταν τον αυταρχισμό ή και τον ίδιο τον φασισμό (Νικόλαος Πλαστήρας, Γεώργιος Κονδύλης, Θεόδωρος Πάγκαλος, Στυλιανός Γονατάς, Γεώργιος Φραγκούδης, Σπύρος Μελάς, αρκετοί συνεργάτες του Αρχείου Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών) και φασιστικές μαζικές οργανώσεις· για παράδειγμα, η εθνικοσοσιαλιστική Εθνική Ένωσις Ελλάς με βενιζελικούς συνδεόταν κυρίως.
Μια σημαντική διαφορά μεταξύ του βενιζελικού και του αντιβενιζελικού χώρου ήταν ότι ο πρώτος στο σύνολό του υπερασπιζόταν τη βασική δημοκρατικής κατεύθυνσης αλλαγή εκείνης της εποχής, δηλαδή την αγροτική μεταρρύθμιση. Κάποιες αναλύσεις παρουσιάζουν ωστόσο τον Μεσοπόλεμο σαν να ήταν μια μάχη μεταξύ φωτός (το «εκσυγχρονιστικό» και αστικό Κόμμα Φιλελευθέρων) και σκότους (δηλαδή οι αντιεκσυγχρονιστές και κρατικοδίαιτοι μικροαστοί που θυμιάτιζαν τον αντιβενιζελισμό)[13]. Δεν αποδίδουν, νομίζω, την πραγματικότητα. Τα δυο πολιτικά στρατόπεδα του Διχασμού, διαμορφωμένα σε συγκυριακή βάση, δεν είχαν ούτε ιδεολογική συνοχή στο εσωτερικό τους ούτε σαφείς ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους. Και τα δυο περιλάμβαναν φιλελεύθερες, αυταρχικές και ακροδεξιές πτέρυγες, αν και άνισα μοιρασμένες. Για παράδειγμα, η βενιζελική παράταξη πρωτοστάτησε όχι μόνο στις ανεπαρκέστατες φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις, αλλά και στις επιθέσεις εναντίον των δημοκρατικών θεσμών· οργάνωσε τα επτά από τα οχτώ σημαντικά στρατιωτικά κινήματα ανάμεσα στην Επανάσταση του 1922 και το φιάσκο του Βενιζέλου και του Πλαστήρα το 1935[14]. Η αυταρχική της ροπή όμως δεν αποτύπωνε κάποιες αχαλίνωτες εξουσιαστικές κλίσεις των Φιλελευθέρων, αλλ’ απλώς την κυριαρχία τους στο στράτευμα· τα ίδια έκαναν, με τη σειρά τους όταν επικράτησαν, και οι αντίπαλοί τους –πρώτα οι τέως βενιζελικοί Κονδύλης και Χατζηκυριάκος, κι έπειτα ο Γεώργιος και ο Μεταξάς. Όλοι αυτοί, καθώς και τα αστικά συμφέροντα τα οποία εξέφραζαν, με τις επιλογές τους εμπόδισαν την Ελλάδα να μπει στη μοιραία δεκαετία του 1940 μ’ έναν ανεκτό βαθμό πολιτικής νομιμοποίησης και κοινωνικής προόδου.
Η ευρωπαϊκή διάσταση της ανάπτυξης του ελληνικού φασισμού αποτυπώνεται σ’ ένα ζήτημα περιοδολόγησης. Συνήθως όταν μιλάμε για ακροδεξιά στον Μεσοπόλεμο αναφερόμαστε στον Μεταξά και στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου του 1936. Ωστόσο η κρίσιμη χρονιά, στην οποία οι ακροδεξιοί και των δυο στρατοπέδων απέσπασαν την πρωτοβουλία κινήσεων από τους οπαδούς του κοινοβουλευτισμού, ήταν το 1933. Το πολιτικό σύστημα είχε αποσταθεροποιηθεί από την προηγούμενη χρονιά, με τη μεγάλη οικονομική κρίση που εκτροχίασε το αναπτυξιακό πρόγραμμα των Φιλελευθέρων. Κατόπιν η λαϊκή δυσφορία ενίσχυσε αφενός την αριστερά και αφετέρου τους αντιβενιζελικούς, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσει στη βενιζελική παράταξη έντονος φόβος για την απώλεια της εξουσίας. Σύντομα επικράτησαν οι αυταρχικές της τάσεις, που εκφράζονταν από στρατιωτικούς όπως ο Γονατάς και ο Πλαστήρας, αλλά και από ισχυρούς πολιτικούς και διανοούμενους όπως ο Μαρής και ο Φραγκούδης. Το 1933 ο Βενιζέλος έδωσε αλλεπάλληλα δείγματα ωμού κυβερνητικού αυταρχισμού, και το βράδυ των εκλογών, μόλις αντιλήφθηκε πως θα τις έχανε, στήριξε ένα ανοργάνωτο πραξικόπημα του Πλαστήρα. Ακολούθησε η απόπειρα δολοφονίας του από μια δυναμική ομάδα ακροδεξιών αντιπάλων που είχαν την κάλυψη κυβερνητικών κέντρων.
Οι εξελίξεις αυτές διευκολύνθηκαν από την άνοδο του Χίτλερ στην Γερμανία το 1933 και την εξάπλωση σ’ ολόκληρη την Ευρώπη του φασισμού, ο οποίος έμοιαζε να δικαιώνει τους αστούς που ήθελαν δυναμική αντιμετώπιση της κοινωνικής αμφισβήτησης. Παρ’ όλη την αντικαπιταλιστική ρητορική τους, μια σταθερά των φασιστικών κινημάτων και καθεστώτων ήταν η πάταξη της αριστεράς, που συχνά συνοδευόταν από μέτρα για την ενσωμάτωση ενός μέρους των λαϊκών τάξεων. Στην Ιταλία η επικράτηση του φασισμού συνοδεύτηκε από την απαγόρευση της δράσης όλων των κομμάτων της αριστεράς, την απομάκρυνση των οπαδών της από τους κρατικούς θεσμούς και την καταστροφή του ανεξάρτητου συνδικαλισμού· αποτέλεσμα ήταν η ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, και η κατάργηση των προηγούμενων συνδικαλιστικών κατακτήσεων, όπως ήταν το οκτάωρο. Στη Γερμανία ο Χίτλερ αμέσως μετά τις εκλογές του 1933 συνέλαβε σύσσωμη τη συνδικαλιστική ηγεσία, κατάργησε τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και απαγόρευσε τις απεργίες. Και τα δυο καθεστώτα έδωσαν στους επιχειρηματίες τα προνόμια που αυτοί απολάμβαναν προτού αρχίσει να εφαρμόζεται η προστατευτική εργατική νομοθεσία, με αποτέλεσμα να εξασφαλίσουν την υποστήριξη των συντηρητικών και των αστών, μολονότι τούς αφαίρεσαν την πολιτική εξουσία.
Στην Ελλάδα μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, το 1932, οι φασίζουσες μερίδες των δυο αστικών στρατοπέδων δυνάμωσαν, ώσπου η αντιβενιζελική προχώρησε στην κατάλυση της πολιτικής δημοκρατίας και την οικοδόμηση αυταρχικών καθεστώτων προσανατολισμένων στο πρότυπο του ιταλικού φασισμού, μολονότι δεν κατόρθωσαν πάντοτε να το μιμηθούν. Αυτό είχε αλυσιδωτές συνέπειες. Οι κυβερνήσεις του Κονδύλη το 1935 και του Μεταξά το 1936-1941 σήμαναν έναν θρίαμβο της ακροδεξιάς που οδήγησε κατευθείαν στην κοινωνική πόλωση και την κατάρρευση του κράτους τον καιρό της Κατοχής. Η μοναρχία παλινορθώθηκε. Το κοινοβούλιο περιθωριοποιήθηκε, γελοιοποιήθηκε και σύντομα καταργήθηκε. Ο στρατός, ο κυριότερος πλέον μηχανισμός εξουσίας, πέρασε στα χέρια της αντιβενιζελικής άκρας δεξιάς· το ίδιο συνέβη, αλλά με πιο αργούς ρυθμούς, με τη χωροφυλακή και την αστυνομία. Η δικαστική εξουσία, που μετά τις αντιβενιζελικές εκκαθαρίσεις του 1935 είχε και αυτή γίνει προπύργιο της δεξιάς, το 1939 πέρασε στον άμεσο έλεγχο του μεταξικού καθεστώτος[15]. Ο αυταρχικός και καταπιεστικός κρατικός μηχανισμός της μεταξικής δικτατορίας διατηρήθηκε, με ελάχιστες αλλαγές στην κορυφή, τον καιρό της Κατοχής[16]. Αλλά η άκρα δεξιά κυριάρχησε μεταξύ των αστών και ιδεολογικά. Ακόμη και στελέχη που αργότερα παρουσιάζονταν σαν φάροι της δημοκρατίας, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εκείνη την εποχή ερωτοτροπούσαν μ’ έναν ακραίο αντιδημοκρατικό συντηρητισμό που πρακτικά επαγόταν ακροδεξιές προτάσεις.
Οι μεσοπολεμικές κυβερνήσεις της άκρας δεξιάς, ακόμη και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, δεν δημιούργησαν καμιά σχετικά ολοκληρωμένη μορφή φασισμού, επειδή δεν μπόρεσαν μάλλον παρά επειδή δεν το θέλησαν[17]. Από την άλλη πλευρά όμως βοήθησαν να ριζώσει ο φασισμός μεταξύ των αστών τον Μεσοπόλεμο κι έπειτα να μετατραπεί σε μαζικό κίνημα τη δεκαετία του 1940, το οποίο άφησε τη σφραγίδα του με ποικίλους τρόπους και σε πολλά πεδία. Η κληρονομιά του μάλιστα εκφράστηκε ιδεολογικά με την περιβόητη εθνικοφροσύνη, κοινό δημιούργημα της συντηρητικής και της φασιστικής μερίδας της ελληνικής δεξιάς, που κυριάρχησε ως το 1974 κι εξακολουθεί ως σήμερα να επηρεάζει ιδίως τις βόρειες περιοχές της χώρας.
2. Η Κατοχή και ο Εμφύλιος
Στη δικτατορία της Τετάρτης Αυγούστου οι εσωτερικές ανακατατάξεις στην άκρα δεξιά συνεχίστηκαν. H αποτυχία του καθεστώτος να βελτιώσει τη δημόσια διοίκηση ή το βιοτικό επίπεδο των μαζών, καθώς και η αδυναμία του ν’ αντιμετωπίσει τις οικονομικές δυσκολίες της πολεμικής προσπάθειας το 1940-41, σήμαναν την κατάρρευση του φιλομοναρχικού παραδοσιακού συντηρητισμού, που ενίσχυσε την άνοδο του φασισμού. Στην ίδια κατεύθυνση ωθούσε και ο συναγερμός που κήρυξαν οι αστοί εναντίον της αριστεράς. Με τη δημιουργία της εθνικοφροσύνης, όπως είπαμε, συντονίστηκαν ή και ενώθηκαν πολιτικά οι πέντε ακροδεξιές τάσεις που αναφέραμε παραπάνω, οι οποίες ως το 1940 έμεναν χωριστές και περιστασιακά ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Πολύ σχηματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κατάρρευση του παραδοσιακού συντηρητισμού μέσα στην κοινωνική πόλωση της Κατοχής βοήθησε την άνοδο του φασισμού.
Το αστικό στρατόπεδο, που τη δεκαετία του 1940 κάλυπτε όλο το χώρο από τους επιγόνους των Φιλελευθέρων ως την άκρα δεξιά, ήταν εντελώς ανομοιογενές. Οι μερίδες του είχαν συνταχθεί με αντίθετες πλευρές σε μια παγκόσμια σύρραξη με διακηρυγμένη και ισχυρή ιδεολογική διάσταση –φασισμός εναντίον δημοκρατίας. Έπειτα, συγκρούονταν και στο φλέγον εγχώριο πολιτειακό ζήτημα -μοναρχία εναντίον αβασίλευτης δημοκρατίας. Τέλος, διαφωνούσαν για τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να κατασταλεί η αριστερά, δηλαδή η απειλή που τις κρατούσε ενωμένες. Οι μόνες πάγιες κοινές αναφορές τους, που όσο ανεπαρκείς και αν ήταν τελικά στήριξαν μια κοινή ιδεολογική ταυτότητα, ήταν στον αστικό κόσμο, στο έθνος και την πατροπαράδοτη θρησκεία και στον πολυθρύλητο αντικομμουνισμό. Ο τελευταίος, βέβαια, στην πραγματικότητα σήμαινε γενικότερη εναντίωση στις μεταρρυθμίσεις που επαγγελλόταν το ΕΑΜ και πρακτικά στις συγκεκριμένες συνθήκες απέκλειε τη δημοκρατία.
Η άκρα δεξιά δεν είχε πρόβλημα να το παραδεχτεί αυτό, αλλά άλλες μερίδες του εθνικόφρονος στρατοπέδου είχαν, το ίδιο και οι ξένοι προστάτες του. Έτσι κυριάρχησε μεταπολεμικά σε μια διπλή λαθροχειρία, γενεσιουργός σύγχυσης. Από τη μια μεριά φιλελεύθερων καταβολών πολιτικοί, όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Νικόλαος Πλαστήρας, καλλιεργούσαν ψευδαισθήσεις συναινετικών προθέσεων κι επικαλούνταν τις δημοκρατικές αξίες, ενώ συγχρόνως υπονόμευαν τη δημοκρατική προοπτική και μεθόδευαν την εσωτερική ρήξη· από την άλλη, φασίστες και συντηρητικοί ακροδεξιοί που είχαν στελεχώσει τα καθεστώτα του Μεταξά και των δωσιλόγων, από τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη ως τον Γεώργιο Γρίβα, και στη διάρκεια της Κατοχής οργανώθηκαν σε τοπικής εμβέλειας ομάδες, στην πρωτεύουσα όσο και στην επαρχία, επέμεναν στους προηγούμενους λόγους και πρακτικές τους. Πάνω απ’ όλα συνέχιζαν να καταδιώκουν απηνώς την αριστερά, προσέχοντας απλώς να προσαρμόζουν περιστασιακά την εικόνα τους στα νέα δεδομένα[18]. Τη σύγχυση επέτειναν συντηρητικοί διανοούμενοι, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, που κατάγγελλε συλλήβδην τα «πολιτικά κινήματα βασισμένα στην οχλοκρατική ψύχωση που διείπε τον εθνικοσοσιαλισμό, τον φασισμό της Δεξιάς και τον φασισμό της Αριστεράς»19. Επιβάλλεται λοιπόν η αδιάκοπη αντιπαραβολή λόγων και έργων, ρητορείας και πρακτικής, πολιτικών δηλώσεων και πλαισίου αναφοράς τους, προκειμένου να χαρακτηριστούν σωστά οι δυνάμεις που συνέπηξαν το αστικό στρατόπεδο.
Σε μεγάλο βαθμό η συνοχή του αντιδραστικού στρατοπέδου εξασφαλίστηκε από το ιδεολόγημα της εθνικοφροσύνης. Ο εθνικισμός ήταν η κοινή ιδεολογική σταθερά των συντηρητικών και των φασιστών. Ήταν ιδεολόγημα με την έννοια ότι χρησιμοποιούνταν για να συσκοτίζει μάλλον παρά για να διαυγάζει την πραγματικότητα. Όπως εύστοχα επισημάνθηκε, “η αφηρημένη επίκληση του έθνους ταίριαζε με την προστασία τοπικών κοινωνικών ιεραρχιών και δομών στην ύπαιθρο και τις μικρές πόλεις, ακόμη και σε συνεργασία με τους κατακτητές και τα όργανά τους”[20]. Φυσικά η σημασία του ιδεολογήματος αυτού υποβαθμίζεται από την «μεταναθεωρητική», όπως την χαρακτηρίζει ο Τάσος Κωστόπουλος, βιβλιογραφία, η οποία αποδίδει τη συνεργασία με τους κατακτητές σε ευκαιριακά αίτια και δέχεται εκ προοιμίου πως στην Ελλάδα δεν υπήρξε φασιστικό κίνημα[21]. Ωστόσο αυτό το κίνημα υπήρξε, με κυριότερους φορείς την οργάνωση Χ του Γεώργιου Γρίβα, κάτι δηλαδή σαν τη Χρυσή Αυγή της Κατοχής, κι έπειτα τα διαβόητα Τάγματα Ασφαλείας. Βασικός λόγος για την ανάπτυξή του ήταν η παράλληλη άνοδος της αριστεράς, η οποία, σε συνδυασμό με τις νίκες του Κόκκινου Στρατού, δημιούργησε σε αστούς και μικροαστούς φόβους ανάλογους εκείνων που είχαν παλιότερα γεννήσει η ανάπτυξη των σοσιαλιστικών κινημάτων και η Ρωσική Επανάσταση. Η βραχύβια κυριαρχία του ΕΑΜ στις επαρχίες, αμέσως μετά την απελευθέρωση, πυροδότησε ακόμη πιο αντιδραστικές ψυχώσεις.
Η ιδεολογική ομοφωνία ανάμεσα στο πλέγμα εξουσίας και την κυρίαρχη μερίδα των ελλήνων αστών, με άξονα την εθνικοφροσύνη, δεν συνεπαγόταν όμως πως είχαν και κάποια κοινή στρατηγική για ν’ αντιμετωπίσουν την κρίση της δεκαετίας του 1940. Ταλαντεύτηκαν ανάμεσα σε δυο διαφορετικές στρατηγικές αποκατάστασης της απειλούμενης από το ΕΑΜ κυριαρχίας τους, τις οποίες μπορούμε συντομογραφικά να ονομάσουμε -η συντηρητική και η φασιστική. Και οι δυο αναγνώριζαν ότι στις νέες συνθήκες κοινωνικής πόλωσης και πολιτικής κινητοποίησης ήταν αδύνατο να νικήσουν την αριστερά με τα σχετικά απλά μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει στο Μεσοπόλεμο, αλλά εκτιμούσαν διαφορετικά τους τρόπους με τους οποίους θα την αντιμετώπιζαν. Η συντηρητική στρατηγική επιδίωκε την αποκινητοποίηση του λαού κι έδινε προτεραιότητα στη σύμπλευση με τις αγγλοσαξωνικές δυνάμεις· στηριζόταν, χονδρικά, στην ξένη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια. Αντίθετα η φασιστική στρατηγική ήθελε να στηριχθεί κυρίως σ’ εγχώριες δυνάμεις και να κινητοποιήσει ενάντια στην αριστερά, προβάλλοντας συνθήματα για την προάσπιση της ιδιοκτησίας και τη Μεγάλη Ελλάδα, τα κοινωνικά στρώματα των προνομιούχων και όσων άλλων είχαν επωφεληθεί από την Κατοχή. Ο Παπάγος και ο Γρίβας ήταν οι εμβληματικές μορφές των δυο αυτών στρατηγικών. Εννοείται πως εκείνη που εκτίμησε πιο σωστά τις περιστάσεις, και τελικά επικράτησε, ήταν η πρώτη[22].
Αυτές οι δυο στρατηγικές ήταν συμπληρωματικές μεταξύ τους μάλλον παρά αντίπαλες. Η φασιστική τρομοκρατία, που εξαπέλυαν οι υποστηρικτές των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Χ, λύση ανάγκης το 1944-1946, ήταν φτηνή και πρόχειρη, αλλά από την άλλη μεριά περιορισμένων προοπτικών· ριψοκίνδυνη, αβέβαιης έκβασης, ελάχιστες υποσχέσεις σταθερότητας έδινε, και η τρέχουσα Δυτική ρητορεία του αντιφασισμού δεν την ευνοούσε. Χρήσιμη στην αρχή μιας γενικής επίθεσης κατά της αριστεράς, ώστε να τσακίσει τις δυνάμεις της είτε να τις αναγκάσει να βγουν στην παρανομία, είχε μειωμένη αποδοτικότητα όσο πλησίαζε το τέλος της παρτίδας και το κυρίαρχο συγκρότημα εξασφάλιζε τους αμερικανικούς πόρους που δεν διαφαίνονταν στην αρχή. Γιατί ο άλλος δρόμος, να τσακιστεί η αριστερά από το συντεταγμένο κράτος, αφενός δεν έδινε λύση στο πρόβλημα του εξοβελισμού της από την εθνική πολιτική, που ήταν αναγκαία προκαταρκτική διαδικασία, και αφετέρου απαιτούσε ισχυρή και σταθερή εξωτερική υποστήριξη, που οι βρετανοί δεν μπορούσαν να δώσουν και τελικά εξασφαλίστηκε μόνο χάρη στις ευρύτερες στρατηγικές επιλογές της πανίσχυρης υπερατλαντικής αυτοκρατορίας.
Η πρώτη πραγματική μαζικοποίηση του φασισμού στην Ελλάδα σημειώθηκε το 1944, με τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας από τους γερμανούς και την κυβέρνηση Ράλλη. Μολονότι στον τρέχοντα πολιτικό ρόλο αυτά τα ημιάτακτα σώματα, διαβόητα για τις αγριότητές τους, συχνά χαρακτηρίζονταν φασιστικά, η σύγχρονη έρευνα συνήθως αποφεύγει να τα επιβαρύνει με τέτοια επίθετα. Για να σταθώ σε ένα μόνο παράδειγμα, σε περισσότερες από τετρακόσιες σελίδες ένας πρόσφατος μελετητής τους αποφεύγει να ερευνήσει συστηματικά την πολιτική φυσιογνωμία τους· αναφέρεται στην παρουσία «εθνικοσοσιαλιστών» στις τάξεις τους, αλλά περισσότερο τονίζει την ανομοιογενή προέλευση των μελών τους[23].
Ωστόσο το ερώτημα που πρέπει ν’ απαντηθεί όσον αφορά την πολιτική τους ταυτότητα δεν είναι το αν τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν φασιστικά, αλλά το αν και γιατί ενδεχομένως θα μπορούσαν να μην ήταν φασιστικά. Πολύ απλά, το βάρος της απόδειξης δεν πέφτει σ’ αυτούς που δέχονται ότι ήταν πράγματι φασιστικές τούτες οι παραστρατιωτικές οργανώσεις –δημιουργημένες με πρότυπο τις φασιστικές ομάδες κρούσης, εξαρχής στρατευμένες στον αγώνα του ναζισμού, εξοπλισμένες από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής και πάγιοι συνεργάτες τους στην εξόντωση των κοινών εχθρών, ομάδες δηλαδή που εφάρμοζαν τη φασιστική στρατηγική, δρούσαν με χαρακτηριστικούς τρόπους των φασιστικών ομάδων και, έχοντας υιοθετήσει τους συμβολισμούς και τη φρασεολογία του φασισμού, ως φασιστικές καταγγέλθηκαν τον καιρό της δόξας τους. Πέφτει μάλλον σ’ εκείνους που θέλουν να υποστηρίξουν ότι όλα αυτά ήταν απλώς παραπλανητικά επιφαινόμενα, τα οποία συγκάλυπταν μια διαφορετική ουσιαστική ταυτότητα των ταγματασφαλιτών.
Όσοι επιδιώκουν κάτι τέτοιο συνήθως χρησιμοποιούν ορισμούς του φασισμού εστιασμένους σε πολιτισμικά ή ουσιοκρατικά ή ιδεολογικά χαρακτηριστικά του, τα οποία δεν μπορούν άμεσα να συνδεθούν με το φαινόμενο του ταγματασφαλιτισμού, ή ανάγουν τη στράτευση των ταγματασφαλιτών κατεξοχήν σε συγκυριακά ή προσωπικά αίτια24. Η πιο συνηθισμένη τακτική τους πάντως είναι να παρασιωπούν την πολιτική ταυτότητα αυτών των σχηματισμών, και να εστιάζουν την προσοχή τους σε ανθρώπινες πλευρές της ιστορίας τους.
Στην πραγματικότητα όμως τα αίτια της ακροδεξιάς βίας στην Κατοχή ήταν πολιτικά. Οι καπιταλιστές και οι ωφελημένοι της Κατοχής δρομολόγησαν τη ματαίωση του δημοκρατικού προγράμματος της αριστεράς μέσα από μια προληπτική αντεπανάσταση. Δεν διέθεταν όμως τη βασική δύναμη που θα μπορούσε να φέρει σε πέρας ένα τέτοιο έργο με τις μεθόδους των συντηρητικών καθεστώτων –τον τακτικό στρατό. Επομένως, ήταν μονόδρομος γι’ αυτούς η χρήση μεθόδων μαζικής κινητοποίησης που ήταν χαρακτηριστικές του φασισμού, και συχνά ακόμη και των ιδεολογημάτων του. Συνοπτικά, στο μέτρο που η δεξιά το 1943-44 αντιτασσόταν στην αποκατάσταση της δημοκρατίας δεν μπορούσε παρά να είναι άκρα δεξιά, και στο μέτρο που προσπαθούσε να το κάνει αυτό με μεθόδους όχι κρατικής επιβολής αλλά μαζικής κινητοποίησης δεν μπορούσε παρά να είναι φασιστική και όχι συντηρητική άκρα δεξιά. Ένα κομμάτι της δεν είχε δυσκολία να το παραδεχτεί αυτό. Όργανά τούτης της προληπτικής αντεπανάστασης έγιναν τελικά μαζικές οργανώσεις όπως τα Τάγματα Ασφαλείας και τα αντιεαμικά αντάρτικα σώματα του ΕΔΕΣ, καθώς και παραστρατιωτικές ομάδες όπως η Χ και η ΡΑΝ· η αντίσταση όλων αυτών στον κατακτητή, ακόμη και όταν διακηρυσσόταν, ήταν απλώς προσχηματική.
Τον καιρό της Κατοχής αναδιοργανώθηκε και η μιλιταριστική ακροδεξιά. Ο Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών (ΙΔΕΑ) ήταν η γνωστότερη μεταπολεμικά μυστική οργάνωση στρατιωτικών, αλλά δεν ήταν η πρώτη που φτιάχτηκε. Πρόδρομός του ήταν ο Σύνδεσμος Αξιωματικών Νέων (ΣΑΝ), ο οποίος είχε στηθεί στα στρατόπεδα της Μέσης Ανατολής από νεαρούς μοναρχικούς απόφοιτους της Σχολής Ευελπίδων. Μολονότι συνδεόταν με υψηλόβαθμους, διοικούνταν από μια επιτροπή παιδιών της Τετάρτης Αυγούστου η οποία λειτουργούσε συλλογικά. Η δράση του ήταν γνωστή στους βρετανούς, οι οποίοι άλλοτε την βοηθούσαν και άλλοτε απλώς την ανέχονταν.
Μετά την απελευθέρωση, στελέχη του ΣΑΝ σχημάτισαν τον ΙΔΕΑ. Οι σκοποί του νέου μυστικού φορέα λίγο πολύ ταυτίζονταν με του ΣΑΝ, ενώ οι οργανωτικές μέθοδοί του έγιναν ακόμη πιο συνωμοτικές. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας προσχώρησαν σ’ αυτόν εκατοντάδες αξιωματικοί, και στήθηκαν «δέσμες» σ’ όλα σχεδόν τα στρατιωτικά συγκροτήματα που βρίσκονταν στην Αθήνα25. Μετά τις εκλογές του 1946 ο ΙΔΕΑ έφτασε τα χίλια μέλη και η επιρροή του αυξήθηκε κατακόρυφα καθώς ο νέος υπουργός Στρατιωτικών, που συνδεόταν μαζί του 26, τοποθέτησε μέλη του σ’ όλες τις καίριες θέσεις του υπουργείου.
Οι ιδεολογικές και πολιτισμικές αξίες του ΣΑΝ και του ΙΔΕΑ γενικά δεν διέφεραν από εκείνες της υπόλοιπης ελληνικής ακροδεξιάς, πέρα από την αναμενόμενή τους έμφαση στις στρατιωτικές αρετές. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, φυλή, αίμα και δόξα 27. Κεντρικό στοιχείο πάντως των αντιλήψεών τους ήταν η άρνηση της δημοκρατίας, η οποία πρακτικά μεταφραζόταν στην απόρριψη κάθε καθεστώτος που άφηνε έστω κι ελάχιστο χώρο στην αριστερά. Τα στελέχη του ΙΔΕΑ προετοιμάζονταν για τη σύγκρουση με το ΕΑΜ ήδη από τον καιρό της Κατοχής.
Όσο και αν φαίνεται περίεργο, αφού μιλάμε για την επαύριο της συντριπτικής ήττας του Άξονα, ισχυροί παράγοντες ευνοούσαν τότε στην Ελλάδα την άνοδο του φασισμού. Από τη σκοπιά των δεξιών πρώτα πρώτα, η συντηρητική στρατηγική για τη διατήρηση της κυριαρχίας τους, που επαγόταν τη στήριξη στους βρετανούς –και κατόπιν στις ΗΠΑ- είχε πρακτικά μειονεκτήματα: ματαίωση των αλυτρωτικών αξιώσεων στην Κύπρο, και περιορισμούς στον πόλεμο εξόντωσης της αριστεράς οι οποίοι αποτύπωναν την ανάγκη προστασίας της διεθνούς εικόνας της Δύσης. Η κατάσταση αυτή διευκόλυνε την ανάδυση πανίσχυρων πολιτικών παθών, τα οποία σύντομα κρυσταλλώθηκαν στην εθνικοφροσύνη κι έτρεφαν και αυτά με τη σειρά τους την άνοδο του φασισμού: μια γενική αίσθηση δυσφορίας γεννημένη από τα τραύματα που έπληξαν την εθνική υπερηφάνεια τη δεκαετία του 1940, με τη Μεγάλη Ιδέα πια εντελώς ανεδαφική, καθώς η Ελλάδα από επίδοξος πυρήνας μιας αυριανής αυτοκρατορίας είχε οριστικά γίνει μια τρίτης τάξης δύναμη· οργή μπροστά στον σποραδικό περιορισμό, από τους ξένους πάτρωνες, της βίαιης καθυπόταξης των αριστερών που είχαν τόσο πρόσφατα απειλήσει την κοινωνική τάξη πραγμάτων· περιδεής αναλογισμός των ορίων της αγγλοσαξωνικής γενναιοδωρίας και των μελλοντικών σχεδίων της ύπουλης Αλβιόνας και, τελικά, οι κάθε λογής ανασφάλειες τις οποίες επαγόταν η εξάρτηση. Ωστόσο η προσπάθεια των φασιστών να πάρουν την εξουσία απέτυχε. Δεν την ευνοούσε το διεθνές πλαίσιο, και την υπονόμευσαν δυο σημαντικοί παράγοντες. Αφενός η πολυδιάσπασή τους και οι περιορισμένες πολιτικές δεξιότητες του κυριότερου ηγέτη τους, του Γρίβα, και αφετέρου η αμφίρροπη πολιτική των εξωτερικών συμμάχων, η οποία ενίσχυσε τους συντηρητικούς στρατοκράτες και τελικά πόνταρε στον Παπάγο.
Αφού όμως οι έλληνες αστοί, που είχαν συσπειρωθεί στην άκρα δεξιά, τσάκισαν με τους Χίτες την αριστερά το 1945, το 1946 την είδαν να ξαναγεννιέται μέσα από την αντίδραση στην κοινωνική πόλωση και τη Λευκή Τρομοκρατία. Τελικά ολοκλήρωσαν την παλινόρθωση με τα συντηρητικά μέσα του τακτικού πολέμου και της σταθεροποίησης ενός αυταρχικού καθεστώτος, και όχι με τη μαζική κινητοποίηση, τη ριζική εξολόθρευση της αριστεράς και το φασιστικό καθεστώς που προτιμούσε ο Γρίβας. Ωστόσο η τακτική επιλογή πιο συντηρητικών μέσων για να επιβληθεί το αντιδημοκρατικό πρόγραμμα της άκρας δεξιάς οφειλόταν στην αποτυχία της μαζικής κινητοποίησής της και στις εξωτερικές πιέσεις, και δεν επαγόταν οποιαδήποτε σαφή αποκήρυξη της εναλλακτικής λύσης του φασισμού ή την απομάκρυνση από το πνεύμα της ακραίας εθνικοφροσύνης.
Ο Εμφύλιος του 1946-1949[28] διεξάχθηκε κυρίως από τον τακτικό στρατό, τη στρατιωτικοποιημένη χωροφυλακή, τη λεγόμενη δικαιοσύνη και τους άλλους μηχανισμούς του συντεταγμένου κράτους. Και διεξάχθηκε με σχετικά συγκρατημένο τρόπο, τον οποίο υπαγόρευε η ευρύτερη ανάγκη της Δύσης στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου, να μη δίνονται ερείσματα στη διεθνή αριστερά. Τούτη η επιλογή προκάλεσε δυσφορία στους έλληνες φασίστες, αλλά και σε πολλούς συντηρητικούς, που την οίκτιραν, μαζί με την προσωρινή υποστολή των επεκτατικών σχεδίων, σαν ανεύθυνη αυτοσυγκράτηση κι επίδειξη δουλοπρέπειας στους «ξένους».
Στο μεταξύ το πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης μεταβλήθηκε. Οι αμερικανοί, που από το 1947 χρηματοδοτούσαν πλέον το κράτος και πρακτικά το έλεγχαν, αντιλαμβάνονται την Ελλάδα ως πεδίο δοκιμών για τις παγκόσμιας χρήσης τακτικές αντεπανάστασης τις οποίες απαιτεί πλέον ο αυτοκρατορικός τους ρόλος. Με τα τεράστια μέσα που διαθέτουν αφενός κατορθώνουν ν’ ασκήσουν αποτελεσματική πίεση στο κυβερνητικό στρατόπεδο, αφετέρου δίνουν ισχυρή ώθηση στο συντηρητικό σχέδιο κι εκ των πραγμάτων κάνουν να παραγκωνιστεί το φασιστικό.
Ακόμη και τότε η άκρα δεξιά πάντως δεν βρέθηκε ακριβώς στο περιθώριο. Στο σύστημα που λειτούργησε από το 1946 ως τη δεκαετία του 1960 οι εκλεγμένοι πολιτικοί αποτελούσαν έναν μόνον από τους πόλους της εξουσίας και όχι τον κυριότερο –οι «σύμμαχοι», ο θρόνος και ο στρατός έπαιζαν σαφώς σημαντικότερο ρόλο. Η ενσωμάτωση των φασιστών στον κρατικό μηχανισμό συνεχίστηκε29. Ωστόσο οι παραστρατιωτικές και παρακρατικές ομάδες δεν διώχτηκαν· αντίθετα συνέχισαν τις αγριότητές τους, αναλαμβάνοντας επίσης επικουρικούς ρόλους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις[30].
3. Η άκρα δεξιά τις δεκαετίες του αυταρχισμού, 1950-1974
Η συντριβή της αριστεράς στον Εμφύλιο και, σε διεθνές επίπεδο, η παγίωση των στρατοπέδων του Ψυχρού Πολέμου, σηματοδοτούν καθώς περνά η δεκαετία του 1950 τη βαθμιαία υποκατάσταση της άκρας από τη μετριοπαθή δεξιά στους κρατικούς θεσμούς, και την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων με λιγότερο αυταρχικούς όρους. Η άκρα δεξιά όμως δεν απομακρύνεται από το πλέγμα εξουσίας, απλά περνά στο παρασκήνιο, και η πραγματική της ισχύς μετριέται όχι με ψήφους, αλλά με την ευκολία με την οποία προωθεί το πρόγραμμά της. Συνεχίζει να ελέγχει το στρατό και το παλάτι, ενώ διατηρεί άριστες σχέσεις και με τον εξωτερικό παράγοντα· μόνο στο κοινοβούλιο η σημασία της μένει περιορισμένη, αλλά και πάλι όχι ασήμαντη. Σε σημαντικά ζητήματα εσωτερικής κι εξωτερικής πολιτικής –από το Κυπριακό ως τα όρια της θεμιτής αντιπολίτευσης, που υπογραμμίζονται με τη δολοφονία του Λαμπράκη- κατορθώνει να επιβάλει τις δικές της προτεραιότητες. Όταν η αναπαραγωγή της συντηρητικής κυριαρχίας δυσκολεύει, για παράδειγμα με την εκλογική άνοδο της ΕΔΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ή τη νίκη της Ένωσης Κέντρου και τις μαζικές κινητοποιήσεις του 1963, ένα σημαντικό κομμάτι του πλέγματος εξουσίας στηρίζει ξανά ακροδεξιές λύσεις.
Η χουντική επταετία 1967-1974 σημαίνει την κορύφωση της μεταπολεμικής επιρροής της άκρας δεξιάς και συνάμα την πολιτική αυτοκαταστροφή της. Όταν αισθάνεται ότι ελέγχει τις εξελίξεις και μπορεί να κινηθεί όπως η ίδια θέλει, η χούντα κάνει αλλεπάλληλα λάθη, που αποδεικνύονται εξίσου μοιραία με τις εσωτερικές της συγκρούσεις. Ως το 1974 λοιπόν αυτοκαταστρέφεται η επιρροή των τριών βασικών ερεισμάτων της άκρας δεξιάς –παλάτι, στρατός, αμερικανοί- και, μετά την τέταρτη εθνική καταστροφή που προκαλεί μέσα σε διάστημα μικρότερο του αιώνα, αναγκάζεται να επιστρέψει την κρατική εξουσία στους πολιτικούς.
Ήταν η χούντα των συνταγματαρχών φασιστική; Για ν’ απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, το οποίο επανέρχεται τακτικά στον δημόσιο λόγο, βρίσκω πιο πρόσφορη την προσέγγιση του Ρόμπερτ Πάξτον, στην οποία αναφερθήκαμε νωρίτερα. Αυτή δεν εστιάζει την προσοχή της στα πολιτισμικά ή ιδεολογικά χαρακτηριστικά του φασισμού, αλλά στις ιστορικές διαδικασίες και τις πολιτικές επιλογές οι οποίες τον διαμορφώνουν. Εξετάζοντας συγκριτικά την ιστορική τροχιά των φασιστικών κινημάτων και καθεστώτων προσπαθεί να δει «τον φασισμό σε δράση», ως μια σειρά διαδικασιών που εκτυλίσσονται ιστορικά, και παρακολουθεί τις πρωτεϊκές του μεταλλάξεις καθώς αυτός προσαρμόζεται – ή άλλοτε αποτυχαίνει να προσαρμοστεί – για να καταλάβει τον διαθέσιμο πολιτικό χώρο. Γι’ αυτή την προσέγγιση ο φασισμός δεν είναι ιδεολογία, επειδή τροποποιεί ή παραβιάζει κατά βούληση τις ιδέες τις οποίες επαγγέλλεται. Ο Πάξτον ορίζει τον φασισμό ως μια μορφή πολιτικής συμπεριφοράς, η οποία χαρακτηρίζεται από εμμονή στα μοτίβα της παρακμής, της ταπείνωσης ή της θυματοποίησης της εθνικής κοινότητας, και από την αντισταθμιστική λατρεία της ενότητας, της ενεργητικότητας και της καθαρότητας. Στα φασιστικά καθεστώτα ένα κόμμα με μαζική βάση στρατευμένων εθνικιστών και το οποίο συνεργάζεται με τις παραδοσιακές ελίτ, καταλύει τις δημοκρατικές ελευθερίες και προωθεί, χρησιμοποιώντας βία χωρίς ηθικούς ή νομικούς φραγμούς, τους στόχους της εσωτερικής εκκαθάρισης και της εξωτερικής επέκτασης 31. Αυτός ο ορισμός μας δίνει μια βάση για να κρίνουμε αν το απριλιανό καθεστώς ήταν ή όχι φασιστικό.
Αρκετά από τα χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων που διακρίνει ο Πάξτον παρουσιάζονται στοκαθεστώς της χούντας, αν και όχι πάντοτε σε καθαρή μορφή: κατάλυση του κράτους δικαίου και των μηχανισμών αντιπροσώπευσης του πολιτικού σώματος, προσπάθεια δημιουργίας «νέων» ανθρώπων που να είναι πολεμιστές και συνάμα πειθήνιοι υπήκοοι, έμφαση στον αθλητισμό και στη στρατιωτική εκπαίδευση των ανδρών, περιστολή της ιδιωτικής σφαίρας, της ελεύθερης σκέψης και των αυτόνομων ενώσεων της πολιτικής κοινωνίας, απαγόρευση των ελεύθερων συνδικάτων και των αριστερών κομμάτων, προβολή φόβων πολιτισμικού εκφυλισμού. Τα κινητήρια πάθη της σε μεγάλο βαθμό συμπίπτουν με κείνα του φασισμού. Στην οικονομική σφαίρα έχουμε βίαιη επιβολή των συμφερόντων των εργοδοτών, μολονότι κατά τα λοιπά η χούντα απλώς συνέχισε την προηγούμενη οικονομική πολιτική που επιδίωκε μια γοργή βιομηχανική ανάπτυξη στηριγμένη σε ξένα κεφάλαια. Ενώ όμως όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ανακαλούν μια κατάσταση γνωστή, στην Ελλάδα της χούντας δεν προωθήθηκαν με τον ζήλο που έδειξαν τα φασιστικά καθεστώτα κι εντέλει δεν δημιουργήθηκε καμιά ολοκληρωμένη μορφή φασισμού.
Σημαντικότερο όμως είναι ότι η χούντα στηρίχθηκε αποκλειστικά στο στρατό και στους πολιτικούς που θέλησαν να τη συνδράμουν, για λίγο καιρό και στο παλάτι, χωρίς ποτέ να δημιουργήσει μαζικό κόμμα, σαν τα φασιστικά κόμματα, το οποίο θα εξασφάλιζε στενότερο έλεγχο της πολιτικής διαδικασίας. Πρώτα πρώτα δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτε τέτοιο, καθώς δεν αντιμετώπιζε μαζική και δυναμική αντίσταση η οποία θ’ απαιτούσε, για ν’ αντιμετωπιστεί, μαζική κινητοποίηση και από τη δική της πλευρά. Είναι άλλωστε αμφίβολο αν θα μπορούσε να φτιάξει κόμμα, ακόμη και αν θα το ήθελε.  Ο ίδιος ο στρατός, πάλι, δεν είχε τα μέσα να διαμορφώσει συγκροτημένη πολιτική, πόσο μάλλον να την επιβάλει στο πολιτικό σώμα με τρόπους ανάλογους ενός φασιστικού κόμματος. Ιδίως μετά τη ρήξη της με τον Κωνσταντίνο, που σήμανε και την απομάκρυνση πολλών παραδοσιακών πολιτικών, η χούντα αντιμετώπισε έλλειμμα νομιμοποίησης ακόμη και στον συντηρητικό αστικό χώρο. Μπορούσε να σταθεί όσο εξασφάλιζε οικονομική ανάπτυξη, αλλά η οικονομική κρίση το 1973 έκανε τη θέση της πολύ δύσκολη.
Δεύτερον, το απριλιανό καθεστώς βασίστηκε από αρχής μέχρι τέλους στη θερμή αμερικανική στήριξη, η οποία επίσης δεν ήθελε να ξεπεράσει κάποια όρια η εθνικιστική κινητοποίηση του πληθυσμού, που τείνει να γίνει ανεξέλεγκτη στον φασισμό. Μολονότι αλλού οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δυσκολεύτηκαν να στηρίξουν φασιστικά καθεστώτα, πάντως στην περίπτωση της Ελλάδας, δεδομένης της γειτνίασης με τη δυτική Ευρώπη όσο και με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, αλλά και των ανταγωνισμών με τη νατοϊκή σύμμαχο εξ ανατολών, χρειάζονταν ένα καθεστώς όχι απρόβλεπτο αλλά υποτακτικό, το οποίο δεν θα τις εξέθετε με επιδείξεις αυταρχισμού και αδιαλλαξίας, ούτε θα δημιουργούσε αχρείαστα διεθνή προβλήματα· με δυο λόγια, ένα συντηρητικό καθεστώς.
Όσον αφορά τώρα τον ιδεολογικό λόγο της χούντας. Αυτός στοιχειοθετούσε μια εκδοχή της περιβόητης εθνικοφροσύνης, την οποία δημιούργησαν από κοινού η συντηρητική και η φασιστική μερίδα της ελληνικής δεξιάς τη δεκαετία του 1940. Γενικότερα η ανάπτυξή της δεν αποτύπωνε τόσο εσωτερικές διεργασίες του ελληνικού χώρου, όπως οι προηγούμενες μορφές εθνικής ιδεολογίας, από τη Μεγάλη Ιδέα ως τον κωνσταντινισμό και τον βενιζελισμό, όσο τις ανάγκες της Ατλαντικής Συμμαχίας τον καιρό του Ψυχρού Πολέμου. Η εθνικοφροσύνη εξαγγέλλεται από ομάδες που επικρατούν στηριγμένες σε ξένους πάτρωνες και καταστατικά θεμελιώνεται στην ένταξη της χώρας σε μια υπερεθνική συμμαχία. Επομένως ο εθνικισμός που επαγγέλλεται είναι ιδιαίτερου τύπου, κυριολεκτικά κάλπικος, στο μέτρο που ενώ επικαλείται το έθνος για ν’ αποκλείσει την αριστερά, ταυτόχρονα επικεντρώνει στην επίκληση όχι του έθνους, αλλά της «Ευρώπης» ή του «ελεύθερου κόσμου» (επί Κατοχής και Ψυχρού Πολέμου αντίστοιχα), ή ακόμη και της ίδιας της Αμερικής. Ο Παπαδόπουλος τουλάχιστον δεν το κρύβει: στην πρώτη του δημόσια εμφάνιση, τον Μάιο του 1967, σ’ ένα θέατρο του Πειραιά, δίνοντας το στίγμα της πολιτικής που θ’ ακολουθήσει, εξηγεί ότι ο αμερικανός πρόεδρος Τρούμαν είχε διαπιστώσει «την ανάγκην, να κηρύξη την επανάστασιν εις την εξωτερικήν πολιτικήν της Αμερικής και να σώση και την Ευρώπην και το Έθνος μας»[32]. Η κήρυξη της δικτατορίας δικαιολογείται λοιπόν, επίσημα και αμέσως, ως εξειδίκευση του Δόγματος Τρούμαν: “Υπάρχει ταυτότης σκοπών και ιδανικών μεταξύ του δόγματος Τρούμαν και της ιδικής μας Επαναστάσεως. Και εάν η Επανάστασις δεν εγένετο, θα επροδίδετο το δόγμα Τρούμαν και οι μεγάλες θυσίες του Αμερικανικού Λαού”[33].
Η εθνικοφροσύνη μπορούσε βέβαια επίσης να χρησιμοποιηθεί από τον φασισμό, στον οποίο ήταν ευθύς εξαρχής και καταστατικά ανοιχτή, καθώς δημιουργήθηκε για να ενώσει εναντίον του ΕΑΜ τους συνεργάτες των γερμανών και τους αστούς που αντιτάσσονταν σε κάθε ιδέα αναδιανομής του πλούτου. Κρυσταλλώνοντας ένα σώμα συμβολικών αναφορών και ισχυρών πολιτικών συναισθημάτων που είχαν αναπτυχθεί στην προηγούμενη διαδρομή του ελληνικού κράτους, κι επιβάλλοντας στρατηγικές σιωπές σε ζητήματα κοινωνικής τάξης και φύλου, τελικά αποφάσιζε ποιοί θα συνέχιζαν να μετέχουν στο πολιτικό σώμα και ποιοί θ’ αποκλείονταν από αυτό, κι επομένως θα στερούνταν κάθε δικαίωμα. Εντυπώθηκε στον πληθυσμό όχι μόνο μέσα από τον επίσημο λόγο, το εκπαιδευτικό σύστημα και με την αδιάκοπη ραδιοφωνική, τηλεοπτική και κινηματογραφική προπαγάνδα, αλλά και μέσα από συνεχείς κρατικές τελετές, από τις μεγάλες παρελάσεις των εθνικών επετείων ως τις σχολικές γιορτές και τις συνεστιάσεις των γεωργικών συνεταιρισμών. Σ’ αυτό το πεδίο, η χούντα απλώς συστηματοποίησε κι ενέτεινε πρακτικές γνωστές σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο.
Η χουντική εθνικοφροσύνη διαφοροποιήθηκε από την προηγούμενη επίσημη ιδεολογία κυρίως στο ζήτημα του κοινοβουλευτισμού, αλλά ακόμη κι εδώ όχι απόλυτα, και μετά το 1968 στο ζήτημα της μοναρχίας. Δεν ήταν περιεκτική ούτε ενιαία: είχε διάφορες τάσεις κι εξελίχτηκε σπασμωδικά στην πορεία της επταετίας, μπορούμε όμως, σχηματοποιώντας κάπως τα πράγματα, να θεωρήσουμε ότι διερμηνευόταν αυθεντικά αφενός από τον ίδιο τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, τον μόνο από τους ηγέτες της χούντας που είχε σχετικά συγκροτημένο δημόσιο λόγο, παρ’ όλη την ημιμάθεια και τους σολοικισμούς του, και αφετέρου από πάγιους οργανικούς διανοούμενους του αντικομμουνισμού όπως ήταν ο Σάββας Κωνσταντόπουλος, ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου και ο Γεώργιος Γεωργαλάς. Οι τελευταίοι απολάμβαναν ευρύτερο κύρος και αναδείκνυαν τις συγγένειες και τις συνέχειες του νέου καθεστώτος με τη λοιπή δεξιά· παρά τις περιστασιακές αμετροέπειές τους προβάλλονταν σαν μέντορες όχι ενός φασιστικού κινήματος, αλλά ολόκληρης της συντηρητικής παράταξης. Με δυο λόγια, η χούντα δεν ανέπτυξε κάποια δική της ιδεολογία, αλλά οικειοποιήθηκε τον κυρίαρχο τότε εθνικιστικό λόγο, χωρίς να τον αλλάξει ιδιαίτερα. Ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που ανάγκασαν τη μεταπολιτευτική δεξιά ν’ αναζητήσει, εγκαταλείποντας σιγά σιγά την εθνικοφροσύνη, άλλες ιδεολογικές αναφορές.
Κεντρικό στοιχείο της εθνικοφροσύνης, χουντικής και μη, είναι ο αντικομμουνισμός, ο οποίος συμπυκνώνει σε ιδεολογικούς όρους αφενός τη στρατηγική μέριμνα των Ηνωμένων Πολιτειών για ανάσχεση της Σοβιετικής Ένωσης, και αφετέρου την προσπάθεια των ελλήνων αστών να αποκλείσουν δημοκρατικές εξελίξεις οι οποίες ενδεχομένως θ’ απειλούσαν τις νεοαποκτηθείσες περιουσίες τους. Μεταφρασμένος μάλιστα στην τρέχουσα ρατσιστική ορολογία, η οποία βλέπει τους βόρειους γείτονες σαν προαιώνιους εχθρούς, και απορρίπτοντας την ελληνικότητα των αριστερών, ορίζει ως κεντρικό του αντίπαλο τον λεγόμενο «σλαβοκομμουνισμό». Στη διατύπωση του Γεωργαλά, η «Επανάστασις» πρόσφερε την «εθνική-ελληνοχριστιανική και προοδευτική Ιδεολογία» που ζητούσαν οι σύγχρονοι έλληνες. Στην πραγματικότητα, ο «εκσυγχρονισμός» ήταν κεντρικής σημασίας μοτίβο: «η Επανάστασις θέλει με ένα αποφασιστικό ‘άνοιγμα’ προς τους νέους και τους τεχνοκράτες να εισάγη την χώρα μας στον αιώνα μας, στην σύγχρονη εποχή και στην σύγχρονη σκέψι»[34]. Άλλα τέτοια μοτίβα είναι η υπέρβαση των ταξικών διαφορών και η συνεργασία των τάξεων υπό τη δίκαιη επιδιαιτησία του κράτους[35]. Και διάφορα άλλα ιδανικά, προσκοπικού τύπου, τα οποία δεν προλαβαίνουμε εδώ ν’ αναφέρουμε.
Κλείνοντας τούτη τη σύντομη εισαγωγή στην προϊστορία της σύγχρονης ελληνικής άκρας δεξιάς ας σταθώ όμως σε μια λιγότερο γραφική όψη της 21ης Απριλίου, που εξειδικεύει τις φασιστικές τάσεις για τις οποίες μιλήσαμε στην αρχή. Το καθεστώς μπορεί να μην ήταν φασιστικό, έβλεπε όμως τους φασίστες σαν πολύτιμους συμμάχους και τους ενίσχυε με όποιον τρόπο μπορούσε. Όχι μόνον τους εγχώριους, τύπου Κωνταντίνου Πλεύρη, αλλά και άλλους. Ο ρόλος της απριλιανής Ελλάδας ως κέντρου του διεθνούς φασισμού, της Μαύρης Διεθνούς όπως ονομαζόταν παραστατικά, δεν έχει ακόμη ερευνηθεί συστηματικά. Προσπάθειες σαν αυτή του δημοσιογράφου Νίκου Κλείτσικα και του νομικού Αντρέα Σπεραντζόνι[36]. δείχνουν ότι η ελληνική δικτατορία έθεσε σε εφαρμογή σχέδια για την αποσταθεροποίηση της ιταλικής δημοκρατίας, στα οποία πρωταγωνιστούσε η φασιστική οργάνωση Ordine Nuovo, ενώ είναι γνωστή η τραγική κατάληξη του πραξικοπήματος της επίσης φασιστικής ΕΟΚΑ Β στην Κύπρο. Μολονότι ο κύριος όγκος των σχετικών τεκμηρίων παραμένει απόρρητος, φαίνεται ότι αυτές οι οργανώσεις συνεργάζονταν, στο δίκτυο Stay Behind, με το ‘βαθύ κράτος’ των ελληνικών και των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, με το οποίο συνδέονταν επίσης οι έλληνες πραξικοπηματίες.[37]
Σαράντα πέντε χρόνια μετά το πραξικόπημα, επείγει όσο ποτέ άλλοτε να ανοίξουν τα κρατικά αρχεία ώστε να μπορέσει να μελετηθεί και αυτή η πλευρά της χούντας. Το ότι εξακολουθεί να καλύπτεται από μυστικότητα, ενώ γενικότερα η περίοδος αυτή δεν διδάσκεται όπως πρέπει στα σχολεία και το κράτος συνεχίζει να εμποδίζει τη μελέτη της, αποτελεί αληθινό σκάνδαλο, προσβολή της μνήμης των θυμάτων της δικτατορίας και επίσης, σε τελική ανάλυση, πλήγμα κατά της σημερινής μας, ατελέστατης, έστω, δημοκρατίας. Το Λάος και η Χρυσή Αυγή θα είχαν σήμερα πολύ λιγότερους οπαδούς αν όλες αυτές τις δεκαετίες οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας δεν συσκότιζαν συστηματικά την ιστορική μνήμη, και αν η αριστερά έδειχνε μεγαλύτερη έφεση στην υπεράσπισή της.
[1] Μια συνοπτική εισαγωγή στη μελέτη της άκρας δεξιάς, στις σύγχρονες φασιστικές σπουδές, και στη μελέτη του φαινομένου στην Ελλάδα βλ. στο Σπύρος Μαρκέτος, Πώς φίλησα τον Μουσολίνι. Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006. Η καλύτερη σύγχρονη εισαγωγή στο φασιστικό φαινόμενο παραμένει το συνθετικό έργο του Robert O. Paxton, The Anatomy of Fascism, Penguin Books, Harmondsworth 2005· και στα ελληνικά, Ρόμπερτ Πάξτον, Η ανατομία του φασισμού, μετάφραση Κατερίνα Χαλμούκου, Κέδρος, Αθήνα 2007.
2 Sergio Bologna, Ναζισμός και εργατική τάξη. Κρίση, κράτος πρόνοιας και αντιφασιστική βία στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, antifa scripta, Αθήνα 2011, σ. 57.
3 Για την άνοδο της άκρας δεξιάς στη Γαλλία εκείνη την εποχή, και την ευρύτερη σημασία αυτού του φαινομένου για την Ευρώπη, βλ. πρόχειρα το σχετικό κεφάλαιο στο John Weiss, Conservatism in Europe. 1770-1945. Traditionalism, Reaction and Counter-Revolution, Thames and Hudson, Λονδίνο 1977. Και στα ελληνικά, John Weiss, ΟσυντηρητισμόςστηνΕυρώπη, 1770-1945. Παραδοσιοκρατία, αντίδραση και αντεπανάσταση, μετάφραση Μαρίας Μυλωνά, επιστημονική θεώρηση Σπύρος Μαρκέτος, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2010.
4 Έτσι ορίζει την άκρα δεξιά στο πολύ καλό βιβλίο του ο Κevin Passmore, Fascism. A Very Short Introduction, Oxford University Press, Οξφόρδη 2002, σ. 24. Η άκρα δεξιά είναι αντιδημοκρατική, καθώς αρνείται το δικαίωμα πολιτικής έκφρασης σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αλλά δεν είναι κατ’ ανάγκην αντικοινοβουλευτική· μπορεί να δέχεται έναν περιορισμένο κοινοβουλευτισμό. Βλέπε και τις παρατηρήσεις για την άκρα δεξιά του Norberto Bobbio, Δεξιά και αριστερά. Σημασία και αίτια μιας πολιτικής διάκρισης, προλεγόμενα Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, μετάφραση Ελεονόρα Ανδρεαδάκη, Πόλις, Αθήνα 1995 [1995], σ. 106-114.
5 Για τις ιδέες του Κωνσταντίνου και τους τρόπους που τις εκδήλωσε στη σύγκρουσή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο βλ. αναλυτικά σε George B. Leontaritis, Greece and the First World War: From Neutrality to Intervention, 1917-1918, Boulder 1990· και στα ελληνικά, Γεώργιος Β. Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, μετάφραση Βασίλης Οικονομίδης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000.
6 Για την ενεργοποίηση της μιλιταριστικής ακροδεξιάς στην Εθνική Εταιρεία και το ρόλο της στον πόλεμο του 1897, βλ. Γιάννης Γιαννουλόπουλος, “H ευγενής μας τύφλωσις…” Eξωτερική πολιτική και “εθνικά θέματα “από την ήττα του 1897 έως τη Mικρασιατική Kαταστροφή, Bιβλιόραμα, Aθήνα 1999.
7 Για τα πολιτικά πάθη που βρίσκονταν στην αφετηρία τους βλ. Peter Gay, The Cultivation of Hatred, τ. Γ’ του The Bourgeois Experience, Victoria to Freud, Norton, Νέα Υόρκη, Λονδίνο 1993.
8 Για αυτή την τάση της άκρας δεξιάς βλ. Αθανάσιος Μποχώτης, Η ριζοσπαστική δεξιά. Αντικοινοβουλευτισμός, συντηρητισμός και ανολοκλήρωτος φασισμός στην Ελλάδα 1864-1911, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003. Βλ. επίσης, όσον αφορά την κοινωνική ιστορία των ιδεών της, Eλλη Σκοπετέα, Tο “Πρότυπο Bασίλειο” και η Mεγάλη Iδέα. Oψεις του εθνικού προβλήματος στην Eλλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Aθήνα 1988· και της ίδιας, H Δύση της Aνατολής. Eθνικισμός κι εθνοτικά στερεότυπα, στη δύση της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, Γνώση, Αθήνα 1992.
9 Βλ. Νίκη Μαρωνίτη, Πολιτική εξουσία και εθνικό ζήτημα στην Ελλάδα 1880-1910, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009· Έφη Γαζή, «Πατρίς θρησκεία, οικογένεια». Ιστορία ενός συνθήματος. 1880-1930, Πόλις, Αθήνα 2011· Θανάσης Καλαφάτης, «Θρησκευτικότητα και κοινωνική διαμαρτυρία: οι οπαδοί του Απόστολου Μακράκη στη βορειδυτική Πελοπόννησο (1890-1900)», Τα Ιστορικά, 18-19 [Ιούνιος-Δεκέμβριος 1993], σ. 113-142·  Κώστας Παλούκης, «Τα Ευαγγελικά, η έκρηξη που συντάραξε την Αθήνα του 1901», σεμιναριακή εργασία στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
10 «Εταιρεία της Υπέρ των Πατρίων Αμύνης. Έργα και ημέραι. Η επίσημος έναρξις», Πάτρια, τ. Α΄, τ. 1 [Σαβάττο, 16 Μαρτίου του 1902], σ. 4.
11 Αναλυτικά για τους Επιστράτους βλ. Γιώργος Θ. Mαυρογορδάτος, Eθνικός Διχασμός και μαζική οργάνωση, Aλεξάνδρεια, Aθήνα 1996. Για το πογκρόμ που οργάνωσαν τον Νοέμβριο του 1916 βλ. Σπύρος Μαρκέτος, «Τα Νοεμβριανά», Ιστορικά Ελευθεροτυπίας 57 [17 Νοεμβρίου 2000], σ. 6-18. Πολύτιμο πρωτογενές υλικό στο Χρ. Σ. Χουρμούζιος, Τα κατά την 18ην και 19ην Νοεμβρίου 1916 και επέκεινα. Μετά ιστορικής προεισαγωγής και επί τη βάσει των γενομένων εν τη Βουλή και δι’ επισήμων εγγράφων αποκαλύψεων, Εκ των Τυπογραφείων της “Εσπερίας”, Λονδίνο 1919.
12 Βλ. σχετικά στο Σπ. Μαρκέτος, Πώς φίλησα τον Μουσολίνι. Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού, ό.π..
13 Bλ. την ισχυρότερη σύγχρονη διατύπωση αυτής της θέσης στο Γιώργος Mαυρογορδάτος, “Bενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός”, σε Γιώργος Θ. Mαυρογορδάτος – Xρήστος Xατζηϊωσήφ (επιμ.), Bενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, Pέθυμνο 1988.
14 Την Επανάσταση του Σεπτεμβρίου του 1922, τα δυο κινήματα του ναυτικού το καλοκαίρι του 1924,  το κίνημα του Πάγκαλου το 1925 κι εκείνο με το οποίο τόν ανέτρεψε ο Κονδύλης το 1926, και τέλος τα δυο κινήματα του Πλαστήρα και του Βενιζέλου το 1933 και το 1935. Οπαδοί των Φιλελευθέρων έπαιξαν σημαντικό ρόλο, βέβαια, και στο κίνημα των Μεταξά – Λεοναρδόπουλου – Γαργαλίδη τον Οκτώβριο του 1923. Οι μιλιταριστικές τάσεις των Φιλελευθέρων θα ξεχώριζαν ακόμη πιο έντονα αν υπολογίζαμε και τις δευτερεύουσας σημασίας μικροανταρσίες και στάσεις.
15 Michael N. Pikramenos, «The Independence of the Judiciary», στο  Robin Higham, Thanos N. Veremis, The Metaxas Dictatorship. Aspects of Greece 1936-1940, ELIAMEP-Speros Basil Vryonis Center for the Study of Hellenism, Αθήνα 1993, σ. 137.
16  Hagen Fleischer, «The National Liberation Front» (EAM), 1941-47. A Reassessment», στο John O. Iatrides, Linda Wrigley, Greece at the Crossroads. The Civil War and its Legacy, The Pennsylvania State University Press, University Park 1995, σ. 48.
17 Ένας οξυδερκής παρατηρητής χαρακτηρίζει τους μεσοπολεμικούς μεταξικούς και φασίστες «μικροαγύρτες, γιατί η Ελλάδα δεν είχε κανένα από πεποίθηση μεταξικό ή φασίστα» (Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Ο χειμώνας του 1941-42. Χρονικό της Κατοχής, Κέδρος, Αθήνα 1980, σ. 192). Από την άλλη μεριά, για να δρας ως φασίστας δεν χρειάζεσαι στέρεες πεποιθήσεις ούτε να έχεις διδακτορικό στον φασισμό· οι περισσότεροι φασίστες ήταν και μικροαγύρτες, και το ίδιο ισχύει βέβαια και σήμερα.
18  Μόνον όσο ήταν απολύτως αναγκαίο· ο Γρίβας, που δεν ήταν και ο πλέον εύστροφος ανάμεσά τους, συνέχιζε ως το 1947 να προβάλλει στις πολιτικές του φωτογραφίες το χιτλερικό μουστάκι του.
19 Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Θα πω την αλήθεια. Μια ιδεολογική πολιτική ομολογία, Αθήναι 1945, σ. 9, όπως αναδημοσιεύεται στο Βασίλης Κ. Λάζαρης, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Αχαΐα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006, σ. 16. Ωστόσο ο ίδιος είχε φλερτάρει προπολεμικά με τον φασισμό, και στη διάρκεια της Κατοχής με το ΕΑΜ.
20  Χρήστος Χατζηιωσήφ, “Δεκέμβρης 1944, τέλος και αρχή”, στο Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή-Αντίσταση 1940-1945, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 367.
21  Χρ. Χατζηιωσήφ, στο ίδιο, σ. 370.
22 Βλ. ανεπτυγμένο το σχετικό επιχείρημα στο Σπύρος Μαρκέτος, “Η ελληνική άκρα δεξιά τη δεκαετία του 1940”, στο Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Ο Εμφύλιος 1945-1952, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009. Η βασική ανάλυση της Κατοχής από τη σκοπιά της κοινωνικής ιστορίας βρίσκεται στο Γιώργος Μαργαρίτης, Προαγγελία θυελλωδών ανέμων… Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009.
23 Στράτος Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 43 και passim. Μια άλλη, και εγκυρότερη, κατά τη γνώμη μου, σκοπιά, βλ. στο Τάσος Κωστόπουλος, Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη, Φιλίστωρ, Αθήνα 2005.
24 Τυπική του δεύτερου χειρισμού είναι η παρουσίαση, από τον Στάθη Καλύβα, των ταγματασφαλιτών ως ταλαίπωρων κακοποιών, άνεργων χωροφυλάκων και θυμάτων ή συγγενών θυμάτων του ΕΑΜ: Στάθης Ν. Καλύβας, «Κόκκινη τρομοκρατία: η βία της Αριστεράς στην Κατοχή», στο Mark Mazower (επιμ.), Μετά τον Πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογένειας του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2 2004 [2000], σ. 161-204.
25 «Το απόρρητον αρχείον του ΙΔΕΑ. Επεξεργασία των πρωτοτύπων εγγράφων υπό Κώστα Τριανταφυλλίδη», Ακρόπολις, φ. 7734 της 11ης Ιουλίου 1952, σ. 3, και φ. 7735 της 12ης Ιουλίου 1952, σ. 1.
26 Επιστολή Πέτρου Μαυρομιχάλη,  Ακρόπολις, φ. της 18ης Ιουλίου 1952, σ. 4.
27 «Πότε, πώς και διατί συνεκροτήθη ο ΙΔΕΑ» Ακρόπολις, φ. της 25ης Ιανουαρίου 1952, σ. 3.
28 Βασικής σημασίας παραμένει η ιστορική ανάλυση που περιέχεται στο Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, Βιβλιόραμα, Αθήνα 5 2005.
29 Ακόμη και ο  Έκτωρ Τσιρονίκος,  καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και βασικό στέλεχος όχι μόνο των δωσιλογικών κυβερνήσεων αλλά και της εξόριστης φασιστικής κυβέρνησης της Βιέννης μετά τη λήξη της Κατοχής, φαίνεται ότι αμέσως ανακυκλώθηκε από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες κι επέστρεψε ως στέλεχός τους στην Ελλάδα, με κρατικό αεροπλάνο των ΗΠΑ: Νίκος Καρκάνης, Οι δοσίλογοι της Κατοχής. Δίκες – παρωδία. Ντοκουμέντα-αποκαλύψεις, μαρτυρίες, Αθήνα 1981, σ. 130-131.
30 Λόγου χάρη στην Επιχείρηση Πελαργός στη Στερεά, Ιούνη του 1947· βλ. σχετικά  Γ. Μαργαρίτης, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, ό.π., τ. Α΄, σ. 300 και passim.
31 Robert O. Paxton, The Anatomy of Fascism, Penguin Books, Harmondsworth 2005, σ. 218.
32 «Επανάστασιν εις την διεθνή πολιτικήν δια την αντιμετώπισιν του κομμουνισμού, εσημείωσεν το δόγμα Τρούμαν. Παρομοίαν Επανάστασιν απετέλεσεν και η εθνική αλλαγή της 21ης Απριλίου 1967, δια να αντιμετωπίση τον επερχόμενον νέον εναντίον της Ελλάδος κομμουνιστικόν κίνδυνον. Εάν ο κομμουνισμός κατελάμβανεν την Ελλάδα –και θα το επετύγχανεν εάν δεν παρενέβαινον αι Ένοπλοι Δυνάμεις της Χώρας- θα επροδίδετο το Δόγμα Τρούμαν και ο σκοπός του. Τους ιδίους στόχους είχε το Δόγμα Τρούμαν και η Επανάστασις της 21ης Απριλίου. Και το ίδιον αποτέλεσμα: έσωσαν την Ελλάδα από τον κομμουνισμόν». Εισαγωγή στο Γεώργιος Παπαδόπουλος, Το δόγμα Τρούμαν και η επανάστασις των εθνικών ενόπλων δυνάμεων, Αθήναι Μάιος 1967, σ. 15.
33 Γεώργιος Παπαδόπουλος, Το δόγμα Τρούμαν και η επανάστασις των εθνικών ενόπλων δυνάμεων, Αθήναι Μάιος 1967, σ. 30.
34 Γεώργιος Γεωργαλάς, Η ιδεολογία της Επαναστάσεως. Όχι δόγματα, αλλά ιδεώδη, χ.τ.ε., χ.χ., σ. 6.
35 Γ. Γεωργαλάς, Η ιδεολογία της Επαναστάσεως. Όχι δόγματα, αλλά ιδεώδη, ό.π., σ. 19, 7-8· βλ. και σ. 57.
36 Νίκος Κλείτσικας, Andrea Speranzoni, Φαινόμενα τρομοκρατίας. Ο ελληνικός νεοφασισμός μέσα από τα απόρρητα έγγραφα των Μυστικών Υπηρεσιών, Προσκήνιο, Αθήνα 2003.
37 Βλ. Eric Wilson (επιμ.), Government of the Shadows. Parapolitics and Criminal Sovereignty, Pluto Press, Λονδίνο, Νέα Υόρκη 2009· Daniele Ganser, NATO’s Secret Armies. Opertation Gladio and Terrorism in Western Europe. An Approach to NATO’s Secret Stay-Behind Armies, πρόλογος John Prados, Frank Cass, Λονδίνο 2005· και στα ελληνικά, Ντανιέλε Γκάνσερ, Οι μυστικοί στρατοί του ΝΑΤΟ: Η επιχείρηση Gladio και η τρομοκρατία στη Δυτική Ευρώπη, μετάφραση Κωνσταντίνος Φασούλης, πρόλογος-επιμέλεια Κλεάνθης Γρίβας, Antilogos, Αθήνα 2007
* Ο Σπύρος  Μαρκέτος είναι νομικός και ιστορικός. Διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.
http://eagainst.com

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

ΕΤΣΙ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΕΕ!

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΕΛΑΣΤΙΚ* Ανατριχιαστικό κυριολεκτικά είναι το έγγραφο του υπουργείου Οικονομικών του Τέταρτου Γερμανικού Ράιχ για τη μετατροπή της Ελλάδας σε άθλια αποικία του Βερολίνου και της ΕΕ, το οποίο έδωσε στη δημοσιότητα ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Βαγγέλης Βενιζέλος. «Εξωτερικά διαχειριζόμενος λογαριασμός καταπιστεύματος» είναι ο τίτλος του πρώτου θέματος που βάζουν οι Γερμανοί, όπου «καταπίστευμα» στη νομική γλώσσα είναι περιουσιακό στοιχείο που μεταβιβάζει κανείς σε κάποιον άλλο με σκοπό τη 
διασφάλιση των απαιτήσεών του. Με άλλα λόγια, σε απλά ελληνικά, η ελληνική κυβέρνηση μεταβιβάζει τη διαχείριση αυτού του δεσμευμένου λογαριασμού στους ευρωπαίους δανειστές.

Ο ελληνικός λαός δηλαδή φορτώνεται με δάνεια, αλλά τα λεφτά των δανείων δεν θα τα παίρνει να τα διαχειριστεί η ελληνική κυβέρνηση, θα διαχειρίζονται μόνοι τους και όπως θέλουν οι… δανειστές!!! Τινάζοντας στον αέρα όλα τα προπαγανδιστικά ψέματα των κυβερνήσεων των γερμανοτσολιάδων που μας κυβερνούν, το έγγραφο τονίζει ότι η ενίσχυση του ελέγχου αυτού του λογαριασμού γίνεται «για να διασφαλιστεί ότι οι πόροι του προγράμματος χρησιμοποιούνται μόνο για την εξυπηρέτηση του χρέους». Ούτε ένα ευρώ δηλαδή από τα χρήματα των δανείων που τα μνημόνια φορτώνουν στους Έλληνες δεν θα πηγαίνει για μισθούς, συντάξεις, επιδόματα ή άλλα έξοδα του ελληνικού κράτους, όπως λένε οι πολιτικοί απατεώνες της συγκυβέρνησης Σαμαρά, Βενιζέλου, Κουβέλη! Ούτε ένα ευρώ! Ολόκληρα τα ποσά των δανείων θα πηγαίνουν για την εξόφληση προηγούμενων δανείων και μάλιστα κατά το δοκούν των Γερμανοευρωπαίων. Όχι μόνο τα ποσά των δανείων. Θέλουν και ποσοστό του ΦΠΑ που εισπράττεται από την ελληνική κυβέρνηση «να μεταφέρεται κάθε μήνα στον καταπιστευματικό λογαριασμό ως συνεισφορά της Ελλάδας στην εξυπηρέτηση του χρέους». Όχι μόνο δηλαδή δεν θα πέφτει ούτε ένα ευρώ στην πραγματική οικονομία από τα δάνεια, αλλά θα παίρνουν και από τα έσοδα του κράτους το οποίο γδέρνει τους πολίτες για να τους προσφέρει πολύ λιγότερες παροχές από παλιά και να τους εξαθλιώνει κάθε μέρα περισσότερο.

Για όποιον δεν κατάλαβε, οι Γερμανοί το ξανατονίζουν στο έγγραφό τους: «Εάν προκύψουν περαιτέρω τρύπες στον προϋπολογισμό κατά τη διάρκεια του προγράμματος, η Ελλάδα θα καλύπτει τα κενά αυτά με δικά της μέσα» υπογραμμίζουν. Δεν αρκούνται σε αυτό. Μεθοδικοί όπως είναι θέλουν να λύσουν μια για πάντα το πρόβλημα μέσω της… αυτοματοποίησης της εξαθλίωσης του ελληνικού λαού: «Ελλείμματα μετρητών (αποκλίσεις από το σχέδιο του προϋπολογισμού) οδηγούν αυτομάτως σε περικοπές δαπανών κατανεμόμενες εξίσου σε όλα ταπρογράμματα δαπανών σύμφωνα με το μερίδιο τους στον προϋπολογισμό» αναφέρει το γερμανικό έγγραφο. Με άλλα λόγια, θα ξοδεύει περισσότερα λεφτά η κυβέρνηση στην κατασκευή ενός δρόμου και αυτομάτως θα κόβονται οι προϋπολογισμένες δαπάνες για την… υγεία και την παιδεία!



Επιπροσθέτως, ούτε το δάνειο δε θα μπορεί να αποφασίσει να πάρει η ελληνική κυβέρνηση από πουθενά, από καμιά χώρα του κόσμου! Αυτό απαιτούν οι Γερμανοί: «Ένας εξωτερικός θεσμός σαν την Κομισιόν της ΕΕ μπορεί να ζητηθεί για να εγκρίνει γραπτώς οποιαδήποτε μορφή επιπρόσθετων δανείων» απαιτούν χωρίς περιστροφές. Η Ελλάδα δηλαδή δεν θα μπορεί να δανειστεί από τις ΗΠΑ, τηΡωσία, την Κίνα ή τη… Ζιμπάμπουε, αν δεν εγκρίνει γραπτώς η Κομισιόν το να υποβάλουμε αίτημα δανειοδότησης. Απίστευτη η αποικιοποίηση της χώρας μας, της οποίας άλλωστε οι Γερμανοί καταλύουν τον κρατικό μηχανισμό και τον αντικαθιστούν με υπαλλήλους των ξένων κατοχικών δυνάμεων. Στο έγγραφο του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών απαιτείται ρητά η «υποχρεωτική χρησιμοποίηση τεχνικής βοήθειας από το εξωτερικό»! Προσδιορίζονται μάλιστα και οι τομείς που θα εγκατασταθούν υποχρεωτικά οι ξένοι: Συλλογή φόρων, μείωση διαφθοράς, στατιστική, αναπτυξιακές επενδυτικές στρατηγικές, χρησιμοποίηση διαρθρωτικών πόρων, διαδικασίες ιδιωτικοποιήσεων…». Τα πάνταστα χέρια των δυνάμεων κατοχής. Οι Γερμανοί έχουν και πρόγραμμα εκκαθάρισης του ελληνικού κρατικού μηχανισμού από τους… Έλληνες!!! Ζητούν «να προσδιοριστούν οι θέσεις - κλειδιά εντός της ελληνικής δημόσιας διοίκησης για την δέουσα εκτέλεση και έλεγχο του προγράμματος προσαρμογής» και «να στρατολογηθούν και να σταλούν ευρωπαίοι ειδικοί ή έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι στους οποίους θα δοθεί το ίδιο στάτους με τους ευρωπαίους ειδικούς προκειμένου να περιοριστεί η εξάρτησή τους από την (ελληνική) πολιτική εξουσία (σ.σ. μιλάμε δηλαδή για έλληνες «κουκουλοφόρους» που θα είναι όργανα των γερμανικών δυνάμεων κατοχής) για να τοποθετηθούν στις θέσεις κλειδιά… για να αντικαταστήσουν έλληνες αξιωματούχους»!!!

Ανενδοίαστα δηλαδή το Βερολίνο απαιτεί να αναλάβουν οι ίδιοι οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους, οι οποίοι μάλιστα θα τεθούν υπεράνω των νόμων της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, τη διακυβέρνηση της Ελλάδας! Και αυτά τα κατάπτυστα ανθρωπάρια, οι πολιτικοί ηγέτες των κομμάτων της συγκυβέρνησης, λένε «ναι» στην παράδοση της χώρας, από την οποία βεβαίως θα ωφεληθούν οι σύγχρονοι αδίστακτοι «μαυραγορίτες» του ελληνικού κεφαλαίου.

*Δημοσιεύθηκε στο «Πριν» το Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012.

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Η αντιφασιστική Αντίσταση των λαών : Ένα πανευρωπαϊκό φαινόμενο

Του Άγγελου ΕλεφάντηΣτις 18 Ιουνίου 1940, μετά την κατοχή της Γαλλίας από τον γερμανικό στρατό, τη συνθηκολόγησή της και την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από την κυβέρνηση Βισύ του στρατάρχη Πεταίν, ο στρατηγός Ντε Γκωλ, από τον ραδιοφωνικό σταθμό του BBC του Λονδίνου όπου είχε καταφύγει, απηύθυνε στους Γάλλους ένα σύντομο αλλά και πολυσήμαντο διάγγελμα: οι ελεύθεροι Γάλλοι, εκείνοι των αποικιών κι όσοι κατέφυγαν στην Αγγλία, δεν αναγνώριζαν τη συνθηκολόγηση και συνέχιζαν τον πόλεμο κατά των Γερμανών στο όνομα της Γαλλίας. Εν κατακλείδι ο στρατηγός Ντε Γκωλ καλούσε τους Γάλλους σε αντίσταση (resistance) στον κατακτητή και το εγχώριο όργανό του, την πεταινική κυβέρνηση Βισύ.
Το ιστορικό αυτό διάγγελμα, εκτός από τις σημαντικές πολιτικές και στρατιωτικές συνέπειες που είχε για τη Γαλλία, αφού αποτέλεσε την ιδρυτική πράξη της αντίστασης κατά των Γερμανών που οργανώθηκε προοδευτικά μέσα στη χώρα, δημιούργησε έναν νέο πολιτικό και ιδεολογικό όρο του οποίου η εμβέλεια διαπέρασε ολόκληρη την κατεχόμενη Ευρώπη, επιβίωσε πολύ μετά το τέλος του πολέμου και των αναγκών που τον γέννησαν: τον όρο αντίσταση.
Κατά το διάγγελμα Ντε Γκωλ, αντίσταση ήταν αφενός η μη αναγνώριση της νομιμότητας της κυβέρνησης και των πράξεων των συνθηκολόγων και ως εκ τούτου παρείχε το δικαίωμα ή και την υποχρέωση στους πολίτες να παλέψουν με όλα τα μέσα, άρα και με την ένοπλη πάλη, κατά των κατακτητών και των επιχώριων ανδρεικέλων τους, συνεισφέροντας έτσι στον συνολικό αγώνα. Οι Γάλλοι συνθηκολόγοι –και μάλιστα ο ένδοξος στρατάρχης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου Πεταίν– εξομοιώνονταν πολιτικά, ιδεολογικά, ηθικά και εθνικά με τον κατακτητή.
Ο όρος "αντίσταση" συμπύκνωνε την πρακτική βούληση να συνεχισθεί ο αγώνας κατά του ναζισμού μέσα στις συνθήκες πλέον της Κατοχής. Αυτή η διακηρυγμένη βούληση αντάμωνε ιδεολογικά με τις νωπές, σχετικά, παραδόσεις του αντιφασισμού του μεσοπολέμου αλλά και με το παλαιότερο, από τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης, επαναστατικό εθνικολαϊκό πνεύμα: "οι πολίτες έχουν υποχρέωση να εξεγείρονται εναντίον της τυραννίας", θέσπιζε ένα άρθρο της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789. Ποια άλλη τυραννία θα μπορούσε να είναι πιο απόλυτη κι απάνθρωπη από τη ναζιστική;
Από την άλλη μεριά ο όρος "αντίσταση" στο πρακτικό επίπεδο κάλυψε μια ανέκδοτη μορφή πάλης κατά του ναζισμού στο εσωτερικό όλων των κατεχόμενων χωρών. Βέβαια οι ευρωπαϊκοί λαοί δεν αντιστάθηκαν, όσο ο καθένας αντιστάθηκε, επειδή τους παρακίνησε το διάγγελμα του Ντε Γκωλ. Ο κάθε λαός είχε τους δικούς του λόγους να αντισταθεί, ενώ η αντίσταση σε κάθε χώρα ακολούθησε τις δικές της διαδρομές κι ανέδειξε τις προσίδιες οργανωτικές, πολιτικές και επιχειρησιακές μορφές. Αλλά και από χώρα σε χώρα, στη διάρκεια του πολέμου, το φαινόμενο που μετά τον πόλεμο ονομάστηκε "αντίσταση" είχε τα δικά του ονόματα.
Στην Ελλάδα για παράδειγμα ο όρος "αντίσταση" στη διάρκεια της αντίστασης (1941-1944) είναι άγνωστος. Κανείς δεν τον είχε χρησιμοποιήσει τότε. Η πάλη, ένοπλη ή πολιτική, ονομάζεται αγώνας, εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, αντάρτικο, οι μαχητές ονομάζονται αντάρτες (της Δεξιάς και της Αριστεράς), Εαμίτες, Ελασίτες, Εδεσίτες κ.λπ., ένοπλοι και μη ένοπλοι, της υπαίθρου και των πόλεων, είναι αγωνιστές κι όλοι μαζί συναγωνιστές. Στην Ελλάδα ο όρος αντίσταση αρχίζει να χρησιμοποιείται μετά τα Δεκεμβριανά, οπότε οι πρώην αντάρτες και αγωνιστές γίνονται αντιστασιακοί, όπως σ΄ ολόκληρη την Ευρώπη. Γρήγορα μάλιστα αποκτά και τον επιθετικό προσδιορισμό "εθνική", σε μια προσπάθεια της Αριστεράς να δείξει και να πείσει ότι εκείνα τα ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ-ΚΚΕ του αγώνα επί Κατοχής δεν ήταν ξενόδουλα και εαμοβουλγαρικά αλλά κατ΄ εξοχήν εθνικο-πατριωτικά που αγκάλιαζαν ολόκληρο το λαό. Πάντως μετά τη στρατιωτική δικτατορία, όταν θα ξεθυμάνει η λαίλαπα των διώξεων κατά της Αριστεράς, το ΠΑΣΟΚ, το 1981, θα αναγνωρίσει την αντίσταση ως εθνική. Μετά ταύτα πολλές πλατείες και δρόμοι θα μετονομαστούν σε "Εθνικής Αντιστάσεως", θα αναγερθούν μνημεία, παλαιοί αγωνιστές θα συνταξιοδοτηθούν ως αντιστασιακοί, οι οργανώσεις τους θα πάρουν κι αυτές αντιστασιακό όνομα, άπειρα βιβλία και ποικίλα δημοσιεύματα θα γραφτούν για την εθνική αντίσταση. Η εθνική αντίσταση, επιτέλους, νομιμοποιείται.
Το ίδιο συνέβη μεταπολεμικά σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, αν και εκεί, στη Δύση και την Ανατολή, δεν χρειάστηκε να περάσουν τριάντα πέτρινα χρόνια. Εκεί η τιμή στην αντίσταση και τους αντιστασιακούς ήρθε μαζί με τη συντριβή του άξονα και την απελευθέρωση. Στην Ανατολική Ευρώπη μάλιστα η αντίσταση και οι αντιστασιακοί, έστω ελέω Κόκκινου Στρατού, γίνονται εξουσία. Η αντίσταση, η resistance, καθιερώνεται παντού ως όρος γενολογικός, παραπέμπει στο ίδιο φαινόμενο που αποτέλεσε μια σημαντική παράμετρο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στην Ευρώπη βέβαια.
Αλλά σε τι ακριβώς παραπέμπει η αντίσταση, ποιο είναι το ουσιώδες γνώρισμα που τη διακρίνει από τις γιγαντιαίες πολεμικές και άλλες αναμετρήσεις των εκατέρωθεν κυβερνητικών στρατών στον Β$ Παγκόσμιο πόλεμο, και που κυρίως αυτές έκριναν την έκβασή του;
Η αντίσταση ήταν ένα ολοπαγές γεγονός που ξεπήδησε σε όλες τις ευρωπαϊκές κατεχόμενες χώρες: στην Πολωνία, τη Νορβηγία, το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιταλία (μετά τη συνθηκολόγηση του Μπαντόλιο τον Σεπτέμβριο του 1943), τη Γιουγκοσλαβία, την Τσεχοσλοβακία, την Ολλανδία, τη Βουλγαρία, την Ελλάδα, την Αλβανία, στα κατεχόμενα της Σοβιετικής Ένωσης• ακόμη και στην ίδια την Γερμανία έχουμε κάποιες αντιστασιακές εκδηλώσεις. Αλλού οργανώνονται ολόκληροι αντιστασιακοί στρατοί –Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Γαλλία, Ιταλία, ΕΣΣΔ–, αλλού η αντίσταση επιστρατεύει δυναμικές μειοψηφίας σε κατασκοπευτικά δίκτυα, σε δίκτυα σαμποτέρ και συλλογής πληροφοριών στα μετόπισθεν του εχθρού, αλλού επιστρατεύει δυνάμεις και τις κρατά σε αναμονή να δράσουν την κατάλληλη ώρα (ημέρα J) μαζί με τους επίσημους συμμαχικούς στρατούς. Σε κάθε περίπτωση διεξάγει έναν σκληρό και αποτελεσματικό εν πολλοίς ιδεολογικό αγώνα κατά του ναζισμού ώστε οι ευρωπαϊκοί λαοί να μην αποδεχθούν τη ναζιστική κυριαρχία, να μην προσχωρήσουν στην προοπτική της ναζιστικής Νέας Τάξης. Και δεν ήταν κάτι το αυτονόητο αυτό. Οι επιβλητικές επιτυχίες του γερμανικού στρατού στην πρώτη φάση του πολέμου ήταν τέτοιας έκτασης που μπορούσαν να κάμψουν τις αντιστάσεις και να δημιουργήσουν ισχυρά λαϊκά ρεύματα προσχώρησης.
Άλλωστε, χάρις και στις κυβερνήσεις των Κουίσλιγκς και σε ισχυρές γερμανόφιλες και φιλοφασιστικές τάσεις που προϋπήρχαν του πολέμου δεν ήταν λίγες εκείνες οι δυνάμεις που συστρατεύτηκαν με τον ναζισμό και ευχήθηκαν τη νίκη του. Και δεν αναφέρομαι, βέβαια, σε όσους η βία τους έκανε αρωγούς της Γερμανίας, όπως για παράδειγμα οι εκατοντάδες χιλιάδες Ευρωπαίοι που μεταφέρθηκαν στη Γερμανία για να δουλέψουν στα εργοστάσιά της και μάλιστα στην πολεμική βιομηχανία. Πάντως η αντίσταση, είτε υπόγεια και συνωμοτική είτε έκδηλη και στρατιωτική, είτε οργανωμένη σε δίκτυα και ομάδες είτε σε ολόκληρους στρατούς που καταφέρνουν να δημιουργήσουν ελεύθερες υπό τον έλεγχό τους περιοχές και να αποσπάσουν από τα κύρια μέτωπα των πολεμικών συγκρούσεων σημαντικές γερμανικές δυνάμεις, σε κάθε περίπτωση και σε όλες τις μορφές που προσλαμβάνει πρόκειται για μια, ολιγάριθμη αρχικά, μαζική στη συνέχεια (μετά το καλοκαίρι του ’43) επιστράτευση μαζών, εθελοντική και ανεξάρτητη από τις κυβερνήσεις και τους κρατικούς μηχανισμούς.
Σε κάθε περίπτωση οργανώνεται κόντρα και ενάντια στις κυβερνήσεις των Κουίσλιγκς. Το φαινόμενο αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά, σε τέτοια έκταση και με τέτοια καθολικότητα, στην ευρωπαϊκή ιστορία. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, για παράδειγμα, δεν γνωρίζει αυτή την ορμητική και αυτόνομη, έξω από το κράτος, είσοδο των μαζών στο προσκήνιο. Ενώ οι κυβερνήσεις, οι κρατικοί μηχανισμοί και οι κρατικοί στρατοί –εκτός από την Αγγλία και τη Σοβιετική Ένωση– ο ένας μετά τον άλλον συντρίβονται από τη στρατιωτική ισχύ της Γερμανίας, σε όλη την Ευρώπη αναπτύσσεται ένα ιδιόμορφο αντιστασιακό κίνημα, που κατά κάποιο τρόπο παίρνει τη θέση του κράτους. Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος από το 1940 και μετά εξελίσσεται σε ένα "λιώσιμο" των κρατών (ακόμη και η Αγγλία και η ΕΣΣΔ υφίστανται σκληρά πλήγματα, αν και τα άντεξαν) και τελειώνει μέσα από την ανάδειξη νέων πολιτικών πρωταγωνιστών που δημιούργησε η αντίσταση. Θα έλεγε κανείς ότι εδώ οι λαοί έσωσαν τα κράτη και τα έθνη. (Το είχε πει άλλωστε ο Σαρτρ). Κι αυτή, νομίζω, είναι η μεγάλη ιδιομορφία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Οι καταστάσεις που οδήγησαν σ΄ αυτή τη λαϊκή αφύπνιση μέσα στους φανερούς ή υπόγειους αντιστασιακούς μηχανισμούς έχουν συχνά επισημανθεί, αν και γενικά τόσο οι Άγγλοι όσο και οι Σοβιετικοί είχαν αποδώσει στην αντίσταση ένα ρόλο αντιπερισπασμού, ένα ρόλο επικουρικό σε σχέση με την κύρια σύγκρουση στα μεγάλα θέατρα του πολέμου.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από την εμβέλεια και τη σπουδαιότητα του στρατιωτικού σκέλους της αντίστασης, είναι αναμφισβήτητο ότι η αντίσταση στέρησε στον Άξονα την κοινωνική επέκταση της ενδοχώρας του και τον υποχρέωσε να πολεμά μόνος -και μετά το $43 μόνη της η Γερμανία- εναντίον ολόκληρης της Ευρώπης και όλων των ευρωπαϊκών λαών. Το αντιστασιακό πνεύμα δεν ήταν μυστηριακό, μια λαβωμένη εθνική ψυχή που αφυπνίστηκε αιφνιδίως. Το έφεραν στο προσκήνιο μια σειρά παραγόντων που δημιούργησε ο ίδιος πόλεμος, το είδος του πολέμου που διεξαγόταν, το είδος του αντιπάλου και οι μέθοδοί του. Απλώς θα τους κατονομάσω εδώ:
Η συντριβή των τακτικών στρατών και η πλήρης χρεοκοπία των κυβερνητικών μηχανισμών εμπρός στην επέλαση της Βέρμαχτ δημιούργησαν παντού ένα πολιτικό και διοικητικό κενό που δεν κατάφεραν να αναπληρώσουν οι εγκάθετες, και ως εκ τούτου αφερέγγυες, κυβερνήσεις. Το κενό αυτό εκμεταλλεύτηκαν και μέσα σ΄ αυτό πολλαπλασιάστηκαν οι αντιστασιακές δυνάμεις, που ανέλαβαν να εκπροσωπούν και να υπερασπίζονται το έθνος. Ούτε οι εξόριστες κυβερνήσεις, χωρίς λαό αυτές και μισθοδοτροφοδοτούμενες από τους Εγγλέζους, ήταν σε θέση να καλύψουν το κενό που δημιούργησε, ακριβώς, η υπερορία τους.
Ο δεύτερος αποφασιστικός παράγοντας ήταν το είδος του πολέμου που εγκαινίασαν οι Γερμανοί. Ο πόλεμος ήταν ολοκληρωτικός, ένας πόλεμος που καταργούσε τις διαχωριστικές γραμμές πολεμιστών και άμαχου πληθυσμού. Το γεγονός αυτό, μαζί με τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης των πληθυσμών που επέβαλαν η Κατοχή και οι παντοειδείς διώξεις, εξέθρεψαν αισθήματα μίσους, οργής αλλά και στοιχειώδεις πρακτικές αυτοσυντήρησης που αναπτύσσονταν στο κενό που άφηναν τα διαλυμένα και εξαρθρωμένα κρατικά δίκτυα και τα παραδοσιακά εμπορικά δίκτυα συναλλαγών και επικοινωνιών. Εδώ η πρακτική αυτή εισάγει στη συνωμοτικότητα, στην "παρανομία", για ν΄ αποφύγει, ακριβώς, τον έλεγχο των δυνάμεων Κατοχής. Αυτές ακριβώς οι πρακτικές συνιστούν μια μύηση στην παράνομη αντιστασιακή πρακτική, μια πρώτη εκκίνηση προς τη μαζική, πολιτική οργάνωση που θα ΄ρθει με τον καιρό.
Από κει και πέρα, επειδή ο πόλεμος μαίνεται, επειδή παντού η πολιτική διεξάγεται με πόλεμο ζωής και θανάτου, γρήγορα η αντιστασιακή πρακτική, αυτή η αρχική απείθεια έστω, προσλαμβάνει ένοπλες μορφές. Ο ένοπλος αγώνας είναι η κορύφωση του αντιστασιακού πνεύματος, είναι αυτός που απαιτεί και δημιουργεί ταυτόχρονα τη μεγάλη αλληλεγγύη, τη συστράτευση των πολεμιστών και των αμάχων. Και πάντα μέσα στην ίδια χοάνη του αντιφασιστικού αγώνα.
Οι οργανωτικές μορφές που προσέλαβε η αντίσταση από χώρα σε χώρα είναι ποικίλες. Να επισημάνουμε την επιτυχή, σε μερικές περιπτώσεις, διαμόρφωση μετωπικών οχημάτων, όπως π.χ. το ΕΑΜ στην Ελλάδα, που, κατά τις επεξεργασίες του 7ου συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, προσπάθησαν να συνασπίσουν όλες τις αντιφασιστικές δυνάμεις.
Ο αντιφασισμός είναι η ιδεολογία της αντίστασης, είναι ο κοινός ιδεολογικός συνεκτικός της ιστός. Ο φασισμός ωστόσο, τόσο στην ιταλική όσο και στη γερμανική του εκδοχή, δεν είναι μόνο μια ξένη δύναμη κατοχής. Είναι μια ιδεολογία, ένα κοινωνικοπολιτικό καθεστώς, μια Νέα Τάξη πραγμάτων που επιδιώκει να επιβάλει τις αρχές του παντού: την κατάργηση των αντιπροσωπευτικών δημοκρατικών σωμάτων, τη διάλυση των κομμάτων-συνδικάτων, την καθιέρωση της "αρχής του αρχηγού", τη στρατιωτικοποίηση της εργασίας και του κράτους, τη ρατσιστική εκκαθάριση των κοινωνιών από τα μη άρια στοιχεία, ακραίες εκμεταλλευτικές σχέσεις, τον επιθετικό εθνικισμό, την κρατολατρεία, την ιδεολογική χειραγώγηση των μαζών, τον ακραίο αντικομμουνισμό αλλά και τον αντιδημοκρατισμό με βάση, συχνά, αντιπλουτοκρατικά συνθήματα.
Η πάλη, επομένως, της αντίστασης κατά του φασισμού κι όχι μόνο ως εθνικοαπελευθερωτική πάλη σημαδεύει ευθύς εξ αρχής τα αντιστασιακά κινήματα με μια αριστερή προοπτική. Το "θάνατος στο φασισμό, λευτεριά στο λαό" ή "χτυπάτε τους φασίστες, ξένους και ντόπιους φασίστες" γίνονται τα κεντρικά συνθήματα της αντίστασης που προσημαίνουν την αριστερή-σοσιαλιστική, ακόμη και κομμουνιστική προοπτική. Στο σημείο αυτό η δράση των κομμουνιστών, ιδίως μετά την εισβολή των Γερμανών στην ΕΣΣΔ που αχρηστεύει το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο Ρίμπερντροπ-Μολότωφ, εξωθεί τα αντιστασιακά κινήματα προς τα αριστερά. Έτσι άλλωστε τα μικρά ή και διαλυμένα κομμουνιστικά κόμματα στις αρχές του πολέμου –π.χ. το παράνομο Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας το 1939 δεν έχει παραπάνω από 850 μέλη– μέσα στην αντιστασιακή πάλη αποκτούν τεράστια κοινωνική ακρόαση, και μάλιστα κερδίζουν σημαντικότατα ερείσματα μέσα στις εργατικές και αγροτικές μάζες. Η αντίσταση τροφοδοτεί τα κομμουνιστικά κόμματα και τα κομμουνιστικά κόμματα τροφοδοτούν την αντίσταση. Η αντίσταση προς το τέλος του πολέμου αποκτά ταξικο-λαϊκά χαρακτηριστικά.
Ως εκ τούτου, σε όλες τις χώρες δύο γενικά ρεύματα διαγωνίζονται και συχνά συγκρούονται στο πλαίσιο των αντιστασιακών κινημάτων: το ένα κομμουνιστικής και φιλοσοβιετικής προοπτικής, το άλλο αστικοδημοκρατικής φιλοβρετανικής. Το ένα θα μετατρέψει κατά και μετά τον πόλεμο τα κομμουνιστικά κόμματα σε γιγαντιαία μαζικά κόμματα (Ιταλία, Γαλλία, Ελλάδα, Τσεχοσλοβακία, Γιουγκοσλαβία), το άλλο, στη Δυτική Ευρώπη θα ενισχύσει και θα ενδυναμώσει τις αστικοφιλελεύθερες, τις σοσιαλδημοκρατικές και τις χριστιανοδημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις.
Αυτή η διάσταση των αντιστασιακών δυνάμεων, ενώ ενυπάρχει κατά τη διάρκεια του πολέμου, πολώνεται σε πλήρη αντιπαλότητα ιδίως με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και θα "χρωματίσει" τις τρεις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες της ευρωπαϊκής πολιτικής ζωής. Και θα χρειαστεί η φθορά των κομμουνιστικών κομμάτων και της ιδεολογίας του αντιφασισμού κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 70 και 80 για να αποδυναμωθούν τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κινήματα, μια φθορά που θα φθάσει στην πλήρη κατάρρευσή τους μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Ο αντιφασισμός είναι χαμένος πολύ μακριά μέσα στο χρόνο ώστε να τα ανατροφοδοτήσει. Ο αντιφασισμός και το πνεύμα της αντιφασιστικής αντίστασης έχουν εξαντλήσει την προωθητική τους δύναμη.
Σε τούτη τη σύντομη και αναγκαστικά σχηματική σκιαγράφηση του αντιστασιακού φαινομένου στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο –που αφήνει απ’ έξω γεγονότα, ηρωισμούς, θυσίες, συγκρούσεις ενίοτε μέχρις εμφύλιου σπαραγμού, δημιουργίες, πολιτιστικές ανθοφορίες αλλά και αναχρονισμούς– θα ήθελα να επισημάνω ένα ακόμη στοιχείο που η αντιστασιακή δράση των ευρωπαϊκών λαών ανέδειξε: τον αντιφασιστικό ευρωπαϊκό λαό, τη βάση για μια άλλου τύπου Ευρωπαϊκή Ένωση: οι camarades, οι tavarits, οι compagnioni, οι comerades, οι drouzi, οι σύντροφοι και συναγωνιστές πάλεψαν και ανταμώθηκαν πάνω από τις πολιτιστικές, θρησκευτικές, εθνικές διαφορές. Ήταν μια κοινότητα. Ήταν. Αλλά χάθηκε.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στα «Ενθέματα» της Αυγής, 16.9.2001

www.rednotebook.gr

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού

1. Η έννοια Ακούγαμε και στο παρελθόν να γίνεται λόγος για τον νεοφιλελευθερισμό, αλλά εδώ κι ενάμιση χρόνο -ας όψεται το μνημόνιο- αυτός ο όρος μπήκε για τα καλά στην ζωή μας. Παρά ταύτα, είναι αμφίβολο αν οι μη έχοντες γνώσεις οικονομικών έχουν καταλάβει περί τίνος μιλάμε. Έτσι, από τούτη τη γωνιά ξεκινάμε σήμερα μια μακρά σειρά κειμένων, σε μια προσπάθεια να συνειδητοποιήσουμε τι είναι ο νεοφιλελευθερισμός και πώς επηρεάζει την σκοτεινή πραγματικότητα που βιώνουμε καθημερινά.


(Οι απαρχές του νεοφιλελεύθερισμου http://denpaeiallo-xylok.blogspot.gr/2012/10/blog-post_7407.html & Όταν ο Κέυνς συνάντησε τον Φρήντμαν http://denpaeiallo-xylok.blogspot.gr/2012/10/20.html  )Στο πέρασμα των χρόνων έχουν αναπτυχθεί πολλές οικονομικές θεωρίες και
ακόμη περισσότερες παραλλαγές τους. Ειδικά κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες, σημαντικοί θεωρητικοί οικονομολόγοι και
κοινωνιολόγοι έβαλαν την σφραγίδα τους στην οικονομική σκέψη: Αλεξάντερ Χάμιλτον, Φρήντριχ Λιστ, Άνταμ Σμιθ, Ντέηβιντ Ρικάρντο, Τζων Μαίυναρντ Κέυνς, Καρλ Μαρξ, Φρήντριχ Ένγκελς, Πωλ Άντονυ Σάμουελσον κλπ. Αυθαιρετώντας, κατά κάποιον τρόπο, μπορούμε να ομαδοποιήσουμε όλες αυτές τις θεωρίες σε τρεις γενικές κατηγορίες:
(α) Μερκαντιλισμός ή οικονομικός εθνικισμός : Ο μερκαντιλισμός αναπτύχθηκε από την πρακτική των πολιτικών στα πρώτα στάδια της νεότερης εποχής. Ως θεωρία, δέχεται και υποστηρίζει το προβάδισμα της πολιτικής έναντι της οικονομικής. Στην ουσία πρόκειται για ένα δόγμα οικοδόμησης ενός κράτους στα συμφέροντα του οποίου πρέπει να υποτάσσεται η αγορά. Με απλά λόγια, στον μερκαντιλισμό οι πολιτικοί πρέπει να καθορίζουν τις οικονομικές σχέσεις.

(β) Φιλελευθερισμός : Ο φιλελευθερισμός αναδύθηκε από τον Διαφωτισμό και εκφράστηκε κατ' αρχήν από τον Άνταμ Σμιθ. Εμφανίστηκε ως αντίδραση στην εμποροκρατία και έτσι ενσωματώθηκε στην ορθόδοξη οικονομική επιστήμη. Βασική του αρχή είναι ότι η πολιτική και η οικονομική πρέπει να δρουν, τουλάχιστον ιδεατά, σε δύο ξεχωριστές σφαίρες. Με απλά λόγια, στον φιλελευθερισμό οι αγορές πρέπει να είναι απαλλαγμένες από κρατικές και πολιτικές παρεμβάσεις προς όφελος της αποδοτικότητας, της ανάπτυξης και της ελεύθερης επιλογής του καταναλωτή.

(γ) Μαρξισμός : Ο μαρξισμός αναπτύχθηκε στα μέσα του 18ου αιώνα ως αντίδραση στον φιλελευθερισμό και την ως τότε επικρατούσα άποψη για την οικονομία. Βασική του αρχή είναι ότι η οικονομία επηρεάζει την πολιτική. Για τον μαρξισμό, η πολιτική σύγκρουση προκύπτει από την πάλη των τάξεων για την διανομή του πλούτου. Με απλά λόγια, στον μαρξισμό η πολιτική υποτάσσεται στην επιθυμία της πολυπληθέστερης τάξης (δηλαδή της εργατικής) για δίκαιη κατανομή του πλούτου.

Ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί το προϊόν της σκέψης ενός αμερικανού οικονομολόγου του 20ου αιώνα, του Μίλτον Φρήντμαν (1912-2006), καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Σικάγου. Γι' αυτό τον λόγο, ο νεοφιλελευθερισμός αποκαλείται και φρηντμανισμός, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες (όπου η λέξη "ελευθερία" και τα παράγωγά της μπορούν να προκαλέσουν φαινόμενα αναφυλαξίας) προτιμάται ο όρος νεοσυντηρητισμός (neoconservatism).



Ουσιαστικά, ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί την ακραία μορφή του φιλελευθερισμού. Στην εφαρμογή του ταυτίζεται απολύτως με τον αχαλίνωτο καπιταλισμό. Σύμφωνα με τον Φρήντμαν, το κράτος υπάρχει μόνο για να διασφαλίζει την τάξη και για να εξασφαλίζει το κατάλλυηλο περιβάλλον για την άσκηση οποιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητας, δίχως να επεμβαίνει με οποιασδήποτε μορφής ρυθμίσεις. Μόνη δουλειά του κράτους είναι να επιδοτεί την επιχειρηματική δραστηριότητα, διοχετεύοντας στις επιχειρήσεις τα κρατικά έσοδα από την φορολογία των πολιτών. Για την φρηντμανική σκέψη η έννοια του "κοινωνικού κράτους" είναι αποκρουστική. Σύμφωνα με τον νεοφιλελευθερισμό, το κράτος δεν επιτρέπεται να αναλαμβάνει οποιαδήποτε δραστηριότητα επειδή η ιδιωτική πρωτοβουλία μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα παντού. Αλλά, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου ενδέχεται να παρατηρηθούν "αποκλίσεις από την τελειότητα", οι αγορές έχουν την δυνατότητα της διόρθωσης μέσω αυτορρύθμισης και οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση κάνει τα πράγματα χειρότερα.

Στα παραπάνω δεν υπάρχουν εξαιρέσεις ούτε και για θέματα τα οποία στην σκέψη του απλού πολίτη φαντάζουν αυτονόητα. Για τον φρηντμανισμό, τα πάντα αφορούν την ιδιωτική πρωτοβουλία: παιδεία, υγεία, ασφάλεια, συντάξεις, ενέργεια, υποδομές κλπ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όσα έγιναν στην Νέα Ορλεάνη, μετά την καταστροφή του 2005. Η ιδέα του Φρήντμαν ήταν απλή: αντί το κράτος να δαπανήσει χρήματα προκειμένου να ξαναχτίσει τα κατεστραμμένα δημόσια σχολεία, να χορηγήσει εκπαιδευτικά κουπόνια στους μαθητές. Με αυτά τα κουπόνια, τα παιδιά θα μπορούσαν να επιλέξουν το ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο θα ήθελαν να φοιτήσουν ενώ το κράτος θα επιδοτούσε ανάλογα αυτά τα ιδρύματα.

Η ιδέα του Φρήντμαν υιοθετήθηκε από την κυβέρνηση Μπους και το αποτέλεσμα ήταν ανατριχιαστικό. Μέσα σε 19 μήνες, το σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης της Νέας Ορλεάνης αντικαταστάθηκε από ιδιωτικά σχολεία. Πριν το ξέσπασμα του τυφώνα Κατρίνα, στην εκπαιδευτική περιφέρεια της πόλης ανήκαν 123 δημόσια σχολεία. Σήμερα έχουν απομείνει μόλις τέσσερα! Αντίθετα, τα 7 ιδιωτικά σχολεία που υπήρχαν πριν την καταστροφή, έχουν αυξηθεί σε 31. Φυσικά, όλοι οι εκπαιδευτικοί που δούλευαν στα δημόσια σχολεία (470 άτομα) απολύθηκαν και μόνο λίγοι απ' αυτούς κατάφεραν να προσληφθούν (με μισθούς πείνας) από τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια που ξεφύτρωσαν σαν μανιτάρια.
(*) Φυσικά θα κάνουμε χρήση της μαρξιστικής ανάλυσης όταν φτάσουμε στα συμπεράσματα και στις προτάσεις για το τι πρέπει να γίνει.



2. Οι πηγές


Η σειρά των κειμένων που ξεκινήσαμε χτες, απέχει παρασάγγας από το να χαρακτηριστεί ως πλήρης μελέτη ή εργασία πάνω στον νεοφιλελευθερισμό. Παρά ταύτα, όχι απλώς θα παρουσιάσει το θέμα με ηρεμία και δίχως κραυγές ή αφορισμούς (όπως, άλλωστε, συνηθίζει τούτο το ιστολόγιο) αλλά θα τεκμηριώνει τις απόψεις που θα διατυπώνονται και τα στοιχεία που θα παρατίθενται. Γι' αυτόν τον λόγο, αλλάζοντας άρδην την πρακτική των βιβλίων, όπου οι πηγές και η βιβλιογραφία παρατίθενται στο τέλος, θα δούμε από τώρα μερικές από τις πηγές στις οποίες οφείλονται τα περισσότερα από όσα θα ακολουθήσουν. Άλλωστε, την ίδια τακτική είχαμε ακολουθήσει στο αφιέρωμά μας "Η ενεργειακή πολιτική της σύγχρονης Ελλάδας", όπου αρχίσαμε παρουσιάζοντας το βιβλίο του Δημήτρη Μπότση "Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα".




3. Τα πρόσωπα

Θεμελιωτής και γκουρού του νεοφιλελευθερισμού είναι ο αμερικανός καθηγητής οικονομικών στο πανεπιστήμιο του Σικάγου Μίλτον Φρήντμαν (1912-2006). Το -μικρής έκτασης- πόνημά του με τίτλο "Καπιταλισμός και Ελευθερία" θεωρείται το ευαγγέλιο του νεοφιλελευθερισμού. Σύντομο βιογραφικό του μπορείτε να διαβάσετε σε ένα λιβανωτό που έγραψε ένας γνωστός έλληνας οπαδός τού φρηντμανισμού, ο -πρώην νεοδημοκράτης υπουργός- Ανδρέας Ανδριανόπουλος, όταν πέθανε ο Φρήντμαν. Βέβαια, ο Ανδριανόπουλος παραληρεί και συσκοτίζει την πραγματικότητα με όσα λέει για την σχέση του Φρήντμαν με τον Πινοτσέτ, αλλά γι' αυτό το θέμα θα μιλήσουμε σε επόμενο σημείωμα.
Ο Φρήντμαν ωθήθηκε στην υιοθέτηση της φιλοσοφίας του από τον άκρατο αντικομμουνισμό του. Εφ' όσον ο μαρξισμός έθετε το κράτος στην θέση του υπηρέτη των οικονομικών συμφερόντων της εργατικής τάξης, ο Φρήντμαν έπρεπε να σχεδιάσει ένα εντελώς αντίθετο σύστημα όπου το κεφάλαιο θα ήταν πλήρως ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει ενώ η οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση θα ήταν απαγορευμένη.

Άξιος συμπαραστάτης του Φρήντμαν στην διάδοση του νεοφιλελευθερισμού υπήρξε ο Θήοντορ Σουλτς, πρόεδρος του τμήματος Οικονομικών του πανεπιστημίου του Σικάγου. Ο -επίσης βαθειά αντικομμουνιστής- Σουλτς πίστευε ότι οι ΗΠΑ έπρεπε να χρησιμοποιήσουν την νεοφιλελεύθερη ιδεολογία για να εντείνουν τον πόλεμό τους κατά του κομμουνισμού. Έλεγε χαρακτηριστικά: "Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να δώσουν μεγαλύτερη σημασία στα οικονομικά τους προγράμματα στο εξωτερικό. Θέλουμε οι φτωχές χώρες μα επιτύχουν την οικονομική σωτηρία τους βασιζόμενες σε εμάς και χρησιμοποιώντας τον δικό μας τρόπο για την επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης".

Σύντομα οι ιδέες του Φρήντμαν υιοθετήθηκαν και από το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, με την "ευγενή χορηγία" του Ιδρύματος Φορντ. Όταν το ίδρυμα Φορντ ανέλαβε να "εκπαιδεύσει" τα στελέχη της χούντας Σουχάρτο στην Ινδονησία, επί κεφαλής της αποστολής ορίστηκε ο καθηγητής του Μπέρκλεϋ Λεν Ντόυλ. Η εφαρμογή των φρηντμανικών ιδεών προκάλεσε τέτοιο χάος στην Ινδονησία, ώστε ο Ντόυλ υποχρεώθηκε να δηλώσει ότι το πανεπιστήμιο δεν έπρεπε να είχε ανακατευτεί στην ιστορία αυτή. Φυσικά, το Ίδρυμα έσπευσε να ανακαλέσει τον Ντόυλ στην Καλιφόρνια και να τον αντικαταστήσει.

Ιδαίτερη περίπτωση αποτελεί ο Τζέφφρυ Σακς. Απόφοιτος του Χάρβαρντ και φανατικός κεϋνσιανός, δεν άργησε να γίνει θαυμαστής του Φρήντμαν και να ασπαστεί τις ιδέες του νεοφιλελευθερισμού. Η ανταμοιβή του ήταν ότι ανέλαβε το αντιπληθωριστικό πρόγραμμα της Βολιβίας. Όντως, κατάφερε να τιθασσεύσει τον εξωπραγματικό βολιβιανό πληθωρισμό (14.000% το 1985). Μόνο που τα κατάφερε ισοπεδώνοντας τα λαϊκά στρώματα, τα οποία οδήγησε στην πλήρη εξαθλίωση (ούτε το νερό της βροχής δεν επιτρεπόταν να μαζέψει κανείς, γιατί όλος ο υδάτινος πλούτος της χώρας είχε πουληθεί σε αμερικανική εταιρεία!). Αργότερα, ο Σακς κλήθηκε από την "Αλληλεγγύη" για να σχεδιάσει την οικονομία της μετακομμουνιστικής Πολωνίας αλλά οι λαϊκές αντιδράσεις τον υποχρέωσαν να φύγει άπρακτος.

Χρόνια αργότερα, ένα άλλο αγαπημένο παιδί του Φρήντμαν εμφανίστηκε στην διεθνή σκηνή. Ήταν ο Πωλ Μπρέμερ, τον οποίο διόρισε ο Μπους τζούνιορ κυβερνήτη στο κατεχόμενο Ιράκ. Ο Μπρέμερ ανέλαβε να εφαρμόσει πλήρως τις αρχές του νεοφιλελευθερισμού σε μια κατεστραμμένη χώρα. Το αβαντάζ του Μπρέμερ ήταν ότι δεν χρειαζόταν να διαλύσει την κρατική μηχανή αφού ήταν ήδη διαλυμένη. Ομολογουμένως, τα κατάφερε θαυμάσια: οι αμερικανικοί επιχειρηματικοί κολοσσοί επέδραμαν ανενόχλητες και κατασπάραξαν το λαβωμένο Ιράκ, καταγράφοντας εντυπωσιακά κέρδη. Στην δράση του ο Μπρέμερ δεν ήταν μόνος. Ο Μπους (έτσι κι αλλοιώς, θαυμαστής του Φρήντμαν) είχε φροντίσει να παραδώσει το υπουργείο άμυνας σε ένα ακόμη αγαπημένο παιδί (ίσως το πιο αγαπημένο από όλα) του Φρήντμαν: στον Ντόναλντ Ράμσφελντ.

Τα αγαπημένα παιδιά του Φρήντμαν (τα "παιδιά του Σικάγου"), με τις ευλογίες των αμερικανών προέδρων από τον Ρέηγκαν και μετά, αναρριχήθηκαν σε σημαντικές οικονομικές θέσεις. Ο Άρνολντ Χάρμπεργκερ τοποθετήθηκε επί κεφαλής του προγράμματος για την Λατινική Αμερική, προσφέροντας σημαντική βοήθεια σε όλους τους νοτιοαμερικανούς δικτάτορες. Ο Μαρσέλλο Σελόβσκι ήταν ο υπεύθυνος της Παγκόσμιας Τράπεζας για όλη την περιοχή της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, μέχρι που αντικαταστάθηκε από τον Σεμπάστιαν Έντουαρντς, επίσης "παιδί του Σικάγου". Ο Κλαούντιο Λόσερ έγινε διευθυντής του τομέα Δυτικού Ημισφαιρίου της Παγκόσμιας Τράπεζας. Ο αναπληρωτής διοικητής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είναι επίσης "παιδί του Σικάγου". Και πάει λέγοντας.

Πάντως, ο νεοφιλελευθερισμός δεν θα εύρισκε εύκολα πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί αν δεν τον υιοθετούσαν επίσημες κυβερνήσεις. Ίσως ακούγεται παράδοξο το ότι κυβερνήσεις υιοθέτησαν ένα σύστημα το οποίο πρεσβεύει την απόλυτη συρρίκνωση της κρατικής πρωτοβουλίας αλλά είναι γεγονός. Και δεν μιλάμε μόνο για δικτατορικά -ή, έστω, αυταρχικά- καθεστώτα (Χιλή, Αργεντινή, Γουατεμάλα, Βολιβία, Παραγουάη, Βενεζουέλα, Νότια Αφρική, Ινδονησία, Φιλιππίνες κλπ).

Θιασώτες του φρηντμανισμού υπήρξαν οι αμερικανοί ρεπουμπλικανοί πρόεδροι Ρόναλντ Ρέηγκαν, Τζωρτζ Μπους σένιορ και Τζωρτζ Μπους τζούνιορ). Την ίδια ιδεολογία ασπάστηκε και η βρεττανή πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ, βάζοντας τα θεμέλια για την επέκταση του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη. Ο διάσημος μπεκρής Μπόρις Γέλτσιν προσέλαβε ως σύμβουλο τον Τζέφφρυ Σακς, με την καθοδήγηση του οποίου διέλυσε την κρατική μηχανή και παρέδωσε τον πλούτο της Ρωσσίας στους "ολιγάρχες". Αλλά και η μεταμαοϊκή Κίνα προσέφυγε στα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού, προκειμένου να υλοποιήσει τις ιμπεριαλιστικές οικονομικές της βλέψεις.

Όλους όσους αναφέραμε παραπάνω αλλά και πολλούς άλλους ακόμη θα τους δούμε εν δράσει στην συνέχεια.
4. Πριν τον Φρήντμαν
Μπορεί η παγκοσμιοποίησή του να οφείλεται στον Μίλτον Φρήντμαν και στην "σχολή του Σικάγου"
αλλά τα σπέρματα του νεοφιλελευθερισμού είχαν πέσει νωρίτερα. Την αρχή είχε κάνει ο αυστριακός οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ (Joseph Alois Schumpeter, 1883-1950). Στο κλασσικό βιβλίο του "Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία" (εκδόσεις "Παπαζήσης", σελ. 526), ο Σουμπέτερ διαπιστώνει (όπως και ο Μαρξ) την αδιάκοπη κίνηση και τη δυναμική φύση του καπιταλισμού. Θεωρεί, όπως κι ο Μαρξ, πως η ανάπτυξη του καπιταλισμού καταστρέφει τα θεμέλια της καπιταλιστικής κοινωνίας γιατί οξύνει τις αντιθέσεις του. Για τον Σουμπέτερ, η καπιταλιστική δυναμική οδηγεί στην κυριαρχία των μεγάλων επιχειρήσεων. Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός των κυρίαρχων μεγάλων επιχειρήσεων αποτελεί το ανώτερο και τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού. Όμως, η συμφωνία στο συμπέρασμα συνοδεύεται από μια εντελώς διαφορετική οπτική για τους παράγοντες που οδηγούν στην κρίση του καπιταλισμού. Ο Σουμπέτερ θεωρεί εντελώς αντεπιστημονικές τις απόψεις του Μαρξ για τον νόμο της αξίας, την υπεραξία και την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και, κυρίως, την θεωρία της ταξικής πάλης.

Το "παράδοξο" Σουμπέτερ είναι η άποψη πως ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει όχι λόγω της αποτυχίας του αλλά λόγω της επιτυχίας του. Η καπιταλιστική κοινωνία δεν θα πάψει να δημιουργεί κέρδος. Ο Σουμπέτερ αφιερώνει μεγάλο τμήμα των επεξεργασιών του για να αποδείξει πως η θεωρία της εξάντλησης των επενδυτικών ευκαιριών είναι ένας μύθος. Η δύναμη υπεροχής του καπιταλισμού δεν βρίσκεται στους μηχανισμούς της εργασιακής αξίας αλλά σ' αυτό που ο ίδιος αποκαλεί "δημιουργική καταστροφή". Η δύναμη του καπιταλισμού πηγάζει από τις νέες μεθόδους παραγωγής, τις νέες αγορές και μορφές οργάνωσης της βιομηχανίας, όπως αυτές αναπτύσσονται στο πλαίσιο της λειτουργίας των μεγάλων επιχειρήσεων του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Για τον οικονομολόγο Σουμπέτερ μονοπώλιο σημαίνει δημιουργική καταστροφή και όχι μεγιστοποίηση κερδών. Η παρακμή τής επιχειρηματικής λειτουργίας και όχι ο περιορισμός των κερδών "καταστρέφει" την ίδια την δημιουργική καταστροφή.

Την πρωτόλεια σκέψη του Σουμπέτερ ανέλαβε να καλλιεργήσει ένας άλλος αυστριακός οικονομολόγος, ο Φρήντριχ φον Χάγιεκ (Friedrich August von Hayek, 1899-1992), μέντορας του Φρήντμαν. Περισσότερο φιλόσοφος παρά οικονομολόγος, ο Χάγιεκ στηρίχτηκε σε δυο αρχές: (α) η ανάπτυξη προέρχεται από την ελευθερία δράσης του ατόμου και οι κοινωνικοί θεσμοί λειτουργούν καλύτερα όταν προκύπτουν από την εθελοντική συνεργασία των ελεύθερων ατόμων, (β) ως απόρροια του προηγουμένου, οι κυβερνήσεις πρέπει να έχουν συγκεκριμένα όρια εξουσίας και επέμβασης, επειδή ο συλλογικός οικονομικός σχεδιασμός οδηγεί αναπόφευκτα στην απολυταρχική τυραννία.

Κατά την δεκαετία του '30, ο Χάγιεκ συγκρούστηκε ανοικτά με τον Κέυνς. Ενώ για τον Χάγιεκ η ανάκαμψη της οικονομίας απαιτούσε ρευστοποίηση των υπερβολικών επενδύσεων και αύξηση των αποταμιεύσεων, ο Κέυνς συνιστούσε μείωση της αποταμίευσης και αύξηση της κατανάλωσης, προκειμένου να στηριχθούν οι προσδοκίες κέρδους των εταιρειών. Με δυο λόγια, ο Χάγιεκ ζητούσε περισσότερη λιτότητα ενώ ο Κέυνς περισσότερες δαπάνες.

Με αυτά τα δεδομένα, μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί ο Χάγιεκ έχασε την μάχη με τον Κέυνς κατά την δεκαετία του '30. Η πολιτική της λιτότητας που εισηγήθηκε ήταν κάτι παραπάνω από πολιτικά καταστροφική: ουσιαστικά η θεωρία του έφερε τον Χίτλερ στην εξουσία της Γερμανίας. Όπως παρατήρησε ο Κέυνς, αν όλοι, συμπεριλαμβανομένων των νοικοκυριών, των εταιρειών και των κυβερνήσεων, προσπαθήσουν ταυτόχρονα να εξοικονομήσουν χρήματα, δεν θα υπάρχει μετά κανένας τρόπος να σταματήσει η οικονομία να φθίνει, μέχρις ότου οι άνθρωποι γίνουν τόσο φτωχοί, ώστε να μην μπορούν πλέον να αποταμιεύσουν.

Παρ' ότι οι οικονομολόγοι όλου του κόσμου γύρισαν την πλάτη στον Χάγιεκ (το περίφημο "Νέο Συμβόλαιο - New Deal" είναι εμπνευσμένο εξ ολοκλήρου από την κεϋνσιανή θεωρία), ο Φρήντμαν τον θαύμασε. Και ο Χάγεκ ανταπέδωσε αυτόν τον θαυμασμό στηρίζοντας ολόπλευρα το φρηντμανικό έργο. Όταν ο Φρήντμαν και τα "παιδιά" του πήραν αποκοπή το έργο στήριξης της δικτατορίας Πινοτσέτ (θα μιλήσουμε σε επόμενο σημείωμα σχετικά), ο Χάγιεκ πραγματοποίησε αλλεπάλληλα ταξίδια στην Χιλή. Μάλιστα, σε δημοσιογραφική ερώτηση για το δικτατορικό καθεστώς, δεν δίστασε να δηλώσει: "Προσωπικά, προτιμώ μια φιλελεύθερη δικτατορία, παρά μια δημοκρατική κυβέρνηση από την οποία θα απουσιάζει ο φιλελευθερισμός" (Ιγνάσιο Ραμονέ, "Το απόλυτο κραχ", από τις "Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου", σελ. 154).

Κλείνοντας το σημερινό σημείωμα, ας κάνουμε μια "πρωθύστερη" παρατήρηση. Παρά την πλήρη αποτυχία των νεοφιλελεύθερων δογμάτων, η άρχουσα τάξη εξετίμησε δεόντως τους υποστηρικτές της και φρόντισε να τους τιμήσει με βραβείο Νόμπελ. Την αρχή έκανε ο ίδιος ο Χάγιεκ (1974) και ακολούθησαν τόσο ο Φρήντμαν (1975) όσο και τα "παιδιά" του: ο Τζωρτζ Στίγκλερ (1982), ο Τζέιμς Μπιουκάναν (1986), ο Ρόναλντ Κόουζ (1991) και ο Γκάρρυ Μπέκερ (1992).


5. Μπρέτον Γουντς: Οι αιτίες

Παρ' ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει ως κεντρική ιδέα μια ανεξέλεγκτη οικονομία, κατά παράδοξο τρόπο στηρίζει την επέκταση και την ισχύ του σε τρεις πανίσχυρους θεσμούς: το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Παγκόσμια Τράπεζα και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Και οι τρεις αυτοί θεσμοί υπήρξαν απότοκα των όσων κυοφορήθηκαν στην περίφημη διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς το 1944. Επομένως, για να κατανοήσουμε καλύτερα τον σημερινό νεοφιλελευθερισμό, πρέπει να δούμε τι ακριβώς σημαίνει Μπρέτον Γουντς.

Η πεντηκονταετία πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο χαρακτηρίστηκε από έλλειψη σημαντικών πολεμικών συγκρούσεων, η οποία βοήθησε στην επέκταση και γιγάντωση του εμπορίου. Ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών αυξανόταν περίπου 36% ανά δεκαετία και αυτό το εμπόριο ήταν κατά μείζονα λόγο ενδοευρωπαϊκό, με τις αποικίες να χρησιμεύουν κυρίως ως τροφοδότες πρώτων υλών. Αυτή η γιγάντωση του εμπορίου συνέτεινε στην ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού, με την Μεγάλη Βρεττανία στον ρόλο της κοσμοκράτειρας.

Εκείνη την εποχή, οι διεθνείς συναλλαγές βασίζονταν στον "κανόνα του χρυσού": κάθε εθνικό νόμισμα είχε αντίκρυσμα σε ισάξια ποσότητα χρυσού, η οποία φυλασσόταν στην κεντρική τράπεζα κάθε χώρας. Θεωρητικά, λοιπόν, το χρήμα μπορούσε άμεσα να μετατραπεί σε χρυσό. Έτσι, κάθε φορά που εμφανιζόταν συναλλαγματική ανισορροπία, αυτομάτως άρχιζε μια ροή χρυσού, η οποία μετέβαλλε τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και αποκαθιστούσε την ισορροπία.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, όμως, έφερε τα πρώτα ρήγματα στην ισχύ της Μεγάλης Βρεττανίας. Τα κρατικά ταμεία είχαν επιβαρυνθεί σημαντικά με το εκτός ελέγχου κόστος του πολέμου. Παράλληλα, οι διάφορες χώρες ενδιαφέρονταν για την προστασία της εγχώριας παραγωγής τους, αδιαφορώντας για τις διεθνείς επιπτώσεις, ενώ ο πόλεμος είχε αναστείλει την λειτουργία του "κανόνα του χρυσού". Πράγματι, οι διάφορες κυβερνήσεις άφησαν κατά μέρος τον χρυσό και τύπωσαν μη μετατρέψιμα σε χρυσό χαρτονομίσματα, προκαλώντας τεράστιο πληθωρισμό και υπέρογκη ανεργία. Τον Οκτώβριο του 1929 οι τιμές διαφόρων βασικών υλών και τροφίμων είχαν χάσει τα 3/4 της αξίας τους, ενώ το 1933 η ανεργία είχε φτάσει στις ΗΠΑ 27% και στην Γερμανία 44%.

Την ίδια ώρα, στην Σοβιετική Ένωση τα πενταετή προγράμματα σημείωναν εντυπωσιακή επιτυχία και η εκβιομηχάνιση προχωρούσε με άλματα. Η κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία έδειχνε ανεπηρέαστη από τα προβλήματα που ταλάνιζαν τα καπιταλιστικά κράτη. Στα μάτια των εργατών της δύσης ο κομμουνισμός άρχισε να φαντάζει ως η πλέον αξιόπιστη εναλλακτική λύση. Οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις άρχισαν να ανησυχούν και οι διεθνείς συσκέψεις έδιναν κι έπαιρναν: Βρυξέλλες 1920, Γένοβα 1922, Γενεύη 1927, Χάγη 1930, Λονδίνο 1933. Όλες κατέληξαν σε αδιέξοδο.

Αυτό που τερμάτισε την οικονομική κρίση του μεσοπολέμου δεν ήταν ούτε οι διασκέψεις ούτε κάποια διεθνής οικονομική πρωτοβουλία αλλά ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ένας πόλεμος που απαιτούσε μαζική παραγωγή σχεδιασμένη από το κράτος, το οποίο ήταν και ο βασικός καταναλωτής της. Έτσι, ο πόλεμος συνέδεσε και πάλι την οικονομία με την πολιτική, τις οποίες είχε χωρίσει ο κλασσικός φιλελευθερισμός. Το έδαφος για το Μπρέτον Γουντς είχε στρωθεί.

Έτσι, 1-22 Ιουλίου 1944, με τον Πόλεμο ακόμη να μαίνεται, εκπρόσωποι 44 κρατών συνατήθηκαν στο Μπρέτον Γουντς του Νιου Χαμσάιρ, προκειμένου να συζητήσουν τα οικονομικά σχέδια για την μεταπολεμική ειρήνη. Η πίεση να βρεθεί αντίδοτο για την αναμενόμενη αύξηση της σοβιετικής επιρροής ήταν έντονη. Έπρεπε να δομηθεί τάχιστα μια διεθνής συνεργασία βασισμένη σε μια παγκόσμια αγορά, όπου κεφάλαια και αγαθά θα κινούνταν ελεύθερα ενώ θα υπήρχαν παγκόσμιοι θεσμοί που θα ρύθμιζαν αυτή την κίνηση με σκοπό μια μεγαλύτερη σταθερότητα και προβλεψιμότητα.

Παράλληλα, στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε ωριμάσει πλέον η ιδέα ότι η χώρα έπρεπε να βγει από τον απομονωτισμό της. Η συμμετοχή των ΗΠΑ στον Πόλεμο είχε δείξει πως η ισχύς τους ήταν τέτοια ώστε μπορούσαν να διαδεχθούν την Μεγάλη Βρεττανία στον ρόλο της κοσμοκράτειρας. Ταυτόχρονα, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ αντιλαμβανόταν ότι ο βρεττανικός λέων είχε γεράσει και διέβλεπε τον κίνδυνο να υπερκερασθεί από την σοβιετική αρκούδα. Η Βρεττανία δεν μπορούσε να επιτρέψει κάτι τέτοιο σε καμμιά περίπτωση. Προτιμούσε να βρεθεί κάτω από την πρώην αποικία της παρά να διακινδυνεύσει τα συμφέροντα του κεφαλαίου με την αναμενόμενη μεταπολεμική εξάπλωση του κομμουνισμού. Έτσι, λοιπόν, μια διεθνής σύσκεψη, η οποία θα επιχειρούσε να διευθετήσει με πολιτικό τρόπο τα οικονομικά ζητήματα ολόκληρου του καπιταλιστικού κόσμου, της έδινε την δυνατότητα να "μεταβιβάσει" την πρωτοκαθεδρία της πέραν του Ατλαντικού, με τρόπο που θα διασφάλιζε τα καπιταλιστικά της κεκτημένα.

Τα αποτελέσματα των όσων συζητήθηκαν στο Μπρέτον Γουντς θα τα δούμε στο επόμενο σημείωμα.
6. Μπρέτον Γουντς: τα αποτελέσματα

Τελικά, η διάσκεψη στο Μπρέτον Γουντς πραγματοποιήθηκε έχοντας σχεδόν εξασφαλισμένο αποτέλεσμα χάρη σε τρεις λόγους:


Πρώτον, η εξουσία ήταν συγκεντρωμένη σε λίγες ισχυρές χώρες, οι οποίες μπορούσαν να συνεννοηθούν εύκολα, μιας και είχαν ήδη προηγηθεί ευρύτατες συμφωνίες μεταξύ τους. Μιλάμε κυρίως μεν για τις ΗΠΑ και την Μεγάλη Βρεττανία, δευτερευόντως δε για τον Καναδά, ο οποίος συνεπικουρούσε τις ΗΠΑ. Τα κομμουνιστικά κράτη της ανατολικής Ευρώπης, με τις κεντρικά σχεδιασμένες οικονομίες, τήρησαν αποστάσεις ενώ οι χώρες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου περιορίστηκαν σε ρόλο περίπου μαριονέττας. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι πολλοί εκπρόσωποι μικρών χωρών δεν γνώριζαν καν καλά αγγλικά, μόνο 15 από τα 44 κράτη συμμετείχαν με τους υπουργούς οικονομικών τους και η Γουατεμάλα εκπροσωπήθηκε από έναν μεταπτυχιακό φοιτητή(!). Ο επί κεφαλής της βρεττανικής αντιπροσωπείας υπουργός οικονομικών (ο λόρδος Τζων Μαίυναρντ Κέυνς), περιγράφει υπεροπτικά: "Έχουν προσκληθεί 21 χώρες, οι οποίες είναι σαφές ότι δεν έχουν να συνεισφέρουν το παραμικρό και απλώς θα προκαλούν συνωστισμό στον χώρο της διάσκεψης...Είναι το πλέον τερατώδες θηριοτροφείο που συγκεντρώθηκε εδώ και χρόνια".
Δεύτερον, στο Μπρέτον Γουντς συναντήθηκαν τα κοινά συμφέροντα των ισχυρών της δύσης και, κυρίως, η πίστη τους στον καπιταλισμό. Επίσης, ήταν κοινή η αντίληψή τους ότι μπορεί να επιτευχθεί παγκόσμια ειρήνη μέσω της μεγιστοποίησης της οικονομικής ευημερίας, με την πολιτική και στρατιωτική ασφάλεια να έχουν σημαίνοντα ρόλο.

Τρίτον, οι ΗΠΑ είχαν ήδη επιδείξει και την επιθυμία και την ικανότητα να αναλάβουν παγκόσμιο ηγετικό ρόλο, έχοντας μάλιστα και την συναίνεση της Μεγάλης Βρεττανίας. Σημαντικά ατού των ΗΠΑ ήσαν αφ' ενός μεν το πανίσχυρο οπλοστάσιό τους αφ' ετέρου δε το δολλάριο, το οποίο θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο του παγκόσμιου αποθετικού νομίσματος.

Με τα παραπάνω δεδομένα, το Μπρέτον Γουντς απλώς επικύρωσε τις προηγούμενες συμφωνίες μεταξύ βρεττανών και αμερικανών. Άλλωστε, η διάσκεψη προέκυψε μετά από δυόμιση χρόνια διαπραγματεύσεων ανάμεσα στα υπουργεία οικονομικών των δυο χωρών. Τα δυο υπουργεία εξέδωσαν κοινή διακοίνωση στις 21 Απριλίου 1944, η οποία τέθηκε ως "προσχέδιο συζήτησης" στο Μπρέτον Γουντς 70 μέρες αργότερα. Μόνο που στο Μπρέτον Γουντς αποθαρρύνθηκε κάθε υποβολή εναλλακτικής πρότασης. Τελικά, με τούτα και μ' εκείνα, η διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς κατέληξε στην ίδρυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και στην διατύπωση 5 βασικών αρχών:

1. Οι ονομαστικές αξίες των νομισμάτων καθορίζονται βάσει του "κανόνα του χρυσού" αλλά με την δυνατότητα μικρής παρέκκλισης εντός ορισμένου περιθωρίου. Υπέρβαση αυτού του περιθωρίου γίνεται μόνο σε εξαιρετικές συνθήκες και μόνο με την έγκριση του ΔΝΤ.

2. Τα κράτη-μέλη συνεισφέρουν στο ΔΝΤ ένα ποσό χρυσού και συναλλάγματος, απ' όπου θα γίνονται αναλήψεις σε περιπτώσεις δυσκολιών στα ισοζύγια πληρωμών. Το σύστημα συμμετοχής θα αναπροσαρμοζόταν κάθε πέντε χρόνια, ενώ το ποσοστό συμμετοχής κάθε χώρας θα έδινε αντίστοιχο δικαίωμα ψήφων στο ΔΝΤ. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι για τις ΗΠΑ καθορίστηκε συμεμτοχή 2,75 δισ. δολλάρια, για το Ηνωμένο Βασίλειο 1,3 δισ., για την Γαλλία 450 εκατομμύρια και για την Ελλάδα 40 εκατομμύρια δολλάρια.

3. Για την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου, όλες οι χώρες-μέλη έπρεπε να εξαλείψουν μέσα σε 5 χρόνια κάθε μηχανισμό ελέγχου, καθιστώντας το νόμισμά τους άμεσα μετατρέψιμο σε οποιοδήποτε νόμισμα άλλης χώρας-μέλους δίχως περιορισμό.

4. Εξουσιοδοτήθηκε το ΔΝΤ να παρεμβαίνει κάθε φορά που θα εμφανιζόταν "νομισματική σπανιότητα", λόγω συνεχιζόμενων πλεονασματικών ισοζυγίων πληρωμών κάποιας χώρας.

5. Το ΔΝΤ θα αποτελούσε μέρος ενός συστήματος ενταγμένου στον ΟΗΕ, το οποίο θα συμπεριελάμβανε μια τράπεζα μακροπρόθεσμων επενδύσεων (την Διεθνή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, η οποία μετεξελίχθηκε στην Παγκόσμια Τράπεζα) και έναν οργανισμό εμπορίου (τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου), καθώς και δράσεις κατά της ανεργίας.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι οι συμφωνίες του Μπρέτον Γουντς έφεραν ανάγλυφα την σφραγίδα του Κέυνς. Ο φιλελευθερισμός, με την μορφή του κεϋνσιανισμού, θα αναδεικνυόταν στην παγκόσμια θρησκεία του καπιταλισμού. Κι αυτό θα γινόταν, μέχρι την 15η Αυγούστου 1971, οπότε ο Νίξον αποσύνδεσε το δολλάριο από τον "κανόνα του χρυσού" και άνοιξε τον δρόμο για την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Αλλά για όλα αυτά θα μιλήσουμε στην συνέχεια.
7. Το ξεκίνημα της κόντρας και Το τρίπτυχο του Φρήντμαν

Το Μπρέτον Γουντς, όπως είδαμε, απέδειξε το ένστικτο της επιβίωσης του καπιταλισμού. Οι δυτικές δυνάμεις υιοθέτησαν την αρχή ότι η μεταπολεμική οικονομία έπρεπε να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή διαβίωση για τους απογοητευμένους πολίτες ώστε αυτοί να μη στραφούν στην ελκυστικώτατη ιδεολογία του κομμουνισμού. Αυτή η ανάγκη οδήγησε στην δημιουργία ενός "ευπρεπούς" καπιταλισμού με κοινωνική ασφάλιση, δημόσια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κράτος πρόνοιας, προστασία των εργαζομένων κλπ.

Όπως έχουμε ξαναπεί από τούτο το ιστολόγιο, ο κεϋνσιανισμός και ο μαρξισμός εκκινούν από κοινό σημείο, με τις ίδιες διαπιστώσεις, άλλο αν στο "διά ταύτα" προτείνουν διαφορετικές λύσεις. Οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι εφάρμοσαν τις ιδέες τους με θρησκευτική ευλάβεια, διοχετεύοντας τεράστια κονδύλια σε υποδομές, επιδοτώντας γενναιόδωρα την εγχώρια παραγωγή, ενισχύοντας την βιομηχανική ανάπτυξη και εφαρμόζοντας υψηλούς δασμούς για να αποτρέπουν τις εισαγωγές. Πάνω στις αρχές αυτές στήθηκε και το περίφημο "Νέο Συμβόλαιο (Νιού Ντηλ)".

Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής στον δυτικό κόσμο ήταν να κλείσει κάπως το χάσμα που χώριζε προπολεμικά την ελίτ από την εργατική τάξη, όσο κι αν τα επιτεύγματα των κομμουνιστικών χωρών σ' αυτόν τον τομέα έμεναν απλησίαστα. Οι εργάτες συγκροτούσαν ισχυρά συνδικάτα, διεκδικούσαν συνθήκες εργασίας που ούτε καν μπορούαν να διανοηθούν 30 χρόνια πριν και οι αμοιβές τους πλησίασαν -ή και έφτασαν- εκείνες των μεσοαστικών στρωμάτων. Ειδικά στην Νότια Αμερική, η ανάπτυξη υπήρξε τόσο έντονη ώστε άρχισε να διατυπώνεται η άποψη πως με τέτοια πολιτική θα μπορούσε σιγά-σιγά να εκλείψει ο ταξικός διαχωρισμός.

Όμως, για τις καπιταλιστικές πολυεθνικές η περίοδος της μεταπολεμικής άνθησης δεν ήταν και η καλύτερή τους, μιας κι έπρεπε να δραστηριοποιούνται σε ένα όλο και λιγώτερο φιλικό γι' αυτές περιβάλλον με όλο και περισσότερο διεκδικητικά συνδικάτα. Παρ' ότι παραγόταν τεράστιος πλούτος, οι καπιταλιστές ήσαν υποχρεωμένοι να χάνουν ένα μεγάλο κομμάτι από τα κέρδη τους μέσω της φορολογίας και των υψηλών -σύμφωνα μ' αυτούς- μισθών. Βεβαίως, όλοι ευημερούσαν αλλά η επιστροφή στους προπολεμικούς κανόνες θα επέτρεπε σε κάποιους λίγους να ευημερήσουν περισσότερο.

Ήταν φανερό ότι ο κεϋνσιανισμός στην δύση και ο κομμουνισμός στην ανατολή κόστιζαν στους κεφαλαιοκράτες. Κι αν ήταν δύσκολο να κάνουν κάτι κατά του κομμουνισμού, φαινόταν ευκολώτερο να οργανώσουν μια "αντεπανάσταση" κατά του κεϋνσιανισμού. Αλλά ποιος θα έβγαινε μπροστά; Ποιος θα τολμούσε να υποστηρίξει δημόσια ότι έπρεπε να καταργηθούν οι κατώτατοι μισθοί και η φορολόγηση των εταιρειών;

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '50, στο πανεπιστήμιο του Σικάγου, ο Χάγεκ και ο Φρήντμαν δίδασκαν ότι κάθε κυβερνητική ανάμειξη στην οικονομία θα έπρεπε να αποτραπεί (Φρ. Χάγεκ, "Ο δρόμος προς την δουλοπαροικία"). To 2000, sε συνέντευξή του στο PBS, στα πλαίσια της εκπομπής"Η μάχη για την παγκόσμια οικονομία", ο καθηγητής Άρνολντ Χάρμπεργκερ εξήγησε ότι ο Χάγεκ και η παρέα του "θεωρούσαν κάθε κρατική παρέμβαση όχι απλώς λανθασμένη αλλά διαβολική... είναι σαν να υπάρχει εκεί έξω μια πανέμορφη αλλά εξαιρετικά πολύπλοκη εικόνα που βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με τον εαυτό της κι αν εμφανιστεί πάνω της μια κηλίδα αυτό αποτελεί φρίκη".

Όταν, το 1962, ο Μίλτον Φρήντμαν κυκλοφόρησε το μανιφέστο του "Καπιταλισμός και Ελευθερία", οι καπιταλιστές χαμογέλασαν. Μπορεί να μη τολμούσε κανένας απ'αυτούς να εκτεθεί υποστηρίζοντας ότι το κεφάλαιο έπρεπε να αφεθεί ανεξέλεγκτο, αλλά αν ένας λαμπρός μαθηματικός και ικανός συζητητής σαν τον Φρήντμαν χρησιμοποιούσε τα ίδια επιχειρήματα, θα ήταν αλλοιώς. Φυσικά, αναμένονταν αντιδράσεις στα επιχειρήματα τού Φρήντμαν και, ενδεχομένως, να απορρίπτονταν ως εσφαλμένα αλλά τουλάχιστον θα είχαν ένα επίχρισμα ακαδημαϊκής αμεροληψίας.

Έτσι, η φάμπρικα πήρε μπρος. Ξαφνικά, άρχισε μια τεράστια ροή δωρεών προς την περίφημη "σχολή του Σικάγου", με αντάλλαγμα την διοχέτευση των καπιταλιστικών απόψεων ως πορίσματα ακαδημαϊκής σκέψης. Ταυτόχρονα, άρχισε να δημιουργείται ένα παγκόσμιο δίκτυο φρηντμανικών "δεξαμενών σκέψης (think tank)", με σκοπό την παραγωγή στελεχών της "αντεπανάστασης" που προαναφέραμε.

Η κόντρα ξεκινούσε.
8. Το τρίπτυχο του Φρήντμαν

Ο Φρήντμαν ήταν κατηγορηματικός: όπως γράφει (μαζί με την σύζυγό του Ρόουζ) στο "Two Lucky People: Memoirs", όλα τα στραβά οφείλονταν στο Νιου Ντηλ, με το οποίο "μια σειρά από χώρες, συμπεριλαμβανομένης της δικής μου, λοξοδρόμησαν από τον ορθό δρόμο". Τον τρόπο επανόδου στον "ορθό δρόμο", ο Φρήντμαν τον κατέδειξε αναλυτικά στο διάσημο ευαγγέλιο του νεοφιλελευθερισμού, "Καπιταλισμός και Ελευθερία". Εκεί παρουσίασε το περίφημο τρίπτυχο της θεωρίας του. Τι περιλαμβάνει αυτό το τρίπτυχο;

Πρώτον: απορρύθμιση. Οι κυβερνήσεις πρέπει να καταργήσουν όλες τις νομοθετικές διατάξεις και όλους τους κανόνες, τα οποία εμποδίζουν με οποιονδήποτε τρόπο την μεγιστοποίηση των κερδών και την συσσώρευσή τους.

Δεύτερον: κατάλυση. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να καταλύσουν την έννοια του "κοινωνικού κράτους", περικόπτοντας κάθε χρηματοδότηση οποιουδήποτε κοινωνικού προγράμματος, ώστε να εξαφανιστούν όλες οι παρεμβάσεις οι οποίες δημιουργούν στρεβλώσεις στην αγορά και εμποδίζουν την επίτευξη του μέγιστου κέρδους.

Τρίτον: ιδιωτικοποιήσεις. Το κράτος οφείλει να μεταβιβάσει ολόκληρη την δημόσια περιουσία σε ιδιώτες, επειδή μόνον έτσι μπορεί να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή αξιοποίηση αυτής της περιουσίας και το μέγιστο κέρδος από την εκμετάλλευσή της.

Σ' αυτή την τρίπτυχη συνταγή, ο Φρήντμαν επεξεργάστηκε πλήθος λεπτομερειών. Για παράδειγμα, το άριστο θα ήταν να μην υπάρχουν καθόλου φόροι. Όμως, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, θα πρέπει να υπάρχει μια ενιαία φορολογική κλίμακα με την οποία θα φορολογούνται οι πάντες, πλούσιοι ή φτωχοί. Φυσικά, τα έσοδα από αυτή την φορολογία θα πρέπει να διατίθενται με τον τρόπο που ορίζει το τρίπτυχο, δηλαδή όχι για κοινωνικές παροχές αλλά για διευκόλυνση της ανάπτυξης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Επίσης, απαγορεύεται αυστηρά η θέσπιση οποιουδήποτε προστατευτικού μέτρου υπέρ της εγχώριας παραγωγής ή ιδιοκτησίας ενώ θα πρέπει να καταργηθεί οποιαδήποτε διάταξη εμποδίζει τις εταιρείες να παράγουν ή να πωλούν τα προϊόντα τους σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου επιθυμούν.

Από το μένος του Φρήντμαν δεν ήταν δυνατόν να γλιτώσει η τιμή της εργασίας. Εφ' όσον η εργασία αποτελεί συντελεστή παραγωγής, δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε παρέμβαση στην διαμόρφωση της τιμής της. Συνεπώς, πρέπει να καταργηθούν οι έννοιες των συλλογικών συμβάσεων και των κατώτατων μισθών. Ακόμη, στα πλαίσια της κατάργησης του "κοινωνικού κράτους", πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, η παιδεία, η ενέργεια, οι μεταφορές κλπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Φρήντμαν ζητάει την ιδιωτικοποίηση ακόμη και των...εθνικών πάρκων!

Σε τελική ανάλυση, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το "Καπιταλισμός και Ελευθερία" ως ένα ξετσίπωτο βιβλίο. Πράγματι, εκεί ζητείται απερίφραστα και χωρίς ντροπή η πλήρης κατάργηση του Νιου Ντηλ, το οποίο είχε αποτρέψει τις λαϊκές εξεγέρσεις μετά την ύφεση του μεσοπολέμου και την καταστροφή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ό,τι είχαν καταφέρει να κερδίσουν οι εργαζόμενοι με ιδρώτα και αίμα πολύχρονων αγώνων και όσα μέτρα είχε πάρει το κράτος για να αμβλύνει τις επιπτώσεις της φτώχειας, η "αντεπανάσταση" του Σικάγου απαιτούσε να τα πάρει πίσω.

Κι όχι μόνο. Ουσιαστικά, ζητούσε πολλά περισσότερα. Εκτός από όσα -υποτίθεται πως- είχαν χάσει οι καπιταλιστές από την εφαρμογή των κεϋνσιανών πρακτικών, η "σχολή του Σικάγου" απαιτούσε και όλα όσα κράτος και εργαζόμενοι είχαν οικοδομήσει κατά την περίοδο της μεταπολεμικής αλματώδους ανάπτυξης. Ο Φρήντμαν ζητούσε από τις κυβερνήσεις να ξεπουλήσουν μια περιουσία η οποία είχε δημιουργηθεί από τις επενδύσεις του δημόσιου τομέα (δηλαδή, από τους φόρους των εργαζομένων) και από την εργασία των λαϊκών στρωμάτων. Για τον φρηντμανισμό, όλος αυτός ο πλούτος έπρεπε να μεταβιβαστεί σε χέρια ιδιωτών διότι...έτσι έπρεπε!

Βέβαια, ο Φρήντμαν τύλιξε όλα αυτά με ένα ωραίο περιτύλιγμα επιστήμης και τα καλλώπισε με την γλώσσα των μαθηματικών. Στην βάση του, όμως, το φρηντμανικό όραμα ταυτιζόταν απολύτως με τα συμφέροντα των πολυεθνικών, οι οποίες εκ φύσεως διψούν για δράση σε περιβάλλον δίχως αρχές και κανόνες. Στο αρχικό της στάδιο, αυτή η αδηφάγα διάθεση του καπιταλισμού εκφράστηκε με την αποικιοκρατία: η κάθε ανακάλυψη νέας γης συνεπαγόταν την υφαρπαγή της και την λεηλασία του πλούτου της, δίχως καμμιά αποζημίωση για τους ντόπιους πληθυσμούς. Τέσσερις-πέντε αιώνες αργότερα, ο Φρήντμαν επιχειρούσε να αναβιώσει την αποικοκρατία, μόνο που αυτή φορά η καινούργια γη, που έπρεπε να κατακτηθεί και να λεηλατηθεί δίχως αποζημίωση, ήταν το ίδιο το κράτος.
9. Το πρελούδιο

Η διεθνής ευφορία από τα αποτελέσματα του Μπρέτον Γουντς δεν έμελλε να κρατήσει πολύ. Ο κύβος της νεοφιλελεύθερης "αντεπανάστασης" ερρίφθη αμέσως μετά την εκλογή τού Ντουάιτ Αϊζενχάουερ στον προεδρικό θώκο των Ηνωμένων Πολιτειών (20/1/1953). Ο -μάλλον άβουλος, ακόμη και ως αρχιστράτηγος των συμμάχων κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο- Αϊζενχάουερ δεν ήθελε με τίποτε να εγκαταλείψει τον κεϋνσιανισμό, μιας και οι αναμενόμενες λαϊκές αντιδράσεις στο εσωτερικό θα του δημιουργούσαν πρόβλημα επανεκλογής. Όμως, προκειμένου να θωρακίσει τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις της χώρας του, δεν είχε σοβαρές αντιρρήσεις στο να επιχειρηθεί μια "ανατροπή" στο εξωτερικό.

Εκείνη την εποχή, τόσο οι φτωχές όσο και οι αναπτυσσόμενες χώρες είχαν τα δικά τους "Νιου Ντηλ". Στο Ιράκ, ο Μουχαμάντ Μοσσαντέκ είχε ήδη εθνικοποιήσει την πετρελαϊκή βιομηχανία. Στην Ινδονησία, ο φιλόδοξος Αχμέντ Σουκάρνο προωθούσε την συνεργασία των εθνικιστικών κυβερνήσεων του Τρίτου Κόσμου, οραματιζόμενος ένα τρίτο μεγάλο μπλοκ δίπλα σε εκείνα του δυτικού και του κομμουνιστικού κόσμου. Κυρίως, όμως, στην Λατινική Αμερική τα πράγματα έδειχναν ανησυχητικά για τις ΗΠΑ. Παρ' ότι καμμία νοτιοαμερικανική χώρα δεν ήταν κομμουνιστική (είτε με την στενή είτε με την ευρεία έννοια), οι πάλαι ποτέ πανίσχυροι φεουδάρχες έβλεπαν τους πρώην πεινασμένους εργάτες να διεκδικούν και να επιτυγχάνουν αλματώδη άνοδο του βιοτικού τους επιπέδου, εις βάρος των κάποτε ανεξέλεγκτων καπιταλιστικών κερδών.

Μπροστά σε τέτοια φαινόμενα, οι πολυεθνικοί κολοσσοί των ΗΠΑ έτριξαν τα δόντια τους. Μέσω των πανίσχυρων λόμπυ τους, άρχισαν να ασκούν ασφυκτικές πιέσεις στην πολιτική ηγεσία για λήψη ρηξικέλευθων μέτρων. Και η πίεση των λόμπυ έφερε αποτέλεσμα, αφού ο Αϊζενχάουερ διόρισε δυο από τα πλέον σκληροπυρηνικά "γεράκια" σε θέσεις-κλειδιά: τον Τζων Φόστερ Ντάλλες υπουργό εξωτερικών και τον αδελφό του Άλλεν Ντάλλες διευθυντή της νεοϊδρυθείσας CIA. Πριν αναλάβουν τις θέσεις τους, τα δυο αδέλφια είχαν εργαστεί στην διάσημη νομική εταιρεία "Sullivan and Cromwell", η οποία εκπροσωπούσε τα συμφέροντα πολλών πολυεθνικών κολοσσών, όπως η J.P.Morgan, η International Nickel Company, η Cuban Sugarcane Corporation και η περιβόητη United Fruit Company, της οποίας ήσαν μέτοχοι και τα δυο αδέλφια, ενώ ο Άλλεν συμμετείχε και στο διοικητικό της συμβούλιο. Πολύ σύντομα, οι αδελφοί Ντάλλες ενορχήστρωσαν τα δύο πρώτα πραξικοπήματα στην ιστορία τής CIA. Το πρώτο πραξικόπημα έγινε το 1953 και κατέληξε στην ανατροπή και δολοφονία του Μοσσαντέκ και στην αντικατάστασή του από τον φιλοαμερικανό σάχη Ρεζά Παχλεβί. Τον επόμενο χρόνο ήρθε και το δεύτερο πραξικόπημα, αυτή την φορά στην Γουατεμάλα. Εδώ αξίζει να μείνουμε λίγο.

Ο πρόεδρος της Γουατεμάλας Γιάκομπο Άρμπενς Γκουσμάν ήταν κάθε άλλο παρά κομμουνιστής. Όμως, τόλμησε να απαλλοτριώσει ένα τμήμα τής αναξιοποίητης γης που ανήκε στην United Fruits, καταβάλλοντας πλήρη αποζημίωση, αν και ο τρόπος με τον οποίο η U.F. είχε αποκτήσει αυτή την γη δεν ήταν και πολύ...διαφανής. Η ιδέα τού Γκουσμάν ήταν να μοιράσει την γη σε αγροτικούς συνεταιρισμούς και να μετατρέψει την φεουδαλική χώρα του σε μια σύγχρονη καπιταλιστική οικονομία κεϋνσιανού τύπου. Για τους αδελφούς Ντάλλες κάτι τέτοιο ήταν απαράδεκτο. Με πρόφαση ότι η δημοκρατία στην Γουατεμάλα κινδύνευε, η επέμβαση της CIA ήταν κεραυνοβόλα και αιματηρή. Στις 27 Ιουνίου 1954, η "δεκαετής άνοιξη" της Γουατεμάλας θα τερματιζόταν άδοξα, ο Γκουσμάν θα ανατρεπόταν και η "εκδημοκρατισμένη" χώρα θα περνούσε και πάλι υπό την κηδεμονία τής United Fruits. Λεπτομέρεια: επειδή το βασικό προϊόν που εκμεταλλευόταν η U.F. ήταν η μπανάνα, από τότε πέρασαν στις γλώσσες όλου του κόσμου τόσο η πασίγνωστη ειρωνική φράση "δημοκρατία της μπανάνας" όσο και η λέξη "μπανανία".

Τώρα πλέον, η προσοχή των Ντάλλες στράφηκε στην Νότια Αμερική. Εκεί, όμως, δεν ήταν εύκολο να οργανώσουν "μπανανοειδή" πραξικοπήματα σε όλες τις χώρες, οπότε έπρεπε να βρεθεί άλλο σχέδιο. Την ιδέα αυτού του "άλλου" σχεδίου ανέλαβαν να επεξεργαστούν ο Άλμπιον Πάτερσον (επί κεφαλής της "Διεύθυνσης Διεθνούς Συνεργασίας" των ΗΠΑ στην Χιλή) και ο Θήοντορ Σουλτς (πρόεδρος του τμήματος Οικονομικών του πανεπιστημίου του Σικάγου). Η ιδέα εκφράστηκε από τον Σουλτς με απλά λόγια: "Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να δώσουν μεγαλύτερη σημασία στα οικονομικά τους προγράμματα στο εξωτερικό. Θέλουμε οι φτωχές χώρες να επιτύχουν την οικονομική σωτηρία τους βασιζόμενες σε μας και χρησιμοποιώντας τον δικό μας τρόπο για την επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης".

Το αρχικό σχέδιο ήταν απλό: η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα χορηγούσε υποτροφίες σε χιλιανούς φοιτητές για να σπουδάσουν οικονομικά στο πανεπιστήμιο του Σικάγου. Ο Πάτερσον πλησίασε τους πρυτάνεις των δυο μεγαλύτερων πανεπιστημίων της χώρας και κανόνισε τις λεπτομέρειες των υποτροφιών. Έτσι, το πρόγραμμα μπήκε σε εφαρμογή. Από το 1957 έως το 1970, πάνω από 100 χιλιανοί φοιτητές εντρύφησαν στα "νάματα" του φρηντμανικού νεοφιλελευθερισμού. Και σαν να μην έφτανε αυτό, από το 1965 το πρόγραμμα διερύνθηκε με την συμμετοχή φοιτητών από την Βραζιλία, την Αργεντινή και το Μεξικό, με την ευγενή χορηγία του Ιδρύματος Φορντ.

Μ' αυτόν τον τρόπο, μέσα σε μια δεκαετία, το υπερσυντηρητικό πανεπιστήμιο του Σικάγου έγινε ο αναμφισβήτητος πρώτος τη τάξει προορισμός όλων των λατινοαμερικανών, οι οποίοι ήθελαν να σπουδάσουν οικονομικά στο εξωτερικό. Ο Φρήντμαν είχε κάθε λόγο να χαμογελάει: μπορεί η ίδια του η χώρα να μη λογάριαζε σοβαρά τις ιδέες του αλλά οι βάσεις για την εξαγωγή αυτών των ιδεών έμπαιναν σε γερά θεμέλια. Αυτές οι φουρνιές των λατινοαμερικανών σικαγοτραφών νέων οικονομολόγων θα χάραζαν τον ρου της ιστορίας της Νότιας Αμερικής κατά τις επόμενες δεκαετίες. Το πρελούδιο όσων θα ακολουθούσαν άρχισε να δυναμώνει και σιγά-σιγά θα γινόταν εκκωφαντικό.
10. Το σχέδιο αποτυγχάνει, αλλά...

Η φάμπρικα με τις υποτροφίες των χιλιανών φοιτητών πήγαινε μια χαρά. Η χιλιανή οικονομία αποτελούσε θέμα καθημερινών συζητήσεων στο πανεπιστήμιο του Σικάγου. Όλα τα επιτεύγματά της μπήκαν κάτω από το μικροσκόπιο και βρέθηκαν ελλειμματικά: η προστασία της εγχώριας παραγωγής, η διατίμηση, το ισχυρό δίκτυο κοινωνικής ασφάλειας. Ο Κέννεθ Κλέμεντς παρατηρεί ότι οι φοιτητές διδάσκονταν να περιφρονούν όλες αυτές τις προσπάθειες περιορισμού της φτώχειας και πολλοί απ' αυτούς επέλεξαν ως θέμα της διδακτορικής διατριβής τους τον...παραλογισμό της οικονομικής ανάπτυξης της Λατινικής Αμερικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο καθηγητής Άρνολντ Χάρμπεργκερ, ως επί κεφαλής του προγράμματος υποτροφιών, κάθε φορά που επέστρεφε στο Σικάγο από τα αμέτρητα ταξείδια του στο Σαντιάγκο, δεν δίσταζε να κατακρίνει τόσο το σύστημα υγείας της Χιλής όσο και το εκπαιδευτικό της σύστημα (τα καλύτερα σ' όλη την Νότιο Αμερική, κατά κοινή ομολογία!) ως "παράλογες προσπάθειες να ζήσει η χώρα πιο πλούσια απ' ό,τι της επιτρέπουν τα περιορισμένα μέσα της" (Γκύντερ Φρανκ, "Οικονομική γενοκτονία στην Χιλή").

Σιγά-σιγά, οι χιλιανοί φοιτητές άρχισαν να επιστρέφουν στην πατρίδα τους ως πτυχιούχοι οικονομολόγοι και να καταλαμβάνουν θέσεις καθηγητών στα οικονομικά τμήματα των δυο μεγαλύτερων πανεπιστημίων της χώρας. Τώρα πια, δεν χρειαζόταν η μετανάστευση, μιας και οι χιλιανοί φοιτητές μπορούσαν να διδαχτούν τις ιδέες του νεοφιλελευθερισμού στην ίδια τους την χώρα. Με την αστείρευτη χρηματοδότηση τόσο του Ιδρύματος Φορντ όσο και της USAID, τα "παιδιά του Σικάγου από την Χιλή" αναδείχθηκαν σε πύρινους κήρυκες του νεοφιλελευθερισμού.

Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς το φαινόμενο ως "διανοητικό ιμπεριαλισμό". Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα: ενώ η αρχική ιδέα ήταν να εκπαιδευτεί μια γενιά φοιτητών για να γίνουν ηγέτες της χιλιανής οικονομίας, τα "παιδιά του Σικάγου" δεν κατάφεραν να παίξουν κανέναν ηγετικό ρόλο στην χώρα τους. Στην ουσία, αντί να γίνουν πρωτοπόροι ενός νέου οικονομικού στάτους, έμειναν πίσω από τις εξελίξεις. Κόντρα στα φιλόδοξα νεοφιλελεύθερα πλάνα, ολόκληρη η Νότια Αμερική πραγματοποιούσε στροφή προς τα αριστερά!

Πράγματι, σε ολόκληρη σχεδόν την υποήπειρο όχι μόνο δεν έμπαινε ζήτημα απελευθέρωσης του καπιταλισμού αλλά ανεζητείτο το επόμενο βήμα τής οικονομικής ανάπτυξης. Από τη μια, οι -ευάριθμοι- μαρξιστές υποστήριζαν με σθένος ριζοσπαστικές αγροτικές μεταρρυθμίσεις και εκτεταμένες εθνικοποιήσεις ενώ, από την άλλη, συντηρητικοί και μετριοπαθείς προωθούσαν την ευρύτερη οικονομική συνεργασία των λατινοαμερικανικών χωρών, με στόχο την μετατροπή ολόκληρης της υποηπείρου σε ένα ισχυρό οικονομικό μπλοκ που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί στα ίσα και την Βόρειο Αμερική και την Ευρώπη.

Έτσι, για παράδειγμα, η Βραζιλία του Ζοάο Γκουλάρ έκανε το 1962 ένα μεγάλο βήμα προς τα αριστερά, υιοθετώντας μια πολιτική αναδιανομής της γης, υψηλότερων μισθών και υποχρέωσης των πολυεθνικών να επενδύουν ένα ποσοστό από τα κέρδη τους στην οικονομία της Βραζιλίας, αντί να τα βγάζουν όλα από την χώρα. Αλλά και στην διπλανή Αργεντινή τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για τον νεοφιλελευθερισμό: όταν μια στρατιωτική κυβέρνηση επιχείρησε να απαγορεύσει την λειτουργία του κόμματος του Χουάν Περόν, προκειμένου να εμποδίσει την υλοποίηση πολιτικών αντιστοίχων με της Βραζιλίας, το μόνο που κατάφερε ήταν να ξεσηκωθεί ολόκληρη η κοινωνία και να χαλάσει τα σχέδια των στρατιωτικών.

Όμως, η μεγάλη ειρωνεία για τον Φρήντμαν και την παρέα του ήταν ότι υπέστησαν την μεγαλύτερη ήττα τους στο ίδιο το επίκεντρο του πειράματός τους: στην ίδια την Χιλή! Με τις ιστορικές εκλογές του 1970, η Χιλή μετατοπίστηκε τόσο πολύ προς τα αριστερά ώστε και τα τρία μεγάλα κόμματα τάχθηκαν υπέρ της εθνικοποίησης της μεγαλύτερη πηγής εσόδων της χώρας, των ορυχείων χαλκού, τα οποία ελέγχονταν από αμερικανικές εταιρείες!

Τα χαμόγελα είχαν ήδη χαθεί από τα πρόσωπα του Φρήντμαν, του Χάγιεκ και των παιδιών τους. Το μακρόπνοο πρόγραμμά τους κινδύνευε να αποδειχθεί μια πανάκριβη αποτυχία. Ήταν σαφές ότι οι πολυπράγμονες νεοφιλελεύθεροι δεν μπορούσαν να κερδίσουν οποιαδήποτε ιδεολογική μάχη, πόσο μάλλον συνολικά τον πόλεμο απέναντι σε όσους απεχθάνονταν τον άκρατο καπιταλισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις εκλογές του 1970 που προαναφέραμε, κανένα χιλιανό κόμμα δεν υιοθέτησε οποιαδήποτε νεοφιλελεύθερη πρακτική!

Φυσιολογικά, κάπου εδώ έπρεπε να μπει οριστικά η ταφόπλακα του νεοφιλελευθερισμού, αφήνοντας τον Χάγιεκ και τον Φρήντμαν να παίζουν ρόλο υποσημειώσεων στην Ιστορία της Οικονομίας. Όμως, μια ιστορική λεπτομέρεια έδωσε πάλι πνοή στο ασθμαίνον ιδεολογικό κουφάρι της σχολής του Σικάγου. Κι αυτή η λεπτομέρεια δεν ήταν άλλη από την εκλογή του Ρίτσαρντ Νίξον στο αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ.

Ο ίδιος ο Φρήντμαν γράφει στο "Two Lucky people: Memoirs" ότι ο Νίξον "είχε μια εφευρετική και, στο σύνολό της, αποτελεσματική εξωτερική πολιτική". Πράγματι, πουθενά ως τότε δεν είχε εμφανιστεί πιο εφευρετική εξωτερική πολιτική από εκείνη που έμελλε να εφαρμόσουν οι ΗΠΑ στην Χιλή. Ο Νίξον πρόσφερε στον Φρήντμαν και την παρέα του την ευκαιρία να αποδείξουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός τους δεν ήταν απλώς εργαστηριακή θεωρία αλλά μπορούσε να αναπλάσει μια ολόκληρη χώρα από το μηδέν. Με μια λεπτομέρεια: η δημοκρατία αποτελούσε ακατάλληλο περιβάλλον για τα "παιδιά του Σικάγου"..
11. Το "δόγμα του σοκ"

Πριν συνεχίσουμε, ας ανοίξουμε μια παρένθεση για να δούμε το στοιχείο το οποίο χαρακτηρίζει τον φρηντμανισμό και τον διαφοροποιεί από τον θεωρητικό νεοφιλελευθερισμό των Σουμπέτερ και Χάγιεκ. Είναι το στοιχείο το οποίο η Ναόμι Κλάιν ονόμασε "δόγμα του σοκ" κι έγραψε ένα θαυμάσιο βιβλίο με αυτόν ακριβώς τον τίτλο. Πρόκειται για μια συνταγή του Φρήντμαν, η οποία "συνιστά τον πυρήνα της τακτικής του σημερινού καπιταλισμού" (Κλάιν). Αλλά ας αφήσουμε τον ίδιο τον Φρήντμαν να μιλήσει:

"Υπάρχει τεράστια αδράνεια, μια τυραννία του καθεστώτος στις ιδιωτικές και ιδιαίτερα στις κυβερνητικές ρυθμίσεις. Μόνο μια κρίση -πραγματική ή εκλαμβανόμενη ως πραγματική- παράγειπραγματική αλλαγή. Όταν ξεσπάει αυτή η κρίση, οι πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται εξαρτώνται από τις περιρρέουσες ιδέες. Αυτή, πιστεύω, [πρέπει να] είναι η βασική λειτουργία μας:να αναπτύσσουμε εναλλακτικές πολιτικές σε αντικατάσταση αυτών που υπάρχουν, να τις διατηρούμε ζωντανές και διαθέσιμες μέχρι το πολιτικά αδύνατο να γίνει πολιτικά αναπόφευκτο ." (Φρήντμαν, "Καπιταλισμός και Ελευθερία").

Με άλλα λόγια, ο Φρήντμαν καλεί τους μαθητές του να ενισχύουν διαρκώς το ιδεολογικό τους οπλοστάσιο και να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να μετουσιώσουν τις ιδέες σε πράξη. Και ως την πλέον κατάλληλη στιγμή θεωρεί το ξέσπασμα μιας -πραγματικής ή τεχνητής- κρίσης. Εκεί, πάνω σ' αυτό το ξέσπασμα πρέπει να εκδηλωθεί η δράση, την ώρα που η κοινωνία βρίσκεται σε κατάσταση "σοκ".

Σύμφωνα με τον Φρήντμαν, συνθήκες κρίσης επικρατούν και κατά την οποιαδήποτε αλλαγή κυβέρνησης, ακόμη κι αν αυτή η αλλαγή αποτελεί προϊόν δημοκρατικών και όχι πραξικοπηματικών διαδικασιών. Στο βιβλίο "Η Τυραννία του Καθεστώτος", το οποίο έγραψε μαζί με την σύζυγό του Ρόουζ, αναφέρει: "Μια νέα κυβέρνηση έχει στην διάθεσή της από έξι έως εννέα μήνες για να επιβάλλει ριζικές αλλαγές. Αν δεν αρπάξει την ευκαιρία για να δράσει αποφασιστικά κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, δεν θα της προσφερθεί ξανά τέτοια ευκαιρία". (*) Αυτή η υπόδειξη συνιστά την σημαντικώτερη συμβουλή του Φρήντμαν στις νεοφιλελεύθερες εξουσίες ίσαμε σήμερα. Αν και, κατά βάση, ο Φρήντμαν απλώς "έντυσε" με την "επιστημονική αυθεντία" του το μακκιαβελικό τσιτάτο: "τα πλήγματα πρέπει να επιφέρονται όλα μαζί".

Το "δόγμα του σοκ" διαφοροποιεί απολύτως τον Φρήντμαν από όλους τους άλλους θεωρητικούς οικονομολόγους. Σε τελική ανάλυση, ο φρηντμανισμός δεν συνιστά μια καθαρά οικονομική θεωρία αλλά εμπεριέχει και πολιτικό μπούσουλα για την εφαρμογή του. Μάλιστα, όσο περισσότερο εντρυφεί κανείς στα βιβλία του Φρήντμαν, τόσο περισσότερο πείθεται ότι ο οικονομολόγος συγγραφέας τους κινείται ανάποδα: δεν ανατέμνει τον "καπιταλισμό", προκειμένου να φτάσει στην "ελευθερία" αλλά θεωρεί δεδομένο το ότι ο καπιταλισμός πρέπει να μεγιστοποιεί το κέρδος και, προς τούτο, ανατέμνει την ελευθερία.

Στο προηγούμενο κείμενο αναφέραμε ότι η δημοκρατία αποτελούσε ακατάλληλο περιβάλλον για τα "παιδιά του Σικάγου". Πράγματι, η αδημονία του κεφαλαίου να εφαρμόσει στην πράξη την φρηντμανική θεωρία δεν θα μπορούσε να ταιριάξει με την αναμονή για το πότε και αν θα επιχειρούσε κάποια κυβέρνηση να εκμεταλλευτεί τους "έξι έως εννέα μήνες" του δόγματος Φρήντμαν. Μια κατευθυνόμενη δικτατορία θα ήταν πολύ πιο βολική.

Το πρώτο πείραμα για ένα σοκ τέτοιας μορφής πραγματοποιήθηκε το 1964 στην Βραζιλία. Το δεύτερο, με διαφορετικές συνθήκες, πραγματοποιήθηκε τον επόμενο χρόνο στην Ινδονησία. Στο επόμενο σημείωμα θα πούμε περισσότερα γι' αυτά τα πειράματα και θα δούμε τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν τον φρηντμανισμό στην υιοθέτηση του ινδονησιακού μοντέλου.

(*) Στο βιβλίο του "Το απόλυτο κραχ", ο Ιγνάσιο Ραμονέ αποδίδει λανθασμένα το συγκεκριμένο απόσπασμα στο "Καπιταλισμός και Ελευθερία". Το ίδιο λάθος επαναλαμβάνει και για ένα ακόμη απόσπασμα. Προφανώς, αυτά τα επουσιώδη λάθη οφείλονται σε κεκτημένη ταχύτητα του συγγραφέα.
12. Τα πειράματα σε Βραζιλία και Ινδονησία

Θύμα του πρώτου πειράματος "νεοφιλελεύθερου σοκ" απετέλεσε η Βραζιλία, όπου η κεντρώα κυβέρνηση του Ζοάο Γκουλάρ είχε βάλει σε εφαρμογή μια σειρά προγραμμάτων ανακούφισης της φτώχειας. Το 1964, με τις ευλογίες και την καθοδήγηση των ΗΠΑ, η χούντα του στρατηγού Ουμπέρτο Καστέλλο Μπράνκο ανέτρεψε τον Γκουλάρ με στόχο να ανοίξει την χώρα στο ξένο κεφάλαιο. Όμως, ο Μπράνκο ακολούθησε έναν πολύ ήπιο -για δικτάτορα- τρόπο υλοποίησης των σχεδίων που είχαν επεξεργαστεί τα "παιδιά του Σικάγου": απέφυγε την προκλητική βία, δεν προέβη σε μαζικές συλλήψεις και γενικά δεν αιματοκύλισε την χώρα. Όχι βέβαια πως δεν έγιναν φυλακίσεις, βασανιστήρια και εκτοπίσεις. Απλώς, δεν έγιναν μαζικά και, σε μια τόσο μεγάλη και πολυπληθή χώρα, έγιναν ελάχιστα αντιληπτά. Παράλληλα, η χούντα διατήρησε μερικά ψήγματα ελευθεριών, όπως π.χ. μια ελαφρά περιορισμένη ελευθερία του τύπου και το δικαίωμα της συνάθροισης. Όλα αυτά συνέτειναν στο να χαρακτηριστεί το στρατιωτικό κίνημα ως "πραξικόπημα κυρίων".

Σιγά-σιγά, όμως, οι βραζιλιάνοι άρχισαν να αισθάνονται τις επιπτώσεις του νεοφιλελεύθερου οικονομικού προγράμματος της χούντας και αποφάσισαν να αντιδράσουν. Έτσι, το 1968 ο λαός βγήκε στους δρόμους και το καθεστώς ένοιωσε να κινδυνεύει. Τότε οι στρατιωτικοί άλλαξαν ρότα και σκλήρυναν την στάση τους. Όλες οι ελευθερίες καταργήθηκαν, οι συλλήψεις πύκνωσαν, τα βασανιστήρια συστηματοποιήθηκαν και οι εκτελέσεις έγιναν ρουτίνα. Τελικά, η δικτατορία άντεξε αλλά το συμπέρασμα για τον Φρήντμαν και τα παιδιά του είχε βγεί από πολύ νωρίς: αν το αρχικό σοκ του 1964 ήταν εντονώτερο, θα είχε αποβεί αποτελεσματικώτερο.

Αυτό το εντονώτερο σοκ επελέγη για το δεύτερο πείραμα, εκείνο του 1965 στην Ινδονησία. Εκεί, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε αναδειχθεί ως ηγέτης ο εθνικιστής πρόεδροςΣουκάρνο. Ο Σουκάρνο είχε προκαλέσει την οργή του διεθνούς κεφαλαίου επειδή ακολουθούσε πολιτική προστατευτισμού και είχε δρομολογήσει διαδικασίες για αναδιανομή του πλούτου. Όμως, το μείζον πρόβλημα με τον Σουκάρνο ήταν ότι είχε διακόψει τις σχέσεις της Ινδονησίας τόσο με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο όσο και με την Παγκόσμια Τράπεζα, επειδή πίστευε ότι αποτελούσαν βιτρίνα των συμφερόντων των πολυεθνικών της δύσης. Μάλιστα δε, προκειμένου να επιτύχει εθνική ομοψυχία, ο εθνικιστής Σουκάρνο δεν δίστασε να συνεργαστεί ακόμη και με το κομμουνιστικό κόμμα της Ινδονησίας! Επομένως, είναι απολύτως λογικό το ότι η CIA έξυνε τα νύχια της για να τον ανατρέψει. Γι' αυτή την ανατροπή χρησιμοποίησε τον στρατηγό Σουχάρτο.

Ο Σουχάρτο προετοιμαζόταν πολύ καιρό από τους αμερικανούς. Αυτοί τον έφεραν σε επαφή με τα "πρωτοξάδερφα" των "παιδιών του Σικάγου", την περίφημη "Μαφία του Μπέρκλεϋ". Πράγματι, στο πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας λειτουργούσε μια οικονομική σχολή, η οποία το μόνο που είχε να ζηλέψει από την αντίστοιχη σχολή του Σικάγου ήταν η παρουσία του Φρήντμαν. Κατά τα άλλα, οι φοιτητές του Μπέρκλεϋ δεν υστερούσαν σε τίποτε από τα "ξαδέρφια" τους. Αυτή, λοιπόν, η "Μαφία του Μπέρκλεϋ" ανέλαβε να κάνει μαθήματα νεοφιλελευθερισμού στον Σουχάρτο και να σχεδιάσει μαζί του την οικονομική πολιτική που θα ακολουθούσε η "απελευθερωμένη" από τον Σουκάρνο Ινδονησία. Κι όλα αυτά, υπό την εποπτεία και την χρηματοδότηση του περίφημου Ιδρύματος Φορντ.

Ο Σουχάρτο ακολούθησε πιστά τις οδηγίες για "κεραυνοβόλο σοκ". Εκτός από τον άριστο εξοπλισμό των δυνάμεών του, η CIA τον είχε εφοδιάσει με ονομαστικό κατάλογο όλων των αριστερών ηγετών. Ο Σουχάρτο εκδήλωσε το πραξικόπημά του, στέλνοντας τους άντρες του να εκτελέσουν επί τόπου τα πεντακόσια περίπου άτομα που περιέχονταν στον κατάλογό του. Παράλληλα, εξαπέλυσε στην επαρχία κατάλληλα εκπαιδευμένους σπουδαστές θρησκευτικών σχολών, για να "καθαρίσουν" την ύπαιθρο από τους κομμουνιστές. Το "κεραυνοβόλο σοκ" πήρε τέτοια έκταση ώστε μέσα σε ένα μήνα δολοφονήθηκαν από μισό μέχρι ένα εκατομμύριο άνθρωποι σφαγμένοι κατά χιλιάδες, σύμφωνα με το περιοδικό "Time"! Μάλιστα δε, για να γίνει ακόμη εντονώτερο το σοκ, τα πτώματα των δολοφονημένων δεν θάβονταν αλλά πετιούνταν στις άκρες των δρόμων ή στα ποτάμια, προκειμένου να τρομοκρατούνται ακόμη περισσότερο όσοι τα έβλεπαν.

Η ανελέητη τρομοκρατία ξεπέρασε και τους χειρότερους εφιάλτες των Ινδονησίων οι οποίοι, καταβεβλημένοι από τον απόλυτο τρόμο, παρέδωσαν την απόλυτη εξουσία στον Σουχάρτο δίχως την παραμικρή αντίσταση. Υπό της επήρεια αυτού του "κεραυνοβόλου σοκ", το νεοφιλελεύθερο οικονομικό πρόγραμμα μπήκε αμέσως σε εφαρμογή και σε μικρό χρονικό διάστημα η Ινδονησία αναδείχθηκε στο φιλικώτερο περιβάλλον ολόκληρου του κόσμου για τις πολυεθνικές. Φυσικά, υπό την προστασία του διεθνούς κεφαλαίου, ο αιμοσταγής Σουχάρτο έμεινε ανενόχλητος στην εξουσία ίσαμε τον θάνατό του, το 1998.

Το συμπέρασμα από τα δυο πειράματα ήταν σαφές. Στην Βραζιλία, η δύναμη του σοκ αξιοποιήθηκε ελάχιστα, αφού χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να εκδηλωθεί η βία του καθεστώτος. Στην Ινδονησία, όμως, η εκτός ορίων τρομοκρατία πέτυχε τον στόχο της άμεσα και απόλυτα. Ήταν πλέον σαφές ποια τακτική θα έπρεπε να ακολουθείται στο εξής.

Πράγματι, στο Σικάγο ξαναγύρισαν τα χαμόγελα. Η ώρα της εκδίκησης για το φιάσκο της Χιλής πλησίαζε. Λίγο αργότερα, μια ανατριχιαστική προειδοποίηση εμφανίστηκε στους τοίχους του Σαντιάγο, με κόκκινα γράμματα: "Η Τζακάρτα έρχεται"...



13. Το τριπλό σοκ της Χιλής

Η εμπειρία της Ινδονησίας έδειξε τον δρόμο για την Χιλή. Παρ' ότι έχουν λεχθεί πολλά κι έχουν γραφτεί ακόμη περισσότερα για την εμπλοκή της CIA και του Κίσσινγκερ στην ανατροπή του Αλλιέντε, είναι ελάχιστα γνωστό ότι το επίκεντρο αυτού που οι αμερικανοί αποκαλούσαν "κλίμα πραξικοπήματος" ήταν το Καθολικό Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο, η "στέγη των παιδιών του Σικάγου". Άλλωστε, εκεί πρωτοεμφανίστηκε η φοιτητική φασιστική οργάνωση "Patria y Libertad (Πατρίδα και Ελευθερία)", τα μέλη της οποίας παρήλαυναν με το χιτλερικό "βήμα της χήνας".

Έναν χρόνο μετά την εκλογή του Αλλιέντε, τον Σεπτέμβριο του 1971, συναντήθηκαν στην Βίνια δελ Μαρ οι κορυφαίοι επιχειρηματίες της Χιλής για να καταστρώσουν την στρατηγική τους απέναντι στο νέο καθεστώς. Σύμφωνα με τον Ορλάντο Σάενς, πρόεδρο της ένωσης κατασκευαστών, "η κυβέρνηση Αλλιέντε δεν συνάδει με την ελευθερία και ο μόνος τρόπος για να αποτραπεί το τέλος των ιδιωτικών επιχειρήσεων είναι η ανατροπή της κυβέρνησης". Οι επιχειρηματίες οργανώθηκαν για πόλεμο. Σύμφωνα με τον Σάενς, κάποιοι ανέλαβαν να αναπτύξουν επαφές με τις ένοπλες δυνάμεις και κάποιοι θα προετοίμαζαν συγκεκριμένα προγράμματα τα οποία θα αντικαθιστούσαν τα κυβερνητικά και για τα οποία θα ενημερωνόταν και ο στρατός.

Για την επεξεργασία αυτών των προγραμμάτων, ο Σάενς στρατολόγησε μια πολυπληθή ομάδα από "παιδιά του Σικάγου". Η ομάδα δούλευε ακατάπαυστα με την αμέριστη συμπαράσταση των ΗΠΑ. Σύμφωνα με μεταγενέστερη έρευνα της αμερικανικής Γερουσίας, πάνω από το 75% της χρηματοδότησης αυτής της άτυπης οργάνωσης προερχόταν απ' ευθείας από την CIA.

Ο πόλεμος κατά του Αλλιέντε προετοιμαζόταν σε δυο διακριτά πεδία: οι στρατιωτικοί οργάνωναν την φυσική εξόντωση του Αλλιέντε και οι οικονομολόγοι την εξάλειψη των ιδεών του. Σύνδεσμος αυτών των πεδίων ήταν ο επιχειρηματίας Ρομπέρτο Κέλλυ, ο οποίος ήλεγχε την -χρηματοδοτούμενη από CIA- εφημερίδα "El Mercurio". Ο Κέλλυ παρουσίασε στον αρχηγό του ναυτικού μια περίληψη του οικονομικού προγράμματος των "παιδιών του Σικάγου" προς έγκριση. Το πρόγραμμα εγκρίθηκε και τα "παιδιά" έπεσαν με τα μούτρα στην δουλειά για να το ολοκληρώσουν πριν εκδηλωθεί το πραξικόπημα. Αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς ήταν ένας τόμος 500 σελίδων, ο οποίος έμεινε στην ιστορία ως "Τούβλο". Οκτώ από τους δέκα συγγραφείς του "Τούβλου" ήταν απόφοιτοι του πανεπιστημίου του Σικάγου.

Ο Ορλάντο Λετελιέ, πρέσβυς της Χιλής στην Ουάσιγκτον και προσωπικός φίλος του Αλλιέντε, δεν δίστασε να γράψει ότι το πραξικόπημα ήταν αποτέλεσμα μιας ισότιμης συνεργασίας ανέμσα στον στρατό και τους οικονομολόγους: "Τα παιδιά του Σικάγου έπεισαν τους στρατηγούς ότι ήταν έτοιμοι να συμπληρώσουν την βαναυσότητα, την οποία ήταν πρόθυμος να επιδείξει ο στρατός, με τα διανοητική εφόδια που της έλειπαν". Στις 21 Σεπτεμβρίου 1976, 3 χρόνια μετά το πραξικόπημα, ο Λετελιέ δολοφονήθηκε στο κέντρο της Ουάσιγτκον από τηλεχειριζόμενη βόμβα που είχε τοποθετηθεί στο αυτοκίνητό του από την μυστική αστυνομία της Χιλής. Οι δολοφόνοι είχαν ταξιδέψει στις ΗΠΑ με πλαστά διαβατήρια που τους είχε χορηγήσει η CIA. Για το έγκλημα αυτό, ο Πινοτσέτ καταδικάστηκε από το ομοσπονδιακό δικαστήριο των ΗΠΑ.

Το πραξικόπημα στην Χιλή απετέλεσε την συνισταμένη τριών διαφορετικών σοκ. Πρώτο σοκ ήταν το ίδιο το πραξικόπημα. Ως δεύτερο σοκ, ακολούθησε η οικονομική "θεραπεία", την εφαρμογή της οποίας επέβλεψε ο ίδιος ο Φρήντμαν με την αμέριστη συμπαράσταση του Χάγιεκ. Υπόβαθρο δε του όλου εγχειρήματος απετέλεσε το τρίτο σοκ, δηλαδή η εφαρμογή των τεχνικών βασανισμού που είχε εκπονήσει η CIA και που πρώτη φορά θα εφαρμόζονταν σε τέτοια έκταση, προκειμένου να κάμψουν κάθε διάθεση του λαού για αντίσταση. Χαρακτηριστικά, η Ναόμι Κλάιν γράφει:

"Αυτές οι τρεις μορφές σοκ συνέκλιναν πάνω από τα σώματα των λατινοαμερικανών και το πολιτικό σώμα της περιοχής, δημιουργώντας έναν τυφώνα αμοιβαία ενισχυόμενης ισοπέδωσης και ανάπλασης, καταστροφής και δημιουργίας. Το σοκ του πραξικοπήματος προετοίμασε το έδαφος για την οικονομική θεραπεία-σοκ και το σοκ των βασανιστηρίων έσπειρε τον τρόμο σε οποιονδήποτε διενοείτο να σταθεί εμπόδιο στο οικονομικό σοκ. Από αυτό το σε συνθήκες πραγματικότητας πειραματικό εργαστήριο αναδύθηκαν το πρώτο κράτος της σχολής του Σικάγου και η πρώτη νίκη της στο πλαίσιο της παγκόσμιας αντεπανάστασής της" .

Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά για το χιλιανό πραξικόπημα του 1973(*) αλλά θα ξεφύγουμε από τους σκοπούς αυτής της σειράς κειμένων. Όμως, στο επόμενο σημείωμα θα εξετάσουμε αναλυτικώτερα το πώς εφαρμόστηκε ο φρηντμανισμός στην Χιλή του Πινοτσέτ αλλά και τον ρόλο του ίδιου του Φρήντμαν στην στήριξη του δικτατορικού καθεστώτος.


(*) Το πραξικόπημα του Πινοτσέτ εκδηλώθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1973. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, όποτε θέλω να αναφερθώ στα γεγονότα του 2001, επιμένω να μιλάω για"χτύπημα στους δίδυμους πύργους" και όχι για "11η Σεπτεμβρίου". Για μένα, "11η Σεπτεμβρίου" θα σημαίνει πάντοτε το πισώπλατο χτύπημα των ΗΠΑ στην δημοκρατία και όχι το χτύπημα που δέχτηκαν οι ίδιες οι ΗΠΑ είκοσι οκτώ χρόνια αργότερα.
14. Ο Πινοτσέτ αποτυγχάνει...

Το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου 1973, τα "παιδιά του Σικάγου" είχαν στρατοπεδεύσει στο τυπογραφείο της "El Mercurio" για να προλάβουν να τυπώσουν εγκαίρως το "Τούβλο", ώστε να είναι διαθέσιμο από την πρώτη στιγμή. Πράγματι, πριν το μεσημέρι της επόμενης μέρας, υπήρχε από ένα αντίγραφο στο γραφείο κάθε στρατιωτικού που είχε αναλάβει κυβερνητικό πόστο. Οι αναλύσεις έδειξαν ότι η βασική δουλειά των συντακτών τού "Τούβλου" ήταν η...μετάφραση: το τελικό κείμενο είχε εντυπωσιακές ομοιότητες με το "Καπιταλισμός και Ελευθερία".

Μέσα σε ενάμιση χρόνο, ο Πινοτσέτ είχε εφαρμόσει πιστά τις οδηγίες του Φρήντμαν. Ιδιωτικοποίησε σχεδόν όλες τις κρατικές επιχειρήσεις, πριμοδότησε νέες μορφές χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας, άφησε ελεύθερες τις εισαγωγές, καταργώντας κάθε προστατευτική πολιτική, περιέκοψε τις δημόσιες δαπάνες κατά 10% και κατάργησε κάθε μηχανισμό ελέγχου των τιμών. Ο Φρήντμαν είχε διαβεβαιώσει τον δικτάτορα ότι η άμεση κατάργηση κάθε κυβερνητικής παρέμβασης σ' αυτούς τους τομείς θα ενεργοποιούσε τους "φυσικούς νόμους της αγοράς" κι έτσι η οικονομία θα ισορροπούσε κι ο πληθωρισμός θα δαμαζόταν.

Ο Φρήντμαν έκανε λάθος. Έναν χρόνο μετά το πραξικόπημα, ο πληθωρισμός έφτασε το 375%, το μεγαλύτερο ποσοστό στον κόσμο και διπλάσιο από το ποσοστό της εποχής Αλλιέντε. Οι τιμές των βασικών αγαθών εκτινάχτηκαν στα ύψη. Παράλληλα, οι ελεύθερες εισαγωγές πλημμύρισαν την αγορά με φτηνά προϊόντα και οι εγχώριες επιχειρήσεις άρχισαν να βάζουν λουκέτα η μια μετά την άλλη. Ακρίβεια και ανεργία δημιουργούσαν έναν εκρηκτικό κοκταίηλ πείνας. Το μοντελάκι του Σικάγου δεν φαινόταν να λειτουργεί σωστά κι ο Φρήντμαν με τα παιδιά του έξυναν αμήχανα το κεφάλι τους.

Τελικά, το ξύσιμο κατέληξε σε συμπέρασμα: για τα προβλήματα δεν έφταιγε το "Τούβλο" αλλά η μη εφαρμογή του με την απαραίτητη αυστηρότητα, ενώ η οικονομία δυσκολευόταν να αυτοδιορθωθεί επειδή εξακολουθούσαν να υπάρχουν κεϋνσιανές στρεβλώσεις. Άρα, για να πετύχει η προσπάθεια έπρεπε να παρθούν αυστηρότερα μέτρα: περισσότερες περικοπές, περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις και μεγαλύτερη ταχύτητα στην εφαρμογή των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων.

Στο μεταξύ, οι χιλιανοί βιομήχανοι είχαν αρχίσει να προβληματίζονται έντονα με την νέα κατάσταση. Εκείνοι είχαν συνομωτήσει να φάνε τον Αλλιέντε προκειμένου να κονομήσουν αλλά οι μόνοι κερδισμένοι από την νέα κατάσταση ήσαν τα ξένα μονοπώλια που απομυζούσαν την χώρα κι άρπαζαν τεράστια κέρδη ενώ οι ντόπιοι επιχειρηματίες αντιμετώπιζαν το φάσμα της καταστροφής: οι ξένοι έπαιρναν όλες τις καλές δουλειές ενώ οι χιλιανές επιχειρήσεις αδυνατούσαν να ανταγωνιστούν τους φτηνούς εισαγωγείς. Ο -γνωστός μας από το προηγούμενο σημείωμα- Ορλάντο Σάενς δεν δίστασε να χαρακτηρίσει το οικονομικό πρόγραμμα του Σικάγου ως "μια από τις μεγαλύτερες αποτυχίες στην οικονομική ιστορία μας" (Γκύντερ Φρανκ "Οικονομική γενοκτονία στην Χιλή"). Μάλιστα, ο Σάενς φαίνεται ότι πεθύμησε ξαφνικά τον Αλλιέντε, δηλώνοντας ότι "είναι αναγκαίο να διοχετευθούν σε παραγωγικές επενδύσεις τα εκατομμύρια των πιστώσεων που χρησιμοποιούνται σήμερα σε παράτολμα κερδοσκοπικά εγχειρήματα μπροστά στα μάτια αυτών που δεν έχουν καν δουλειά"(!). Μάλλον, ο Σάενς είχε αντιγράψει την συγκεκριμένη φράση από κάποιον προεκλογικό λόγο του Αλλιέντε...

Ξαφνικά, ο Πινοτσέτ έχασε την μπάλλα. Όντας άσχετος με τα οικονομικά, εμπιστεύτηκε με κλειστά μάτια τα "παιδιά του Σικάγου", εφ' όσον είχε και την παρότρυνση των ντόπιων κεφαλαιοκρατών. Κατά βάθος, ο δικτάτορας πίστευε ότι η εφαρμογή ακραίας βίας (για την οποία είπαμε ότι δεν θα αναφερθούμε εδώ με λεπτομέρειες) θα τιθάσσευε τις αντιδράσεις στο εσωτερικό μέχρι ο λαός να αρχίσει να γεύεται τους καρπούς του φρηντμανικού "θαύματος". Το όνειρό του ήταν απλό: μόλις ο λαός θα άρχιζε να τρώει με "χρυσά κουτάλια", θα αναγνωριζόταν η "προσφορά του" στον τόπο και ο ίδιος θα έμπαινε στο πάνθεον των ηρώων της πατρίδας του. Δυστυχώς, μέσα σε μόλις ενάμιση χρόνο όχι μόνο είχε κάνει μια τρύπα στο νερό αλλά είχε στρέψει εναντίον του ακόμη και τους μέχρι χτες ντόπιους πλουτοκράτες συμμάχους του.

Στο Σικάγο χτύπησε συναγερμός. Ο Φρήντμαν άφρισε από το κακό του και τα έβαλε με λυτούς και δεμένους. Η θεωρία του δεν ήταν δυνατόν να κάνει λάθος. Σίγουρα το λάθος το έκαναν αυτοί που προσπαθούσαν να την εφαρμόσουν. Έπρεπε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, μιας και τέτοια ευκαιρία δύσκολα θα του ξαναπαρουσιαζόταν. Η Χιλή έπρεπε να τον δικαιώσει γιατί αλλοιώς η φήμη του θα καταστρεφόταν.

Έτσι, ο Φρήντμαν αποφάσισε να πάει ο ίδιος στην Χιλή και να επιβλέψει την κατάσταση αυτοπροσώπως. Πήρε μαζί του τον Χάγιεκ, τον Χάρμπεργκερ και όλο το επιτελείο του και τον Μάρτιο του 1975 έφτασε στο Σαντιάγο, όπου ο -ελεγχόμενος από την χούντα- τύπος τον υποδέχτηκε με διθυραμβικό τρόπο ενώ το καθεστώς τού επιφύλαξε φιλοξενία αντάξια ενός μεγάλου σταρ, με πλήρη τηλεοπτική και δημοσιογραφική κάλυψη. Φυσικά, η πρώτη δουλειά τού Φρήντμαν ήταν να συναντηθεί με τον ίδιο τον Πινοτσέτ, προκειμένου να επιδώσει στον δικτάτορα το φάρμακο για την θεραπεία των χιλιανών προβλημάτων.

Το φάρμακο αυτό έμελλε να είναι εξαιρετικά πικρό για τον λαό της Χιλής. Τα συστατικά του θα τα δούμε με λεπτομέρειες στο επόμενο.


15. ...και ο Φρήντμαν επεμβαίνει

Σύμφωνα με τον Φρήντμαν, η χούντα είχε κάνει μια καλή αρχή αλλά έπρεπε να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα. Χαρακτήρισε αυτό το βήμα με έναν όρο, τον οποίο χρησιμοποιούσε πρώτη φορά: "θεραπεία-σοκ". Σύμφωνα με τον Φρήντμαν, η ολοκληρωτική παράδοση της χώρας στην απόλυτα ελεύθερη αγορά ήταν το "μοναδικό φάρμακο, το απόλυτο, δεν υπάρχει άλλο, δεν υπάρχει άλλη μακροπρόθεσμη λύση", όπως δήλωσε σε συνέντευξή του στην "El Mercurio". Μάλιστα, όταν ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας "Que Pasa" τόλμησε να παρατηρήσει ότι ακόμη κι ο Νίξον είχε επιβάλει ελέγχους για την χαλιναγώγηση της αγοράς, ο Φρήντμαν εξεμάνη: "Δεν τους εγκρίνω. Πιστεύω ότι δεν πρέπει να εφαρμόζονται. Είμαι εναντίον της παρέμβασης στην οικονομία από την κυβέρνηση, τόσο στην χώρα μου όσο και στη Χιλή".

Τα παρακάτω αποσπάσματα προέρχονται από το "Two Lucky People", όπου ο Φρήντμαν θυμάται: "Ο στρατηγός έβλεπε με συμπάθεια την ιδέα μιας θεραπείας-σοκ αλλά ήταν φανερό ότι τον στενοχωρούσε η πιθανή προσωρινή αύξηση της ανεργίας την οποία θα προκαλούσε"(*). Για να κάμψει τις αντιρρήσεις του Πινοτσέτ, ο Φρήντμαν επιδόθηκε σε ύμνους για την σοφία του ηγέτη της χούντας. Μόλις ο δικτάτορας κορδώθηκε αρκετά, ο Φρήντμαν μπήκε στο ζουμί: τον έπεισε να πειρικόψει αμέσως ακόμη περισσότερο τις δημόσιες δαπάνες "κατά 25% σε όλους τους τομείς, μέσα σε έξι μήνες". Ταυτόχρονα, έπρεπε να υιοθετηθεί ένα πακέτο μέτρων, το οποίο θα οδηγούσε σε άρση κάθε φραγμού προς το "απόλυτα ελεύθερο εμπόριο".

Ο Φρήντμαν διαβεβαίωσε τον Πινοτσέτ ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα ανεργίας, αφού οι εκατοντάδες χιλιάδες απολυμένοι του δημόσιου τομέα θα εύρισκαν δουλειά στον ιδιωτικό, ο οποίος θα γνώριζε απίστευτη άνθηση μόλις καταργούνταν όλοι οι φραγμοί. Παράλληλα, ο πληθωρισμός θα αποκλιμακωνόταν μέσα σε λίγους μήνες και "η ανάκαμψη θα ερχόταν σύντομα". Μόνο που έπρεπε να αναληφθεί άμεση και αποφασιστική δράση. Ο Φρήντμαν τόνισε πόσο σημαντικό ήταν το "σοκ" (χρησιμοποίησε τρεις φορές αυτή την λέξη) και ξεκαθάρισε ότι "η σταδιακή εφαρμογή δεν ήταν εφικτή".

Ο Πινοτσέτ πείστηκε, εξέφρασε "τον βαθύ και απόλυτο σεβασμό προς το πρόσωπό σας" και διαβεβαίωσε τον Φρήντμαν ότι το σχέδιο θα εφαρμοζόταν πλήρως και αμέσως. Πράγματι, την επόμενη μέρα απολύθηκε ο υπουργός οικονομικών και αντικαταστάθηκε από τον Σέρχιο Δε Κάστρο, "παιδί του Σικάγου" και εκ των συντακτών του "Τούβλου", ο οποίος στελέχωσε όλες τις καίριες θέσεις του κρατικού μηχανισμού με "εν Σικάγω αδελφούς" του. Μέχρι και ο "ανήσυχος" Ορλάντο Σάενς εκδιώχθηκε από την θέση του προέδρου της ένωσης κατασκευαστών."Αν υπάρχουν βιομήχανοι που διαμαρτύρονται, ας πάνε στον διάολο", δήλωσε ο αντικαταστάτης του (Γκύντερ Φρανκ, "Οικονομική γενικτονία στην Χιλή").

Η επίθεση στο κοινωνικό κράτος ήταν σφοδρή. Το 1975, οι δημόσιες δαπάνες περικόπηκαν κατά 27% και το 1980 έφτασαν στο 50% της εποχής Αλλιέντε. Η υγεία και η εκπαίδευση συνθλίφτηκαν σε τέτοιον βαθμό ώστε ακόμη και ο "Economist" μίλησε για "όργιο αυτοακρωτηριασμού". Ο Δε Κάστρο ιδιωτικοποίησε πάνω από πεντακόσιες κρατικές εταιρείες και τράπεζες, σχεδόν χαρίζοντας τις περισσότερες. Ακόμη και οι εγχώριες εταιρείες τσακίστηκαν από την νεοφιλελεύθερη καταιγίδα: μέχρι το 1983 χάθηκαν πάνω από 177.000 θέσεις εργασίας μόνο στην βιομηχανία και η βιομηχανική παραγωγή βυθίστηκε στα επίπεδα προ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο όρος "θεραπεία-σοκ" θυμίζει ψυχιατρείο. Όχι άδικα. Ο Φρήντμαν ενήργησε πάνω στο βασανισμένο κορμί μιας ολόκληρης χώρας όπως οι ψυχίατροι της παλιάς εποχής. Εκείνοι πίστευαν ότι με τον αιφνίδιο και ισχυρό πόνο των ηλεκτροσόκ θα "επανεκκινούσαν" τα υγιή κύτταρα του εγκεφάλου. Αυτός πίστευε ότι θα εξυγίαινε οικονομικά μια χώρα, βυθίζοντας ολόκληρο τον λαό της στην φτώχεια. Πόσο δίκιο είχε; Θα το δούμε στην συνέχεια.


(*) Παρατηρείστε τα επίθετα "πιθανή" και προσωρινή". Είτε ο Φρήντμαν χρησιμοποιεί επίτηδες υπερβολική μετριοπάθεια στα απομνημονεύματά του, είτε ο Πινοτσέτ προσπαθούσε να μην εξοργίσει τον υψηλό επισκέπτη του.
16. Τα συντρίμμια της λαίλαπας

Όντως, η "θεραπεία-σοκ" του Φρήντμαν αποδείχτηκε θαυματουργή αλλά...από την ανάποδη. Η οικονομία έπεσε σε απίθανη ύφεση 15% και η ανεργία εξακοντίστηκε -από το 3% επί Αλλιέντε- στο 20% μέσα σε έναν μόνο χρόνο! Κι ενώ τα χρόνια περνούσαν, τίποτε δεν βελτιωνόταν. Το 1976, ο Φρήντμαν απεκάλεσε "ανόητο" έναν δημοσιογράφο των "New York Times", ο οποίος τόλμησε να αναρωτηθεί μήπως το κόστος των νεοφιλελεύθερων τακτικών ήταν υπερβολικό. Η μόνη του ανησυχία, σύμφωνα με συνέντευξή του στο "Business Week", ήταν "αν θα επιμείνουν για όσο χρόνο και όσο σκληρά απαιτείται".

Ο Πινοτσέτ είχε υποσχεθεί πλήρη εφαρμογή του φρηντμανικού σχεδίου και απεδείχθη συνεπής. Μείωσε τόσο πολύ τους μισθούς, ώστε τα 3/4 του "επαρκούς μισθού διαβίωσης" ξοδεύονταν μόνο για αγορά ψωμιού. Το γάλα έγινε απλησίαστο και οι αστικές συγκοινωνίες έμειναν δίχως επιβάτες. Η δημόσια εκπαίδευση καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από κουπόνια φοίτησης σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια (σημ.: όπως είδαμε στο πρώτο κείμενο αυτής της σειράς, ο αμετανόητος Φρήντμαν πρότεινε ακριβώς το ίδιο σύστημα εκπαίδευσης στην κατεστραμμένη Νέα Ορλεάνη, 30 χρόνια αργότερα). Ακόμη, αν η ιδιωτικοποίηση των παιδικών σταθμών ακούγεται αναμενόμενη, φαντάζει θεοπάλαβη η ιδιωτικοποίηση των...νεκροταφείων! Φυσικά, ιδιωτικοποιήθηκε πλήρως και το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (σημ.: το ίδιο έκανε και στις ΗΠΑ ο Τζωρτζ Μπους τζούνιορ, επίσης τριάντα χρόνια αργότερα, υπό τις παραινέσεις του Φρήντμαν).

Τον Νοέμβριο του 2006 πέθανε ο Φρήντμαν και έναν μήνα μετά τον ακολούθησε ο Πινοτσέτ. Τους "λιβανωτούς" προς τον Φρήντμαν (σαν εκείνον του Ανδριανόπουλου, που είδαμε στο πρώτο κείμενο της σειράς), διαδέχτηκαν οι "λιβανωτοί" τού καπιταλιστικού τύπου προς τον Πινοτσέτ. "Έγκυρες" εφημερίδες, σαν τους "New York Times" και την "Washington Post", εκθείασαν τα επιτεύγματα του δικτάτορα και την συνεισφορά του στο "οικονομικό θαύμα" της Χιλής. Μόνο που όλοι αυτοί οι "λιβανωτοί' σηκώνουν πολλή κουβέντα. Πάρα πολλή, μάλιστα.

Πρώτα-πρώτα, η οικονομική μεγέθυνση της Χιλής άρχισε 15 ολόκληρα χρόνια μετά το πραξικόπημα του 1973. Κι αυτό συνέβη επειδή ο Πινοτσέτ αποφάσισε το 1983 να στείλει στον διάολο τα "παιδιά του Σικάγου", μιας και το μόνο που κατάφερε η περίφημη "θεραπεία-σοκ" του Φρήντμαν ήταν να οδηγήσει την χιλιανή οικονομία σε πλήρη κατάρρευση το 1982: ο πληθωρισμός σκαρφάλωσε σε δυσθεώρητα ύψη, η ανεργία ξεπέρασε το 30% και το δημόσιο χρέος ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Ο κύριος λόγος γι' αυτό το τελευταίο ήταν το γεγονός ότι οι διεθνείς κερδοσκόποι (τύπου Enron) "αγόρασαν" τον ιδιωτικοποιούμενο εθνικό πλούτο με...δανεικά κι αγύριστα, τα οποία χρέωσαν το δημόσιο ταμείο με το τεράστιο -για την εποχή- χρέος των 14 δισεκατομμυρίων δολλαρίων. Μπροστά στην καταστροφή, ο Πινοτσέτ ξήλωσε όλα τα "παιδιά του Σικάγου" από τις θέσεις τους και ξαναεθνικοποίησε όλες τις επιχειρήσεις που ήσαν κρατικές επί Αλλιέντε. Χρειάστηκαν 5 ολόκληρα χρόνια για να συνέλθει η Χιλή από τα συντρίμμια που είχε αφήσει πίσω της η φρηντμανική λαίλαπα και, σίγουρα, οι βαθειές πληγές δεν γιατρεύτηκαν πλήρως ποτέ.

Τελικά, ποιο ήταν το "οικονομικό θαύμα" για το οποίο εξυμνήθηκαν ο Φρήντμαν και ο Πινοτσέτ; Ουσιαστικά, επρόκειτο για εξέλιξη ενός "κορπορατισμού": ένα βάναυσο καθεστώς συμμάχησε με τα μεγάλα μονοπώλια, προκειμένου να συντρίψουν τον εργαζόμενο λαό και να μοιραστούν εις βάρος εκείνου τον εθνικό πλούτο της Χιλής. Τα αποτελέσματα αυτής της συμμαχίας ήσαν καταλυτικά: το 1990, ενώ η χιλιανή οικονομία είχε ήδη μπει σε ρυθμούς ανάπτυξης, το 45% του πληθυσμού ήταν βυθισμένο κάτω από τα όρια της φτώχειας και η περιουσία του πλουσιώτερου 10% των χιλιανών είχε αυξηθεί κατά 83%. Ακόμη και σήμερα, η Χιλή παραμένει μια από τις χώρες (116η στις 123) με τις μεγαλύτερες ανισότητες στον κόσμο.

Επιμείναμε στην Χιλή επειδή τα όσα διαδραματίστηκαν εκεί αποτελούν τον πρόδρομο όσων ακολούθησαν μέχρι σήμερα σε όλο τον κόσμο: το μεγάλο κεφάλαιο συμμαχεί με τους πολιτικούς υποστηρικτές του, προκειμένου να συγκεντρωθεί ο πλούτος στην κορυφή της πυραμίδας και να συνθλιβούν οι μεσαίες και κατώτερες τάξεις. Η πλειοψηφία των λαϊκών μαζών αποκλείεται από την οικονομία, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις εξαφανίζονται, η διαφθορά επικρατεί και οι καπιταλιστές λυμαίνονται την δημόσια (δηλαδή, την λαϊκή) περιουσία, αφήνοντας τα χρέη τους στις πλάτες του δημοσίου (δηλαδή, των εργαζομένων).

Τώρα μπορούμε να εξηγήσουμε τους "λιβανωτούς" που αναφέραμε στην αρχή του κείμενου. Τα γρήγορα και μεγάλα κέρδη από το "ματωμένο κορμί της Χιλής" (για να παραφράσω ελαφρώς τον Εδουάρδο Γκαλεάνο) δεν επέτρεψαν στα απανταχού "φωτισμένα μυαλά" (π.χ. Ανδριανόπουλος) να δουν τα ολέθρια αποτελέσματα των καπιταλιστικών "νεωτερισμών". Το μόνο που μπορούσαν να σκεφτούν ο Φρήντμαν και οι οπαδοί του ήταν κάτι απλό: ποιό θα ήταν το επόμενο θύμα;
17. Καπιταλισμός και δικτατορίες

Τα όσα εξετάσαμε αναλυτικά σε προηγούμενα σημειώματα δεν απετέλεσαν θλιβερή αποκλειστικότητα της Χιλής. Ο Φρήντμαν φρόντισε να υποστηρίξει με την ίδια θέρμη και με την αυτοπρόσωπη παρουσία του και το βάναυσο στρατοκρατικό καθεστώς της Βραζιλίας, το οποίο επίσης προωθούσε την νεοφιλελεύθερη ολοκλήρωση. Το ίδιο έγινε και το 1974 στην Ουρουγουάη, όπου η επιβληθείσα από την προηγούμενη χρονιά χούντα υιοθέτησε τις θεωρίες των "παιδιών του Σικάγου". Μόνο που, επειδή οι ουρουγουανοί απόφοιτοι του Σικάγου δεν ήσαν αρκετοί, η χούντα έκανε εισαγωγή στελεχών από τις ΗΠΑ, την Χιλή και την Βραζιλία. Τέλος, το πιο γνωστό -εκτός Χιλής- φρηντμανικό πείραμα έλαβε χώρα στην Αργεντινή το 1976, όταν η Ιζαμπέλ Περόν ανατράπηκε από τους στρατιωτικούς.

Όλες οι λατινοαμερικανικές χούντες είχαν την ίδια φιλοδοξία: να "καθαρίσουν" την περιοχή από τους μαρξιστές και να στερεώσουν τον καπιταλισμό. Η δικαιολογία για τις βρόμικες τακτικές που ακολουθούσαν ήταν στερεότυπη: όταν οι εχθροί είναι τέρατα, δεν μπορείς να τους φέρεσαι με το γάντι. Θεωρούσαν δε ότι όσο περισσότερο απλώνεται ο καπιταλισμός τόσο περισσότερο απομακρύνεται ο κίνδυνος του κομμουνισμού.

Η CIA είχε φροντίσει να παρουσιάσει τον Αλλιέντε ως δολοπλόκο, ο οποίος σκόπευε να υποδουλώσει τους χιλιανούς με μια δικτατορία σοβιετικού τύπου. Στην Αργεντινή και την Ουρουγουάη, οι αριστεροί αντάρτες Μοντονέρος και Τουπαμάρος παρουσιάζονταν τόσο ακραίες και επικίνδυνες ώστε η δημοκρατία ώφειλε να αυτοανασταλεί και οι στρατιωτικοί ήσαν υποχρεωμένοι να επέμβουν για να σώσουν τις χώρες τους από το κομμουνιστικό τέρας.

Φυσικά, όλα αυτά ήσαν απλώς προφάσεις. Ο Αλλιέντε δεν είχε καμμιά σχέση με σοβιετικού τύπου πολιτικές, οι Τουπαμάρος ήσαν σχεδόν διαλυμένοι όταν επιβλήθηκε η χούντα και οι Μοντονέρος διαλύθηκαν μέσα σε έξι μήνες χουντικής διακυβέρνησης. Όμως, τόσο οι χούντες όσο και η CIA, είχαν συμφέρον να διογκώνουν τον κίνδυνο που τάχα προερχόταν από όλους αυτούς, ώστε να υπάρχει μια καλή δικαιολογία για την εφαρμογή βίαιων πολιτικών, τόσο απαραίτητων για την "θεραπεία-σοκ" του Φρήντμαν.

Σήμερα πλέον, που τα απόρρητα αρχεία έχουν ανοίξει και η ιστορία έχει γραφτεί, η αλήθεια είναι σαφής και τα συμπεράσματα καταλυτικά. Το στέριωμα του καπιταλισμού είχε ανάγκη μιας παραπέρα δεξιάς στροφής, σύμφωνα με το ευαγγέλιο του Φρήντμαν. Προαπαιτούμενο αυτής της στροφής ήταν η ακύρωση κάθε δημοκρατικής κατάκτησης και η φίμωση κάθε φωνής με μαρξιστική χροιά. Δηλαδή, η "θεραπεία-σοκ", την οποία χρειαζόταν ο καπιταλισμός, είχε ανάγκη ένα βίαιο περιβάλλον για να καρπίσει. Δεν είναι τυχαίος ο τεράστιος αριθμός καλλιτεχνών, φιλοσόφων, οικονομολόγων και ακτιβιστών οι οποίοι απετέλεσαν θύματα όλων των στρατοκρατικών καθεστώτων. Θύματα, στα οποία αποδιδόταν με περισσή άνεση ο χαρακτηρισμός "τρομοκράτες", έτσι ώστε η επέλαση του κεφαλαίου να μπορεί να παρουσιαστεί ως αναγκαία στον "πόλεμο κατά της τρομοκρατίας" εκείνης της εποχής.


18. Απογοήτευση από Νίξον και Θάτσερ

Όταν, το 1969, ο Ρίτσαρντ Νίξον εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Φρήντμαν πανηγύρισε. Πίστευε ότι έφτανε η ώρα να δει την θεωρία του να εφαρμόζεται στην ίδια του την χώρα. Οι δυο άντρες συναντιόντουσαν συχνά στον Λευκό Οίκο κι ο Φρήντμαν κατάφερε να προωθήσει πολλά δικά του παιδιά στην κυβέρνηση, όπως τον καθηγητή του Σικάγου Τζωρτζ Σουλτς και τον 37χρονο θαυμαστή του φρηντμανισμού Ντόναλντ Ράμσφελντ.

Όμως, ο Φρήντμαν έμελλε να απογοητευτεί σύντομα. Το 1971, η οικονομία των ΗΠΑ βρέθηκε σε κρίση, με την ανεργία να εκτινάσσεται στα ύψη και τον πληθωρισμό να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Ο Νίξον, ο οποίος επεδίωκε την επανεκλογή του, κατάλαβε ότι θα καταψηφιζόταν από τους οργισμένους πολίτες αν υλοποιούσε τις συμβουλές του Φρήντμαν και αποφάσισε να απαλλαγεί από την θηλιά του Σικάγου. Στις 15 Αυγούστου αποδέσμευσε το δολλάριο από τον "κανόνα του χρυσού" (βάζοντας ταφόπλακα στο Μπρέτον Γουντς) και, παράλληλα, επέβαλε πλαφόν στα ενοίκια και στις τιμές βασικών αγαθών. Ο Φρήντμαν έβγαλε φλύκταινες, μιας και γι' αυτόν η διατίμηση συνιστούσε τον σαβαρώτερο καρκίνο οποιουδήποτε οικονομικού συστήματος.

Το χειρότερο για τον Φρήντμαν ήταν ότι αυτά τα μέτρα υλοποιούνταν από τα δικά του παιδιά. Π.χ., ο Ράμσφελντ ήταν επί κεφαλής της επιτροπής τιμών και μισθών. Ο εξοργισμένος Φρήντμαν τηλεφώνησε στον Ράμσφελντ για απαιτήσει την διακοπή των διατιμήσεων. Εκείνος, απάντησε μουδιασμένα ότι το σύστημα δείχνει να λειτουργεί, αφού ο πληθωρισμός μειωνόταν και η οικονομία έβγαινε από την ύφεση. "Τόσο το χειρότερο", ούρλιαξε ο Φρήντμαν, " οι άνθρωποι θα νομίζουν ότι αυτά που κάνετε είναι σωστά, θα πάρουν λάθος μάθημα".

Βέβαια, το "λάθος μάθημα" δεν έβλαψε καθόλου τον Νίξον, ο οποίος επανεξελέγη με 60%. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Νίξον απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από τον φρηντμανισμό κατά την δεύτερη θητεία του, προωθώντας αυστηρότερους κανόνες ασφαλείας στις βιομηχανίες και αυστηρότερα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος. Η ταφόπλακα στις σχέσεις των δυο ανδρών ήρθε με την περίφημη δήλωση Νίξον: "είμαστε όλοι κεϋνσιανιστές". Ο Φρήντμαν δεν θα μπορούσε ποτέ να συγχωρήσει τέτοια προδοσία."Πρόκειται για τον πιο σοσιαλιστή πρόεδρο των ΗΠΑ", δήλωσε με αηδία για τον Νίξον, βλέποντας απογοητευμένος ότι οι θεωρίες του εφαρμόζονταν μόνο από σκληρά δικτατορικά καθεστώτα.

Από την απογοήτευση αυτή θα τον έβγαζε ο Φρήντριχ Χάγιεκ. Ο Χάγιεκ, προσωπικός φίλος της Θάτσερ, έστειλε μια επιστολή στην νεοεκλεγμένη πρωθυπουργό της Αγγλίας, συνιστώντας της να πάρει μαθήματα από την Χιλή και να αναμορφώσει ανάλογα την βρεττανική οικονομία. Μάλιστα, φρόντισε να φέρει σε επαφή την φίλη του με τον Πινοτσέτ, γεγονός που δημιούργησε μια βαθειά φιλία ανάμεσα στην Θάτσερ και τον χιλιανό δικτάτορα (σημ.: είναι γνωστό ότι η Θάτσερ δεν δίσταζε να επισκέπτεται τον Πινοτσέτ, όταν εκείνος βρισκόταν σε κατ' οίκον περιορισμό στην Αγγλία, κατηγορούμενος για βασανιστήρια, τρομοκρατία και γενοκτονία). Έτσι, τελικά η Θάτσερ γνωρίστηκε και με τον Φρήντμαν, ο οποίος σύντομα αναδείχτηκε σε πνευματικό της καθοδηγητή. Η πιθανότητα εξαγωγής τής θεωρίας του στην δυτική Ευρώπη ενθουσίασε τον καθηγητή του Σικάγου.

Η Θάτσερ, όμως, ήταν προβληματισμένη. Σε μια περίοδο κατά την οποία βούλιαζε στις δημοσκοπήσεις (η δημοτικότητά της είχε βυθιστεί στο 25%, το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγράψει ποτέ βρεττανός πρωθυπουργός, χαμηλότερο ακόμη κι από το χειρότερο ποσοστό που κατέγραψε ποτέ ο Τζωρτζ Μπους τζούνιορ!), ήταν φανερό ότι το αντιδημοφιλές πρόγραμμα τού Φρήντμαν θα την αποτελείωνε πολιτικά. "Θα συμφωνήσετε μαζί μου", έγραφε στον μέντορά της η πρωθυπουργός, "ότι στην Βρεττανία, όπου υπάρχουν δημοκρατικοί θεσμοί, μερικά από τα μέτρα που υιοθετήθηκαν στην Χιλή θα ήταν εντελώς απαράδεκτα". Ο Φρήντμαν αισθάνθηκε άλλο ένα ηχηρό χαστούκι: άλλη μια δημοκρατία απέρριπτε την θεωρία του.

Πάντως, η Θάτσερ αποφάσισε να κάνει μια "φρηντμανική" δοκιμή, επιχειρώντας να αναστρέψει το δυσμενές γι' αυτήν πολιτικό κλίμα. Η δοκιμή αφορούσε τις εργατικές κατοικίες, ένας θεσμός στον οποίο η Θάτσερ ήταν ριζικά αντίθετη. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ότι η συντριπτική πλειονότητα όσων έμεναν σε τέτοια σπίτια δεν ψήφιζαν το κόμμα της, σκέφτηκε να τους εντάξει στους νόμους της αγοράς, δίνοντάς τους την ψευδαίσθηση ότι έτσι ξέφευγαν από την εργατική τάξη. Διπλασίασε, λοιπόν, τα ενοίκια αλλά ταυτόχρονα έδωσε την δυνατότητα σε όσους ήθελαν -και μπορούσαν- να αγοράσουν το σπίτι όπου έμεναν σε πολύ μειωμένη τιμή. Βέβαια, έτσι αυξήθηκαν κατακόρυφα οι άστεγοι και εξοργίστηκαν οι ενοικιαστές αλλά το κακό ήταν μικρό, αφού αυτοί δεν ήσαν ψηφοφόροι της έτσι κι αλλοιώς. Σημασία είχε ότι τουλάχιστον οι μισοί από τους νέους ιδιοκτήτες άλλαξαν προτιμήσεις υπέρ των Τόρρυδων.

Παρ' όλα αυτά, οι ελπίδες της Θάτσερ για επανεκλογή παρέμεναν ελάχιστες. Η πεποίθηση ότι ο φρηντμανισμός δεν μπορεί να επιβιώσει σε ένα δημοκρατικό σύστημα επιβεβαιωνόταν. Μάλιστα, η Γουώλ Στρητ ανησυχούσε έντονα καθώς έβλεπε τα φιλικά προς αυτήν αυταρχικά καθεστώτα να καταρρέουν: Βολιβία, Περού, Ισημερινός, Νικαράγουα, Ιράν κλπ. Βρισκόμαστε στο 1982 και η νεοφιλελεύθερη "αντεπανάσταση" του καπιταλισμού έδειχνε να ξεφουσκώνει, πριν καν περάσουν δέκα χρόνια από το ξέσπασμά της. Και το όνειρο της "εξαγωγής" της στην Ευρώπη έδειχνε να μένει ανεκπλήρωτο.

Εκείνη ακριβώς την στιγμή, ήρθε να δώσει το "φιλί της ζωής" στον φρηντμανισμό ένας περίεργος πόλεμος, ίσως ο πιο περίεργος πόλεμος του 20ου αιώνα. Οι βρεττανοί τον ονόμασαν "Επιχείρηση Εταιρεία"(!!) αλλά στην ιστορία έμεινε ως "πόλεμος των Φώκλαντ".
19. Ο θατσερισμός

Τα Φώκλαντ (ή Μαλβίνες, κατά τους αργεντινούς) είναι μια άνευ σημασιας συστάδα νησιών στην μέση του ωκεανού, την ύπαρξη των οποίων η Θάτσερ σιχαινόταν: τό κόστος διατήρησης αυτής της αποικίας ήταν μεγάλο και τα ωφέλη ανύπαρκτα. Έτσι, η βρεττανή πρωθυπουργός αποφάσισε τεράστιες περικοπές των κονδυλίων για τα Φώκλαντ και παροπλισμό όλων σχεδόν των πλοίων που τα προστάτευαν.

Στην Αργεντινή, η χούντα του στρατηγού Γκαλτιέρι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα από το αυξανόμενο χρέος, την διογκούμενη διαφθορά και την εντεινόμενη διαμαρτυρία για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Θεωρώντας, λοιπόν, ότι η στάση τής Θάτσερ υπέκρυπτε την διάθεση των βρεττανών να εγκαταλείψουν τα Φώκλαντ, αποφάσισαν να στρέψουν την προσοχή του κόσμου σε ένα θέμα εθνικής σημασίας, καταλαμβάνοντας στρατιωτικά τα νησιά. Στις 2 Απριλίου 1982 ο στρατός της Αργεντινής αποβιβάστηκε στα νησιά και τα κατέλαβε διά περιπάτου.

Ας ανοίξουμε εδώ δυο παρενθέσεις. Παρένθεση πρώτη: η στάση της Θάτσερ απέναντι στα Φώκλαντ εκτιμήθηκε από πολλούς αναλυτές ως πρόκληση προς την Αργεντινή για εισβολή. Παρένθεση δεύτερη: η μηδαμινή σημασία των Φώκλαντ έκανε τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες να περιγράψει την αργεντινοβρεττανική κόντρα ως "καυγά δυο φαλακρών για μια χτένα". Κλείνουν οι παρενθέσεις.

Ο Γκαλτιέρι έδωσε στην πολιτικά ημιθανή Θάτσερ την ευκαιρία να ξαναζωντανέψει. Με ιμπεριαλιστικές εθνικιστικές κορώνες, η "σιδηρά κυρία" κατάφερε να εξαφανίσει το εργατικής εμπνεύσεως σύνθημα "διώξτε την σκύλα" και να κάνει της μόδας τα μπλουζάκια που έγραφαν "άντε γαμήσου χούντα". Γράφοντας στα παλιά της τα παπούτσια τον ΟΗΕ (κάτι που έκαναν κι ο Μπους με τον Μπλαιρ αργότερα, στο Ιράκ) και αποφεύγοντας κάθε προσπάθεια για διπλωματική λύση, οργάνωσε την επιχείρηση ανακατάληψης των Φώκλαντ. Η τεράστια πολεμική μηχανή των βρεττανών συνέτριψε την αντίσταση των αργεντινών σε λίγες εβδομάδες και η δημοτικότητα της Θάτσερ σκαρφάλωσε από το 25% στο 59%.

Σε προηγούμενο σημείωμα είδαμε την ρήση του Φρήντμαν "μόνο μια κρίση -πραγματική ή εκλαμβανόμενη ως πραγματική- παράγει πραγματική αλλαγή", η οποία ορίζει το σημείο εκκίνησης μιας "θεραπείας-σοκ". Με τον πόλεμο στα Φώκλαντ, η Θάτσερ είχε δημιουργήσει μια κρίση, έστω κι αν για πολλούς αυτή η κρίση ήταν τεχνητή. Ισχυροποιημένη από αυτή την κρίση, λοιπόν, η βρεττανή πρωθυπουργός θεώρησε ότι είχε φτάσει η κατάλληλη ώρα για την φρηντμανικής εμπνεύσεως αντεπανάστασή της.

Οι απεργούντες ανθρακωρύχοι, με το πανίσχυρο σωματείο τους, απετέλεσαν τον πρώτο στόχο τής Θάτσερ, η οποία δεν δίστασε να κάνει την εξής διάσημη δήλωση: "Έπρεπε να πολεμήσουμε τον εξωτερικό εχθρό στα Φώκλαντ και τώρα πρέπει να πολεμήσουμε τον εσωτερικό εχθρό, ο οποίος είναι πολύ πιο δύσκολος αντίπαλος αλλά εξ ίσου επικίνδυνος για την ελευθερία". Καταγράφοντας τους εργάτες ως "εσωτερικό εχθρό, λίαν επικίνδυνο", η Θάτσερ εξαπέλυσε όση κρατική βία διέθετε κατά των απεργών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα απετέλεσαν οι 8.000 οπλισμένοι αστυνομικοί, οι οποίοι εφόρμησαν σε εργάτες που διαδήλωναν έξω από ένα εργοστάσιο, αφήνοντας πίσω τους 700 τραυματίες.

Για να πατάξει τους εργάτες, το κράτος προσέλαβε 3.000 έκτακτους αστυνομικούς και προώθησε πράκτορές του στα συμβούλια των συνδικάτων. Ο υπουργός οικονομικών Νάιτζελ Λώσον ισχυρίστηκε αργότερα ότι η απειλή από τις εργατικές διεκδικήσεις ήταν ίδια με την απειλή του Χίτλερ και έπρεπε να αντιμετωπιστεί ανάλογα! Τελικά, μετά από αγώνα που κράτησε σχεδόν ενάμιση χρόνο, η Θάτσερ λύγισε την αντίσταση των εξουθενωμένων ανθρακωρύχων. Το μήνυμα της εξουσίας προς τα συνδικάτα ήταν σαφές: αφού νικήσαμε το πιο ισχυρό σωματείο της χώρας, δεν έχετε καμμία ελπίδα.

Με την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα σε κατάσταση σοκ πια, η Θάτσερ όρμησε ασυγκράτητη. Υλοποιώντας την παραίνεση Φρήντμαν ("ό,τι έχεις να κάνεις, κάνε το γρήγορα"), μέσα σε έναν χρόνο ξεπούλησε όλα τα φιλέτα της βρεττανικής οικονομίας σε τηλεπικοινωνίες (British Telecom), φυσικό αέριο (British Gas), αεροπορικές εταιρείες (British Airways), αεροδρόμια (British Airport Authority), βιομηχανία μετάλλων (British Steel) κλπ, ενώ ξεφορτώθηκε και όλες τις μετοχές τής "BP", τις οποίες κατείχε το κράτος.

Λέγαμε χτες ότι οι βρεττανοί ονόμασαν την επιχείρηση ανακατάληψης των Φώκλαντ "Επιχείρηση Εταιρεία (Operation Corporate)". Όχι τυχαία, όπως απεδείχθη. Από αυτή την "επιχείρηση" γεννήθηκε στην Βρεττανία η "εταιρική" (κορπορατική) νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, η οποία ονομάστηκε "θατσερισμός". Η Θάτσερ δημιούργησε μια κρίση για να χτυπήσει τα εργατικά δικαιώματα και το κοινωνικό σοκ από τον πόλεμο οδήγησε σε ένα πολλαπλάσιας έντασης σοκ από το τσάκισμα των εργατών. Υπό την επήρρεια αυτών των σοκ, η Θάτσερ μείωσε το κοινωνικό κράτος, σμπαράλιασε τα εργασιακά δικαιώματα και πραγματοποίησε τις πρώτες μαζικές ιδιωτικοποιήσεις δημοσίου πλούτου σε μια δημοκρατία δυτικού τύπου. Επί πλέον, σύμφωνα με τους δυτικούς αναλυτές, η "σιδηρά κυρία" απέδειξε με την πολιτική της ότι η "θεραπεία-σοκ" του Φρήντμαν μπορεί να βρει πρόσφορο έδαφος και σε μια δυτική δημοκρατία, αρκεί να δημιουργούνται οι κατάλληλες προς τούτο κρίσεις.

Μάλλον θα πρέπει να αντιστρέψουμε τις σχέσεις στην παραπάνω πρόταση για να αποτυπώσουμε την αλήθεια: όταν η δημοκρατία (δυτική ή άλλου προσανατολισμού) παύει να είναι δημοκρατία, τότε βρίσκει πρόσφορο έδαφος όχι μόνο ο φρηντμανισμός αλλά και κάθε άλλη καπιταλιστικής προελεύσεως θεωρία. Αλλά γι' αυτά θα πούμε περισσότερα στην συνέχεια του αφιερώματος.
20. Όταν ο Κέυνς συνάντησε τον Φρήντμαν

Είναι ευρύτατα αποδεκτό ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά υπάρχουν και πολλοί που συμφωνούν με την άποψη του Μαρξ ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Ειδικά γι' αυτούς τους τελευταίους, αν αυθεντική "ιστορία" είναι τα όσα έγιναν το 1985 στην Βολιβία, τότε τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα κατά την τελευταία διετία αποτελούν την "φάρσα". Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή ώστε, αναδιφώντας στην Ιστορία, να ανακαλύψουμε την φάρσα.

Μεταφερόμαστε, λοιπόν, στην Βολιβία τού 1985. Η χώρα πάει σε εκλογή Προέδρου, μετά από μια εικοσαετία αλλεπάλληλων δικτατοριών, με την οικονομία σε τέτοια χάλια ώστε τα τοκοχρεωλύσια που έπρεπε να καταβληθούν ξεπερνούσαν το σύνολο του κρατικού προϋπολογισμού! Στο στραπάτσο αυτό είχαν βάλει το χεράκι τους κι οι ΗΠΑ τού Ρέηγκαν. Με πρόφαση την πάταξη του εμπορίου κοκαΐνης, οι αμερικανοί "στραγγάλιζαν" επί έναν ολόκληρο χρόνο την χώρα, προκαλώντας μείωση των εξαγωγών της πάνω από 50% και εξακοντισμό του πληθωρισμού στο...14.000%.

Αντίπαλοι στις εκλογές ο πρώην δικτάτορας Ούγο Μπάνσερ και ο πρώην εκλεγμένος πρόεδρος Βίκτωρ Πας Εστενσόρο. Ο Μπάνσερ έχει κάθε λόγο να πιστεύει στην τελική επικράτηση και προετοιμάζεται αναθέτοντας τον σχεδιασμό ενός αντιπληθωριστικού οικονομικού προγράμματος στον τριαντάχρονο Τζέφφρυ Σακς. Η μόνη σχέση τού Σακς με την "σχολή του Σικάγου" ήταν ο θαυμασμός του στην πίστη του Φρήντμαν προς τις δυνατότητες της ελεύθερης αγοράς. Κατά τα άλλα, ο Σακς ήταν απόφοιτος του Χάρβαρντ και οπαδός των θεωριών τού Κέυνς.

Ο Σακς έφτασε στην Βολιβία με την σιγουριά ότι ήξερε τον τρόπο να τιθασσεύσει τον πληθωρισμό. Επηρεασμένος από τον Φρήντμαν, πίστευε ότι η χώρα έπασχε από "σοσιαλιστικό ρομαντισμό" και, ως εκ τούτου, έπρεπε να αναπροσαρμοσθεί η βασική αρχή τού κεϋνσιανισμού, σύμφωνα με την οποία "οι χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα ύφεσης πρέπει να αυξάνουν την δημόσια δαπάνη ώστε να δοθεί ώθηση στην οικονομία". Έτσι, ο Σακς επέλεξε ένα περίεργο -για κεϋνσιανιστή- "μείγμα": επιβολή λιτότητας και αύξηση των τιμών. Μεταξύ άλλων, πρότεινε δεκαπλασιασμό(!) της τιμής των καυσίμων, απελευθέρωση σχεδόν όλων των τιμών και γιγάντιες δημοσιονομικές περικοπές. Είναι σαφές ότι αυτή η φρηντμανικής εμπνεύσεως επιλογή είχε σκοπό την πρόκληση ενός "σοκ" στην κοινωνία. Για να μιλήσουμε μεταφορικά, μπορούμε να πούμε ότι στην Βολιβία του 1985 ο Κέυνς βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Φρήντμαν αλλά παραδόθηκε αμαχητί.

Αυτά και άλλα τέτοια ήσαν τα σχέδια που πρότεινε ο Σακς στον Μπάνσερ, αλλά ο τελευταίος λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο. Και στην περίπτωση αυτή, ξενοδόχος ήταν ο γερουσιαστής Γκονσάλο Σάντσες ντε Λοσάδα, γνωστός ως "Γκόνι". Ο Γκόνι δεν ήταν οικονομολόγος αλλά, ως απόφοιτος του πανεπιστημίου του Σικάγου, είχε επηρεαστεί από την φήμη του Φρήντμαν και της παρέας του. Έτσι, εντυπωσιάστηκε όταν είδε το πρόγραμμα του Σακς. Προς τί, όμως, ο χαρακτηρισμός "ξενοδόχος";

Εκείνες οι εκλογές εξελίχθηκαν σε θρίλλερ, με το αποτέλεσμα να μοιάζει σχεδόν ισόπαλο. Ο Μπάνσερ πίστευε ότι είχε νικήσει, αλλά η διαφορά ήταν τόσο μικρή ώστε κλήθηκε το κονγκρέσσο να βγάλει την τελική απόφαση. Ακολούθησαν σκληρές παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε κονγκρέσσο, γερουσία και κόμματα, με τον Γκόνι να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Τελικά, το κονγκρέσσο ανακήρυξε νικητή των εκλογών τον Πας. Ποια παιχνίδια παίχτηκαν στο παρασκήνιο δεν έγινε ποτέ γνωστό, αλλά μπορούμε να καταλάβουμε πολλά από μια λεπτομέρεια: τέσσερις ημέρες μετά την ορκωμοσία του, ο Πας διόρισε τον Γκόνι επί κεφαλής μιας μυστικής διακομματικής ομάδας έκτακτης ανάγκης, η οποία είχε αντικείμενο την διάσωση της οικονομίας.

Μιλώντας για "παρασκήνιο" και "διακομματική ομάδα έκτακτης ανάγκης", αρχίζουν σιγά-σιγά να διαφαίνονται οι φαρσικές αναφορές στην σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Στο επόμενο θα δούμε πολύ περισσότερες τέτοιες αναφορές.
21. Βολιβία 1985 και η σύγχρονη ελληνική φάρσα

Τελικά, απεδείχθη ότι ο "δημοκράτης" Πας δεν είχε καμμιά σχέση με δημοκρατία, ό,τι κι αν εννοεί αυτός ο όρος. Κατ' αρχάς, κανένας στο κόμμα του δεν γνώριζε τις συμφωνίες που είχαν κλειστεί στο παρασκήνιο. Επίσης, κανένα από τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου δεν γνώριζαν την ύπαρξη της "ομάδας έκτακτης ανάγκης", εκτός από τους υπουργούς οικονομικών και σχεδιασμού, οι οποίοι συμμετείχαν σ' αυτήν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ γιατί ο "δημοκρατικός" πρόεδρος έκανε στροφή 180 μοιρών και υιοθέτησε την "θεραπεία-σοκ" που είχε σχεδιαστεί για τον πρώην δικτάτορα Μπάνσερ. Όταν ο Πας πέθανε το 2001, πήρε όλα τα μυστικά στον τάφο του.

Η ουσία είναι ότι η ομάδα του Γκόνι συνεδρίαζε με απόλυτη μυστικότητα επί 17 ημέρες. Το τελικό σχέδιο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, κατάργηση όλων των επιδοτήσεων στα τρόφιμα, κατάργηση όλων σχεδόν των διατιμήσεων, τριπλασιασμό της τιμής των καυσίμων, πάγωμα των -ήδη πολύ χαμηλών-μισθών (παρ' ότι αναμενόταν εκρηκτική αύξηση του κόστους ζωής), τεράστιες περικοπές των δημοσίων δαπανών, απελευθέρωση των εισαγωγών και απολύσεις στις κρατικές εταιρείες, προκειμένου να διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίησή τους. Όταν ο Γκόνι υπέβαλε αυτό το σχέδιο στον εκπρόσωπο του ΔΝΤ προς έγκριση, εκείνος έδειξε ενθουσιασμό αλλά συμπλήρωσε κυνικά: "ευτυχώς, έχω διπλωματική ασυλία και, αν τα πράγματα δεν πάνε καλά, μπορώ να μπω στο αεροπλάνο και να φύγω".

Η αλήθεια είναι ότι η σκληρότητα των μέτρων προβλημάτιζε ακόμη και μέλη της ομάδας. Ο Μπεδρεγάλ, ένας από τους βασικούς συντάκτες του σχεδίου, προσπάθησε να τονώσει το ηθικό των μελών, παρομοιάζοντας την ομάδα με τον πιλότο που έριξε την ατομική βόμβα στην Χιροσίμα: όπως εκείνος έρριξε την βόμβα δίχως να ξέρει τι ακριβώς έκανε και μετά ζήτησε συγγνώμη, έτσι και η ομάδα έπρεπε να εξαπολύσει τα μέτρα και μετά να ζητήσει συγγνώμη.

Για να κάνει το σοκ όσο πιο δυνατό γινόταν, η ομάδα πρότεινε στον Πας να εφαρμοστούν όλα τα μέτρα μαζί, ώστε οι βολιβιανοί να ζαλιστούν από την δύναμη της κατακεφαλιάς και να μη μπορέσουν να αντιδράσουν. Είναι αποκαλυπτικό το γεγονός ότι το τελικό σχέδιο τυπώθηκε σε 5 αντίτυπα, εκ των οποίων τα τρία δόθηκαν στον Πας, τον Γκόνι και τον υπουργό οικονομικών ενώ τα άλλα δύο μοιράστηκαν στους αρχηγούς του στρατού και της αστυνομίας.

Όταν ρυθμίστηκαν όλες οι λεπτομέρειες, ο Πας μάζεψε το υπουργικό συμβούλιο για να το ενημερώσει. Οι πόρτες κλειδώθηκαν, τα τηλέφωνα απαγορεύτηκαν και ο Μπεδρεγάλ διάβασε μονορρούφι το σχέδιο. Οι υπουργοί κόντεψαν να πάθουν εγκεφαλικό με αυτά που άκουγαν. Όταν τελείωσε η ανάγνωση, ο Πας ξεκαθάρισε ότι η συνάντηση είχε καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα και τίποτε δεν ετίθετο προς συζήτηση. Επίσης, δήλωσε ότι όποιος υπουργός διαφωνούσε θα μπορούσε να παραιτηθεί αμέσως δίχως πρόβλημα, μιας και είχε ήδη συμφωνηθεί η στήριξη του σχεδίου από το κόμμα του Μπάνσερ. Δυο μέρες αργότερα, ο Πας βγήκε στην τηλεόραση και εκσφενδόνισε το "Τούβλο" του στα κεφάλια των βολιβιανών.

Αυτά έγιναν στην Βολιβία το 1985. Σήμερα, οι ψύχραιμες αναλύσεις καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα είχαν συμφωνηθεί πριν από τις εκλογές. Επίσης, εκτιμάται ότι η τελική προτίμηση του κογκρέσσου στον Πας οφείλεται στην πεποίθηση εκείνων που κινούσαν τα νήματα ότι η λαϊκή αντίδραση θα ήταν εντονώτερη αν τα μέτρα υλοποιούνταν από μια δεξιά κυβέρνηση Μπάνσερ.

Και τώρα που είδαμε την βολιβιανή "ιστορία", ας δούμε και την επανάληψή της ως ελληνική "φάρσα". Αρκετούς μήνες πριν τις εκλογές, οι οποίες τον έφεραν στην εξουσία το 2009, ο Γιώργος Παπανδρέου συναντιέται επανειλημμένα με τον διευθυντή του ΔΝΤ, τον "σοσιαλιστή" Ντομινίκ Στρως-Καν, για να εξετάσουν τα μέτρα που θα παίρνονταν μετά τις εκλογές. Τα μέτρα είναι ήδη δρομολογημένα και το "σύστημα" έχει προνοήσει για την μεταβίβαση της εξουσίας στο ΠΑΣΟΚ, θεωρώντας ότι ο λαϊκός ξεσηκωμός θα ήταν πολύ εντονώτερος σε περίπτωση που η υλοποίηση αυτών των μέτρων αναλαμβανόταν από μια δεξιά κυβέρνηση. Ο Παπανδρέου κερδίζει άνετα τις εκλογές με το σύνθημα "λεφτά υπάρχουν" και το σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή.

Μόνο που όλα γίνονται με χοντροκομμένο τρόπο και, σχεδόν, απροκάλυπτα. Ο Παπανδρέου δεν εξακοντίζει αμέσως το "Τούβλο" του, προσπαθώντας να πείσει για τις ειλικρινείς προθέσεις του. Όμως, προδίδεται από μερικές καραμπινάτες λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, το περίφημο "Τ+3" του χρηματιστηρίου γίνεται ξαφνικά "Τ+10", χαρίζοντας στους κερδοσκόπους ένα ολόκληρο δεκαήμερο για τα παιχνίδια τους, τα οποία στέλνουν τα ελληνικά spreads στο διάστημα (σημ.: για περισσότερα, στο κείμενό μας "Παρθενώνες και τσαντίρια"). Επίσης, ενώ εκείνες τις πρώτες μέρες της πρωθυπουργίας Παπανδρέου τα επιτόκια δανεισμού κυμαίνονται σε ανεκτά επίπεδα, η κυβέρνηση δεν βγαίνει στις αγορές αλλά περιμένει την απογείωση των spreads για να το κάνει.

Τελικά, ο Παπανδρέου βγαίνει στην τηλεόραση και πετάει το "τούβλο" τού ΔΝΤ στα κεφάλια των ανυποψίαστων ελλήνων. Ο "Γκόνι" (όπου Γκόνι, διάβαζε Παπακωνσταντίνου) έχει έτοιμο το σχέδιο: περικοπές μισθών, αύξηση φόρων, αύξηση της τιμής των καυσίμων, διάλυση του κοινωνικού κράτους, τσάκισμα των εργατικών δικαιωμάτων, ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου κλπ κλπ. Παράλληλα, η κυβερνητική ομάδα παίζει άψογα τον ρόλο του πιλότου της Χιροσίμας, ζητώντας συγγνώμη και μιλώντας περί "αναγκαίων μέτρων" που παίρνονται "με πόνο καρδιάς" για την "σωτηρία της πατρίδας". Το κακό είναι ότι ο Παπανδρέου δεν είχε δασκαλευτεί σωστά και δεν εξαπέλυσε όλα τα μέτρα με την μία. Προφανώς, δοκιμάστηκε μια άλλη μέθοδος: αντί για ένα μεγάλο σοκ, θα εξαπολύονταν πολλά μικρότερα σε...δόσεις. Επρόκειτο περί λάθους, το οποίο ο Φρήντμαν δεν θα το συγχωρούσε ποτέ.

Το κόλπο δεν λειτούργησε, λοιπόν. Έτσι, ενάμιση χρόνο αργότερα, αποφασίστηκε να δοκιμαστεί ένα άλλο "τούβλο", το οποίο ονομάστηκε "μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα" και "εφαρμοστικός νόμος". Όμως, η ευκαιρία για ένα δραστικό σοκ είχε χαθεί ανεπιστρεπτί. Αυτές τις μέρες παίζεται η φάση του παιχνιδιού, η οποία λέγεται "διακομματική συμφωνία". Προφανώς, θα αποτύχει και αυτή η προσπάθεια. Στην Ιστορία, ποτέ οι φάρσες δεν βγαίνουν σε καλό για τους πρωταγωνιστές τους.

ΥΓ: Μια τελευταία φαρσική λεπτομέρεια: αντί για αντίτυπο του "τούβλου", στους έλληνες αρχηγούς του στρατού και στης αστυνομίας δόθηκε...απολυτήριο.
22. Η βολιβιανή παρακαταθήκη

Είναι δεδομένη η αγωνία των ελλήνων για το μνημονιακό τους μέλλον. Αμφιβάλλω αν υπάρχει έστω και ένας απλός πολίτης αυτής της χώρας, ο οποίος να πιστεύει τα μεγάλα λόγια των πολιτικών, πως τάχατες οι θυσίες του θα πιάσουν τόπο και η επόμενη μέρα θα είναι καλύτερη. Προσπαθώντας, λοιπόν, να ανακαλύψουμε τι μας περιμένει, αξίζει τον κόπο να δούμε τα αποτελέσματα της πολιτικής που εφαρμόστηκε στην Βολιβία. Ας μάθουμε τι λέει η Ιστορία και μετά μαντεύουμε πώς θα εξελιχθεί η φάρσα στον τόπο μας.

Σύμφωνα με την θεωρία του Φρήντμαν, οι θέσεις εργασίας που χάνονται από την εφαρμογή της "θεραπείας-σοκ", ξανακερδίζονται από την ανάπτυξη του ελεύθερου εμπορίου. Όμως τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά: ο Πας εκλέχτηκε πρόεδρος με την ανεργία στο 20% αλλά δυο χρόνια αργότερα το ποσοστό είχε ξεπεράσει το 30%. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η -κρατικοποιημένη από τον ίδιο τον Πας πριν 30 χρόνια- κρατική μεταλλευτική εταιρεία, όπου απέμειναν 6.000 εργαζόμενοι από τους 28.000 που δούλευαν πριν δυο χρόνια. Σ' αυτή την διετία, ο ονομαστικός βασικός μισθός μειώθηκε κατά 40%, χάνοντας το 70% της πραγματικής αγοραστικής του δύναμης.

Πάντως, ο Σακς κι ο Πας κορδώνονταν για την άνοδο του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Σωστά. Μόνο που το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι ένας μαθηματικός μέσος όρος, ο οποίος π.χ. προσθέτει το εισόδημά μου στο εισόδημα του Μπιλ Γκέητς, διαιρεί με το 2 και αποφαίνεται πόσα βγάζουμε οι δυο μας κατά μέσον όρο. Η αλήθεια είναι ότι στην Βολιβία μια ολιγάριθμη ελίτ υπερπολλαπλασίασε την περιουσία της ενώ η φτώχεια των λαϊκών στρωμάτων έσπαγε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο.

Επίσης, η αλλαγή του εργασιακού νόμου οδήγησε στην κατάργηση εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων πλήρους απασχόλησης (με πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα). Αυτές αντικαταστάθηκαν με θέσεις μερικής απασχόλησης, οι οποίες δεν είχαν δικαίωμα ασφάλισης (ένα έξτρα μπόνους προς τις επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της προσπάθειας για...ανάκαμψη). Αποτέλεσμα; Μέσα σε μια πενταετία οι βολιβιανοί με πλήρη ασφαλιστικά δικαιώματα μειώθηκαν κατά...61%!

Η ρητή εντολή του Σακς ήταν να μειωθούν οι μισθοί όσο περισσότερο γινόταν. Το μόνο που επέτρεψε ήταν η δημιουργία ενός ταμείου αρωγής, για να ανακουφίζει οικονομικά τους πλέον αδύναμους. Αυτό το ταμείο χαρακτηρίστηκε ως "λευκοπλάστης πάνω σε χαίνουσα πληγή".

Στην προσπάθειά τους για επιβίωση, οι βολιβιανοί στράφηκαν στην καλλιέργεια της κόκας. Υπολογίζεται ότι το 1989 ένας στους δέκα βολιβιανούς έβγαζε μεροκάματο από κάποια δουλειά που είχε σχέση με την βιομηχανία της κόκας. Ανάμεσά τους και η οικογένιεα του Έβο Μοράλες, του σημερινού προέδρου της χώρας. Τί ειρωνεία... Η οικονομική κρίση στην Βολιβία είχε προκληθεί από τον "στραγγαλισμό" που επέβαλαν οι ΗΠΑ στην χώρα, προκειμένου να πατάξουν το εμπόριο κοκαΐνης!

Ο διεθνής τύπος εκθείασε το έργο του Σακς, ο οποίος έδειξε έναν τρίτο τρόπο εφαρμογής του νεοφιλελεύθερου προγράμματος. Αν στην Χιλή του Πινοτσέτ απαιτήθηκε η επιβολή μιας δικτατορίας και στην Αγγλία της Θάτσερ χρειάστηκε ένας πόλεμος, στην Βολιβία έγιναν όλα υπό καθεστώς ειρήνης και...δημοκρατίας, μιας κι ο Πας χαρακτηριζόταν ως...σοσιαλιστής. Μόνο που ο Πας κέρδισε τις εκλογές υποσχόμενος μια τελείως αντίθετη πολιτική, γεγονός που σημαίνει ότι δεν είχε καμμία λαϊκή έγκριση για την πολιτική που εφάρμοσε. Αυτή ακριβώς η τακτική του "άλλα λέω για να με ψηφίσετε κι άλλα σκοπεύω να κάνω μόλις εκλεγώ" ονομάστηκε από τον σημαντικό νεοφιλελεύθερο οικονομολόγο Τζων Ουίλλιαμσον "πολιτική βουντού".

Φυσικά, ο λαός ξεσηκώθηκε και άρχισαν μαζικές απεργίες που παρέλυσαν την χώρα. Η αντίδραση του "σοσιαλιστή" Πας κάνει την Θάτσερ να δείχνει συμπαθής. Η χώρα κηρύχθηκε σε κατάσταση πολιορκίας, τα τανκς βγήκαν στους δρόμους, απαγορεύθηκε η κυκλοφορία, επιβλήθηκαν ειδικές άδειες για να ταξιδέψει κανείς μέσα στην χώρα, απαγορεύθηκαν συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, έκλεισαν ραδιοφωνικοί σταθμοί, κηρύχθηκαν εκτός νόμου τα συνδικάτα, τέθηκε εκτός νόμου η αριστερή αντιπολίτευση, συνελήφθησαν 1.500 διαδηλωτές, πυροβολήθηκαν απεργοί, εκτοπίστηκαν στην ζούγκλα του Αμαζονίου οι 200 πιο προβεβλημένοι συνδικαλιστές κλπ.

Αυτή η κατάσταση κράτησε τρεις ολόκληρους μήνες. Αλλά την επόμενη χρονιά, όταν ο Πας προχώρησε σε μαζικές απολύσεις εργαζομένων στα ορυχεία, ο κόσμος ξαναβγήκε στους δρόμους. Η αντίδραση του καθεστώτος ήταν ακριβώς η ίδια: συλλήψεις, εκτοπίσεις, φυλακίσεις, εκφοβισμός. Ο Πας ήταν ανένδοτος: οι αντιδράσεις έπρεπε να παταχθούν με κάθε τρόπο. Και έτσι πατάχθηκαν.

Τελικά, η Βολιβία άφησε στον κόσμο μια πλούσια παρακαταθήκη. Κατ' αρχήν, απεδείχθη ότι οι "θεραπείες-σοκ" του καπιταλισμού προϋποθέτουν πάντοτε κατάλυση της πραγματικής δημοκρατίας. Επίσης, απεδείχθη ότι πάντοτε θα υπάρχουν αυτοί που θα χαρακτηρίζουν "δημοκρατικές" τέτοιες "πολιτικές βουντού", επειδή τάχατες επιβάλλονται από εκλεγμένους ηγέτες, αλλά θα παραβλέπουν την ξεκάθαρα εκφρασμένη απόρριψη αυτών των πολιτικών εκ μέρους των ευρέων λαϊκών στρωμάτων.

Υπ' αυτή την έννοια, η Βολιβία δημιούργησε ένα νέο πρότυπο, έναν εξωραϊσμένο αυταρχισμό, ο οποίος δεν επιβάλλεται από στρατιωτικούς δικτάτορες αλλά από "δημοκρατικούς" πολιτικούς. Αυτό ακριβώς το πρότυπο θα αποδεικνυόταν εξαιρετικά χρήσιμο λίγα χρόνια αργότερα σε έναν από τους διασημότερους μπεκρήδες της εποχής: στον Μπόρις Γέλτσιν. Το ίδιο πρότυπο, 25 χρόνια αργότερα, θα το ανακάλυπτε και η "δημοκρατική" Ευρωπαϊκή Ένωση. Μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ανέθετε την εφαρμογή του στον ίδιο τον πρόεδρο της "σοσιαλιστικής διεθνούς", ολοκληρώνοντας την φάρσα της Ιστορίας με το πλέον φαρσικό τρόπο...
23. Πώς η υπερχρέωση γίνεται εργαλείο

Όταν ο Σακς κατέστρεψε έναν ολόκληρο λαό προκειμένου να δαμάσει τον υπερπληθωρισμό, ο Φρήντμαν και η παρέα του έτριψαν τα χέρια τους. Σύμφωνα με τα "παιδιά του Σικάγου", ο πληθωρισμός δεν αποτελούσε πρόβλημα προς επίλυση αλλά ο Σακς τους έδωσε την ιδέα να χρησιμοποιήσουν τον πληθωρισμό για να επεκτείνουν την δράση τους.

Πράγματι , την δεκαετία του '80 παρουσιάστηκε πληθωριστική έκρηξη σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Ας θυμηθούμε ότι στην Ελλάδα εκείνης της εποχής καταγράφαμε πληθωρισμό γύρω στο 25%. Ειδικά οι χώρες της Νοτίου Αμερικής παρασύρονταν από πληθωριστική έκρηξη, την οποία είχαν υποδαυλίσει ελεγχόμενοι από τις ΗΠΑ οργανισμοί: από την μια το ΔΝΤ επέμενε να εξοφληθούν τα υπέρογκα χρέη που είχαν σωρεύσει τα δικτατορικά καθεστώτα της περιοχής κι από την άλλη η FED (κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ) εκτόξευσε τα επιτόκιά της μέσα σε μια νύχτα, διογκώνοντας τα ελλείμματα των ισοζυγίων των ήδη υπερχρεωμένων χωρών. Κλασσικό παράδειγμα των όσων διεκτραγωδηθήκαν στην Λατινική Αμερική αποτελεί η περίπτωση της Αργεντινής.

Μετά την ήττα στα Φώκλαντ, η χούντα της Αργεντινής κατέρρευσε και οι αργεντίνοι εξέλεξαν ως πρόεδρο τον Ραούλ Αλφονσίν. Μόνο που οι στρατηγοί φεύγοντας παρέδωσαν στον νεοεκλεγμένο πρόεδρο μια "βόμβα χρέους". Αμέσως η Ουάσιγκτον έστειλε τελεσίγραφο: τα χρέη έπρεπε να πληρωθούν από την ανακάμπτουσα δημοκρατία. Αλλά πώς να πληρωθούν, όταν η χούντα παρέδωσε χρέη 45 δισ. δολλαρίων ενώ είχε παραλάβει 7,9; Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι τα ίδια και χειρότερα συνέβαιναν σε όλες τις νοτιοαμερικανικές χώρες όπου έπεφταν οι χούντες. Στην Ουρουγουάη, οι στρατηγοί παρέδωσαν χρέη 5 δισ. δολλαρίων ενώ είχαν παραλάβει μόλις 500 εκατομμύρια. Ακόμη χειρότερα ήσαν τα πράγματα στην Βραζιλία, όπου η χούντα του 1964 βρήκε χρέη 3 δισ. δολλαρίων και 21 χρόνια αργότερα παρέδωσε...103!

Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε εδώ πού πήγαν όλα αυτά τα λεφτά. Είναι ευνόητο: φαγώθηκαν από μια ολιγομελή κάστα. Αρκεί να αναφέρουμε ένα παράδειγμα: σε μια μόνο χρονιά, το 1980, το μεν χρέος της Αργεντινής αυξήθηκε κατά 9 δισ. δολλάρια οι δε καταθέσεις αργεντινών στο εξωτερικό αυξήθηκαν κατά...7 δισ. δολλάρια περίπου! (Σημ.: κάτι θυμίζει αυτό σε μας τους έλληνες...)

Εν πάση περιπτώσει, όσα λεφτά δεν καταχράστηκαν, διοχετεύθηκαν στην "στήριξη" ιδιωτικών εταιρειών. Για παράδειγμα, λίγο πριν την πτώση της χούντας, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αργεντινής Ντομίνγκο Καβάγιο (σημ.: συγκρατείστε το όνομα γιατί αυτό το "μπουμπούκι" θα το συναντήσουμε και παρακάτω) ανακοίνωσε ότι το κράτος θα απορροφούσε τα χρέη υπερχρεωμένων πολυεθνικών, όπως η Ford Motor Argentina, η Chase Manhattan, η IBM, η Mercedes Benz και η Citibank. Δηλαδή, το κράτος αναλάμβανε να καλύψει χρέη κάπου 20 δισ. δολλαρίων, χωρίς αυτές οι εταιρείες να χάσουν δεκάρα από τα κέρδη ή την περιουσία τους!

Είπαμε πιο πάνω ότι οι ΗΠΑ έχουν τεράστια ευθύνη για την υπερχρέωση των λατινικών χωρών. Ας το εξηγήσουμε περισσότερο αυτό.

Εμείς εδώ στην Ελλάδα γνωρίζουμε τον Χένρυ Κίσσινγκερ από την στάση του απέναντι στην χούντα και στο Κυπριακό. Οι λατινομερικανοί, όμως, τον γνώρισαν ως "ατζέντη" των αγορών. Πράγματι, ο τότε υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ είχε αναλάβει -σχεδόν εργολαβικά- να πιέσει τις λατινοαμερικανικές χούντες να παίρνουν δάνεια, ενώ ταυτόχρονα πίεζε την Διαμερικανική Αναπτυξιακή Τράπεζα να τα χορηγεί. Η ιδέα ήταν απλή: πάρτε τα δάνεια, φάτε όσα μπορείτε, μοιράστε τα υπόλοιπα στις αμερικανικές πολυεθνικές και όταν φτάσει η ώρα του λογαριασμού...θα τα βρούμε. Φυσικά, το "θα τα βρούμε" σήμαινε ότι θα δεθεί τέτοια θηλιά στον λαιμό σας ώστε δεν θα μπορέσετε ποτέ να κουνηθείτε. Έτσι, η κυβέρνηση των ΗΠΑ φόρτωσε με ανεξέλεγκτα δάνεια τις στρατοκρατούμενες λατινοαμερικανικές χώρες και ή ίδια κυβέρνηση απαίτησε αργότερα την εξόφλησή τους από τις αναγεννώμενες δημοκρατίες.

Παράλληλα, άρχισαν να γίνονται εμφανέστατες οι επιπτώσεις από το περίφημο "σοκ Βόλκερ". Ο Πωλ Βόλκερ ήταν ο διοικητής της FED, ο οποίος αποφάσισε την κατακόρυφη αύξηση των επιτοκίων που έφτασαν το 21% από το 1981 ως το 1985. Αυτά τα εξωφρενικά επιτόκια διόγκωσαν υπέρμετρα τα τοκοχρεωλύσια που έπρεπε να καταβάλουν οι νεοεκλεγμένες δημοκρατικές κυβερνήσεις. Για παράδειγμα, τα 45 δισ. που κληρονόμησε ο Αλφονσίν από την χούντα, έφτασαν 65 δισ. μέσα σε λίγα χρόνια.

Ανοίγουμε παρένθεση. Πολλοί αναλυτές, αναφερόμενοι σε όσα συνέβησαν στην Αργεντινή, μιλούν για κρίση χρέους. Στην ουσία, όμως, επρόκειτο για κρίση υπερσυσσώρευσης κερδών: οι ολιγομελείς κάστες που προαναφέραμε, μαζί με τα πολυεθνικά μονοπώλια, απομύζησαν τον πλούτο ολόκληρων χωρών μέχρι το σημείο να μη μπορούν πλέον να θησαυρίσουν περισσότερο. Είναι σαφές ότι σε ένα τέτοιο σημείο πρέπει να καταστραφεί τμήμα του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου. Μόνο που ποτέ το κεφάλαιο δεν δέχεται την εκούσια αυτοκαταστροφή του αλλά επιδιώκει την μετακύλιση της απαραίτητης καταστροφής στις ευρύτερες κοινωνίες. Κλείνει η παρένθεση.

Φτάσαμε στο ζητούμενο. Ας θυμηθούμε, κατ' αρχάς, ότι ο Φρήντμαν θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της θεωρίας του την κατάρρευση κάθε υπάρχοντος οικονομικού συστήματος, ώστε να ξεκινάει το "χτίσιμο" του νεοφιλελεύθερου οικοδομήματος από μηδενική βάση. Έτσι, η θηλιά στον λαιμό της Αργεντινής έπρεπε να σφίξει περισσότερο ώστε η οικονομία της χώρας να καταρρεύσει τελείως. Κατόπιν, ανάμεσα στα συντρίμμια θα εμφανιζόταν ο "σωτήριος" νεοφιλελευθερισμός. Πώς έγινε όλο αυτό; Θα το δούμε στην συνέχεια.
24. Το παιχνίδι στην Αργεντινή αρχίζει

Οι πιστοί τού νεοφιλελευθερισμού παρουσιάζουν τις εξελίξεις της δεκαετίας του '80 ως θρίαμβο της ιδεολογίας τους. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι οι χώρες που βγήκαν από την δικτατορική τυραννία, επέλεξαν να συνταιριάσουν την ελευθερία τους με την ελευθερία των αγορών. Όμως, η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική: μόλις οι λαοί ανάσαναν από την καταδυνάστευση των βάναυσων καθεστώτων, χτυπήθηκαν από την καταιγίδα των χρηματοικονομικών σοκ και δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν. Για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη, ας συνεχίσουμε την εξέταση της περίπτωσης που λέγεται Αργεντινή.

Λέγαμε χτες ότι ο Αλφονσίν ανέλαβε την εξουσία το 1983, ενώ ήταν σε εξέλιξη το "σοκ Βόλκερ". Το 1986, ο πληθωρισμός είχε ξεφύγει τόσο, ώστε ο Αλφονσίν έθεσε σε κυκλοφορία ένα νέο νόμισμα, το αουστράλ, ελπίζοντας να ελέγξει την κατάσταση. Όμως, σε 3 μόλις χρόνια, τα πράγματα χειροτέρεψαν τόσο, ώστε το να ντύσει κανείς τους τοίχους τού σπιτιού του με αουστράλ ήταν φτηνότερο από το να αγοράσει χαρτί ταπετσαρίας. Τελικά, ο Αλφονσίν δεν άντεξε. Τον Ιούνιο του 1989, με τον πληθωρισμό πάνω από 200%, παραιτήθηκε.

Η αριστερά κατηγόρησε τον απελθόντα πρόεδρο ότι δεν έκανε όσα θα μπορούσε να κάνει. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να είχε κηρύξει στάση πληρωμών κι όχι να ξεζουμίζει την χώρα του προκειμένου να πληρώσει ένα χρέος, το οποίο -με μαθηματική βεβαιότητα- δεν ήταν δυνατόν να εξοφληθεί ποτέ. Θα μπορούσε, επίσης, να συνεννοηθεί με άλλες νοτιοαμερικανικές χώρες (με τα ίδια χάλια ή και χειρότερα) και να συστήσουν μια "ένωση οφειλετών", η οποία θα λειτουργούσε μια κοινή αγορά. Βέβαια, ο Αλφονσίν τα είχε σκεφτεί όλα αυτά αλλά δίστασε, ως αστός πολιτικός που δεν διέθετε επαναστατική παιδεία. Δίστασε, επειδή οι στρατιωτικοί μπορεί να είχαν παραδώσει την εξουσία αλλά -υπό την κάλυψη των ΗΠΑ- δεν βρισκόντουσαν στις φυλακές και παρακολουθούσαν τις εξελίξεις με τα όπλα παρά πόδα.

Ουσιαστικά, λοιπόν, ο Αλφονσίν είχε μόνο μια διέξοδο, εκτός από την παραίτηση: να συγκρουσθεί με τις ΗΠΑ και να προκαλέσει ρήξη με τους πιστωτές τής χώρας του (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα και πολυεθνικό κεφάλαιο). Όμως, με την αναγεννημένη δημοκρατία να είναι ακόμη εξαιρετικά αδύναμη και υπερβολικά ζαλισμένη από τα απανωτά σοκ, ο Αλφονσίν φοβήθηκε την σύγκρουση και αποδέχτηκε τους κανόνες της Ουάσιγκτον.

Αυτοί οι περίφημοι "κανόνες" τής δεκαετίας του '80 δεν είχαν καμμιά σχέση με τους παλαιότερους. Η παρακαταθήκη τής Βολιβίας είχε δείξει έναν καινούργιο δρόμο επιβολής της αμερικανικής κυριαρχίας, απαλλαγμένο από τις στρατιωτικές δικτατορίες. Ένας καινούργιος κόσμος ανέτελλε σιγά-σιγά. Ένας κόσμος στον οποίο η αμερικανική πολιτική θα επιβαλλόταν μέσω της οικονομίας και των "διαρθρωτικών προσαρμογών" και όπου οι δικτατορίες των στρατηγών θα έδιναν την θέση τους στις "δικτατορίες του χρέους".

Στο σημείο αυτό, ας θυμηθούμε τα όσα λέγαμε σε παλιότερο σημείωμα αυτής της σειράς για το Μπρέτον Γουντς. Λέγαμε, λοιπόν, ότι οι συμφωνίες του Μπρέτον Γουντς είχαν καταλήξει στην σύσταση δυο μεγάλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών: του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας (αργότερα προστέθηκε και ο τρίτος της παρέας, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου). Όταν ο Νίξον αποδέσμευσε το δολλάριο από τον "κανόνα του χρυσού", μπορεί να έβαζε ταφόπλακα στο Μπρέτον Γουντς αλλά το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα παρέμειναν ολοζώντανα. Και είναι αυτοί ακριβώς οι οργανισμοί που, κατά την δεκαετία του '80, κατάντησαν εργαλείο στα χέρια της αμερικανικής πολιτικής, σφίγγοντας την θηλιά στον λαιμό των υπερχρεωμένων κρατών.

Θεωρητικώς, ο Φρήντμαν ήταν αντίθετος σ' αυτούς τους οργανισμούς, εφ' όσον πίστευε στην απόλυτη ελευθερία των αγορών και σιχαινόταν κάθε μορφής παρέμβαση. Όμως, δεν τον χάλαγε καθόλου η σκέψη ότι τόσο το ΔΝΤ όσο και η Παγκόσμια Τράπεζα θα μπορούσαν να ακολουθήσουν μια πολιτική που θα γινόταν το όχημα με το οποίο θα επιβάλλονταν οι ιδέες του. Έτσι, δεν είναι καθόλου παράδοξο το γεγονός ότι οι κορυφαίες θέσεις αυτών των δυο μεγάλων οργανισμών παραδόθηκαν στα "παιδιά του Σικάγου". Ο Φρήντμαν καταλάβαινε ότι πολύ σύντομα οι υπερχρεωμένες χώρες θα οδηγούνταν στα νύχια του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, οπότε τα "παιδιά" του έπρεπε να είναι εκεί και να περιμένουν.

Όπως έχουμε ξαναπεί, η οικονομική κατάρρευση μιας χώρας δεν συνιστά για τον φρηντμανισμό πρόβλημα προς επίλυση αλλά ευκαιρία για δράση. Έτσι, υπό την διοίκηση των "παιδιών του Σικάγου", οι δυο μεγαλύτεροι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί του κόσμου υιοθέτησαν την λογική ενός "οπορτουνισμού των κρίσεων", προδίδοντας θεμελιακά τις ιδρυτικές τους αρχές.

Σε επόμενα σημειώματα θα ασχοληθούμε διεξοδικά και με το ΔΝΤ και με την Παγκόσμια Τράπεζα. Για την ώρα, θα συνεχίσουμε με τις εξελίξεις στην Αργεντινή, όπου έχουμε μείνει στην παραίτηση Αλφονσίν. Οι εκλογές που ακολούθησαν έφεραν στην προεδρία της χώρας έναν επαρχιώτη περονιστή κυβερνήτη, ο οποίος πρόβαλλε έναν ιδιότυπο "λαϊκό τσαμπουκά" με τα δερμάτινα σακάκια του και τις μακριές φαβορίτες του. Τον Κάρλος Μένεμ.

Η αποδοχή του Μένεμ από τα λαϊκά στρώματα ήταν μεγάλη. Ο κόσμος πίστευε ότι ο νέος πρόεδρος θα εξέφραζε τον "τσαμπουκά" του πάνω σε όσους του ρουφούσαν το αίμα. Όμως, κάποιοι σκεπτικιστές αναλυτές δαγκώθηκαν, καθώς διέβλεπαν εντυπωσιακές ομοιότητες της λαϊκής απήχησης του Μένεμ στην Αργεντινή με εκείνη που είχε ο Βίκτωρ Πας στην Βολιβία λίγα χρόνια νωρίτερα. Δεν είχαν άδικο...
25. Η Αργεντινή ξεπουλιέται

Το "περονικό" σακάκι τού νέου προέδρου άντεξε μόλις έναν χρόνο, πριν γίνει ξεσκλίδι. Υπό την ασφυκτική πίεση του ΔΝΤ, ο Μένεμ υιοθέτησε την "πολιτική βουντού", που λέγαμε σε προηγούμενο σημείωμα. Και για να στείλει ένα καθαρό σημάδι στις "αγορές", διόρισε ως υπουργό οικονομικών έναν παλιό μας γνώριμο: τον Ντομίνγκο Καβάγιο, δεξί χέρι της χούντας. Στο άκουσμα του ονόματος του Καβάγιο, το χρηματιστήριο του Μπουένος Άυρες εκτινάχτηκε κατά 30%.

Ο Καβάγιο ήξερε καλά το μάθημα: σε όλες τις κορυφαίες οικονομικές θέσεις διόρισε "παιδιά του Σικάγου". Και η νέα "αδελφότητα" έβαλε αμέσως σε εφαρμογή το γνωστό σχέδιο. Πρώτα-πρώτα, χρησιμοποίησε το χάος τού υπερπληθωρισμού ως μέσο για την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων κι από δίπλα επέβαλε μαζικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες. Αλλά το μεγάλο κόλπο παίχτηκε με την κατάργηση του αουστράλ και την εισαγωγή του νέου πέσο, το οποίο συνδέθηκε κατ' ευθείαν με το δολλάριο σε αναλογία 1 προς 1. Όπως καταλαβαίνει κι ένας μαθητής της πρώτης γυμνασίου, το νέο νόμισμα οδήγησε στην ταχύτατη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και, λίγα χρόνια αργότερα, στην πλήρη εξάλειψή του. Όμως, ποιος λέει ότι έτσι λύνονται τα προβλήματα;

Παράλληλα, το ξεπούλημα της δημόσιας υπηρεσίας από τον Καβάγιο πήρε τέτοια έκταση ώστε ξεπέρασε και όσα είχε διαπράξει ο Πινοτσέτ στην Χιλή. Μέχρι το 1994, οι 9 στις 10 δημόσιες επιχιερήσεις είχαν παραδοθει στα μεγάλα μονοπώλια (Citibank, Vivendi, Repsol, Telefonica κλπ). Βέβαια, η κυβέρνηση Μένεμ είχε φροντίσει να μην επιβαρύνει τους νέους ιδιοκτήτες, απολύοντας πάνω από 700.000 εργαζόμενους πριν προχωρήσει στο ξεπούλημα.

Ο Καβάγιο εφάρμοζε μια πολιτική "αλα Σακς" και ο Μένεμ χειροκροτούσε. Το "Time" χαρακτήρισε την πολιτική αυτή ως "το θαύμα του Μένεμ". Όμως, το πραγματικό θαύμα ήταν άλλο: η κυβέρνηση ξεπουλούσε τον τόπο κι οι εργαζόμενοι βυθίζονταν στην φτώχεια αλλά δεν σημειώθηκε καμμία λαϊκή εξέγερση! Περίεργο φαινόμενο μεν, εξηγήσιμο δε. Ας δούμε πώς:

Σε περιόδους έκρηξης του πληθωρισμού, οι χαμηλόμισθοι πολίτες τρέμουν καθώς βλέπουν να εξανεμίζεται ταχύτατα η αξία των λιγοστών χρημάτων που διαθέτουν. Όταν αυτός ο φόβος φωλιάσει στις λαϊκές μάζες, τότε όποια μέτρα κι αν πάρει η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό αλλά με μια κρυφή ελπίδα πως τα πράγματα θα καλυτερεύσουν. Έτσι, από την στιγμή που η σύνδεση του πέσο με το δολλάριο έρριξε τον πληθωρισμό, οι λαϊκές μάζες είναι έτοιμες πλέον να δεχτούν ορυμαγδό νέων μέτρων, με την σκέψη ότι και αυτά θα βγουν σε καλό.

Φυσικά, η σύνδεση του πέσο με το δολλάριο ήταν ουσιαστικά ένα ειδεχθές έγκλημα σε βάρος της χώρας. Ξαφνικά, τα εγχώρια προϊόντα έγιναν τόσο ακριβά, ώστε οι ντόπιες βιομηχανίες άρχισαν να κλείνουν η μια μετά την άλλη, αυξάνοντας κατακόρυφα την -ήδη αυξημένη- ανεργία. Και η κατάσταση όλο και χειροτέρευε, με αποτέλεσμα το 60% του πληθυσμού να βρεθεί κάτω από το όριο της φτώχειας, λίγο πριν την ανατολή της νέας χιλιετίας.

Τελικά, αυτό που κατάφεραν Μένεμ και Καβάγιο είχε περισσότερη σχέση με την ψυχολογία παρά με την πραγματική οικονομία. Ας θυμηθούμε άλλη μια φορά την συνταγή του Φρήντμαν: σε περιόδους κρίσης -πραγματικής ή εκλαμβανομένης ως τέτοιας- οι τρομαγμένες μάζες είναι πρόθυμες να εκχωρήσουν αυξημένη και ανεξέλεγκτη εξουσία σε όποιον εμφανιστεί με μια "μαγική λύση" διαθέσιμη.

Με αυτόν τον τρόπο, ο οποίος αξιοποιούσε τα διδάγματα της βολιβιανής παρακαταθήκης, ο νεοφιλελευθερισμός βρήκε τον τρόπο να ανθίσει σε μια χώρα όπου δεν υπάρχει μεν δικτατορία αλλά η δημοκρατία είναι αδύναμη. Όχι επειδή μπόρεσε να πείσει για την ορθότητά του αλλά επειδή επωφελείτο από την απελπισία που γεννούν οι κρίσεις. Σύντομα η τακτική αυτή τελειοποιήθηκε και τα θύματά της πολλαπλασιάστηκαν: Μεξικό 1994, "ασιατικές τίγρεις" 1997, Ρωσσία 1998, Βραζιλία 1999...

Τελειώνουμε το σημερινό μας σημείωμα με μια παρατήρηση. Όταν λέμε ότι ο καπιταλισμός εκμεταλλεύεται τις κρίσεις, δεν εννοούμε αποκλειστικά τις οικονομικές κρίσεις. Είπαμε ότι μιλάμε για κρίσεις οι οποίες μπορεί να είναι πραγματικές αλλά μπορεί απλώς να εκλαμβάνονται ως τέτοιες. Για παράδειγμα, ο Μπους το 2001 εμφάνισε την τρομοκρατία ως κρίση. Επίσης, ως κρίσεις παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα φυσικών καταστροφών, όπως το τσουνάμι του 2004 ή ο τυφώνας "Κατρίνα" του 2005. Εφ' όσον αυτές οι φυσικές καταστροφές προκαλούν "μούδιασμα" στο κοινωνικό σύνολο, προσφέρονται για "θεραπείες-σοκ". Με δυο λόγια, ζούμε στην εποχή τού "καπιταλισμού της καταστροφής".


26. Η Πολωνία στο στόχαστρο

Ας μεταφερθούμε τώρα στην Ευρώπη του 1989, την εποχή της πτώσης του τείχους του Βερολίνου. Στην Πολωνία, η Αλληλεγγύη κερδίζει στις εκλογές 260 από τις 261 έδρες και αναλαμβάνει την διακυβέρνηση της χώρας. Κύριος στόχος των ηγετών της είναι να διαγράψουν ο,τιδήποτε κομμουνιστικό και, φυσικά, να "απελευθερώσουν" την οικονομία. Η άποψη που κυριαρχεί είναι κάτι σαν "εργατικός καπιταλισμός", δηλαδή να μετατραπούν οι κρατικές επιχειρήσεις σε αυτοδιαχειριζόμενες από τους ίδιους τους εργάτες.

Η δύση επενέβη. Μετά τα πρώτα χειροκροτήματα για την "απελευθέρωση" από τον "κομμουνιστικό ζυγό", το μήνυμα που στάλθηκε στους πολωνούς ήταν σαφές: πριν από κάθε άλλη κίνηση, έπρεπε να εξυπηρετηθούν τα χρέη. Τα πράγματα σκούρηναν. Με κομμένο τον "ομφάλιο λώρο" που την συνέδεε με την Σοβιετική Ένωση, η νέα κυβέρνηση δεν μπορούσε να ελπίζει σε στήριξη εξ ανατολών. Ο πρωθυπουργός Ταντέους Μαζοβιέσκι (αχυράνθρωπος του Βαλέσα, ο οποίος -πονηρά σκεπτόμενος- δεν έβαλε υποψηφιότητα στις εκλογές) στράφηκε προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ήταν σίγουρος ότι το ΔΝΤ θα στήριζε αναφανδόν την πρώτη "δημοκρατική" κυβέρνηση σε τέως κομμουνιστική χώρα.

Σύντομα η σιγουριά τού Μαζοβιέσκι εξελίχθηκε σε απογοήτευση. Τόσο το ΔΝΤ όσο και το υπουργείο οικονομικών των ΗΠΑ, όντας υπό των έλεγχο των "παιδιών του Σικάγου", είχαν άλλα σχέδια για την Πολωνία. Με τίποτε δεν θα επέτρεπαν την εξομάλυνση της κατάστασης βήμα-βήμα. Για να "φτιάξουν τα πράγματα", έπρεπε να δημιουργηθεί η γνωστή και δοκιμασμένη "κατάσταση σοκ". Η τεράστια κρατική περιουσία μιας κομμουνιστικής χώρας χρειαζόταν μια έντονη "θεραπεία σοκ" για να περάσει στα χέρια του μεγάλου κεφαλαίου και να μη μείνει στους εργάτες ως αυτοδιαχειριζόμενη. Έτσι, οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί άφησαν την Πολωνία να βουλιάζει στα χρέη και τον πληθωρισμό. Η μόνη στήριξη που πήρε ήταν ένα ευτελέστατο "φιλοδώρημα" 119 εκατομμυρίων δολλαρίων από τον μπαμπά Μπους.

Τότε έσκασε μύτη ένας παλιός μας γνώριμος: ο Τζέφφρυ Σακς. Ο Τζωρτζ Σόρος πήρε τον Σακς και τον πήγε στην Βαρσοβία για να τον συστήσει στην Αλληλεγγύη. Μάλιστα, ο Σόρος προσφέρθηκε να καλύψει τα έξοδα τόσο του Σακς όσο κι ενός ακόμη νεοφιλελεύθερου οικονομολόγου, του Ντέηβιντ Λίπτον, για να βοηθήσει -όπως έλεγε- την καημένη την Πολωνία. Ο Σακς έγινε δεκτός με ανακούφιση. Οι ηγέτες της Αλληλεγγύης πίστευαν ότι οι διασυνδέσεις και η φήμη τού Σακς θα εξασφάλιζαν στην χώρα την ποθούμενη εξωτερική βοήθεια.

Ο Σακς έπιασε αμέσως δουλειά και συνέστησε στους πολωνούς να...μη πληρώσουν τα χρέη τους! Υποσχέθηκε ότι θα αναλάμβανε να επηρεάσει τα κέντρα αποφάσεων προς την κατεύθυνση ότι δεν μπορεί μια δημοκρατική κυβέρνηση να επωμισθεί χρέη που -υποτίθεται πως- άφησε πίσω της η προηγούμενη κομμουνιστική διακυβέρνηση. Παράλληλα, υποσχέθηκε ότι θα εξασφάλιζε στην χώρα οικονομική ενίσχυση τριών δισ. δολλαρίων, ποσό τεράστιο μπροστά στα ψίχουλα του Μπους. Μόνο που... Μόνο που για να πειστούν οι αγορές, η κυβέρνηση έπρεπε να υιοθετήσει μια θεραπεία-σοκ, η οποία κατεγράφη στον πολωνικό τύπο ως "σχέδιο Σακς".

Το "σχέδιο Σακς" ήταν μια παραλλαγή προς το σκληρότερο του σχεδίου που είχε ακολουθηθεί στην Βολιβία και προέβλεπε άμεση κατάργηση των κρατικών επιδοτήσεων και της διατίμησης ("μέσα σε μια νύχτα", έλεγε χαρακτηριστικά ο Σακς) και πώληση όλων των κρατικών ορυχείων, ναυπηγείων και εργοστασίων σε ιδιώτες. Το πλήρες σχέδιο του Σακς χώρεσε σε μόλις 15 σελίδες.

Στην Αλληλεγγύη ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος. Η συντριπτική πλειοψηφία εκείνων που είχαν πρωτοστατήσει στην αντεπανάσταση κατά του κομμουνισμού, αισθάνθηκε προδομένη. Ο Σακς επιδόθηκε σε αλλεπάλληλες προσωπικές συναντήσεις με τους ηγέτες του κόμματος, προκειμένου να τους πείσει για την ορθότητα του σχεδίου του. Ως όπλο, χρησιμοποίησε τα αποτελέσματα της πολιτικής που επέβαλε στην Βολιβία. Όμως, "ξέχασε" να ενημερώσει τους πολωνούς ότι στην Βολιβία χρειάστηκε να κηρυχθεί η χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να συλληφθούν όλοι οι συνδικαλιστές.

Τελικά, ο Σακς συμμάχησε με τον Λεσκ Μπαλτσέροβιτς, τον υπουργό οικονομικών. Ο Μπαλτσέροβιτς θεωρούσε τον εαυτό του "επίτιμο παιδί του Σικάγου", επειδή είχε μελετήσει το "Free to Choose" του Φρήντμαν. Ο υπουργός ανέλαβε να πείσει τους διαφωνούντες συντρόφους του, οι οποίοι έβλεπαν ότι αυτά που σχδίαζε ο Σακς δεν είχαν καμμιά σχέση με όσα είχε υποσχεθεί προεκλογικά ο ίδιος ο Βαλέσα. Προς όσους επέμεναν ότι η φτωχή Πολωνία δεν θα μπορέσει να αντέξει τέτοια τερτίπια και ότι η υιοθέτηση του "σχεδίου Σακς" θα οδηγήσει την χώρα στο στόμα τού καπιταλισμού, ο Μπαλτσέροβιτς ήταν καθησυχαστικός: "Δεν μιλάμε για καπιταλισμό αλλά για ένα άλλο μείγμα, για ένα άλλο σύστημα που δεν θα είναι καπιταλισμός. Θα είναι ένα σύστημα καλύτερο από τον καπιταλισμό, το οποίο θα απορρίπτει όλα τα κακά του καπιταλισμού".

Επί τρεις ολόκληρους μήνες, οι ηγέτες της Αλληλεγγύης έτρωγαν τα νύχια τους, μη μπορώντας να αποφασίσουν τι να κάνουν. Επί τρεις ολόκληρους μήνες η χώρα κατρακυλούσε στην καταστροφή αβοήθητη. Φυσικά, ο Σακς και η παρέα του δεν βιάζονταν: όσο μεγαλύτερη γινόταν η κρίση, τόσο το καλύτερο για την "θεραπεία-σοκ" που ετοιμαζόταν. Τρεις μήνες... Ώσπου, στις 12 Σεπτεμβρίου 1989, ο Μαζοβιέτσκι εμφανίστηκε στο κοινοβούλιο για να ανακοινώσει το πρώτο οικονομικό πρόγραμμα τής Αλληλεγγύης. Οι αποφάσεις είχαν παρθεί μυστικά. Ελάχιστοι τις γνώριζαν. Οι περισσότεροι περίμεναν με αγωνία την τελική επιλογή: θα ήταν το σχέδιο Σακς, το πρόγραμμα των αυτοδιαχειριζόμενων επιχειρήσεων, η οδός των σταδιακών αλλαγών του Γκορμπατσόφ ή κάτι άλλο;

ΥΓ: Αυτό το "άλλο μείγμα" του Μπαλτσέροβιτς, κάτι μου θυμίζει... Επίσης, κάτι μου θυμίζει κι αυτό το τρίμηνο κατά το οποίο η Πολωνία είχε αφεθεί να βουλιάζει ανεξέλεγκτα... Ρε, περίεργη που είναι η πουτάνα η Ιστορία ώρες-ώρες...
27. Οι πολωνοί ανατρέπουν τον Φρήντμαν

Ο Μαζοβιέτσκι ανέβηκε στο βήμα και άρχισε την ομιλία του αλλά ξαφνικά κατέρρευσε από την αγωνία και την ψυχολογική πίεση. Του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και συνήλθε."Η κατάσταση της υγείας μου είναι ίδια με την κατάσταση της οικονομίας", προσπάθησε να αστειευτεί. Τελικά, εξαπέλυσε το "τούβλο". Θα εφαρμοζόταν το σχέδιο του Σακς, δηλαδή μια αντιγραφή της βολιβιανής συνταγής αλλά πιο επιθετική: ιδιωτικοποιήσεις των πάντων, δημιουργία χρηματιστηρίου, δημοσιονομικές περικοπές και αναπροσανατολισμός της βαρειάς βιομηχανίας προς την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Κι όλα αυτά με την μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα.

Εκείνο το βράδυ της 12ης Σεπτεμβρίου 1989, ο καταρρακωμένος Μαζοβιέτσκι έβαζε ταφόπλακα στο όραμα που είχε διατυπώσει ο Βαλέσα, μερικά χρόνια νωρίτερα, από τα ναυπηγεία του Γκντανσκ. Οι "ιδεολόγοι" της Αλληλεγγύης επέμεναν ότι αυτή η επιλογή δεν σήμαινε απάρνηση της αυτοδιαχειριζόμενης οικονομίας αλλά προσαρμογή στις ανάγκες, λόγω ελλείψεως χρόνου.

Η θεωρία του Φρήντμαν βρήκε τυπική εφαρμογή στην περίπτωση της Πολωνίας. Η αστραπιαία πολιτική μεταβολή δημιούργησε οικονομική κατάρρευση κι αυτή, με την σειρά της, γέννησε φόβο. Μπροστά σ' αυτόν τον φόβο, η υπόσχεση για γρήγορη ανάκαμψη δεν ήταν δυνατόν να παραβλεφθεί. Η αποπροσανατολισμένη κοινή γνώμη έγινε άθυρμα των διαμορφωτών της και οι πολίτες, αποκομμένοι από το ιδεολογικό υπόβαθρο που τους στήριζε τόσα χρόνια, έμειναν άλαλοι και άβουλοι μπροστά σε όσα διαδραματίζονταν εις βάρος τους.

Ο Μπαλτσέροβιτς παραδέχτηκε αργότερα ότι η τακτική που ακολουθήθηκε ήταν προσχεδιασμένη για να αποφευχθεί η κοινωνική έκρηξη. Παραδέχτηκε, επίσης, ότι στήριξε αυτή την τακτική, παρ' ότι έτσι πρόδιδε το "όραμα της Αλληλεγγύης", επειδή η Πολωνία βρισκόταν στο μέσο μιας "ασυνήθιστης πολιτικής συγκυρίας". Ακόμη, χαρακτήρισε τον αυταρχισμό, με τον οποίο επιβλήθηκε αυτή η πολιτική, ως "παράθυρο ευκαιρίας" κατά την διάρκεια του οποίου οι κανόνες της "ομαλής πολιτικής ζωής" δεν ισχύουν. Με άλλα λόγια, αυτό το "παράθυρο ευκαιρίας" απαιτούσε την αναστολή της δημοκρατίας για να πραγματοποιηθεί. (σ.σ.: τα εισαγωγικά σ' αυτή την παράγραφο αποτελούν τα ακριβή λόγια τού Μπαλτσέροβιτς)

Σύντομα, όμως, οι πολωνοί συνήλθαν από την "χειρουργική επέμβαση" και άρχισαν να αναρωτιούνται τόσο για την θεραπεία που τους επιβλήθηκε όσο και για τον γιατρό. Η θεραπεία δεν είχε επιφέρει βραχύβιες αναταράξεις αλλά μια βαθειά ύφεση: δυο χρόνια μετά την εφαρμογή της, η βιομηχανική παραγωγή είχε μειωθεί κατά...30%, ενώ στα τέλη του 1993 η ανεργία ξεπέρασε το 25% και το 59% των πολωνών βρισκόταν κάτω από το όριο της φτώχειας. Η καταστροφή ήταν τέτοια ώστε ακόμη και σήμερα η Πολωνία καταγράφει τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στην Ευρώπη. Ο δρόμος του Σακς δεν οδήγησε την χώρα στην σύγκλιση με την Ευρώπη αλλά στις χαώδεις ανισότητες της Χιλής.

Θα προσπαθήσω να συμπυκνώσω την "επιτυχία" του Σακς σε μια φράση τού Κάρολ Μοντζελέφσκι. Ο Μοντζελέφκσι ήταν από τους αντιφρονούντες τού κομμουνιστικού καθεστώτος και έκανε οκτώμιση χρόνια φυλακή. Ιδού, λοιπόν, η άποψή του: "Δεν θα ξόδευα ούτε ένα μήνα, ούτε μια βδομάδα στην φυλακή, πόσο μάλλον οκτώμιση χρόνια, για χάρη τού καπιταλισμού".

Έπειτα από ενάμιση χρόνο "ασυνήθιστης πολιτικής συγκυρίας", οι πολωνοί άρχισαν να ξεσηκώνονται. Οι 250 απεργίες που πραγματοποιήθηκαν στην χώρα το 1990, έγιναν 6.000 το 1992! Η τρομερή πίεση των λαϊκών στρωμάτων υποχρέωσαν την κυβέρνηση να αναστείλει το πρόγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων. Οι 7.500 απεργίες του 1993 εξουθένωσαν πλήρως το καθεστώς και το 62% της πολωνικής βιομηχανίας γλίτωσε από το ξεπούλημα.

Αυτός ο ξεσηκωμός των πολωνών εργατών έσωσε, δίχως αμφιβολία, εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, οι οποίες θα είχαν χαθεί αν ολοκληρώνονταν οι ιδιωτικοποιήσεις. Το πλέον ενδιαφέρον είναι ότι από το 1994, η οικονομία μπήκε σε ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης, χάρη κυρίως στην απόδοση των κρατικών επιχειρήσεων! Όπως σημειώνει ο οικονομολόγος Ταντέους Κοβάλικ, έτσι απεδείχθη ότι έκαναν λάθος όσοι σχεδίαζαν το ξεπούλημα των δημόσιων επιχειρήσεων.

Αλλά οι πολωνοί δεν έμειναν στις απεργίες. Η "δημοκρατία" τούς είχε τσακίσει κι αυτή την "δημοκρατία" χρησιμοποίησαν για να τιμωρήσουν τους υπεύθυνους. Στις εκλογές τής 19ης Σεπτεμβρίου 1993, ένας συνασπισμός αριστερών κομμάτων (όπου συμμετείχαν και κομμουνιστές!) κέρδισε το 66% των εδρών! Νωρίτερα, η Αλληλεγγύη είχε διασπαστεί σε δυο κομμάτια. Εκείνο που κράτησε την σφραγίδα πήρε κάτω από 5% και δεν μπήκε στην βουλή. Το δεύτερο, υπό τον "σωτήρα" Μαζοβιέτσκι, πήρε μόλις 10,6%. Η λαϊκή ετυμηγορία δεν θα μπορούσε να απορρίψει τον νεοφιλελευθερισμό με ηχηρότερο τρόπο.

Σήμερα, ο Σακς εξακολουθεί να καμαρώνει για το έργο του στην Βολιβία αλλά για την Πολωνία δεν τολμάει να πει λέξη. Αλλά, αν στην Πολωνία χρησιμοποιήθηκε η "δημοκρατία" για να καταδικαστεί ο φρηντμανισμός, στην Κίνα τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Εκεί, το καθεστώς φρόντισε πρώτα να συνθλίψει την δημοκρατία. Η σφαγή στην πλατεία Τιεν-αν-μεν θα δημιουργούσε το απαραίτητο "σοκ και δέος" για να αλλάξει πορεία η χώρα προς τον καπιταλισμό...


28. Η μπαρούφα τού Φουκουγιάμα

Τα όσα είπε ο Μπαλτσέροβιτς περί "ασυνήθιστης πολιτικής συγκυρίας", σύντομα αποδείχτηκαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Πριν καλά-καλά η Πολωνία βάλει σε εφαρμογή την "θεραπεία-σοκ" που λέγαμε, ο ρους της Ιστορίας αναταράχτηκε. Τον Νοέμβριο του 1989, εν μέσω πανηγυρισμών τόσο των ηγετών της δύσης (δικαιολογημένα) όσο και μεγάλης μερίδας του πληθυσμού (αδικαιολόγητα), το Τείχος του Βερολίνου έπεφτε, αναταράσσοντας τους ρυθμούς στους οποίους είχε συνηθίσει να κινείται ολόκληρη η ανθρωπότητα. Όλα έδειχναν να αλλάζουν ταχύτατα: η Σοβιετική Ένωση αγκομαχούσε, το απαρτχάιντ στην Νότια Αφρική ψυχορραγούσε, οι δικτατορίες στην λατινική Αμερική κατέρρεαν η μια μετά την άλλη. Με δυο λόγια, ολόκληρος σχεδόν ο πλανήτης φαινόταν να βιώνει μια κατάσταση "ασυνήθιστης πολιτικής συγκυρίας".

Λένε πως "ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται" και σ' αυτή την παγκόσμια αναμπουμπούλα δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσει εξαίρεση το κεφάλαιο. Στο βιβλίο του "Το Τέλος της Μετάβασης", ο Τόμας Κάραδερς (από τους ιθύνοντες του "μηχανισμού προώθησης της δημοκρατίας" των ΗΠΑ) παρατηρεί χαρακτηριστικά: "Στο πρώτο μισό της δεκαετίας τού '90, το σύνολο των χωρών που βρίσκονταν σε μεταβατική κατάσταση αυξήθηκε κατακόρυφα. περίπου 100 χώρες σε όλο τον κόσμο (20 στην Νότια Αμερική, 25 στην Ανατολική Ευρώπη, 30 στην Υποσαχάρια Αφρική, 10 στην Ασία και 5 στην Μέση Ανατολή) βρέθηκαν σε κατάσατση μετάβαση από κάποιο μοντέλο προς κάποιο άλλο".

Αυτές οι μεγάλες αλλαγές που παρατηρούνταν, έκαναν πολλούς να πιστέψουν ότι πλησίαζε το τέλος των ιδεολογιών: δίχως τα βαρίδια τού ψυχρού πολέμου, ο κόσμος θα ήταν ελεύθερος να επιλέξει τα καλύτερα στοιχεία και να συνθέσει το καλύτερο πολιτικό και οικονομικό σύστημα, σε ένα περιβάλλον δίχως συγκρούσεις, προβοκάτσιες και μαύρη προπαγάνδα. Ο Γκορμπατσόφ έλεγε σχετικά: "Τόσες δεκαετίες υπνωτισμού από δόγματα είχαν επιπτώσεις. Σήμερα θέλουμε να εισαγάγουμε ένα γνήσια δημιουργικό πνεύμα".

Βέβαια, οι οπαδοί του ανόθευτου καπιταλισμού (Φρήντμαν και σία) ειρωνεύονταν τα περί μείγματος ιδεολογιών. Γι' αυτούς, τώρα ήταν η ευκαιρία ώστε όλες οι "μεταβατικές χώρες" να στραφούν προς τον καθαρό φρηντμανισμό και όχι προς κάποιο υβρίδιο σοσιαλκεϋνσιανισμού. Σύμφωνα με το επιχειρησιακό πλάνο τού Φρήντμαν, τα "παιδιά του Σικάγου" έπρεπε να είναι έτοιμα ώστε να προσφέρουν άμεσες λύσεις όταν οι υπόλοιποι απλώς θα διατύπωναν ερωτήσεις και απορίες.

Τον χειμώνα εκείνου του "βρόμικου '89", στο πανεπιστήμιο του Σικάγου (πού αλλού;), ο καθηγητής Φράνσις Φουκουγιάμα έδωσε μια ιστορική διάλεξη με θέμα "Πλησιάζουμε το τέλος της Ιστορίας;". Φυσικά, το ακροατήριο απαρτιζόταν αποκλειστικά από υπέρμαχους των ιδεών τού Φρήντμαν. Το συμπέρασμα του Φουκουγιάμα από όσα διαδραματίζονταν σ' όλο τον κόσμο ήταν σαφές: Μη συζητάτε με όσους αναζητούν άλλους δρόμους. Μείνετε σταθεροί στις απόψεις σας και διατρανώστε την νίκη σας. Σύμφωνα με τον Φουκουγιάμα, η νίκη τής καπιταλιστικής αντεπανάστασης δεν συνεπαγόταν την έναρξη μιας διαδικασίας σύγκλισης των πρώην αντίθετων κόσμων αλλά την ολοκληρωτική νίκη τού φιλελευθερισμού, ενώπιον της οποίας έπρεπε οι πάντες να υποκλιθούν. Με άλλα λόγια, ο Φουκουγιάμα δεν διαπίστωνε το τέλος των ιδεολογιών αλλά το τέλος της Ιστορίας καθ' εαυτήν.

Χορηγός της εκδήλωσης ήταν ο Τζων Όλιν, επί σειρά ετών χρηματοδότης τού Φρήντμαν. Τα λεφτά τού Όλιν έπιασαν τόπο, αφού ο Φουκουγιάμα υιοθέτησε πλήρως την άποψη τού Φρήντμαν ότι οι ελεύθερες αγορές αποτελούν απαραίτητο συστατικό της ελευθερίας τού ανθρώπου. Μάλιστα, ο Φουκουγιάμα έσπρωξε την άποψη τού Φρήντμαν ακόμη παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι "οι απορρυθμισμένες αγορές, σε συνδυασμό με την φιλελεύθερη δημοκρατία, αποτελούν το καταληκτικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης του ανθρώπινου είδους και την τελική μορφή της ανθρώπινης διακυβέρνησης".

Το επιχείρημα τού Φουκουγιάμα αποτύπωνε σαφώς την μέθοδο "παράκαμψης της δημοκρατίας", την οποία είχαν εμπνευσθεί τα "παιδιά του Σικάγου". Όπως ακριβώς το ΔΝΤ είχε εισαγάγει λαθραία το ανεξέλεγκτο εμπόριο και τις ιδιωτικοποιήσεις, υπό την κάλυψη προγραμμάτων στήριξης, έτσι κι ο Φουκουγιάμα προσπάθησε να εισαγάγει λαθραία τον φρηντμανισμό, υπό την κάλυψη της "μεταβατικής διαδικασίας" που περιγράφει ο Κάραδερς.

Φυσικά, δεν ήταν σύμπτωση το ότι ο Φουκουγιάμα επέλεξε αυτή την ιστορικά κρίσιμη στιγμή να "τελειώσει" την Ιστορία. Ούτε ήταν σύμπτωση ότι την ίδια στιγμή επέλεξαν το ΔΝΤ και η Παγκόσμια τράπεζα για να δημοσιοποιήσουν την περίφημη "Συναίνεση της Ουάσιγκτον", στην οποία θα αναφερθούμε αναλυτικά σε επόμενο σημείωμα. Όλα εντάσσονταν σε ένα πακέτο στρατηγικών επιθετικής εξάπλωσης της καπιταλιστικής λαίλαπας, εν όψει της διαφαινόμενης ήττας τού σοσιαλισμού.

Η διάλεξη του Φουκουγιάμα απετέλεσε την βάση για το πολυδιαφημισμένο βιβλίο του "Το τέλος της Ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος". Το απόφθεγμα τού Φουκουγιάμα αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες μπαρούφες που έχουν ειπωθεί ποτέ από χείλη επιστήμονα. Είναι λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Φουκουγιάμα δεν είχε πάρει υπ' όψη του αναρίθμητες παραμέτρους, όπως π.χ. τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, ο οποίος απέδειξε από το 2001 και δώθε ότι η Ιστορία έχει μπροστά της πολλές σελίδες ακόμη να γράψει.

Είναι πικρά ειρωνικό το γεγονός ότι η πρόβλεψη-μπαρούφα του Φουκουγιάμα για το "τέλος της Ιστορίας" δεν θα απαιτούσε παρά δυο μονάχα μήνες για να διαψευσθεί παραγωδώς. Η διάψευση ήρθε από την άλλη πλευρά τού πλανήτη και, συγκεκριμένα, από την μεγαλύτερη πλατεία τού Πεκίνου. Την Τιεν-αν-μεν.
29. Η Κίνα ασπάζεται τον φρηντμανισμό

Είναι ευρύτατα διαδεδομένο πως τα βίαια επεισόδια που διαδραματίστηκαν στο Πεκίνο το 1989, προήλθαν από την κρατική βία με την οποία το καθεστώς επιχείρησε να τσακίσει τον λαϊκό ξεσηκωμό κατά του κομμουνισμού. Πρόκειται για άλλο ένα από τα πάμπολλα παραμύθια με τα οποία ο καπιταλισμός επιχειρεί να αποκοιμίσει την κοινή γνώμη. Η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική και θα την δούμε βήμα-βήμα.

Από τις αρχές της δεκαετίας του '80, ο Ντεγκ-Χσιάο-Πιγκ είχε μελετήσει καλά το μάθημα της Αλληλεγγύης. Η κύρια έννοια του ήταν να αποφύγει στην χώρα του την εμφάνιση ενός παρόμοιου συνδικάτου, το οποίο θα απειλούσε την ύπαρξη του καθεστώτος του. Ο Ντεγκ και η παρέα του, παρ' ότι κρατούσαν την σφραγίδα και τα σύμβολα του κομμουνιστικού κόμματος που είχε θεμελιώσει ο Μάο, δεν είχε καμμιά σχέση με τον κομμουνισμό, τον οποίο χρησιμοποιούσε μόνο για λαϊκή κατανάλωση. Κατά βάση, ο σκληρός κομματικός πυρήνας που κυβερνούσε την Κίνα, ονειρευόταν την μετάλλαξη της οικονομίας επί το...καπιταλιστικώτερον. Γι' αυτό κι ο Ντεγκ, το 1980, κάλεσε τον ίδιο τον Φρήντμαν να διδάξει στους κινέζους οικονομολόγους τα τί και τα πώς της ελεύθερης αγοράς. Εκεί, στην καρδιά ενός σκληρού -υποτίθεται- κομμουνιστικού κράτους, ο Φρήντμαν δεν δίστασε να εκθειάσει τα καλά τού Χονγκ-Κονγκ, το οποίο χαρακτήρισε ως "πιο ελεύθερο από τις ΗΠΑ, εφ' όσον στο Χονγκ-Κονγκ το κράτος συμμετείχε λιγώτερο στην οικονομία".

Η φρηντμανική "ελευθερία" βόλευε την νομενκλατούρα τού κόμματος, η οποία ήθελε να διατηρήσει τον απόλυτο έλεγχο του κράτους κατά την καπιταλιστική του μετάλλαξη. Ήταν απλό: όταν θα άρχιζαν οι ιδιωτικοποιήσεις, οι αξιωματούχοι τού κόμματος θα έπρεπε να ήσαν εκεί, ώστε να αρπάξουν τα "φιλέτα" της δημόσιας περιουσίας. Υπ' αυτή την έννοια, ο Ντεγκ δεν ονειρευόταν να κάνει την χώρα του σαν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκείνο που είχε στο μυαλό του δεν έμοιαζε με τις ΗΠΑ αλλά με την Χιλή τού Πινοτσέτ: το σοκ της μετάβασης στην ελεύθερη αγορά θα υλοποιόταν με αυταρχικά σιδερένια πυγμή.

Τελικά, το 1983 ο Ντεγκ άρχισε τον μετασχηματισμό με μια τριπλή κίνηση: επέτρεψε τις ξένες επενδύσεις, κατάργησε τα περισσότερα μέτρα προστασίας των εργατών και ίδρυσε την Λαϊκή Ένοπλη Αστυνομία, της οποίας αποστολή ήταν η καταστολή τού "οικονομικού εγκλήματος". Λεπτομέρεια: στην έννοια του "οικονομικού εγκλήματος" περιλαμβάνονταν οι απεργίες και οι διαδηλώσεις, επειδή προξενούσαν οικονομική ζημιά στο κράτος. Η Λ.Ε.Α. απετελείτο από 400.000 άνδρες (σημ.: το νούμερο είναι σωστό, τετρακόσιες χιλιάδες), οι οποίοι διέθεταν, μεταξύ των άλλων, ειδικά αμερικανικά ελικόπτερα και ηλεκτρικές βουκέντρες.

Τα πρώτα μέτρα τού Ντεγκ πέρασαν εύκολα, μιας κι ο κόσμος δεν ήταν δυνατόν να υποψιαστεί ότι το κόμμα, που τον προστάτευε μέχρι χτες, θα ήταν δυνατόν να απεργαστεί μέτρα εις βάρος του. Όμως, περί τα τέλη τής δεκαετίας τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν, καθώς τα μέτρα τού Ντεγκ σκλήραιναν. Πρώτα-πρώτα, καταργήθηκε η διατίμηση, γεγονός που οδήγησε στην εκρηκτική αύξηση των τιμών. Δεύτερον, καταργήθηκε η -αυτονόητη σε ένα γνήσιο κομμουνιστικό σύστημα- προστασία τής εργασίας, με συνέπεια να εμφανιστούν οι πρώτοι -μετά από πολλές δεκαετίες- άνεργοι, οι οποίοι αυξάνονταν με ταχύτατους ρυθμούς. Τρίτον, το ξεσάλωμα της κομματικής νομενκλατούρας ήταν τόσο έκδηλο, ώστε άρχισε να ριζώνει στις λαϊκές μάζες η αγανάκτηση για την διαφθορά στην κορυφή τής κομματικής πυραμίδας. Μ' αυτά και με άλλα, η λαϊκή κατακραυγή άρχισε να γίνεται τόσο έντονη, ώστε το 1988 η κυβέρνηση αναγκάστηκε να επαναφέρει την διατίμηση, παραβιάζοντας ένα από τα σημαντικώτερα φρηντμανικά θέσφατα.

Βλέποντας τις εξελίξεις, ο Φρήντμαν ανησύχησε τόσο ώστε έκανε ό,τι ακριβώς είχε κάνει σε αντίστοιχη περίπτωση στην Χιλή τού Πινοτσέτ: σηκώθηκε και πήγε ο ίδιος στο Πεκίνο, προκειμένου να εμψυχώσει τους θιασώτες των ιδεών του. Εκεί, υπό την κάλυψη της τηλεόρασης, συναντήθηκε με τον Ζάο Ζιγιάνγκ (γενικό γραμματέα του κόμματος) και τον Ζιάνγκ Ζεμίν (τότε γραμματέα τής Σαγκάης και σήμερα πρόεδρο της χώρας), συζητώντας μαζί τους επί δυο ώρες και επαναλαμβάνοντας όσα είχε πει πριν λίγα χρόνια στον Πινοτσέτ. Ο ίδιος ο Φρήντμαν θυμάται:

"Τους είπα ξεκάθαρα να μην υποκύψουν στις πιέσεις και να μην αμφιταλαντεύονται... Έδωσα έμφαση στο πόσο σημαντικό ήταν να πραγματοποιηθούν οι ιδιωτικοποιήσεις και η μετάβαση στις ελεύθερες αγορές, να επιβληθεί η φιλελευθεροποίηση με μια αποφασιστική κίνηση... Τα αρχικά μεταρρυθμιστικά βήματα της Κίνας υπήρξαν εξαιρετικά επιτυχημένα. Η χώρα μπορεί να σημειώσει ακόμη πιο θεαματική πρόοδο, αν βασιστεί ακόμη περισσότερο στις ιδιωτικές ελεύθερες αγορές..." (Από το αυτοβιογραφικό "Two Lucky People - Memoirs". Η υπογράμμιση είναι του ίδιου του συγγραφέα και δείχνει ότι ο Φρήντμαν ζητούσε πιο έντονη θεραπεία-σοκ).

Εδώ αξίζει τον κόπο να δούμε μια λεπτομέρεια, πάλι από το "Two Lucky People". Επειδή ο Φρήντμαν θυμόταν ότι είχε δεχτεί πολλά βέλη τότε που ενεργούσε ως σύμβουλος του Πινοτσέτ, μόλις επέστρεψε στις ΗΠΑ φρόντισε να...βγει από πάνω, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο πολύς κόσμος δεν γνώριζε τι ακριβώς γινόταν στην μεταμαοϊκή Κίνα. Έτσι, έστειλε μια επιστολή σε κάποια εφημερίδα, όπου δήλωνε "αγανακτισμένος" επειδή εκείνοι που αντέδρασαν τότε στην Χιλή, δεν διαμαρτυρήθηκαν για την Κίνα. Πρόσθετε δε, με σαρκασμό:"Έδωσα στην Κίνα ακριβώς τις ίδιες συμβουλές που είχα δώσει και στην Χιλή. Θα πρέπει να περιμένω μια χιονοστοιβάδα διαμαρτυριών επειδή προθυμοποιήθηκα να δώσω συμβουλές σε μια τόσο σατανική κυβέρνηση;"

Η επιστολή αυτή μνημονεύεται σήμερα, χάρη στην περιορισμένη δυνατότητα του Φρήντμαν να αντιληφθεί την πραγματικότητα. Αν δεν θεωρούσε τον εαυτό του αλάθητο, δεν θα την διέσωζε στην αυτοβιογραφία του αλλά θα την είχε πνίξει μόλις ο Ντεγκ-Χσιάο-Πινγκ άρχισε να αντιγράφει τις πιο βίαιες τακτικές τού Πινοτσέτ.


30. Η σφαγή τής Τιεν-αν-μεν

Ο Ουάνγκ Χούι είναι ένας από τους διοργανωτές των διαμαρτυριών τού 1989 στην Κίνα. Στο βιβλίο του "Η Νέα Τάξη της Κίνας" ξεκαθαρίζει ότι οι διαδηλωτές δεν ήσαν μόνο φοιτητές αλλά συμμετείχαν ευρύτατες κοινωνικές ομάδες, όπως δάσκαλοι, μικροεπαγγελματίες, εργάτες κλπ. Ο Ουάνγκ παρατηρεί ότι ο λαϊκός ξεσηκωμός δεν είχε στόχο την αποκομμουνιστοποίηση της χώρας (σ.σ.: άλλωστε γι' αυτήν είχε φροντίσει ήδη το...κόμμα!) αλλά την σκληρότητα των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, οι οποίες ήσαν -εκ φύσεως- απόλυτα αντιδημοκρατικές και πέρα από την κινεζική παράδοση. Γράφει χαρακτηριστικά ο Ουάνγκ: "Υπήρχε ένα γενικό αίτημα για δημοκρατικές μεθόδους επίβλεψης της δικαιοσύνης της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας και της αναδιοργάνωσης των κοινωνικών οφελών".

Εκείνη την στιγμή, το κόμμα έπρεπε να κάνει την επιλογή του. Κι αυτή η επιλογή δεν ήταν ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και τον κομμουνισμό. Αυτό ήταν ήδη λυμένο. Η επιλογή που έπρεπε να γίνει ήταν πιο δύσκολη για το κόμμα: ή θα έπρεπε να υποκύψει στην λαϊκή κατακραυγή και να υιοθετήσει έναν δημοκρατικό τρόπο προώθησης των επιδιωκόμενων αλλαγών ή θα έπρεπε να κινηθεί αστραπιαία και να επιβάλει τα σχέδιά του με την βία. Μιας και η πρώτη επιλογή συνεπαγόταν κάποια -έστω, μερική- απώλεια της πολιτικής ισχύος του, το κόμμα δεν δίστασε να προχωρήσει στην δεύτερη επιλογή.

Οι εξελίξεις ήσαν ταχύτατες. Στις 20 Μαΐου 1989, η κυβέρνηση επέβαλε στρατιωτικό νόμο. Στις 3 Ιουνίου, τα τανκς βγήκαν στον δρόμο ανοίγοντας πυρ στα τυφλά κατά των διαδηλωτών. Ταυτόχρονα, οι δυνάμεις της Λ.Ε.Α. διέσπασαν τα οδοφράγματα, τα οποία είχαν στηθεί γύρω από την πλατεία Τιεν-αν-μεν, πυροβολώντας αδιακρίτως και συλλαμβάνοντας εκατοντάδες διαδηλωτών. Τελικά, η ορμή τής κρατικής βίας κατάφερε να διαλύσει κάθε ίχνος δημόσιας διαμαρτυρίας αλλά ο απολογισμός ήταν τραγικός: πάνω από 2.000 νεκροί (μερικοί κάνουν λόγο και για 7.000), πάνω από 30.000 τραυματίες και σχεδόν 40.000 συλληφθέντες, εκ των οποίων εκτιμάται ότι πολλοί εκτελέστηκαν αλλά ο αριθμός τους είναι αδύνατον να ελεγχθεί.

Ο δυτικός τύπος έσπευσε να παροσυιάσει την σφαγή της Τιεν-αν-μεν ως παράδειγμα κομμουνιστικής βαρβαρότητας, ενώ επρόκειτο για μια σφαγή που είχε στόχο να προκληθεί το απαραίτητο φρηντμανικό σοκ, περί του οποίου έχουμε μιλήσει κατ' επανάληψη. Μάλιστα, σε πρωτοσέλιδό της η "Wall Street Gournal" διατύπωσε τον φόβο ότι "οι βίαιες ενέργειες τής Κίνας απειλούν να αναστείλουν την δεκαετή πορεία προς τις μεταρρυθμίσεις", λες κι ο Ντεγκ Χσιάο Πινγκ ήταν κατά των μεταρρυθμίσεων ή λες και αυτές οι "βίαιες ενέργειες" δεν αποσκοπούσαν στην επιτάχυνση των φρηντμανικής εμπνεύσεως μεταρρυθμίσεων.

Ο Ντεγκ θίχτηκε από αυτά τα δημοσιεύματα. Με την αμίμητη χοντροκοπιά του, δεν δίστασε να δηλώσει ωμά, πέντε μέρες μετά την σφαγή, ότι το κράτος δεν προσπαθούσε να υπερασπίσει τον κομμουνισμό αλλά τον καπιταλισμό, ότι οι διαδηλωτές δεν ήσαν παρά "κοινωνικά κατακάθια" και ότι το κόμμα θα προωθούσε πάση θυσία την θεραπεία-σοκ. Και πρόσθεσε: "Ήταν μια δοκιμασία και την περάσαμε. Αυτό το ατυχές γεγονός θα μας επιτρέψει να συνεχίσουμε την μεταρρύθμιση με σταθερώτερο και ταχύτερο βηματισμό. Δεν κάναμε λάθος. Δεν υπάρχει λάθος στις τέσσερις βασικές αρχές τής μεταρρύθμισης. Αν υπάρχει κάποιο λάθος, αυτό δεν είναι παρά η μη ολοκληρωτική εφαρμογή των εν λόγω αρχών". Βάζω στοίχημα ότι ο Φρήντμαν ούτε στα πιο τρελλά του όνειρα δεν θα περίμενε να ακούσει τέτοια λόγια από τον ηγέτη ενός "κομμουνιστικού" καθεστώτος!

Το σοκ λειτούργησε αποτελεσματικά. Σχεδόν αμέσως μετά την σφαγή, ο Ντεγκ κατάργησε και πάλι την διατίμηση, ενώ έβαλε σε εφαρμογή και όλες τις υπόλοιπες υποδείξεις τού Φρήντμαν. Μέσα στην επόμενη τριετία, η Κίνα δημιούργησε "ειδικές ζώνες εξαγωγών" και άνοιξε τα σύνορά της στις ξένες επενδύσεις. Υπό την σαφή διακήρυξη τού Ντεγκ "αν παραστεί ανάγκη, θα ληφθούν ακόμη σκληρότερες μέθοδοι για να καταπνιγεί οποιαδήποτε αναταραχή", το κύμα των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων μετέτρεψε την Κίνα σε μια χώρα όπου κάθε πολυεθνική τού πλανήτη θα ήθελε να μεταφέρει την παραγωγή της. Μια χώρα με ελάχιστους φόρους, ανύπαρκτους δασμούς, διεφθαρμένους αξιωματούχους και -κυρίως- πάμφθηνο εργατικό δυναμικό. Μια χώρα-κάτεργο.

Λεπτομέρεια με σημασία: Υπολογίζεται ότι σήμερα το 90% των κινέζων δισεκατομμυριούχων είναι αξιωματούχοι ή γόνοι αξιωματούχων τού κομμουνιστικού κόμματος. Περίπου 3.000 κομματικά φυντάνια έχουν συνολική περιουσία σχεδόν μισό τρισεκατομμύριο δολλάρια. Κι ας καμάρωνε ο Φρήντμαν μέχρι τον θάνατό του ότι το "κινεζικό θαύμα" αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα των ελεύθερων αγορών στην προώθηση της ευημερίας και της ελευθερίας. Στην ουσία, το "θαύμα" όχι μόνο δεν αφορά τον απλό λαό αλλά γεννήθηκε χάρη σε μια σφαγή. Και σ' αυτό δεν βλέπω ούτε ευημερία ούτε ελευθερία.
31. Η "Συναίνεση της Ουάσιγκτον"

Στο σημείο αυτό, αξίζει τον κόπο να ανοίξουμε μια παρένθεση, προκειμένου να εξετάσουμε το περιεχόμενο ενός όρου, τον οποίο θα συναντάμε συχνά στο εξής. Πρόκειται για την περίφημη "Συναίνεση της Ουάσιγκτον". Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες του 1989 λάμπει το άστρο του πιο ηλίθιου προέδρου του 20ου αιώνα, του Ρόναλντ Ρέηγκαν (σ.σ.: για τον 21ο αιώνα έχει ήδη βάλει σοβαρή υποψηφιότητα ο Τζωρτζ Μπους τζούνιορ), ο οποίος περνάει στην Ιστορία ως ο πρόεδρος επί των ημερών του οποίου έπεσε το Τείχος του Βερολίνου και κατέρρευσε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Αν ο Νίξον σημάδεψε την οικονομία καταργώντας τις συμφωνίες του Μπρέτον Γουντς, ο Ρέηγκαν την σημάδεψε υιοθετώντας τις ιδέες του νεοφιλελευθερισμού και χτίζοντας πάνω σ'αυτές ένα φρηντμανικής υφής οικονομικό μοντέλο, το οποίο πέρασε στην ιστορία ως "reaganomics".

Ενώ, λοιπόν, πλησιάζει στο τέλος της και η δεύτερη θητεία τού Ρέηγκαν, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησής του αναλαμβάνει να συνοψίσει τις βασικές θέσεις τού νεοφιλελευθερισμού, ώστε να κωδικοποιήσει τις προτάσεις που απαιτεί η πολιτική εφαρμογή τους. Επί κεφαλής αυτού του επιτελείου βρίσκεται ένα διακεκριμμένο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και εκλεκτό "παιδί του Σικάγου", ο Τζον Ουίλλιαμσον. Ο τελικός κώδικας πήρε τον τίτλο "Συναίνεση της Ουάσιγκτον" και αποτελεί έναν "Δεκάλογο", τον οποίο πρέπει να τηρούν με θρησκευτική προσήλωση όσες χώρες θέλουν να αποτελούν μέλη μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Ιδού τι περιλαμβάνεται σ' αυτόν τον "Δεκάλογο":

- (1) Φορολογική πολιτική πειθαρχία και έλεγχος του δημόσιου χρέους μέσω ισοσκελισμένων προϋπολογισμών.
- (2) Περιορισμός της δημόσιας δαπάνης, μέσω της μείωσης τών δαπανών για κοινωνικό κράτος και, κυρίως, σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία και οι υποδομές.
- (3) Φορολογική μεταρρύθμιση, με μείωση τόσο του αφορολόγητου ορίου των ιδιωτών όσο και των φόρων που επιβαρύνουν την παραγωγή και τις επενδύσεις, ούτως ώστε να εξομαλυνθεί η φορολογική καμπύλη (δηλαδή, να μειωθούν οι φόροι στα υψηλά εισοδήματα και να αυξηθούν στα χαμηλά).
- (4) Απελευθέρωση των επιτοκίων, ώστε αυτά να προσδιορίζονται αποκλειστικά από την αγορά και όχι από οποιασδήποτε μορφής κρατική παρέμβαση.
- (5) Ελεύθερη διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις.
- (6) Απελευθέρωση των διεθνών εμπορικών συναλλαγών, με κατάργηση κάθε μορφής περιορισμών, όπως π.χ. δασμοί, αντισταθμιστικές εισφορές, ποσοστώσεις, έλεγχος στην κυκλοφορία κεφαλαίων κλπ.
- (7) Απελευθέρωση των άμεσων ξένων επενδύσεων και κατάργηση κάθε μορφής εμποδίου στην είσοδο ή στην αποχώρηση ξένων επιχειρήσεων.
- (8) Πλήρης ιδιωτικοποίηση όλων των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα. Με βάση τον αφορισμό "οι κυβερνήσεις είναι χειρότερες από τις αγορές, οπότε, όσο μικρότερο είναι το κράτος, τόσο καλύτερο κράτος είναι", το δημόσιο πρέπει να απαλλαγεί τελείως από τον ρόλο τού επιχειρηματία.
- (9) Απορρύθμιση των αγορών μέσω της κατάργησης κάθε μορφής ελέγχου και της άρσης κάθε περιορισμού στην επιχειρηματική δραστηριότητα (εκτός από τομείς που άπτονται ευαίσθητων θεμάτων, όπως η κρατική ασφάλεια, η προστασία τού περιβάλλοντος κλπ).
(10) Μετοχοποίηση των περιουσιακών στοιχείων με παράλληλη μείωση της κρατικής προστασίας της ιδιωτικής περιουσίας.

Η "Συναίνεση της Ουάσιγκτον" καταλήγει ότι αυτός ο "Δεκάλογος" συνιστά το μοντέλο το οποίο πρέπει υποχρεωτικά να ακολουθηεί, επειδή δεν υπάρχει εναλλακτική λύση ("There is no alternative"). Καλεί δε τα "ισχυρά μέσα μετάδοσης" (πανεπιστήμια, εργοδοσία, τύπος, πνευματικοί κύκλοι κλπ) να αναλάβουν την μεταλαμπάδευση, μετάδοση και διάδοση αυτών των ιδεών, οι οποίες "σύντομα θα αποτελέσουν μονόδρομο".

Ας ανακεφαλαιώσουμε. Αν το βιβλίο τού Φρήντμαν "Καπιταλισμός και Ελευθερία" συνιστά το ευαγγέλιο του νεοφιλελευθερισμού, η "Συναίνεση της Ουάσιγκτον" συνιστά το ιδεολογικό του μανιφέστο. Θεωρητικά, η υιοθέτηση αυτού του κώδικα είναι απολύτως προαιρετική από οποιαδήποτε κυβέρνηση. Πρακτικά, όμως, η υποταγή στον "Δεκάλογο" είναι υποχρεωτική αφού επιβάλλεται από το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Συνεπώς, όποια χώρα θέλει να αποτελεί μέλος τής παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, είναι υποχρεωμένη να..."συναινέσει". Ανάμεσα στις χώρες που αντιτάσσονται σθεναρά στην "Συναίνεση" είναι η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Κούβα και η Βενεζουέλα.

Και κάτι τελευταίο. Αν στον παραπάνω "Δεκάλογο" παρατηρήσατε πολλές εξώφθαλμες ομοιότητες με τους όρους που περιλαμβάνονται τόσο στο δικό μας "μνημόνιο" όσο και στο "μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα προσαρμογής", συγχαρητήρια για την παρατηρητικότητά σας! Είναι προφανές ότι "συναίνεσε" και η χώρα μας...

Κλείνουμε την παρένθεση και συνεχίζουμε.


32. Το τέχνασμα της Νότιας Αφρικής

Από όσα έχουμε δει μέχρι τώρα, αποδεικνύεται ότι ο καπιταλισμός διαθέτει μεγάλη ικανότητα προσαρμογής στις εκάστοτε συνθήκες, δίχως να παρεκκλίνει από τις βασικές του γραμμές. Για παράδειγμα, η επιβολή τής φρηντμανικής "αντεπανάστασης" έγινε με διαφορετικό τρόπο στην Χιλή απ' ότι στην Βολιβία ή στην Αργεντινή. Με άλλα λόγια, η καπιταλιστική στρατηγική παραμένει σταθερή και μόνο η τακτική αλλάζει. Ας δούμε τώρα την τακτική με την οποία η "αντεπανάσταση" προωθήθηκε στην Νότια Αφρική.

Το 1955, το Αφρικανικό Εθνικό Κονγκρέσσο, το οποίο μαχόταν το απαρτχάιντ, διατύπωσε τον θρυλικό "Χάρτη της Ελευθερίας". Πενήντα χιλιάδες εθελοντές σάρωσαν ολόκληρη την χώρα, μαζεύοντας τα αιτήματα του λαού, τα οποία κωδικοποιήθηκαν στον Χάρτη, συνθέτοντας το όραμα του απλού λαού για την μετά-απαρτχάιντ εποχή. Οι βασικοί άξονες αυτού του Χάρτη ήταν: καλύτεροι μισθοί, μείωση του εξαντλητικού ωραρίου εργασίας, υποχρεωτική και δωρεάν εκπαίδευση, ελεύθερη διακίνηση, δικαίωμα επιλογής τόπου κατοικίας, γη στους ακτήμονες.

Τον Ιανουάριο του 1990, ο -υπερεβδομηντάχρονος πια- Νέλσων Μαντέλα, έδωσε από την φυλακή στην δημοσιότητα ένα σημείωμα που είχε γράψει προκειμένου να βουλώσει τα στόματα όσων ισχυρίζονταν ότι ο Χάρτης είχε ξεθωριάσει μετά από 35 ολόκληρα χρόνια. Το σύντομο σημείωμα του έγκλειστου ηγέτη τού Κονγκρέσσου έλεγε τα εξής: "Η εθνικοποίηση των ορυχείων, των τραπεζών και των μονοπωλιακών βιομηχανιών είναι η πολιτική τού Αφρικανικού Εθνικού Κονγκρέσσου και η αλλαγή ή τροποποίηση των απόψεών μας είναι αδιανόητη. Η οικονομική πρωτοβουλία τού μαύρου πληθυσμού είναι ένας στόχος που τον υποστηρίζουμε και τον ενθαρρύνουμε με όλες μας τις δυνάμεις, όμως στην παρούσα κατάσταση είναι αναπόφευκτος ο κρατικός έλεγχος ορισμένων τομέων τής οικονομίας". Δυο μήνες αργότερα, ο Μαντέλα αποφυλακίστηκε και άρχισαν οι διαπραγματεύσεις του Κονγκρέσσου με την κυβέρνηση, προκειμένου να αλλάξει η κατάσταση στην χώρα και να τερματιστεί το απαρτχάιντ.

Συζητητής τού Μαντέλα, από την πλευρά των "λευκών", ήταν ο πρόεδρος της χώρας, Φρεντερίκ Ντε Κλερκ. Η κύρια θέση τού Μαντέλα ήταν αδιαπραγμάτευτη: για να υπάρξει πραγματική ελευθερία, δεν αρκούσε να αποκτήσουν οι μαύροι δικαίωμα στην διακυβέρνηση του κράτους αλλά έπρεπε να επιστραφεί και αναδιανεμηθεί σε ολόκληρη την κοινωνία ο εθνικός πλούτος που τον σφετερίζονταν οι λευκοί. Από την πλευρά του ο Ντε Κλερκ, κάνοντας ό,τι μπορούσε για να διατηρήσουν οι λευκοί όσο το δυνατόν περισσότερη ισχύ, πρότεινε ομοσπονδιοποίηση της χώρας, παροχή δικαιώματος βέτο στα μειονοτικά κόμματα, ποσόστωση στα κρατικά αξιώματα για κάθε εθνική ομάδα κλπ.

Παράλληλα, όμως, ο Ντε Κλερκ έπαιζε και δεύτερο παιγνίδι. Στην ουσία, οι "λευκοί" δεν νοιάζονταν για την διατήρηση της εξουσίας καθ' εαυτήν αλλά για τα οικονομικά πλεονεκτήματα που εξασφάλιζε αυτή η εξουσία. Βλέποντας, λοιπόν, ότι τα πράγματα οδηγούν -είτε με το καλό είτε με το άγριο- σε "μαύρη" διακυβέρνηση, ο Ντε Κλερκ επικέντρωσε τις προσπάθειές του στην διατήρηση των κεκτημένων ή, τουλάχιστον, όσων περισσότερων κεκτημένων ήταν δυνατόν. Η προσπάθειά του αυτή είχε δυο κεντρικούς άξονες:

Πρώτα-πρώτα, επικαλέστηκε την "Συναίνεση της Ουάσιγκτον" ώστε, κατά την διάρκεια των συνομιλιών, να προωθήσει σημαντικές οικονομικές αποφάσεις οι οποίες καθόριζαν την ανεξαρτησία τής κεντρικής τράπεζας, την ελευθερία του εμπορίου, την μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων κλπ. Δεύτερον, όπου δεν μπορούσε να εξασφαλίσει το απαραίτητο νομικό πλαίσιο, χρησιμοποίησε ένα άλλο μείγμα πολιτικών, μέσω των οποίων παραδιδόταν ο έλεγχος βασικών τομέων (διαρθρωτικές προσαρμογές, διεθνείς εμπορικές συμφωνίες κλπ) σε "ανεξάρτητους ειδικούς" του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και του Εθνικού Κόμματος (των "λευκών" δηλαδή). Με απλά λόγια, όταν ο Ντε Κλερκ απέτυχε να "βαλκανιοποιήσει" την χώρα με την ομοσπονδιοποίηση που πρότεινε, "βαλκανιοποίησε" την οικονομία της.

Η παρελκυστική τακτική τού Ντε Κλερκ πέτυχε. Η "ψιλοκουβεντούλα" με το Αφρικανικό Εθνικό Κονγκρέσσο τράβηξε κοντά τέσσερα χρόνια, ίσαμε το 1994. Στο μεσοδιάστημα, ο "τελευταίος πρόεδρος του απαρτχάιντ" πρόλαβε να πάρει το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης (το 1993, μαζί με τον Μαντέλα) και να προωθήσει όλες εκείνες τις μεθοδεύσεις που θα έδεναν χειροπόδαρα τούς "μαύρους" όταν εκείνοι θα έπαιρναν την εξουσία. Κι είναι αλήθεια ότι ο Ντε Κλερκ δεν κόπιασε ιδιαίτερα για να πετύχει τις επιδιώξεις του, αφού το Κονγκρέσσο δεν έβλεπε τίποτε περισσότερο παρά το πώς και πότε θα αναλάμβανε τον έλεγχο του κοινοβουλίου.

Τελικά, όταν το σύνθημα του Μαντέλα "ο λαός θα κυβερνήσει" έγινε πραγματικότητα, τα στελέχη τού Κονγκρέσσου δεν μπορούσαν να πιστέψουν πώς έγινε και η κυβερνητική εξουσία, για την οποία μάχονταν επί 35 ολόκληρα χρόνια, είχε συρρικνωθεί τόσο πολύ...
33. Μια σκλαβωμένη "ελεύθερη" χώρα

Το μοιραίο λάθος τού Αφρικανικού Εθνικού Κονγκρέσσου ήταν ότι δεν επέλεξε την ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης και το χτίσιμο ενός καινούργιου συστήματος αλλά αποδέχτηκε τους όρους που είχε επιβάλει το καθεστώς και επιδόθηκε στην οπορτουνιστική προσπάθεια βελτίωσης αυτού του συστήματος, το οποίο ήταν δομημένο σε καπιταλιστική βάση. Σύντομα κατάλαβε το λάθος αλλά ήταν πλέον αργά.

Οι "αγορές" δεν έβλεπαν με καλό μάτι τον "Χάρτη" τού Μαντέλα. Έτσι, μόλις απελευθερώθηκε ο ηγέτης τού Κονγκρέσσου από τις φυλακές, το χρηματιστήριο της Πραιτώριας κατέρρευσε και το ραντ έχασε το 10% τής αξίας του. Λίγο αργότερα, η De Beers, η μεγαλύτερη εταιρεία διαμαντιών, μετέφερε την έδρα της στην Ελβετία. Τα χτυπήματα ήταν καίρια και έγιναν μέσα στο πλαίσιο που είχε ήδη ετοιμάσει ο Ντε Κλερκ με την κατάργηση των φραγμών στο εμπόριο και στον κεντρικό έλεγχο. Τελικά, όταν το Κονγκρέσσο ανέλαβε την εξουσία, διαπίστωσε ότι το παιχνίδι ήταν τόσο στημένο ώστε δεν μπορούσε να κάνει σχεδόν τίποτε:

- Ήθελε να αναδιανείμει την γη; Αδύνατον. Οι διαπραγματεύσεις είχαν οδηγήσει στην τροποποίηση του συντάγματος και τώρα πια η ατομική ιδιοκτησία ήταν απολύτως προστατευμένη και η οποιαδήποτε αγροτική μεταρρύθμιση είχε καταστεί πρακτικά ανέφικτη.

- Ήθελε να δημιουργήσει καινούργιες θέσεις εργασίας; Αδύνατον. Εκατοντάδες εργοστάσια βρισκόντουσαν στα πρόθυρα του λουκέτου γιατί είχε υπογραφεί η συμμετοχή στην GATT (πρόδρομο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου), η οποία απαγόρευε τις κρατικές επιδοτήσεις.

- Ήθελαν να εξασφαλίσουν δωρεάν φάρμακα για την καταπολέμηση του AIDS, που εξαπλωνόταν ταχύτατα; Αδύνατον. Μια τέτοια ενέργεια θα παραβίαζε τα πνευματικά δικαιώματα των φαρμακοβιομηχανιών, τα οποία προστάτευε η GATT.

- Ήθελαν να διαθέσουν χρήματα για να παράσχουν δωρεάν κατοικίες στους άπορους και δωρεάν ηλεκτρικό ρεύμα στον λαό; Αδύνατον. Δεν περίσσευε δεκάρα, μιας και τα χρήματα έπρεπε να διατεθούν για την εξυπηρέτηση τού τεράστιου χρέους που άφησε πίσω του το καθεστώς Ντε Κλερκ.

- Ήθελαν να θέσουν σε κυκλοφορία περισσότερο χρήμα; Πρακτικά αδύνατον. Για μια τέτοια απόφαση χρειαζόταν η σύμφωνη γνώμη τού διοικητή της κεντρικής τράπεζας, η οποία τράπεζα είχε συμφωνηθεί να μην υπόκειται σε κρατικό έλεγχο. Άλλωστε, διοικητής της παρέμεινε ο διοικητής που είχε τοποθετήσει ο Ντε Κλερκ.

- Ήθελε να προσφέρει δωρεάν ύδρευση, υγεία ή παιδεία; Αδύνατον. Η Παγκόσμια Τράπεζα είχε επιβάλει την συμμετοχή τού ιδιωτικού τομέα σε όλες τις κοινωφελείς υπηρεσίες.

- Ήθελε να επιβάλει έλεγχο στις συναλλαγματικές ισοτιμίες για να προστατέψει το εθνικό νόμισμα από τους κερδοσκόπους; Αδύνατον. Μια τέτοια απόφαση θα παραβίαζε τους όρους μιας συμφωνίας 850 εκατομμυρίων δολλαρίων με το ΔΝΤ, η οποία είχε υπογραφεί λίγο πριν από τις εκλογές (τί σύμπτωση!).

- Ήθελε να αυξήσει τους μισθούς; Αδύνατον. Η συμφωνία με το ΔΝΤ προέβλεπε συγκράτηση των μισθών.

Στην πράξη, όλες οι δεσμεύσεις που βρήκε το Κονγκρέσσο έπρεπε να τηρηθούν, γιατί αλλοιώς θα διακοπτόταν κάθε εξωτερική βοήθεια και τα κεφάλαια θα έφευγαν από την χώρα. Με άλλα λόγια, οι νοτιοαφρικανοί είχαν κερδίσει μια "ανάπηρη ελευθερία", για να θυμηθούμε τον στίχο τού Κατσαρού. Όπως σημείωνε ο ακτιβιστής Ρασούλ Σνάιμαν, "ποτέ δεν μας άφησαν ελεύθερους, απλώς έβγαλαν την αλυσίδα από τον λαιμό μας και την έβαλαν στους αστραγάλους μας".

Η ακτιβίστρια Γιασμίν Σούκα είναι πιο κατηγορηματική: "Μας είπαν ότι αυτοί θα κρατήσουν τα πάντα κι εμείς απλώς θα κυβερνούμε". Ήταν μια διαδικασία "βρεφοποίησης", όπως σημειώνει εύστοχα η Ναόμι Κλάιν: στις νέες κυβερνήσεις δίνονται τα κλειδιά του σπιτιού, όχι όμως και ο συνδυασμός τού χρηματοκιβωτίου.

Αυτή είναι η διαδικασία τού "δημοκρατικά επικυρωμένου καπιταλισμού" ή πιο γνωστή ως η περίφημη "νέα δημοκρατία", που εμπνεύσθηκαν τα "παιδιά του Σικάγου" στην Χιλή. Προτού παραδώσουν την εξουσία σε μια εκλεγμένη κυβέρνηση, μετά από 17 χρόνια χούντας, τα "παιδιά" ρύθμισαν το Σύνταγμα και τους Νόμους ώστε να είναι πρακτικά αδύνατη η κατάργηση των αντιδραστικών νόμων τους. Ο Άλβαρο Μπαρδόν, υφυπουργός οικονομικών τού Πινοτσέτ, εξηγεί αυτή την συλλογιστική: "Αν δεχτούμε ότι τα οικονομικά είναι επιστήμη, αυτό συνεπάγεται ότι η κυβέρνηση ή οι πολιτικές δομές πρέπει να έχουν λιγώτερη εξουσία, καθώς δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους να παίρνουν αποφάσεις για τέτοια ζητήματα".

Το συμπέρασμα είναι ότι το Κονγκρέσσο απέτυχε επειδή επέλεξε μια οπορτουνιστική πολιτική. Αντί να γκρεμίσει το σάπιο σύστημα που βρήκε μπροστά του, προτίμησε να παίξει με τους όρους που εκείνο επέβαλε και να προσπαθήσει να το "επιδιορθώσει". Σε ένα τέτοιο παιχνίδι, όπου τους κανόνες τούς βάζει ο αντίπαλος, δεν θα μπορούσε ποτέ να κερδίσει.


34. Τριγμοί στην Σοβιετική Ένωση

Συνεχίζοντας την επίπονη προσπάθεια ανατομίας τού νεοφιλελευθερισμού, ας κάνουμε ένα σύντομο διάλειμμα για να ξεκαθαρίσουμε ένα βασικό σημείο, προς αποφυγή παρεξηγήσεων. Υπενθυμίζω ότι, όταν ξεκίνησα τούτη τη σειρά σημειωμάτων, είχα ξεκαθαρίσει ότι θα χρησιμοποιήσω εργαλεία παρμένα από το ίδιο το καπιταλιστικό οπλοστάσιο, ώστε να αποφύγω την κατηγορία πως τάχα γράφω επηρεασμένος από την μαρξιστική ιδεολογία. Για τον μαρξιστή αναλυτή, ο όρος "νεοφιλελευθερισμός" είναι αδόκιμος, με την έννοια ότι η χρήση του αφήνει υπόνοιες πως η φρηντμανική ιδεολογία αποτελεί μια "κακή" πλευρά του καπιταλισμού και πως αντ' αυτής θα μπορούσε να υιοθετηθεί ένας άλλος, "καλός" καπιταλισμός. Όσοι αναγνώστες δυσφορούν -κατά κάποιο τρόπο- για την μεθοδολογία μου, ας κάνουν λίγη υπομονή ώσπου να φτάσει η ώρα των συμπερασμάτων. Τέλος του διαλείμματος.


Δεν ξέρω πόσο ενδιαφέρον είχαν όλα όσα έχουμε πει μέχρι σήμερα αλλά νομίζω ότι τώρα φτάνουμε σε ένα όντως ενδιαφέρον σημείο, αφού θα εξετάσουμε με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο ο νεοφιλελευθερισμός οργάνωσε την αντεπανάστασή του στην Σοβιετική Ένωση. Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας από το 1956, όταν ο Χρουτσώφ -εκμεταλλευόμενος τις "περίεργες" αποφάσεις τού 20ου συνεδρίου τού κόμματος- ξεκίνησε τον "εκδημοκρατισμό" τής χώρας μέσω της "αποσταλινοποίησης", αλλά μια τόσο βαθειά ανάλυση θα ξέφευγε από τους στόχους αυτών των σημειωμάτων. Έτσι, λοιπόν, ας μεταφερθούμε κατ' ευθείαν στο 1991.

Πρόεδρος της ΕΣΣΔ είναι ο Μιχαήλ Σεργκέγιεβιτς Γκορμπατσόφ. Ο Γκορμπατσόφ, θέλοντας να στείλει στον δυτικό κόσμο το μήνυμα ότι η χώρα του δεν αποτελεί την "Αυτοκρατορία του κακού" (όπως έλεγε ο Ρέηγκαν), έχει αρχίσει να μιλάει για αναδιάρθρωση (περεστρόικα) και διαφάνεια (γκλάσνοστ). Μπορεί οι εξαιρετικά περίεργες -έως και ύποπτες- επιλογές του να προκαλούν τριγμούς και σεισμούς στις χώρες του ανατολικού μπλοκ αλλά ο "άνθρωπος με το βλαντί" γίνεται τόσο συμπαθής στην δύση ώστε οι αμερικανοί τον αποκαλούν χαϊδευτικά "Γκόρμπυ". Μάλιστα, το περιοδικό "Time" του απένειμε τον τίτλο τού "ανθρώπου τής χρονιάς" για το 1987, ενώ το 1990 η επιτροπή των βραβείων Νόμπελ τού απένειμε το βραβείο για την Ειρήνη, δηλώνοντας ότι "χάρη στο έργο του, ελπίζουμε πως γιορτάζουμε το τέλος τού ψυχρού πολέμου".

Τον Ιούλιο του 1991, λοιπόν, ο Γκορμπατσόφ πήγε στο Λονδίνο για να συμμετάσχει στην σύνοδο κορυφής τού G20, με την σιγουριά ότι θα γίνει δεκτός με τιμές ήρωα και δεν θα του αρνούνταν οποιαδήποτε βοήθεια ζητούσε. Και τότε ξύπνησε από τον βαθύ του ύπνο. Όχι μόνο δεν έγινε δεκτός με τιμές ήρωα αλλά οι σύνεδροι τού έδωσαν ένα ηχηρό κι ομόφωνο μήνυμα: αν δεν προχωρούσε σε ταχύτατη οικονομική θεραπεία-σοκ, θα τον άφηναν μετέωρο. "Οι υποδείξεις τους για τον ρυθμό και της μεθόδους τής μετάβασης με άφησαν εμβρόντητο", θα έγραφε ο ίδιος λίγο αργότερα.

Βρισκόμαστε στην εποχή όπου έχει συντελεστεί ο πρώτος κύκλος μιας θεραπείας-σοκ σε πρώην κομμουνιστική χώρα, στην Πολωνία. Έτσι, οι ηγέτες τού G7 και του G20 υπέδειξαν στον Γκορμπατσόφ ότι θα έπρεπε να ακολουθήσει το συγκεκριμένο παράδειγμα, τηρώντας μάλιστα ένα πιο σύντομο χρονοδιάγραμμα. Αμέσως μετά την σύνοδο του Λονδίνου, το ΔΝΤ και η παγκόσμια τράπεζα έστειλαν στον Γκορμπατσόφ το ίδιο μήνυμα. Ο Γκορμπατσόφ ζήτησε μερική διαγραφή του σοβιετικού χρέους, για να αποφύγει μια καταστρεπτική οικονομική κρίση αλλά η απάντηση που πήρε ήταν αρνητική: η Σοβιετική Ένωση έπρεπε να ξωφλήσει τα χρέη της. Από την στιγμή που το πολωνικό πείραμα πήγαινε καλά, η δύση δεν είχε λόγους να μη γίνει περισσότερο αυστηρή με την ΕΣΣΔ.

Ο Γκορμπατσόφ καταλάβαινε η θεραπεία-σοκ, που ζητούσαν οι δυτικοί, θα μπορούσε να επιβληθεί μόνο με την βία. Ο "Economist", με μια σειρά άρθρων του, παρότρυνε τον σοβιετικό ηγέτη να υιοθετήσει τακτικές Πινοτσέτ (μάλιστα, ένα από αυτά τα άρθρα είχε τον τίτλο "Μιχαήλ Σεργκέγιεβιτς Πινοτσέτ"!), ενώ η "Washington Post" δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο "Η Χιλή του Πινοτσέτ, ένα πραγματικό πρότυπο για την σοβιετική οικονομία". Ήταν σαφές ότι η νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση δεν βολευόταν με τα αργά βήματα μετασχηματισμού, τα οποία είχε επιλέξει ο Γκορμπατσόφ. Η φρηντμανική ιδέα περί κεραυνοβόλου και συνολικού σοκ ήταν σαφής και η εφαρμογή της απαιτούσε δικτατορικές πρακτικές. Ο αμερικανός "αναλυτής" Μάικλ Σρέητζ ήταν πεντακάθαρος στις συμβουλές του προς την σοβιετική κυβέρνηση: "θα έπρεπε να έχουν ως πρότυπό τους έναν δυνάστη, ο οποίος πραγματικά γνωρίζει πώς να υλοποιήσει ένα πραξικόπημα: τον απόστρατο χιλιανό στρατηγό Αουγκούστο Πινοτσέτ".

Μ' αυτά και μ' αυτά, μπαίνει το φθινόπωρο του 1991 και ο Γκορμπατσόφ διστάζει να γίνει ο νέος Πινοτσέτ. Όμως, πριν βγει η χρονιά, ο πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης θα συνειδητοποιήσει ότι πλάι του βρίσκεται κάποιος άλλος, εξαιρετικά πρόθυμος γι' αυτόν τον ρόλο: ο πρόεδρος της Ρωσσίας Μπόρις Γέλτσιν.
35. Ο Γέλτσιν διαλύει την ΕΣΣΔ

Ο Μπόρις Νικολάγεβιτς Γέλτσιν ονειρευόταν να περάσει στην ιστορία ως ο "ρώσσος Ουάσιγκτον" αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να καταγραφεί ως ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς τυχοδιώκτες τού 20ου αιώνα. Ξεκίνησε ως στενός συνεργάτης τού Γκορμπατσόφ και, ως τέτοιος, έφτασε μέχρι το αξίωμα του γενικού γραμματέα τού κόμματος στην Μόσχα. Όμως, μη μπορώντας να ζει στην σκιά τού Γκορμπατσόφ, συγκρούστηκε μαζί του και συντάχθηκε με τους "μεταρρυθμιστές", δηλαδή με εκείνους που επιδίωκαν την κατάλυση τού σοβιετικού οικοδομήματος. Με την στήριξη της δύσης, ο Γέλτσιν αναρριχήθηκε στο αξίωμα του προέδρου της Ρωσίας αλλά ούτε έτσι ήταν ευχαριστημένος, αφού ο Γκορμπατσόφ ήταν πρόεδρος ολόκληρης της Σοβιετικής Ένωσης. Έτσι, το διεστραμμένο μυαλό τού Γέλτσιν έπιασε την πιο ανώμαλη ιδέα που μπορούσε, προκειμένου να ξεπεράσει τον άσπονδο εχθρό του: θα τον εξαφάνιζε διαλύοντας την ΕΣΣΔ!

Το πρόβλημα του Γέλτσιν ήταν ότι είχε την -καθόλου άδικη- φήμη τού μπεκρή και, συνεπώς, δυσκολευόταν να αποκτήσει ευρύ λαϊκό έρεισμα. Τελικά, βρήκε την ευκαιρία να γίνει "λαϊκός ήρωας", χάρη στο κίνημα της 19ης Αυγούστου 1991. Εκείνη την ημέρα, το σύνολο -σχεδόν- της ανώτατης ηγεσίας τής ΕΣΣΔ, βλέποντας ότι η πολιτική τού Γκορμπατσόφ οδηγεί στην ήττα τού σοσιαλισμού, έβγαλε τα τανκς τού Κόκκινου Στρατού στους δρόμους της Μόσχας, σε μια προσπάθεια ανατροπής τού Γκορμπατσόφ και αναστροφής τού αντκομμουνιστικού ρεύματος. Ο Γέλτσιν έσπευσε να εκμεταλλευτεί την αναμπουμπούλα: μπήκε επί κεφαλής των αντεπαναστατών, σκαρφάλωσε σε ένα άρμα και κατήγγειλε το κίνημα ως "κυνική δεξιά απόπειρα πραξικοπήματος". Τελικά, η ασυνεννοησία των ηγετών τού κινήματος οδήγησε στον εκφυλισμό της προσπάθειας, τα άρματα απεσύρθησαν και ο Γέλτσιν προβλήθηκε ως ένας θαρραλέος υπερασπιστής τής δημοκρατίας. Ταυτόχρονα, ο ρώσσος πρόεδρος κηρύττει εκτός νόμου το ΚΚΣΕ στην ρωσσική επικράτεια (!).

Παρ' όλα αυτά, ο Γκορμπατσόφ παρέμενε στην θέση του. Ο Γέλτσιν, παρά την λαϊκή προβολή που απολάμβανε, ήταν ανήσυχος: έπρεπε να κάνει κάτι όσο η δημοτικότητά του του παρέμενε υψηλή. Και το έκανε με ένα αριστουργηματικά σχεδιασμένο καταχθόνιο χτύπημα: τέσσερις μήνες μετά το κίνημα, στις 8 Δεκεμβρίου, ο Γέλτσιν συναντήθηκε με τους προέδρους τής Ουκρανίας και της Λευκορωσίας και υπέγραψαν την "συμφωνία της Μπελοβέζας", η οποία κήρυττε την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την αντικατάστασή της από μια "Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών" (ΚΑΚ). Ο Γκορμπατσόφ προσπάθησε να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της απόφασης των τριών προέδρων, αλλά στις 21 Δεκεμβρίου, στην Άλμα-Ατά (σημερινό Αλμάτυ) τού Καζαχστάν, δέχτηκε την χαριστική βολή: αντιπρόσωποι όλων των σοβιετικών δημοκρατιών (πλην της Γεωργίας) υπέγραψαν το "πρωτόκολλο της Άλμα-Ατά", το οποίο επικύρωνε την "συμφωνία της Μπελοβέζας" και την ίδρυση της ΚΑΚ. Ανήμερα τα Χριστούγεννα, ο εξουθενωμένος Γκορμπατσόφ κήρυξε την χρεωκοπία της ΕΣΣΔ και, ταυτόχρονα, την διάλυσή της. Στις 31 τού ίδιου μήνα, η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο θα υποστελλόταν οριστικά.

Αυτά για να θυμηθούμε την ιστορία. Αλλά, ποιος ήταν στο Κρεμλίνο την ημέρα που ο Γέλτσιν έκανε την περίφημη δήλωση "κύριοι, θέλω να σας ανακοινώσω ότι η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια"; Μα, ο γνωστός μας και μη εξαιρετέος...Τζέφφρυ Σακς! Όχι τυχαία, φυσικά. Ο Γέλτσιν τον είχε καλέσει ως...σύμβουλο! Κι ο Σακς δεν έχασε την ευκαιρία να πάρει μέρος στο παιχνίδι. "Αφού μπορεί η Πολωνία, μπορεί και η Ρωσσία", είπε χτυπώντας ενθαρρυντικά τον Γέλτσιν στην πλάτη.

Βέβαια, ο Γέλτσιν ήξερε τα οικονομικά χάλια στα οποία είχε οδηγηθεί η χώρα από την "περεστρόικα" και ήθελε να χρησιμοποιήσει τον Σακς και τις γνωριμίες του προκειμένου να εξασφαλίσει κεφάλαια. "Η μοναδική μας ελπίδα είναι οι υποσχέσεις τού G7, ότι θα μας χορηγήσει σύντομα οικονομική βοήθεια", εξομολογήθηκε ο ρώσσος πρόεδρος. Ο Σακς τον διαβεβαίωσε ότι, αν ακολουθούσε τις οδηγίες του, θα μπορούσε να μαζέψει πάνω από 15 δισ. δολλάρια. Αρκεί να κινούνταν γρήγορα και αποφασιστικά.

Ο Γέλτσιν συμφώνησε. Όλα τού πήγαιναν κατ' ευχή. Μόνο που δεν γνώριζε ότι σύντομα η καλή τύχη τού Σακς θα τε λείωνε...
36. Χειρουργείο δίχως αναισθητικό

Η πορεία τής Ρωσσίας προς τον καπιταλισμό βασίστηκε στην ίδια διαφθορά η οποία είχε πυροδοτήσει δυο χρόνια νωρίτερα την λαϊκή εξέγερση στην Κίνα: η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας θα γινόταν προς όφελος της εγχώριας νομενκλατούρας. Ο Γέλτσιν έβαλε μπρος το σχέδιο, παγιδεύοντας τους πάντες με έναν τρόπο που θυμίζει εκπληκτικά όσα έγιναν στον τόπο μας το 1936. Όπως έκανε τότε ο Μεταξάς, έτσι κι ο Γέλτσιν ζήτησε από το κοινοβούλιο να του παραχωρηθεί έκτακτη απόλυτη εξουσία ώστε να δρομολογήσει ταχύτατα τους νόμους οι οποίοι απαιτούνταν για την μεταρρύθμιση, δίχως να χάνεται χρόνος με την συζήτηση και ψήφισή τους από το κοινοβούλιο. Κι όπως έγινε εδώ με τον Μεταξά, έτσι έγινε κι εκεί με τον Γέλτσιν: το κοινοβούλιο του παραχώρησε δικτατορικές εξουσίες για έναν ολόκληρο χρόνο.

Αμέσως, ο Γέλτσιν συγκρότησε μια ομάδα από ρώσσους οικονομολόγους, οι οποίοι ήσαν τόσο πολύ επηρεασμένοι από τις θεωρίες τού Φρήντμαν ώστε ο ρωσσικός τύπος τούς αποκαλούσε "παιδιά του Σικάγου". Μάλιστα, η εφημερίδα "Νεζαβισίμαγια Γκαζέτα" έγραψε χαρακτηριστικά: "πρώτη φορά βρίσκεται στην κυβέρνηση ης Ρωσσίας μια ομάδα φιλελευθέρων που θεωρούν τους εαυτούς τους οπαδούς τού Φρήντριχ φον Χάγεκ και της σχολής τού Σικάγου τού Μίλτον Φρήντμαν". Η ίδια εφημερίδα παρατηρούσε ότι δεν ήταν τυχαία η επιλογή τού σκληροπυρηνικού Γιούρι Σκόκοφ στην ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων. Η σκοπιμότητα ήταν προφανής: οι οικονομολόγοι θα προωθούσαν τις μεταρρυθμίσεις και ο Σκόκοφ θα φρόντιζε για την καταστολή οποιασδήποτε λαϊκής διαμαρτυρίας. Και η εφημερίδα κατέληγε προφητικά: "δεν θα αποτελέσει έκπληξη αν προσπαθήσουν να οικοδομήσουν ένα σύστημα όπως αυτό του Πινοτσέτ".

Ήδη από τον Οκτώβριο του 1991, ο Γέλτσιν είχε κάνει το πρώτο βήμα προς τον νεοφιλελευθερισμό, καταργώντας την διατίμηση, δίχως να συναντήσει αξιόλογες αντιδράσεις από τον λαό, ο οποίος ήταν ακόμη ζαλισμένος από το σοκ του αυγουστιάτικου κινήματος. Το δεύτερο σοκ ήρθε μόλις μια βδομάδα μετά την αποχώρηση του Γκορμπατσόφ και περιλάμβανε δυο πακέτα αποφάσεων. Το πρώτο πακέτο αφορούσε την κατάργηση όλων των περιορισμών στο εμπόριο και την θέσπιση μέτρων ενίσχυσης της ελεύθερης αγοράς. Το δεύτερο πακέτο συνιστούσε την πρώτη φάση της εσπευσμένης ιδιωτικοποίησης των 225.000 (!!) κρατικών επιχειρήσεων.

Η χώρα αιφνιδιάστηκε από τις τεράστιες ανατροπές, δικαιώνοντας την θεωρία του Φρήντμαν περί σοκ. Φυσικά, αυτός ο αιφνιδιασμός αποτελούσε για τον Γέλτσιν το απαραίτητο ζητούμενο, ώστε να προωθήσει γρήγορα και αποτελεσματικά τις επιθυμητές αλλαγές δίχως να συναντήσει αξιόλογη αντίσταση. Με την πλειοψηφία των ρώσσων να υποστηρίζει ότι το κράτος έπρεπε να διασφαλίσει όχι την ιδιωτικοποίηση αλλά την αυτοδιαχείριση των δημόσιων επιχειρήσεων (ένα αίτημα ανάλογο με εκείνο της Αλληλεγγύης στην Πολωνία), διατηρώντας παράλληλα την πλήρη απασχόληση του εργατικού δυναμικού, ήταν σαφές ότι, αν τηρούνταν οι δημοκρατικές διαδικασίες, τα σχέδια της ομάδας Γέλτσιν δεν υπήρχε περίπτωση να περάσουν.

Την κατάσταση περιγράφει με το δικό του στυλ ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς, τότε υψηλόβαθμο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και ιδεολογικός αντίπαλος του Φρήντμαν: "Μόνο η μέθοδος του κεραυνοβόλου πολέμου κατά την διάρκεια ενός ΄΄παράθυρου ευκαιριών΄΄, που το δημιουργεί η ΄΄ομίχλη τής μετάβασης΄΄, μπορεί να επιφέρει τις απαραίτητες αλλαγές, προτού ο πληθυσμός προλάβει να οργανωθεί για να προστατέψει τα συμφέροντά του". Ο Στίγκλιτς αποκαλούσε την ομάδα Γέλτσιν "μπολσεβίκους της αγοράς", εξ αιτίας της τεράστιας επανάστασης που δρομολογούσαν. Όμως, ενώ οι αυθεντικοί μπολσεβίκοι είχαν οικοδομήσει ένα κράτος κεντρικού σχεδιασμού, οι "μπολσεβίκοι της αγοράς" ήθελαν να διαλύσουν τα πάντα και να αφήσουν την χώρα να ανοικοδομηθεί μέσα από την απόλυτη ελευθερία της αγοράς.

Ο Γέλτσιν, δασκαλεμένος από τον Σακς, υποστήριζε δημόσια ότι μπορεί επί έξι μήνες τα πράγματα να δείχνουν ότι χειροτερεύουν αλλά μετά θα άρχιζε η ανάκαμψη, η οποία θα καθιστούσε την Ρωσσία μια από τις ισχυρότερες οικονομίες τού κόσμου. Αυτή είναι η περίφημη "δημιουργική καταστροφή" τού Γιόζεφ Σουμπέτερ, για την οποία είχαμε κάνει λόγο σε ένα από τα πρώτα κείμενα αυτής της σειράς. Όμως, αυτή η λογική έφερε την καταστροφή. Ένας χρόνος θεραπείας-σοκ ήταν αρκετός για να χάσουν τις οικονομίες τους εκατομμύρια ρώσσοι (λόγω της υποτίμησης του νομίσματος), ενώ παράλληλα εκατομμύρια εργαζόμενοι οδηγούνταν στην εξαθλίωση (λόγω της απότομης περικοπής τών επιδοτήσεων). Στα τέλη τού 1992, το ένα τρίτο τού πληθυσμού ζούσε κάτω από τα όρια της φτώχειας. Κι αυτό, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τα οποία καθόριζαν τα όρια της φτώχειας πολύ χαμηλά.

Τότε έκαναν για πρώτη φορά την εμφάνισή τους στους δρόμους και στις πλατείες απλοί άνθρωποι που προσπαθούσαν να επιβιώσουν πουλώντας προσωπικά είδη και οικογενειακά κειμήλια. Η αντίδραση των "μεταρρυθμιστών" ήταν προκλητική και πρόστυχη: αντί να δουν αυτό το φαινόμενο ως κατάντια, το εκθείασαν ως "επιχειρηματικό δαιμόνιο" (!!) και το παρουσίασαν ως απόδειξη ότι είχε ξεκινήσει η αναγέννηση του καπιταλισμού!

Φυσικά, ένας τόσο περήφανος λαός δεν ήταν δυνατόν να υπομείνει αγόγγυστα αυτή την δίχως αναισθητικό χειρουργική επέμβαση που γινόταν πάνω του. Οι αντιδράσεις δεν θα αργούσαν...


37. Ένας "μονάρχης" γεννιέται

Καθώς η επίδραση των σοκ ξεθύμαινε, ο κόσμος άρχισε να ξεσηκώνεται και συνθήματα όπως "όχι άλλα πειράματα" εμφανίστηκαν στους τοίχους της Μόσχας. Υπό την αυξανόμενη λαϊκή πίεση, οι βουλευτές, οι οποίοι είχαν υποστηρίξει την άνοδο του Γέλτσιν στην εξουσία, αποφάσισαν ότι έπρεπε να μπει φρένο στον πρόεδρο και στα κακέκτυπα "παιδιά τού Σικάγου" του. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1992, το κοινοβούλιο υπερψήφισε πρόταση μομφής κατά του Γεγκόρ Γκαϊντάρ (επί κεφαλής τού οικονομικού επιτελείου) και τρεις μήνες αργότερα ψήφισε την ανάκληση των έκτακτων εξουσιών τού Γέλτσιν. Από δω και πέρα ο πρόεδρος θα ήταν υποχρεωμένος να φέρνει κάθε νομοσχέδιο για ψήφιση στην βουλή.

Όμως, ο λαός έχει δίκιο όταν λέει "δώσε θάρρος στον χωριάτη...". Ο Γέλτσιν είχε τόσο καλομάθει με τις αυξημένες εξουσίες του ώστε έβλεπε τον εαυτό του μάλλον ως "ελέω θεού μονάρχη" παρά ως εκλεγμένο πρόεδρο. Μάλιστα, είχε αρχίσει να αυτοαποκαλείται ως..."Μπόρις ο Α'"!! Όταν, λοιπόν, έμαθε την απόφαση του κοινοβουλίου, βγήκε στην τηλεόραση και κήρυξε την χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Τρεις μέρες αργότερα, το συνταγματικό δικαστήριο αποφάσισε ότι οι ενέργειες του Γέλτσιν παραβίαζαν οχτώ άρθρα τού συντάγματος και η χώρα βρέθηκε να ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί.

Εκείνη την στιγμή, ο αμερικανός πρόεδρος Μπιλ Κλίντον έσπευσε σε βοήθεια του Γέλτσιν, χαρακτηρίζοντάς τον "αυστηρά προσηλωμένο στην ελευθερία και την δημοκρατία, αυθεντικά προσηλωμένο στις μεταρρυθμίσεις". Αλλά και ο δυτικός τύπος, σχεδόν σύσσωμος, τάχτηκε στο πλευρό τού ρώσσου προέδρου, χαρακτηρίζοντας τους αντιτιθέμενους βουλευτές ως "σκληροπυρηνικούς κομμουνιστές, που προσπαθούν να ακυρώσουν τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις".

Η κατάσταση είναι για γέλια. Ποιοι είναι αυτοί οι "σκληροπυρηνικοί κομμουνιστές"; Εκείνοι που πάλεψαν για την αποδόμηση του σοσιαλισμού; Εκείνοι που στήριξαν τον Γκορμπατσόφ κατά το κίνημα του Αυγούστου; Εκείνοι που υπερψήφισαν την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης; Εκείνοι που έσπρωξαν έναν φίλαυτο μπεκρή στην εξουσία, δινόντάς του παράλληλα ανεξέλεγκτη εξουσία; Και όμως, αυτούς ακριβώς τους βουλευτές παρουσίασαν η "Washington Post" ως "αντικυβερνητικούς" και η "New York Times" ως "καχύποπτους απέναντι στις μεταρρυθμίσεις, με πλήρη άγνοια για την δημοκρατία"...

Εντείνοντας την κόντρα, το κοινοβούλιο ψήφισε έναν προϋπολογισμό τελείως αντίθετο προς τις απαιτήσεις τού ΔΝΤ για περικοπές και λιτότητα. Ο "Μπόρις ο Α'" αντέδρασε με βλακώδη τρόπο: οργάνωσε εσπευσμένα δημοψήφισμα (σ.σ.: ρε, τί μου θυμίζει;), με το ερώτημα αν έπρεπε να διαλυθεί η βουλή. Με άλλα λόγια, ρώτησε τον κόσμο αν έπρεπε να καταργηθεί η δημοκρατία! Παρά το ότι οι πουλημένοι δημοσιογράφοι προπαγάνδισαν αναίσχυντα το "ναι" (τί πρωτοτυπία!), οι ψηφοφόροι δεν έκαναν το χατήρι τού Γέλτσιν.

Προφανώς, οι στόχοι τού δημοψηφίσματος δεν επιτεύχθηκαν, αφού το κοινοβούλιο συνέχισε να υπάρχει και να βάζει εμπόδια στις μεταρρυθμίσεις τής ομάδας Γέλτσιν. Οι πιέσεις από το εξωτερικό εντάθηκαν. Πρώτα, βγήκε ο αμερικανός υφυπουργός οικονομικών και δήλωσε ότι "πρέπει να αναζωπυρωθεί η ορμή των μεταρρυθμίσεων" και κατόπιν "διέρρευσε" από το ΔΝΤ η πληροφορία ότι το Ταμείο ήταν δυσαρεστημένο και επρόκειτο να ακυρώσει συμφωνημένο δάνειο ύψους 1,5 δισ. δολλαρίων (σ.σ.: πώς λέμε στους έλληνες "καθήστε φρόνιμα γιατί δεν θα πάρετε την έκτη δόση";).

Την επόμενη μέρα της "διαρροής" και με τηυν σιγουριά ότι η δύση είναι στο πλευρό του, ο Γέλτσιν έκανε το πρώτο βήμα προς την "λύση Πινοτσέτ": εξέδωσε το περίφημο διάταγμα 1400, με το οποίο διέλυε το κοινοβούλιο και καταργούσε το σύνταγμα. Δυο μέρες αργότερα, με την συντριπτική πλειοψηφία 636 έναντι 2, το κοινοβούλιο παρέπεμψε σε δίκη τον Γέλτσιν. Μέχρι κι αντιπρόεδρος Αλεξάντρ Ρουσκόι δήλωσε ότι "η Ρωσσία έχει ήδη πληρώσει ακριβά τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό τού Γέλτσιν και των μεταρρυθμιστών".

Και όμως, ο Κλίντον συνέχισε να υποστηρίζει ανοιχτά τον παράφρονα πρόεδρο. Μάλιστα, ενέκρινε έκτακτη βοήθεια "για τον πρόεδρο προσωπικά", ύψους 2,5 δισ. δολλαρίων! Αναθαρρώντας, ο Γέλτσιν έστειλε στρατιωτικές μονάδες να περικυκλώσουν το κοινοβούλιο, ενώ διέταξε να κόψουν το ρεύμα, την θέρμανση και τα τηλέφωνα στο κτήριο. Ο αποκλεισμός τράβηξε σε μάκρος. Επί δυο εβδομάδες, απλοί πολίτες συγκρούονταν με τους στρατιώτες, καταφέρνοντας συχνά να σπάζουν τον κλοιό και να προωθούν στο κοινοβούλιο τρόφιμα και νερό.

Ήταν φανερό ότι ο Γέλτσιν έχανε με γοργούς ρυθμούς κάθε λαϊκό έρεισμα που του είχε απομείνει. Μια τελευταία προσπάθεια να οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές κατέρρευσε άμεσα, μόλις μαθεύτηκε το "καζίκι" που επιφύλαξαν οι πολωνοί στην Αλληλεγγύη. Σιγά μη διακινδύνευε εκλογές ο Γέλτσιν!

Έχουμε φτάσει πλέον στο φθινόπωρο του 1993 και όλα δείχνουν ότι πλησιάζει η ώρα που ο Γέλτσιν, ως νέος Πινοτσέτ, θα βομβαρδίσει το κοινοβούλιο της χώρας του, υπό τις παραινέσεις των αμερικανών...


38. Μπόρις ο Α' ή Πινοτσέτ ο Β';

Μια τελευταία σκέψη τού Γέλτσιν για εκλογές (οι οποίες, βέβαια, θα διεξάγονταν με τον στρατό στους δρόμους) απορρίφθηκε ασυζητητί από την δύση. Τα οικονομικά συμφέροντα ήσαν πολύ μεγάλα για να μπουν σε ρίσκο: εκτός από τα τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου, η Ρωσσία διέθετε το 30% των παγκόσμιων αποθεμάτων φυσικού αρείου, το 20% των παγκόσμιων αποθεμάτων νικελίου και πάνω από 200.000 κρατικές επιχειρήσεις. Έτσι, η "δημοκρατική" δύση επέλεξε να "σπρώξει" τον Γέλτσιν σε δυναμική λύση (σ.σ.: λίγα χρόνια αργότερα, η ίδια "δημοκρατική" δύση θα έβγαζε φλύκταινες στο άκουσμα ότι σε κάποια άλλη χώρα συζητιόταν διεξαγωγή δημοψηφίσματος, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...).

Άλλο που δεν ήθελε ο "Μπόρις ο Α'". Έχοντας τον στρατό με το μέρος του (λίγο πριν, είχε φροντίσει να διπλασιάσει τους μισθούς των στρατιωτικών), διέταξε να περικυκλωθεί το κοινοβούλιο με χιλιάδες στρατιωτών, συρματοπλέγματα κι εκτοξευτήρες νερού, απαγορεύοντας ταυτόχρονα την είσοδο σε όλους. Την ίδια ώρα, ο αντιπρόεδρος Ρουτσκόι είχε μαζέψει μέσα στο κοινοβούλιο έναν εσμό από οπλισμένους εθνικιστές, οι οποίοι αντετίθεντο στην πολιτική τού Γέλτσιν. Κι ενώ η ατμόσφαιρα μύριζε έντονα μπαρούτι, ο Γέλτσιν διέλυσε όλα τα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια της χώρας, ως...κομμουνιστικά υπολείμματα.

Η θρυαλλίδα έσκασε στις 3 Οκτωβρίου 1993, όταν μια ομάδα διαδηλωτών κατά του Γέλτσιν επιχείρησε να καταλάβει το τηλεοπτικό μέγαρο. Οι στρατιώτες άνοιξαν πυρ με πολυβόλα. Αποτέλεσμα: ένας στρατιώτης και 100 διαδηλωτές νεκροί. Το επόμενο πρωί, ο Μπόρις ο Α' μεταμορφώθηκε σε Πινοτσέτ ο Β', διατάσσοντας τον στρατό να επιτεθεί στο κοινοβούλιο της χώρας του και να το πυρπολήσει.

Μπορεί το σοβιετικό καθεστώς να ηττήθηκε από την αντεπανάσταση δίχως να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός, αλλά ο καπιταλισμός θα χρειαζόταν καταιγισμό πυρών για να επιβληθεί: 5.000 στρατιώτες, τριάντα άρματα μάχης, ελικόπτερα και κομμάντος με πολυβόλα έγιναν εργαλεία στα χέρια τής ομάδας Γέλτσιν. Για δέκα ώρες, το κοινοβούλιο βομβαρδιζόταν ανελέητα με εκρηκτικά βλήματα, ώσπου στις 4.15' το απόγευμα βγήκαν από μέσα με τα χέρια ψηλά οι βουλευτές, οι υπάλληλοι και κάπου τριακόσιοι εθνικιστές. Εκείνη την ημέρα, η Ιστορία κατέγραψε περίπου πεντακόσιους νεκρούς και πάνω από χίλιους τραυματίες, στο μεγαλύτερο λουτρό αίματος που είχε γνωρίσει ποτέ η Μόσχα, συμπεριλαμβανομένου τού 1917. Λεπτομέρεια: κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, συνελήφθησαν πάνω από 1.700 άτομα αλλά κατασχέθηκαν μόλις...11 όπλα!

Τα όσα επακολούθησαν για τους συλληφθέντες (ξυλοδαρμοί, φυλακίσεις, εκτελέσεις) αποτελούν πιστό αντίγραφο των μεθόδων Πινοτσέτ. Όμως, ο ρώσσος πρόεδρος αντέγραψε τον χιλιανό δικτάτορα από την ανάποδη: ενώ ο Πινοτσέτ έκανε το πραξικόπημα, κατέλυσε την δημοκρατία και μετά επέβαλε την θεραπεία-σοκ, ο Γέλτσιν επέβαλε πρώτα την θεραπεία-σοκ και μετά την υπεράσπισε καταλύοντας την δημοκρατία με πραξικόπημα. Πάντως, τόσο η όψη όσο και η ανάποδη έγιναν δεκτές από την δύση με τον ίδιο ενθουσιασμό: "Οι ΗΠΑ δεν υποστηρίζουν εύκολα την διάλυση των κοινοβουλίων, όμως οι περιστάσεις είναι ασυνήθιστες" (Ουώρρεν Κρίστοφερ, υπουργός εξωτερικών τού Κλίντον), "Η Ρωσσία γλιτώνει από μια επιστροφή στα μπουντρούμια τού παρελθόντος" (Boston Globe), "Ευρύτατη υποστήριξη στον Γέλτσιν - Επικείμενη νίκη τής δημοκρατίας" (Washington Post).

Κάπως έτσι, ο τόπος που επί τόσα χρόνια οικοδομούσε τον σοσιαλισμό, βρέθηκε κάτω από μια στυγνή δικτατορία, διαψεύδοντας ταχύτατα και παταγωδώς τα όνειρα ορισμένων για μια "άλλη δημοκρατία". Όλα τα σώματα εκλεγμένων αντιπροσώπων διαλύθηκαν, τα άρματα περιπολούσαν καθημερινά, το σύνταγμα καταργήθηκε, η κυκλοφορία απαγορεύτηκε και η ελευθερία τού τύπου ανεστάλη. Κι όμως, ο Σακς επέμεινε στον χαβά του, πως τάχα οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις είναι απολύτως αναγκαίες για την ύπαρξη πραγματικής ελευθερίας και αυθεντικής δημοκρατίας, χαρακτηρίζοντας τους αντιπάλους τού Γέλτσιν ως "πρώην κομμουνιστές, μεθυσμένους για εξουσία". Μάλιστα, στο βιβλίο του "Το τέλος τής φτώχειας", δεν αναφέρει ούτε μία φορά τα επεισόδια που εξετάσαμε σε τούτο το σημείωμα!

Το τρίτο -και ισχυρότερο- σοκ ζάλισε μέχρι λιποθυμίας τον ρωσσικό λαό. Ο δρόμος προς την υλοποίηση των φρηντμανικών θέσφατων ήταν πλέον ανοιχτός. Τρεις μέρες μετά το πραξικόπημα, ο Σακς δήλωσε: "Μέχρι τώρα δεν είχαμε πραγματική θεραπεία, επειδή το σχέδιο εφαρμόστηκε δίχως συνοχή και δίχως σταθερότητα. Τώρα υπάρχει η ευκαιρία να κάνουμε κάτι". Και, όντως, έκαναν πολλά...
39. Φαγοπότι και...διασκέδαση

Το καπιταλιστικό γλέντι άρχισε αμέσως, με έναυσμα του ίδιου τού Γέλτσιν. Το "Newsweek" είναι αποκαλυπτικό σε άρθρο τής 1/10/1993: "Αυτές τις μέρες, η φιλελεύθερη οικονομική ομάδα τού Γέλτσιν τα πηγαίνει πολύ καλά. Την επομένη τής διάλυσης τού κοινοβουλίου από τον ρώσσο πρόεδρο, δόθηκε η διαταγή στους μεταρρυθμιστές: ΄΄αρχίστε να γράφετε διατάγματα΄΄...΄΄Με τον παραμερισμό τού κοινοβουλίου, η συγκυρία είναι εξαιρετικά ευνοϊκή για τις μεταρρυθμίσεις΄΄, λέει ένας περιχαρής δυτικός οικονομολόγος, που συνεργάζεται στενά με την κυβέρνηση. ΄΄Οι οικονομολόγοι εδώ ήταν πολύ απογοητευμένοι. Τώρα εργάζονται νυχθημερόν΄΄...".

Προφανώς, το πραξικόπημα έφερε μεγάλο κέφι στην ομάδα Γέλτσιν. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση ενός εκ των επί κεφαλής οικονομολόγων τής Παγκόσμιας Τράπεζας, του "φρηντμανόπαιδου" Τσαρλς Μπλίτζερ, στην "Asia Wall Street Journal" τής 5ης Οκτωβρίου 1993: "Ποτέ δεν διασκέδασα τόσο πολύ στην ζωή μου"(!). Και τί διασκέδαση! Πραγματικό όργιο! Ξεσαλωμένα και μεθυσμένα από τις εξελίξεις, τα "παιδιά του Σικάγου" χύμηξαν με διαθέσεις ερεθισμένου επιβήτορα σε ό,τι είχε μείνει όρθιο: κατάργησαν όλες τις διατιμήσεις (ακόμη και του ψωμιού, σε μια χώρα όπου μέχρι πριν λίγο καιρό όλες οι τιμές ορίζονταν από το κράτος), καταξέσκισαν όλες τις δημόσιες δαπάνες, έκοψαν κάθε μορφής επιδόματα και ενισχύσεις και προώθησαν την ιδιωτικοποίηση όλων ανεξαιρέτως των κρατικών επιχειρήσεων (αρχίζοντας, φυσικά, από εκείνες που είχαν το μεγαλύτερο "ενδιαφέρον").

Κι επειδή όλα αυτά ενέχουν έναν πολύ μεγάλο κίνδυνο εξέγερσης κι αντίστασης, το "σύστημα" φρόντισε να προστατεύσει τόσο τα πλευρά όσο και τα νώτα τών μαινόμενων "μεταρρυθμιστών". Κατ' αρχάς, ο στρατός παρέμεινε στους δρόμους, συντηρώντας τον τρόμο του απλού λαού για ένα νέο κύκλο αίματος. Παράλληλα, τα πρωτοπαλλήκαρα του Φρήντμαν έπιασαν δουλειά, προπαγανδίζοντας τις "μεταρρυθμίσεις" και στηρίζοντας όσους από την ομάδα Γέλτσιν έδειχναν να αμφιταλαντεύονται. Πρώτος και καλύτερος ο Στάνλεϋ Φίσερ (πρώτος αναπληρωτής διευθυντής τού ΔΝΤ) τάχθηκε ανοιχτά υπέρ τής "όσο το δυνατόν ταχύτερης προώθησης των μεταρρυθμίσεων σε όλα τα μέτωπα" (σ.σ.: δηλαδή, το ίδιο παραμύθι που λένε και στους έλληνες μια εικοσαετία αργότερα). Από δίπλα κι ο Λώρενς Σάμμερς, ειδικός επιτετραμμένος τού Κλίντον στην διαμόρφωση της νέας πολιτικής στην Ρωσσία, δήλωνε ότι "τα τρία ποιήματα -ιδιωτικοποίηση, σταθεροποίηση, φιλελευθεροποίηση- πρέπει να ολοκληρωθούν όσο το δυνατόν συντομώτερα".

Όντως, οι αλλαγές γίνονταν με ασύλληπτους ρυθμούς. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις εργατών που πήγαιναν για δουλειά στο εργοστάσιο ή στο ορυχείο, δίχως να ξέρουν ότι είχε ήδη πουληθεί. Πολύ περισσότερο, δεν ήξεραν ούτε το πώς ούτε το σε ποιον είχε πουληθεί.

Σύμφωνα με την φρηντμανική θεωρία, όλο αυτό το αλαλούμ θα έπρεπε να οδηγήσει την χώρα σε οικονομική άνθηση. Στην πράξη, όμως, το μόνο που έγινε ήταν νε περάσει η τεράστια κρατική περιουσία, η οποία είχε δημιουργηθεί επί κομμουνισμού, στα χέρια τόσο μιας ομάδας ρώσσων "ημετέρων" (οι οποίοι έγιναν αργότερα παγκοσμίως γνωστοί ως "ολιγάρχες") όσο και μιας χούφτας δυτικών κεφαλαιοκρατών, οι οποίοι έβγαλαν δισεκατομμύρια επενδύοντας στις ιδιωτικοποιούμενες επιχειρήσεις. Ο ρυθμός με τον οποίο απογυμνωνόταν η χώρα από τον πλούτο της ήταν πρωτοφανής: κάθε μήνα μεταφέρονταν στην δύση 2 δισ. δολλάρια, κατά μέσον όρο! Μετά από 10 χρόνια, στην χώρα όπου κάποτε ήταν αδιανόητο να μιλάει κανείς για πλούσιους, το περιοδικό "Forbes" θα κατέγραφε στην περίφημη λίστα του 17 δισεκατομμυριούχους...

Η "καινοτομία" την οποία εφάρμοσε η ομάδα Γέλτσιν πάνω στα θέσφατα του Φρήντμαν, είναι ότι δεν επετράπη στις ξένες πολυεθνικές να αγοράσουν απ' ευθείας την κρατική περιουσία που ξεπουλιόταν. Τα περιουσιακά στοιχεία πουλιόντουσαν πρώτα στις εταιρείες που είχαν στήσει οι ρώσσοι "ολιγάρχες" και μετά αναλάμβαναν αυτοί να πουλήσουν μετοχές των εταιρειών τους σε ξένους κεφαλαιούχους. Ο λόγος είναι ευδιάκριτος ακόμη και σε τυφλούς. Ακόμη κι έτσι, όμως, τα κέρδη για τα κοράκια τής δύσης ήσαν τεράστια, αφού τα επενδυόμενα κεφάλαια μπορούσαν να φτάσουν απόδοση 2.000% σε μια τριετία, σύμφωνα με την "Wall Street Journal".

Το μόνο πρόβλημα για τους επενδυτές ήταν ο καταποντισμός της δημοτικότητας του Γέλτσιν. Τυπικά, η δημοκρατία δεν είχε καταλυθεί και υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος να ανατραπεί ο πρόδρος και να ακυρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις ως εξώφθαλμα αντισυνταγματικές. Τα κοράκια έπρεπε να κάνουν κάτι γρήγορα για να στηρίξουν τον μπεκρή που τρίκλιζε. Κι αν η Θάτσερ αναγεννήθηκε από τις στάχτες της χάρη στα Φώκλαντς, ο Γέλτσιν δεν χρειαζόταν να εκστρατεύσει τόσο μακρυά. Η Τσετσενία ήταν δυο βήματα δρόμο...
40. Ένα χρήσιμο μάθημα

Ο επί κεφαλής τού συμβουλίου ασφαλείας Όλεγκ Λόμποφ ήταν σαφής σε μια ιδιωτική συνομιλία του με τον βουλευτή Σεργέι Γιούσενκοφ, σύμφωνα με όσα αφηγείται ο τελευταίος:"Χρειαζόμαστε έναν σύντομο νικηφόρο πόλεμο για να αυξήσουμε τα ποσοστά τού προέδρου... Μπορούμε να νικήσουμε τις δυνάμεις τής Τσετσενίας σε λίγες ώρες". Τελικά, η εισβολή στην Τσετσενία πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 1994 και -φυσικά- ήταν νικηφόρα, αλλά η δημοτικότητα του Γέλτσιν ελάχιστα βελτιώθηκε. Ήταν τόσο σίγουρο ότι θα καταποντιζόταν στις εκλογές τού 1996, ώστε οι σύμβουλοί του του συνέστησαν να αναβάλει τις εκλογές. "Για να υπάρχει δημοκρατία στην κοινωνία, πρέπει να υπάρχει δικτατορία στην εξουσία", δήλωνε θρασύτατα ο υπουργός ιδιωτικοποιήσεων Ανατόλυ Τσουμπάις.

Τελικά, βρέθηκε τρόπος να επανεκλεγεί ο Γέλτσιν: οι ολιγάρχες στήριξαν την υποψηφιότητά του με το μυθώδες ποσό των εκατό εκατομμυρίων δολλαρίων (!) και τα μέσα ενημέρωσης (τα οποία, έτσι κι αλλοιώς, ανήκαν πια στους ολιγάρχες) πρόβαλαν τον αγαπημένο τού κεφαλαίου 800 φορές περισσότερο από τους αντιπάλους του. Κι ο Γέλτσιν επανεκλέχτηκε. Δημοκρατικά...

Μετά τις "δημοκρατικές" εκλογές, τα "παιδιά του Σικάγου" όρμησαν στο κατακρεουργημένο κορμί τής Ρωσσίας με μεγαλύτερη όρεξη. Το 40% της κρατικής πετρελαιικής εταιρείας Gazprom ξεπουλήθηκε για μόλις 88 εκατομμύρια δολλάρια, όταν η ίσου μεγέθους γαλλική Total είχε ετήσιο τζίρο 193 δισεκατομμύρια δολλάρια. Η κρατική εταιρεία νικελίου Norilsk Nickel, η οποία παρήγε το ένα πέμπτο του νικελίου παγκοσμίως, χαρίστηκε για 170 εκατομμύρια δολλάρια, ενώ έβγαζε ετήσια κέρδη 1,5 δισεκατομμύριο. Το πλειοψηφικό πακέτο τής πετρελαιικής εταιρείας Sidenko φαγώθηκε για 130 εκατομμύρια δολλάρια αλλά αυτό το μερίδιο θα απετιμάτο δυο χρόνια μετά στα 2,8 δισεκατομμύρια (το 1977 η ΒΡ πλήρωσε 571 εκατομμύρια για το 10% της Sidenko). Η πασίγνωστη πετρελαιική εταιρεία Yukos, η οποία ελέγχει περισότερο πετρέλαιο από το Κουβέιτ, πουλήθηκε για 309 εκατομμύρια δολλάρια, ενώ σύντομα ο τζίρος της θα ξεπερνούσε τα 3 δισεκατομμύρια. Ένα από τα μεγαλύτερα κρατικά εργοστάσια όπλων χαρίστηκε για 3 εκατομμύρια δολλάρια, δηλαδή όσο κάνει μια μεσαία πολυτελής βίλλα.

Το χειρότερο, όμως, δεν είναι ότι ξεπουλήθηκε η περιουσία του ρωσσικού λαού. Είναι ότι οι -υποτιθέμενες- επενδύσεις έγιναν με...δημόσιο χρήμα! Το κόλπο ήταν πολύ απλό (σ.σ.: άλλωστε, έχει εφαρμοστεί με μεγάλη επιτυχία και στην χώρα μας): Πρώτα-πρώτα, ιδρύθηκαν ιδιωτικές τράπεζες από τους ολιγάρχες (Uneximbank του Ποτάνιν, Menatep Bank του Χοντορκόφσκι κλπ). Κατόπιν, οι διεφθαρμένοι κρατικοί λειτουργοί μετέφεραν το δημόσιο χρήμα σε αυτές τις τράπεζες (κανονικά το δημόσιο χρήμα κατατίθεται στην κεντρική κρατική τράπεζα της χώρας). Ύστερα, οι ίδιοι κρατικοί λειτουργοί ανέθεσαν σ' αυτές τις τράπεζες τους δημόσιους διαγωνισμούς για τις ιδιωτικοποιήσεις. Φυσικά, τις προσφορές κατέθεσαν οι ίδιες οι τράπεζες, οι οποίες εν τέλει αγόρασαν σε εξευτελιστική τιμή τις πωλούμενες επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας τα χρήματα που είχε πρωτύτερα καταθέσει σ' αυτές το ρωσσικό δημόσιο. Με απλά λόγια, ο λαός πρόσφερε το σχοινί (το χρήμα) με το οποίο τον κρέμασαν (τον λεηλάτησαν).

Όταν, λοιπόν, οι ρώσσοι ολιγάρχες απέκτησαν μ' αυτόν τον τρόπο τα περιουσιακά στοιχεία της χώρας, άρχισαν να τα πουλούν στο διεθνές επενδυτικό κεφάλαιο. Για παράδειγμα, το 1997 η Shell και η ΒΡ απέκτησαν μειοψηφικά πακέτα μετοχών των κολοσσών Gazprom και Sidenko. Παρά ταύτα, οι ρώσσοι ολιγάρχες παρακράτησαν μεγάλο κομμάτι τού κρατικού πλούτου, κάνοντας τόσο τους αμερικανούς όσο και το ΔΝΤ να στραβώσουν τα μούτρα. Αλλά οι τελευταίοι πήραν το μάθημά τους: όταν έφτασε η ώρα τού Ιράκ, δεν έκαναν το ίδιο λάθος και φρόντισαν να διασφαλίσουν το ξεπούλημα του συνόλου της ιρακινής περιουσίας στην δύση. Αλλά για το Ιράκ θα μιλήσουμε αργότερα.

Κλείνουμε το σημερινό μας σημείωμα με ένα σχόλιο, το οποίο έχει πιθανώς σχηματιστεί ως ερώτημα στο μυαλό τού αναγνώστη. Επειδή έχουμε βαρεθεί να ακούμε για το "ελληνικό χρέος" που βουλιάζει την χώρα κλπ, νομίζω ότι τώρα έχουμε μια απάντηση για το πώς δημιουργήθηκε αυτό το περίφημο χρέος. Αυτό το χρεός, λοιπόν, δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι "τζερεμέδες" που φορτώθηκαν στην πλάτη του λαού από τους -ο θεός να τους κάνει- μεταρρυθμιστές και τα "φέσια" που φόρεσαν στο κράτος όλοι εκείνοι οι -ο θεός να τους κάνει- επενδυτές, οι οποίοι ρήμαξαν τον πλούτο αυτής της χώρας, χρησιμοποιώντας τα χρήματα του ίδιου του λαού. Δεν είναι μόνο ο ρωσσικός λαός που πρόσφερε στους εκμεταλλευτές του το σχοινί με το οποίο τον κρέμασαν. Μήπως, όμως, είναι καιρός να μάθουμε το μάθημά μας για να μη την ξαναπατήσουμε;


41. Τα αποτελέσματα της αντεπανάστασης στην Ρωσσία

Με τους καπιταλιστές να έχουν ρημάξει τα πάντα, η ρωσσική οικονομία κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος το 1998, μόλις ξέσπασε η κρίση στην Άπω Ανατολή. Η φτώχεια του λαού χτύπησε κόκκινο και η δημοτικότητα τού Γέλτσιν καταποντίστηκε στο 6%. Τα μεγάλα κεφάλια της δύσης άρχισαν να ανησυχούν έντονα και να ψάχνουν διέξοδο προς την μετά Γέλτσιν εποχή. Τελικά, η διέξοδος βρέθηκε χάρη σε κάποιον...απο μηχανής θεό. Αλλά ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι.

Βρισκόμαστε στον Σεπτέμβριο του 1999 και η Ρωσσία συγκλονίζεται από μια σειρά "περίεργων" βομβιστικών επιθέσεων: μέσα σε μια νύχτα ανατινάζονται τέσσερις πολυκατοικίες, οδηγώντας στον θάνατο 300 άτομα. Όπως είναι λογικό, αυτές οι "τρομοκρατικές" επιθέσεις μονοπώλησαν τον ενδιαφέρον των ρώσσων, οι οποίοι ξέχασαν προσωρινά τα οικονομικά τους προβλήματα. Το επίσημο κράτος κατηγόρησε ανοιχτά τους τσετσένους αυτονομιστές και ανέθεσε την εξόντωσή τους στον πρώην καγκεμπίτη πρωθυπουργό, τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Όλα πήγαν σύμφωνα με το πρόγραμμα: ο Πούτιν βομβάρδισε την Τσετσενία...ο τσετσένικος λαός ξαναπνίγηκε σε ένα λουτρό αίματος...μέσα σ' αυτό το αίμα ο Πούτιν βαφτίστηκε "εθνικός ήρωας"...η προπαγάνδα τον ανέδειξε ως τον καταλληλότερο διάδοχο του Γέλτσιν... Απλή και δοκιμασμένη ιστορικά μέθοδος. Τελικά, στις 31 Δεκεμβρίου 1999 και υπό τις επευφημίες των δυτικών, ο Γέλτσιν παρέδωσε την προεδρία της χώρας στον Πούτιν, δίχως να γίνουν εκλογές. Πρώτη πράξη του νέου προέδρου ήταν η υπογραφή ενός νόμου, ο οποίος απάλλασσε τον Γέλτσιν από κάθε δίωξη, είτε για διαφθορά είτε για τα εγκλήματα που είχε διαπράξει σε βάρος των κατά καιρούς διαδηλωτών και του λαού γενικώτερα. Ακριβώς όπως απαλλάχθηκε και ο Πινοτσέτ όταν παρέδωσε την εξουσία...

Τα θύματα τής νεοφιλελεύθερης λαίλαπας δεν ήταν μόνο ο "στραγγισμένος" Γέλτσιν ή οι 100.000 νεκροί του πολέμου με την Τσετσενία. Ήσαν και το 80% των αγροτικών επιχειρήσεων που είχαν χρεωκοπήσει. Ήσαν και τα 70.000 κρατικά εργοστάσια που είχαν κλείσει. Ήσαν και 74 εκατομμύρια ρώσσοι (σχεδόν ο μισός πληθυσμός!) που ζούσαν κάτω από το όριο τής φτώχειας, με 4 δολλάρια ημερησίως (σ.σ.: στοιχεία 1995). Ήσαν και 3,5 εκατομμύρια άστεγα παιδιά (σ.σ.: σύμφωνα με στοιχεία 2006 τής Unicef, ενώ ο ρώσσος υπουργός υγείας υπολόγιζε τα άστεγα παιδιά σε 715.000). Ήσαν και οι τριπλάσιοι -απ' ό,τι επί κομμουνισμού- αλκοολικοί. Ήσαν και οι 4 εκατομμύρια ναρκομανείς αλλά και οι πάνω από 1 εκατομμύριο φορείς τού AIDS (σε μια χώρα όπου τα ναρκωτικά και το AIDS ήσαν άγνωστα με τους "κακούς" κομμουνιστές στην εξουσία). Ήταν και ο υπερδιπλασιασμός των αυτοκτονιών αλλά και ο υπερτετραπλασιασμός των βίαιων εγκλημάτων. Και όλα αυτά, σε μια χώρα της οποίας ο πληθυσμός μειώνεται ετησίως κατά 700.000 άτομα από τότε που άρχισε η νεοφιλελεύθερη θεραπεία-σοκ μέχρι σήμερα! Μια θεραπεία-σοκ, σωστή γενοκτονία...

Είπαμε πολλά για τον τρόπο με τον οποίο επιβλήθηκε η νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση στην πρώην Σοβιετική Ένωση, αλλά είμαι σίγουρος ότι άξιζαν τον κόπο. Σήμερα, η Μόσχα είναι η ακριβώτερη πόλη τού κόσμου (σ.σ.: π.χ. δύσκολα θα βρεις να πιεις έναν εσπρέσσο με λιγώτερα από 9 ευρώ!) και η Ρωσσία είναι η χώρα με το μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Αξίζει τον κόπο να ρίξουμε μια ματιά σε ένα δημοσίευμα τής "Chicago Tribune", μέσα στο οποίο καθρεφτίζονται ξεκάθαρα τα "οφέλη" τού λαού από την υλοποίηση των φρηντμανικών εντολών. Με ένα απόσπασμα απ'αυτό το δημοσίευμα της 19ης Νοεμβρίου 1998, θα κλείσουμε το σημερινό σημείωμα:

"...Όταν ρωτήθηκε τί επιφυλάσσει ο 21ος αιώνας γι' αυτήν και για την Ρωσσία, η 17χρονη Αξάνα απάντησε ήρεμα:
- Ο 21ος αιώνας; Είναι δύσκολο να μιλήσεις για τον 21ο αιώνα όσο βρίσκεσαι εδώ διαβάζοντας με το φως ενός κεριού. Ο 21ος αιώνας δεν μας ενδιαφέρει. Εδώ έχουμε 19ο αιώνα."


42. Οι "ασιατικές τίγρεις" αρρωσταίνουν

Στις αρχές τού 1997 οι χώρες τής Άπω Ανατολής εμφανίζονταν στο διεθνές οικονομικό στερέωμα ως τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και θεωρούνταν πρότυπα οικονομικής ευρρωστίας, κάτι που τους απένειμε το προσωνύμιο "ασιατικές τίγρεις". Οι χρηματιστές όλου του κόσμου προωθούσαν, ως την ασφαλέστερη τοποθέτηση για τα χρήματα των πελατών τους, τα αμοιβαία κεφάλαια τα οποία επένδυαν στις ασιατικές αναδυόμενες αγορές. Μόνο κατά το 1996, οι δυτικοί καπιταλιστές επένδυσαν στην Νότια Κορέα πάνω από 100 δισεκατομμύρια δολλάρια!

Ξαφνικά, όμως, εκείνη την άνοιξη του 1997, όλα άλλαξαν. Οι "ασιατικές τίγρεις" αρρώστησαν βαρειά και άρχισαν να βυθίζονται με ανεξέλεγκτα γρήγορους ρυθμούς. Σε σύντομο χρονικό διάστημα και δίχως να υπάρχει καμμιά εμφανής αιτία, οι επενδυτές αποδύθηκαν σε ταχύτατες ρευστοποιήσεις των θέσεών τους, με αποτέλεσμα τα νομίσματα αυτών των χωρών να αρχίσουν να καταρρέουν. Μέσα στο 1997, η Νότια Κορέα, για την οποία μιλήσαμε πρωτύτερα, παρουσίασε αρνητικό ισοζύγιο επενδύσεων 20 δισεκατομμυρίων δολλαρίων. Δηλαδή, 120 χαμένα δισεκατομμύρια μέσα σε έναν χρόνο, δίχως λόγο... Τι είχε συμβεί, λοιπόν; Η εξήγηση δείχνει ανάγλυφα τον τρόπο λειτουργίας τού καπιταλιστικού συστήματος, ειδικά σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον:

Όλα ξεκίνησαν από μια φήμη, ότι τάχα τα συναλλαγματικά αποθέματα της Ταϋλάνδης δεν επαρκούσαν για την στήριξη του νομίσματός της. Αυτή η φήμη ήταν αρκετή για να ξεφουσκώσει η επενδυτική φούσκα με την ίδια ευκολία με την οποία είχε φουσκώσει. Οι τράπεζες άρχισαν να ανακαλούν τις πιστώσεις που είχαν χορηγήσει. Πρώτο θύμα αυτής της αντίδρασης των τραπεζών ήταν η αγορά ακινήτων, η οποία σωριάστηκε σε συντρίμμια μέσα σε ελάχιστο χρόνο.

Σε μια ορθολογικά στημένη αγορά, οι επιπτώσεις θα σταματούσαν κάπου σ'αυτό το σημείο. Όμως, σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όπου οι διαχειριστές αμοιβαίων κεφαλαίων "πακετάρουν" διάφορες επενδύσεις σε ενιαία πακέτα και όπου οι παραδοσιακές επενδύσεις ωχριούν μπροστά στις αγορές παραγώγων και λοιπών τοξικών επενδύσεων, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Για παράδειγμα, ένα αμοιβαίο κεφάλαιο μπορεί να περιλαμβάνει μετοχές εταιρειών τής Ταϋλάνδης και της Μαλαισίας, ομόλογα της Κορέας και ινδονησιακά παράγωγα. Είναι, λοιπόν, λογικό η οποιαδήποτε απαξίωση των ταϋλανδέζικων μετοχών να συμπαρασύρει και τις μαλαισιανές μετοχές και τα κορεατικά ομόλογα και τα ινδονησιακά παράγωγα.

Κάπως έτσι, ο πανικός που προκλήθηκε από την υποτίμηση του μαλαισιανού ρίνγκγκιτ (το νόμισμα της χώρας) συμπαρέσυρε και τα νομίσματα των άλλων "ασιατικών τίγρεων". Σύντομα η απόσυρση των επενδεδυμένων κεφαλαίων επεκτάθηκε στην Ινδονησία, στην Μαλαισία, στις Φιλιππίνες και στην Νότια Κορέα, η οποία εκείνη την εποχή διέθετε την ενδέκατη ισχυρότερη οικονομία του κόσμου. Οι κυβερνήσεις έρριξαν στην αγορά όλα τα τραπεζικά τους αποθέματα, προκειμένου να στηρίξουν τα νομίσματά τους, αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να επιδεινώσουν την κατάσταση και να οδηγήσουν τις χώρες τους στην χρεωκοπία.

Φυσικά, ακολούθησαν -τί άλλο;- μέτρα. Σκληρά μέτρα, τα οποία έφεραν τον απλό λαό πέρα από τα όρια της απελπισίας. Η κατάσταση βγήκε εκτός ελέγχου. Στην Νότια Κορέα, η τηλεόραση καλούσε τον κόσμο να δωρίσει στο κράτος όσα κοσμήματα διέθετε, προκειμένου να διατεθούν για την εξυπηρέτηση του εθνικού χρέους. Μπορεί στους έλληνες να ακούγεται περίεργο, αλλά σ' αυτή την έκκληση ανταποκρίθηκαν 3 εκατομμύρια κορεάτες, συγκεντρώνοντας κάπου διακόσιους τόννους πολύτιμων μετάλλων! Παρ' ότι αυτή η ποσότητα ήταν τόσο μεγάλη ώστε επέφερε μείωση της τιμής του χρυσού στα χρηματιστήρια, η αξία τού κορεατικού νομίσματος συνέχισε την πτώση της. Κι αυτή η πτώση παρέσυρε στην καταστροφή τα λαϊκά στρώματα, τα οποία έβλεπαν όχι μόνο να εξανεμίζονται οι οικονομίες τους αλλά να καταρρέει και η αγοραστική δύναμη ως και αυτού του μεροκάματου. Με απλά λόγια, λόγω της τεράστιας υποτίμησης, το εισόδημα από την εργασία δεν επαρκούσε για την κάλυψη ως και αυτών των στοιχειωδών αναγκών. Χαρακτηριστικό της λαϊκής απόγνωσης είναι το φαινόμενο της αύξησης των αυτοκτονιών (το 1998, οι αυτοκτονίες των κορεατών αυξήθηκαν κατά 50%, με πολλές οικογένειες να αυτοκτονούν ομαδικά).

Και όμως, η λύση για την αποφυγή αυτής της καταστροφής ήταν πολύ απλή: η άμεση χορήγηση ενός μεγάλου δανείου, εκ μέρους είτε του ΔΝΤ είτε τής Παγκόσμιας Τράπεζας είτε κάποιων ισχυρών χωρών, όπως οι ΗΠΑ. Ακριβώς όπως είχε γίνει το 1994 στο Μεξικό, κατά την "κρίση της τεκίλας". Όμως, δυστυχώς για τις ασιατικές χώρες, κάποιοι ισχυροί παράγοντες αποφάσισαν να στείλουν ένα σαφές μήνυμα: μη βοηθήσετε την Ασία! Κι αυτοί οι παράγοντες δεν θα μπορούσαν να είναι άλλοι από τα γνωστά μας "παιδιά του Σικάγου"...
43. Ο καπιταλισμός ξεγυμνώνεται

Κι ενώ το 1998 βρήκε τις "ασιατικές τίγρεις" να περιμένουν την σωτηρία από κάποιο μεγάλο δάνειο του ΔΝΤ ή της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο -υπερογδοηκοντούτης πλέον- Μίλτον Φρήντμαν άφησε εμβρόντητο τον δημοσιογράφο Λου Ντομπς τού CNN, δηλώνοντας απερίφραστα ότι ήταν αντίθετος σε οποιαδήποτε απόπειρα διάσωσης και ότι οι αγορές έπρεπε να αυτοδιορθωθούν ελεύθερα. Αυτή την "αφήστε τους να βουλιάξουν" άποψη τού Φρήντμαν ανέλαβαν να διατυμπανίσουν τα εκλεκτά του παιδιά, όπως ο Τζωρτζ Σουλτς (μέλος τού Δ.Σ. τού χρηματοπιστωτικού οίκου Charles Schwab), ο Ουώλτερ Ρίστον (πρώην ηγέτης τής Citibank) και ο Ρόμπερτ Πελόσκυ (στρατηγικός αναλυτής τής Morgan Stanley).

Το όνομα του Πελόσκυ έχει ιδιαίτερη σημασία διότι η υιοθέτηση των απόψεών του από την Morgan Stanley (δηλαδή, από μια εκ των μεγαλύτερων επενδυτικών τραπεζών τού κόσμου) σήμαινε ότι το "αφήστε τους να βουλιάξουν" είχε υιοθετηθεί από ολόκληρη την Γουώλ Στρητ. Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, σε ένα συνέδριο του Ινστιτούτου Μίλκεν (σ.σ.: ο Μάικλ Μίλκεν έγινε γνωστός λίγο αργότερα ως ο μεγαλύτερος διακινητής τοξικών ομολόγων), ο Πελόσκυ δήλωσε, με αυστηρό ύφος, ότι το ΔΝΤ και το υπουργείο οικονομικών των ΗΠΑ δεν έπρεπε να πάρουν κανένα μέτρο διάσωσης των ασιατικών αγορών. Στα πρακτικά τού συνεδρίου διαβάζουμε την εξής τοποθέτηση του Πελόσκυ: "Το συμπέρασμά μου είναι ότι δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε την στρατηγική μας. Στην πραγματικότητα, αυτό που χρειαζόμαστε στην Ασία είναι περισσότερες κακές ειδήσεις. Οι κακές ειδήσεις χρειάζονται για να κρατούν σε ένταση την διαρθρωτική διαδικασία" (σ.σ. η υπογράμμιση δική μου).

Όπως είναι φυσικό, η αμερικανική κυβέρνηση συντάχθηκε απολύτως με την Γουώλ Στρητ. Ο ίδιος ο Κλίντον έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα στις χειμαζόμενες ασιατικές οικονομίες, δηλώνοντας ότι αυτό που συνέβαινε στην Ασία δεν ήταν παρά "μερικές μικρές ανωμαλίες". Όσο για το ΔΝΤ, δεν είχε κανένα λόγο να διαφοροποιηθεί ουσιαστικά. Θεωρητικά, βέβαια, έσκυψε για να ακούσει την κραυγή απόγνωσης της Άπω Ανατολής αλλά στην ουσία διατύπωσε, προκειμένου να...βοηθήσει, μια σειρά από εξοργιστικές απαιτήσεις, με στόχο...να μη βοηθήσει. Και πώς θα μπορούσε να βοηθήσει αφού κουμάντο έκαναν τα "παιδιά του Σικάγου", για τα οποία η ασιατική καταστροφή δεν ήταν παρά μια τεράστια ευκαιρία. Αλλά ας δούμε λεπτομερέστερα αυτή την "ευκαιρία".

Η αλματώδης ανάπτυξη των "ασιατικών τίγρεων" δεν είχε βασιστεί στην ελεύθερη αγορά. Αντίθετα, οι χώρες τής Άπω Ανατολής είχαν υιοθετήσει μια αυστηρή προστατευτική πολιτική. Π.χ. δεν επιτρεπόταν σε ξένους να αποκτούν γη ή να αγοράζουν εγχώριες εταιρείες, υπήρχαν έντονοι περιορισμοί στις εισαγωγές και σημαντικοί τομείς (ενέργεια, μεταφορές κλπ) παρέμεναν στα χέρια τού δημοσίου.

Φυσικά, όλα αυτά κάθε άλλο παρά ευχαριστούσαν τόσο τον Φρήντμαν και την παρέα του όσο και τις πολυεθνικές ή τις τράπεζες. Η πίεση των καπιταλιστών (μέσω ΔΝΤ και Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου) προς τις "ασιατικές τίγρεις" είχε αρχίσει από τις αρχές τής δεκαετίας τού 1990, ώσπου οι κυβερνήσεις δέχτηκαν έναν συμβιβασμό: δεν θα επέτρεπαν την ιδιωτικοποίηση κομβικής σημασίας κρατικών εταιρειών ούτε θα άφηναν τους ξένους να αγοράζουν εγχώριες εταιρείες αλλά θα απελευθέρωναν τον χρηματοπιστωτικό τομέα, επιτρέποντας ξένες επενδύσεις σε χρεώγραφα ή συνάλλαγμα. Αυτή η παραχώρηση ήταν που λειτούργησε σαν κερκόπορτα από την οποία εισέβαλε η κρίση.

Έτσι, λοιπόν, ο Φρήντμαν και η Γουώλ Στρητ είδαν την όλη κατάσταση ως ευκαιρία για να αρθούν ολοκληρωτικά όλοι οι περιορισμοί που είχαν απομείνει. Ο Πελόσκυ ήταν ωμός σ' εκείνο το συνέδριο που προαναφέραμε: "Θα ήθελα να δω εταιρείες να κλείνουν και περιουσιακά στοιχεία να εκποιούνται... Συνήθως, οι ιδιοκτήτες δεν πωλούν, εκτός αν υποχρεωθούν να το κάνουν. Συνεπώς, χρειαζόμαστε ακόμη περισσότερες κακές ειδήσεις, ώστε να συνεχίζουμε να πιέζουμε αυτούς τους ομίλους να πουλήσουν τις εταιρείες τους".

Σπάνια έχουμε την δυνατότητα να δούμε τόσο ξεκάθαρα το πραγματικό πρόσωπο του καπιταλισμού. Επειδή υποθέτω ότι ο ανυποψίαστος αναγνώστης έχει υποστεί σοκ με το σημερινό κείμενο, θα σταματήσω κάπου εδώ ώστε να του επιτρέψω να ηρεμήσει και να σκεφτεί αν υπάρχει περίπτωση αυτό το τέρας τού καπιταλισμού να εξημερωθεί και να αποκτήσει "ανθρώπινο πρόσωπο" ή αν υπάρχει περίπτωση, μέσα σε μια καπιταλιστικά δομημένη κοινωνία, να δουν καλύτερες μέρες τα λαϊκά στρώματα αλλάζοντας απλώς τους διαχειριστές αυτού του απάνθρωπου συστήματος.

Κάτι σαν υστερόγραφο: εσκεμμένα παραθέτω τους διασυνδέσμους για όλα όσα ανέφερα παραπάνω, ώστε να προλάβω εκείνους οι οποίοι θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν τα παρατιθέμενα στοιχεία, επειδή -πολύ απλά- δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι είναι αληθινά.


44. Οι "γιατροί" φθάνουν στην Ασία

Στο σημείο αυτό, ας κάνουμε μια στάση για να δούμε τον τρόπο με τον οποίο το διεθνές κεφάλαιο δρομολόγησε την αξιοποίηση της ασιατικής οικονομικής κατάρρευσης. Πρώτος έσυρε τον χορό ο Χοσέ Πινιέρα. Ποιος είναι αυτός; Υπουργός οικονομικών τού Πινοτσέτ, στέλεχος του Ινστιτούτου Κάτο της Ουάσιγκτον (σ.σ.: αξίζει τον κόπο μια ματιά στον ιστότοπο αυτού του κυρίου, για να δούμε τα "επιτεύγματά" του στην Χιλή). Στην εισήγησή του κατά το 16ο συνέδριο του Ινστιτούτου, ο Πινιέρα δήλωσε ξεδιάντροπα ότι "ήρθε η ημέρα να κλείσουν οι λογαριασμοί" και να γραφτεί ο επίλογος της "επανάστασης" που ξεκίνησε στην Χιλή. Σ' αυτή την εισήγηση, η οποία είχε τίτλο "Ο “τρίτος δρόμος” κρατάει τα κράτη στον Τρίτο Κόσμο, ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει "τρίτος δρόμος" ανάμεσα στον ακραιφνή καπιταλισμό και τον κομμουνισμό: "Η ασιατική κρίση μπορεί να εξελιχθεί στην πτώση ενός δεύτερου Τείχους του Βερολίνου, εκείνου του υποτιθέμενου τρίτου δρόμου προς την ανάπτυξη και την ελευθερία..." (σ.σ.: προσέξτε με πόση επιμονή οι νεοφιλελεύθεροι μιλούν υπέρ της ελευθερίας!).

Η τοποθέτηση του Πινιέρα δεν ήταν ξεκάρφωτη, αφού έσπευσε να την ασπασθεί δημοσίως ένας από τους ισχυρότερους οικονομικούς ηγήτορες του κόσμου: ο πρόεδρος της FED Άλαν Γκρήσπαν. Σύμφωνα με την επεξήγηση του Γκρήσπαν, "η παρούσα κρίση θα επιταχύνει σε πολλές ασιατικές χώρες την διάλυση ενός συστήματος κρατικά ελεγχόμενων επενδύσεων", ώστε να επιτευχθεί "μια συναίνεση στο σύστημα αγοράς, το οποίο έχουμε σ' αυτή την χώρα (δηλ. στις ΗΠΑ)". Σε ελεύθερη απόδοση, ο Γκρήσπαν είδε την ασιατική κρίση ως ενδιάμεσο στάδιο για την οικοδόμηση νέων οικονομιών, βασισμένων σε αμερικανικά πρότυπα.

Την σκυτάλη πήρε ο Μισέλ Καμντεσσύ, διευθυντής τού ΔΝΤ. Σε συνέντευξή του στην "El Pais", αφού είπε το τετριμμένο "η κρίση μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για την Ασία", πρόσθεσε πονηρά: "Τα οικονομικά μοντέλα δεν είναι αιώνια...Υπάρχουν συγκυρίες στις οποίες καθίστανται παρωχημένα και πρέπει να εγκαταλειφθούν". Αυτό που εννοούσε ο Καμντεσσύ είναι απλό: οι ασιατικές χώρες έπρεπε να εγκαταλείψουν το μετριοπαθές κεϋνσιανό μοντέλο που ακολουθούσαν και να στραφούν προς τον νεοφιλελευθερισμό.

Παρ' όλα αυτά, οι χειμαζόμενες χώρες τής Άπω Ανατολής δίσταζαν -όχι άδικα- να στραφούν προς το ΔΝΤ. Ο Καμντεσσύ περίμενε κάπου έναν μήνα και, τελικά, αποφάσισε να κάνει εκείνος το πρώτο βήμα. Στο ηχηρό του μήνυμα "έρχομαι να σας σώσω", μόνο η Μαλαισία αντιστάθηκε. Είναι χαρακτηριστική η αποστροφή τού μαλαισιανού πρωθυπουργού Μαχατίρ Μοχάμαντ: "δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να καταστρέψω την οικονομία προκειμένου να βελτιωθεί". Από τότε, του κόλλησαν την ρετσινιά τού...ριζοσπάστη. Πάλι καλά που δεν τον απεκάλεσαν...κομμουνιστή! Όμως, οι υπόλοιπες "τίγρεις" (Νότια Κορέα, Ινδονησία, Φιλιππίνες και Ταϋλάνδη) έπεσαν στην αγκαλιά τού ΔΝΤ.

Επί κεφαλής των διαπραγματευτών τού ΔΝΤ τοποθετήθηκε ένα από τα "πρωτοπαλλήκαρα" της θεραπείας-σοκ που ακολουθήθηκε στην Ρωσία: ο Στάνλεϋ Φίσσερ. Ο Φίσσερ πήγε στις διαπραγματεύσεις όχι για να συζητήσει αλλά για να επιβάλει τους όρους του. Λογικό, αφού αισθανόταν ότι βρισκόταν σε θέση ισχύος (σε συνέντευξή του στο PBS είχε πει: "Δεν μπορείς να αναγκάσεις μια χώρα να σου ζητήσει βοήθεια. Πρέπει να σου το ζητήσει. Αλλά όταν ξεμείνει από λεφτά, δεν υπάρχουν πολλά μέρη προς τα οποία να στραφεί"). Το αίμα που είχε χυθεί στην Ρωσσία, δεν εμπόδισε τον Φίσσερ από το να προτείνει ακριβώς την ίδια λύση και στην Ασία. Οι ασιάτες πρόβαλαν μια λογική αντίρρηση: αφού η κρίση είχε δημιουργηθεί λόγω της ακατάσχετης ροής κεφαλαίων, θα έπρεπε να ξαναμπούν μερικοί φραγμοί σ' αυτή την ανεξέλεγκτη κεφαλαιακή κίνηση. Φυσικά, ο Φίσσερ απέρριψε με βδελυγμία αυτή την πρόταση.

Για τις διαπραγματεύσεις αυτές, μας δίνει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες σε ένα εσωτερικό σημείωμά του (" Το ΔΝΤ και η ινδονησιακή κρίση") ο Στήβεν Γκρένβιλ, στέλεχος του ΔΝΤ. Το έγγραφο αυτό αποδεικνύει ότι το ΔΝΤ δεν ενδιαφερόταν να εντοπίσει τις πραγματικές αιτίες τής κρίσης ώστε να ακολουθήσει την ενδεδειγμένη θεραπευτική αγωγή. Το ΔΝΤ ενδιαφέροταν αποκλειστικά για τον καλύτερο τρόπο αξιοποίησης αυτής κρίσης, ώστε να προωθηθεί η νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση. Όπως έχουμε παρατηρήσει σε προηγούμενα σημειώματα, η υλοποίηση των φρηντμανικών θεωριών απαιτεί προηγούμενη καταστροφή. Και οι χρεωκοπημένες ασιατικές χώρες ήσαν ήδη κατεστραμμένες, οπότε αποτελούσαν ιδανικό έδαφος για την επέλαση των νεοφιλελευθέρων.

Από δω και πέρα, το "παραμύθι" μάς είναι πια γνωστό: κατάργηση των προστατευτικών μέτρων σε εμπόριο και επενδύσεις, κατάλυση κάθε κρατικού παρεμβατισμού, τεράστιες δημοσιονομικές περικοπές, εκμηδενισμός κοινωνικών παροχών, μείωση αποδοχών (σε συνδυασμό με απολύσεις, βέβαια), ιδιωτικοποιήσεις. Παράλληλα με αυτές τις γενικότητες, επιβλήθηκαν ειδικά μέτρα σε κάθε χώρα: η Νότια Κορέα έπρεπε να καταργήσει την νομοθεσία που προστάτευε τους εργαζομένους από μαζικές απολύσεις, η Ταϋλάνδη έπρεπε να επιτρέψει στους ξένους να αγοράζουν μετοχές των τραπεζών της, η Ινδονησία (του Σουχάρτο παρακαλώ!) έπρεπε να καταργήσει τις επιδοτήσεις στα τρόφιμα, οι Φιλιππίνες έπρεπε να επιτρέψουν την απρόσκοπτη εγκατάσταση ξένων πολυεθνικών κλπ.

Πολλά χρόνια αργότερα, τόσο ο Φίσσερ όσο και ο Καμντεσσύ παραδέχθηκαν ότι "μερικές από τις εκτιμήσεις τού ΔΝΤ ήσαν λανθασμένες". Ο Φίσσερ, μάλιστα, αναγνώρισε ότι η ασιατική κρίση δεν είχε καμμιά σχέση με υπέρμετρες δημόσιες δαπάνες. Αλλά, είπαμε: το ευαγγέλιο του Φρήντμαν έπρεπε να τηρηθεί κατά γράμμα, έστω κι αν στην περίπτωση της Ασίας ταιριάζει γάντι η ελληνική παροιμία "τώρα που βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πεντ'-έξι". Αυτή την παροιμία διατύπωσε με διαφορετικό τρόπο η "New York Times", γράφοντας στις 21 Οκτωβρίου 2000: "το ΔΝΤ...θύμισε καρδιοχειρουργό, ο οποίος στην μέση της εγχείρησης αποφασίζει να επέμβει και στους πνεύμονες και στα νεφρά...".


45. Γραπτώς! Και οι τέσσερις!

Με όσα παρουσιάσαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας, το -κατά Πινιέιρα- "δεύτερο τείχος τού Βερολίνου" άρχισε να πέφτει. Με αφορμή τις περίφημες "συγκυρίες" (σαν αυτές που είχαμε δει στην Πολωνία και στην Ρωσία), οι κυβερνήσεις βρήκαν την δικαιολογία που χρειάζονταν για την στροφή τους στον αυταρχισμό. Όσα θα εξιστορήσουμε σήμερα, θα φανούν στον αναγνώστη εξαιρετικά οικεία. Έτσι, οφείλω να κάνω την περιττή (;) υπενθύμιση ότι αναφερόμαστε σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Άπω Ανατολή πριν καμμιά δεκαπενταριά χρόνια.

Στην Ταϋλάνδη, το πρόγραμμα της θεραπείας-σοκ δεν ήρθε ποτέ στην βουλή για συζήτηση αλλά δρομολογήθηκε με τέσσερα διατάγματα "εκτάκτου ανάγκης". Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Σουπατσάι Πανιτσπάκντι ομολόγησε έμμεσα ότι η όλη διαδικασία δεν ήταν σύννομη και δικαιολογήθηκε με την φράση "έχουμε χάσει την αυτονομία μας και την δυνατότητα να καθορίζουμε μόνοι μας την οικονομική πολιτική μας...δυστυχώς". Λεπτομέρεια: μερικά χρόνια αργότερα, ο Πανιτσπάκντι ανταμείφθηκε για την ενδοτική του στάση, διοριζόμενος επί κεφαλής τού Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου!

Στην Νότια Κορέα, η παρέμβαση του ΔΝΤ ήταν όχι απλώς πρόστυχη αλλά και ξετσίπωτη. Ενώ κορυφώνονταν οι διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση, η χώρα έπρεπε να πάει σε εκλογή νέου προέδρου. Στις εκλογές κατέβαιναν τέσσερις υποψήφιοι αλλά οι δύο απ' αυτούς υποστήριζαν θέσεις αντίθετες προς τις προτιμήσεις τού ΔΝΤ. Η αντίδραση του Ταμείου θεωρήθηκε τότε πρωτόγνωρη, αλλά στον σημερινό έλληνα δεν προκαλεί καμμία εντύπωση.

Τι έκανε, λοιπόν, ο κύριος Καμντεσσύ τότε; Δήλωσε ανοιχτά ότι το ΔΝΤ δεν πρόκειται να αποδεσμεύσει χρήματα από το -ήδη συμφωνημένο- δάνειο μέχρις ότου και οι τέσσερις υποψήφιοι δεσμευτούν ότι, σε περίπτωση νίκης τους στις εκλογές, θα ακολουθούσαν απαρέγκλιτα την πολιτική τού Ταμείου. Την συνέχεια μας την διηγείται ο γνωστός μας και μή εξαιρετέος Τζέφφρυ Σακς (σ.σ. νάτος πάλι!) σε άρθρο του με τίτλο "Το ΔΝΤ είναι δύναμη από μόνο του": και οι τέσσερις υποψήφιοι δήλωσαν γραπτώς ότι θα υποστήριζαν τα μέτρα τού Ταμείου. (σ.σ.: Προσοχή: επαναλαμβάνω ότι η ιστορία είναι παλιά και είναι πραγματική, δεν πρόκειται για...deja vu!)

Ποτέ μέχρι τότε δεν είχε γίνει τόσο σαφής η θέση τού Φρήντμαν ότι η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία δεν ταιριάζει με οποιαδήποτε γνήσια δημοκρατική διαδικασία. Ουσιαστικά, τα "παιδιά του Σικάγου" έβγαλαν κοροϊδευτικά την γλώσσα στον νοτιοκορεατικό λαό, λέγοντάς του ότι δεν είχε απολύτως καμμία σημασία η ψήφος του για την διαχείριση της οικονομίας. Πράγματι, στις 3 Δεκεμβρίου 1997, ο πρόεδρος Κιμ υπέγραψε το μνημόνιο συνεργασίας με το ΔΝΤ, για ένα δάνειο 57 δισ. δολλαρίων. Εκείνη η ημέρα ονομάστηκε αμέσως από τον νοτιοκορεατικό λαό"Ημέρα Εθνικής Ταπείνωσης" (*).

Στην Ινδονησία, τα πράγματα ήσαν κάπως διαφορετικά. Εκεί δεν υπήρχαν "προβλήματα δημοκρατίας", αφού στην εξουσία βρισκόταν ο αιματοβαμμένος δικτάτορας Σουχάρτο. Μόνο που ο Σουχάρτο είχε αρχίσει να γερνάει και να "κάνει νερά" στους παλιούς του φίλους. Ο στρατηγός είχε βαρεθεί να ξεπουλάει την χώρα του για να γίνονται πλουσιώτεροι κάποιοι ξένοι και αποφάσισε να δώσει ένα κομμάτι τής πίττας και στην οικογένειά του. Έτσι, για παράδειγμα, "μπούκωσε" με επιδοτήσεις την αυτοκινητοβιομηχανία του γιου του Τόμμυ, προκαλώντας την μήνη τής Φορντ και της Τογιότα (**)

Προσπαθώντας να φανεί "μάγκας", ο Σουχάρτο κόντραρε το ΔΝΤ, περνώντας έναν προϋπολογισμό δίχως τις περικοπές που απαιτούσε το Ταμείο. Τότε, η Washington Post δημοσίευσε μια "διαρροή", σύμφωνα με την οποία το ΔΝΤ ανησυχούσε για το κατά πόσο η Ινδονησία ήταν αποφασισμένη να προωθήσει τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις (σ.σ.: η μέθοδος της "διαρροής" επελέγη επειδή απαγορεύεται στα στελέχη τού ΔΝΤ να κάνουν δηλώσεις κατά την διάρκεια διαπραγματεύσεων). Και το άρθρο κατέληγε με την "πρόβλεψη" ότι, αν δεν αλλάξει μυαλό ο Σουχάρτο, το Ταμείο θα μπλοκάρει τα δάνεια που είχε υποσχεθεί να δώσει στην Ινδονησία.

Το άρθρο τής Washington Post δημοσιεύθηκε στις 7/1/1998. Μέχρι το μεσημέρι τής επόμενης μέρας, η ινδονησιακή ρουπία είχα χάσει το ένα τέταρτο της αξίας της(!). Ο Σουχάρτο ξύπνησε τρομαγμένος και επανέφερε αμέσως την "μαφία του Μπέρκλεϋ" στο τιμόνι τής οικονομίας, ως ένδειξη υποταγής. Έτσι, το νερό μπήκε πάλι στο αυλάκι και η Ινδονησία υιοθέτησε σε μηδέν χρόνο όλα τα μέτρα που υπέδειξε το ΔΝΤ: συνολικά (κρατηθείτε!) 140 προσαρμογές!


(*) Όλο το παρασκήνιο της πορείας της Νότιας Κορέας προς το μνημόνιο καταγράφεται σε ένα εξαιρετικά αποκαλυπτικό άρθρο τού δημοσιογράφου Μάικλ Λιούις, με τίτλο "The Real Asian Miracle; The World's Biggest Going-Out-of-Business Sale" ("New York Times Magazine", 31/5/1998)

(**) Ολόκληρη η σπαρταριστή ιστορία με την αυτοκινητοβιομηχανία του υιού Σουχάρτο, στο "Τommy's toys trashed" (περιοδικό "Inside Indonesia", 22/9/2007)


46. Τα κοράκια κάνουν πάρτυ

Αρχικά, οι ινστρούχτορες του ΔΝΤ είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται ικανοποιημένοι, αφού η ενδοτικότητα των ασιατικών κυβερνήσεων οδήγησε στην πλήρη υιοθέτηση όλων των απαιτήσεων του Ταμείου. Όμως, σύντομα απεδείχθη ότι οι "φωστήρες" είχαν κάνει τεράστια λάθη. Αντί να ξαναρχίσει η ροή ζεστού χρήματος προς την Άπω Ανατολή, οι χρηματιστές συνέχισαν να αποσύρουν κεφάλαια με μια απλή σκέψη: για να επιμένει το ΔΝΤ στην ριζική αναμόρφωση αυτών των οικονομιών, παναπεί ότι η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη απ' όσο φαίνεται. Έτσι, το βούλιαγμα συνεχίστηκε. Για παράδειγμα, η Νότια Κορέα συνέχισε να χάνει 1 δισεκατομμύριο δολλάρια ημερησίως(!)

Φυσική συνέπεια αυτής της εξέλιξης ήταν η επιδείνωση της ζωής των απλών πολιτών, με την ανεργία να υπερτριπλασιάζεται μέσα σε λιγώτερο από δυο χρόνια και με 20 εκατομμύρια πρώην μεσοαστούς να βυθίζονται κάτω από τα όρια της φτώχειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ταϋλάνδη η παιδική πορνεία αυξήθηκε κατά 20% μέσα σε έναν μόνο χρόνο(*), ενώ αντίστοιχο φαινόμενο παρατηρήθηκε και στις Φιλιππίνες. Το στραπάτσο των -πρώην- "τίγρεων" ήταν τόσο μεγάλο, ώστε άρχισε έντονη φαγωμάρα μέσα στο ίδιο το ΔΝΤ. Αποκορύφωμα αυτής της φαγωμάρας ήταν μια εσωτερική έκθεση η οποία χαρακτήριζε τις επιβληθείσες προσαρμογές ως "απερίσκεπτες", "μεγαλύτερες απ' όσο απαιτούσαν οι περιστάσεις" και "μη καθοριστικές για την επίλυση της κρίσης". Λεπτομέρεια: αυτή η έκθεση κρατήθηκε μυστική για 5 ολόκληρα χρόνια...

Όμως, αν στο ΔΝΤ είχαν αρχίσει να ψάχνονται, στην Γουώλ Στρητ είχαν κάθε λόγο να πανηγυρίζουν. Τόσον καιρό, τα κοράκια ακόνιζαν τα νύχια τους βλέποντας την Άπω Ανατολή να ψυχορραγεί. Μόλις, λοιπόν, το ΔΝΤ έδωσε την χαριστική βολή, χύμηξαν στα ζεστά πτώματα. Πολλές εταιρείες (ανάμεσά τους κι εκείνη τού Πελόσκυ), με επί κεφαλής την Merrill Lynch και την Stanley Morgan, έστειλαν σμήνη ειδικών για να εντοπίσουν περιουσίες (κρατικές εταιρείες, τράπεζες, βιομηχανίες κλπ) που θα μπορούσαν να αγοραστούν για ένα κομμάτι ψωμί. Και οι απεσταλμένοι δικαιολόγησαν τον μισθό τους:

- Η Merrill Lynch απέκτησε δυο ασφαλιστικούς κολοσσούς, την ιαπωνική Yamaichi Securities και την ταϋλανδέζικη Phatra Thanakit.
- Η J.P.Morgan απέκτησε ένα μεγάλο κομμάτι τής Kia Motors.
- Η AIG εξαγόρασε με ψίχουλα την Bangkok Investment.
- Η Salomon Smith Barney αγόρασε ένα πλήθος μικρών και μεγάλων εταιρειών, μεταξύ των οποίων και την μεγαλύτερη υφαντουργία τής Νότιας Κορέας. Λεπτομέρεια: πρόεδρος του τομέα διεθνών ζητημάτων τής Salomon ήταν ο Ντόναλντ Ράμσφελντ, ενώ ανάμεσα στα μέλη τού ΔΣ της εταιρείας βρισκόταν ο Ντικ Τσαίηνυ (αν δεν τους θυμάστε, ο πρώτος ήταν υπουργός αμύνης των ΗΠΑ και ο δεύτερος αντιπρόεδρος επί προεδρίας Μπους του βλακίστατου).
- Η Carlyle προσανατολίστηκε στην Νότια Κορέα, όπου άρπαξε τον τηλεπικοινωνιακό κλάδο τής Daewoo, τον κολοσσό νέων τεχνολογιών Ssangyong και την μεγάλη τράπεζα KonAm.Λεπτομέρεια: η Carlyle είναι ο αγαπημένος εργοδότης πρώην προέδρων (π.χ. Μπους μπαμπάς), πρωθυπουργών (π.χ. Τζων Μαίητζορ) και υπουργών (π.χ. Τζαίημς Μπαίηκερ).
- Ένας άλλος νοτιοκορεατικός κολοσσός, η Samsung, έγινε κομμάτια: η General Electric αγόρασε τον κλάδο τού ηλεκτρισμού, η Volvo την βαρειά βιομηχανία και η Johnson & Son τον τομέα των φαρμάκων.
- Η General Motors βούτηξε τον κλάδο των αυτοκινήτων τής -κάποτε πανίσχυρης- Daewoo με 400 εκατομμύρια δολλάρια, ενώ οι εκτιμήσεις μιλούσαν για πραγματική αξία 6 δισεκατομμυρίων (σ.σ.: λίγο μετά, τα οχήματα της Daewoo βγήκαν στην αγορά με το σήμα τής Chevrolet).
- Η Coca Cola απέκτησε για μισό δισ, δολλάρια την μεγαλύτερη βιομηχανία εμφιαλώσεων της Νότιας Κορέας.
- Εκτός από την αγορά τμήματος της Samsung που προαναφέραμε, η General Electric απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο του ίδιου κλάδου τής LG.
- Ένα άλλο κομμάτι τής LG, η LG Energy (εταιρεία ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου), πουλήθηκε στην βρεττανική Powergen.

Τα παραπάνω στοιχεία είναι απλώς ενδεικτικά. Στο φαγοπότι ανακατεύτηκαν και άλλες μεγάλες εταιρείες τής δύσης: Seagram, Nestle, Ericsson, Novartis, Hewlett-Packard, Tesco, Nissan, Carrefour, Procter & Gamble κλπ. Αλλά δεν είναι μόνο οι ασιατικές εταιρείες που πουλήθηκαν σε τιμή ευκαιρίας. Το τρελλό πανηγύρι των πολυεθνικών στήθηκε με τις ιδιωτικοποιούμενες κρατικές επιχειρήσεις: Η Motorola πήρε την νοτιοκορεατική Appeal Telecom, τα εργοστάσια ηλεκτρισμού τής Ινδονησίας δόθηκαν στην καναδική Westcoast Energy, το μεγαλύτερο τμήμα των ταχυδρομείων της Μαλαισίας και της Νότιας Κορέας πουλήθηκαν στην British Telecom, ο αμερικανικός κολοσσός Sithe απέκτησε τα πλειοψηφικό πακέτο τής κρατικής εταιρείας φυσικού αερίου τής Ταϋλάνδης, η ύδρευση της Ινδονησίας μοιράστηκε στην γαλλική Lyonnais des Eaux και στην βρεττανική Thames Water, οι τηλεπικοινωνίες τής Νότιας Κορέας δόθηκαν στην Bell Canada κλπ.

Όσο κι αν εκεί στο ΔΝΤ τα στελέχη κοιτάζονται μεταξύ τους με έκπληξη, αποδεικνύεται ότι το τόσο καλά εκτελεσμένο έγκλημα ήταν προσχεδιασμένο. Σε άρθρο τους στο "New Left Review", οι οικονομολόγοι Ρόμπερτ Γουέυντ και Φρανκ Βενερόζο είχαν προβλέψει από τον Απρίλιο του 1998 ότι το πρόγραμμα του ΔΝΤ "ενδέχεται να επιφέρει την μεγαλύτερη εν καιρώ ειρήνης μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από ντόπιους ιδιοκτήτες σε αλλοδαπούς"(**). Συνεπώς, κανένας δεν δικαιούται να ισχυρίζεται ότι αιφνιδιάστηκε από τις εξελίξεις.

Δεκατέσσερα χρόνια μετά, η Άπω Ανατολή δεν έχει συνέλθει ακόμη. Η ανεργία, όχι μόνο δεν έχει επιστρέψει στα προ του 1997 επίπεδα αλλά οι απολύσεις συνεχίζονται. Και μαζί τους συνεχίζονται και οι αυτοκτονίες (τέταρτη αιτία θανάτου στην Νότια Κορέα, με 38 αυτοκτονίες καθημερινά), ενώ συνεχίζουν να αυξάνονται τόσο η παιδική πορνεία όσο και τα φαινόμενα θρησκευτικού εξτρεμισμού. Σε τελική ανάλυση, τα περίφημα "προγράμματα σταθερότητας" τού φρηντμανοκίνητου ΔΝΤ ενδέχεται κάποτε να σταθεροποιήσουν το κλυδωνιζόμενο καράβι, μόνο που η "σταθεροποίηση" θα έχει επιτευχθεί με το πέταγμα εκατομμυρίων ανθρώπων στην θάλασσα...


(*) Τον Μάρτιο του 1999, επισκέφθηκε την Ταϋλάνδη εκείνη η ελεεινή υπουργός εξωτερικών τού Κλίντον, η Μαντλήν Ωλμπράιτ. Κατά την επίσκεψή της, βρήκε να πει δυο πράγματα: ότι υποστηρίζει με θέρμη την ακολουθούμενη πολιτική λιτότητας και ότι καταδικάζει την στροφή των νέων στην πορνεία και στα ναρκωτικά. "Είναι πολύ σημαντικό να αντιδράσετε", συμβούλεψε τους νεαρούς ταϋλανδούς η Ωλμπράιτ, μη βλέποντας -προφανώς- σχέση ανάμεσα στην αύξηση της λιτότητας και στην αύξηση της πορνείας και των ναρκωτικών.

(**) Βρήκα αυτό το αποκαλυπτικό -και εξαιρετικά ενδιαφέρον- άρθρο αναδημοσιευμένο στον ιστοτόπο τού οικονομικού τμήματος τού πανεπιστημίου της Γιούτας, επειδή η πρόσβαση στο πρωτότυπο προϋποθέτει συνδρομή στον ιστοτόπο τού "New Left Review".


47. Μια πολύ περίεργη σύμπτωση

Στα 68 του χρόνια ο Ντόναλντ Ράμσφελντ δεν θα έπρεπε να έχει άλλες φιλοδοξίες. Είχε διατελέσει υπουργός άμυνας επί προεδρίας Τζέραλντ Φορντ και η προσωπική του περιουσία ξεπερνούσε τα 250 εκατομμύρια δολλάρια. Θα μπορούσε να περιοριστεί στον ρόλο του ευτυχισμένου παππού αλλά συμφώνησε με χαρά όταν ο Τζωρτζ Μπους ο βλαξ τον επανέφερε στην θέση τού υπουργού άμυνας. Βέβαια, αυτή η επαναφορά τού Ράμσφελντ στην ενεργή πολιτική σκηνή είχε τον σκοπό της.

Ο Ράμσφελντ ήταν ένα από τα πολυαγαπημένα παιδιά τού Μίλτον Φρήντμαν, ο οποίος είχε μιλήσει κατ' επανάληψη με τα καλύτερα λόγια για τον μαθητή του, από την εποχή τού Νίξον. Και ο "πιο καλός ο μαθητής" έκανε ό,τι μπορούσε για να μη διαψεύσει τον δάσκαλό του. Όντας μέλος διοικητικών συμβουλίων πολλών μεγάλων εταιρειών, δεν έπαψε ποτέ να προπαγανδίζει τις ιδέες τού Φρήντμαν. Συμμετέχοντας στην κυβέρνηση Μπους, θα μπορούσε να επιφέρει μια ριζική νεοφιλελεύθερη τομή στον τρόπο λειτουργίας τού στρατού των ΗΠΑ.

Η φρηντμανική ιδέα, την οποία ήθελε να προωθήσει ο Ράμσφελντ, ήταν ριζοσπαστική: ο στρατός θα έπρεπε να πάψει να ασχολείται με τομείς όπου δραστηριοποιούνται ιδιώτες. Φυσικά, αυτό δεν θα γινόταν με στόχο την εξοικονόμηση κονδυλίων (άλλωστε, ο νέος υπουργός άμυνας είχε ζητήσει αύξηση των κονδυλίων για την άμυνα κατά 11%). Ο στόχος ήταν να μεταφερθούν μεγαλύτερα κονδύλια στα ταμεία των πολυεθνικών, όπως επιτάσσουν τα φρηντμανικά θέσφατα. Έτσι, ο Ράμσφελντ ζήτησε από όλες τις στρατιωτικές υπηρεσίες να προχωρήσουν σε μείωση προσωπικού κατά 15%. Παράλληλα, προώθησε την κατακόρυφη μείωση του ένοπλου δυναμικού, συμπληρώνοντας τα δημιουργούμενα κενά με εργολαβίες, τις οποίες ανέθετε σε εταιρείες όπως η Halliburton και η Blackwater.

Για να προλάβει τις αντιδράσεις τού στρατιωτικού κατεστημένου, ο Ράμσφελντ διακήρυξε ότι με το σχέδιό του θα γινόταν οικονομία σε κεφάλαια, τα οποία θα μπορούσαν να διατεθούν για την ανάπτυξη σύγχρονων οπλικών συστημάτων, δορυφόρων, συστημάτων νανοτεχνολογίας κλπ. Όμως, οι ανώτατοι αξιωματικοί τού Πενταγώνου δεν είδαν με καθόλου καλό μάτι τις πρωτοβουλίες τού υπουργού. Αν αντικαθιστούσαν τους στρατιώτες τους υπάλληλοι (και, μάλιστα, κακοπληρωμένοι) ιδιωτικών στρατιωτικών εταιρειών, τί θα έμενε σ' εκείνους να διοικήσουν; Η αντίδραση του στρατιωτικού κατεστημένου ήταν τόσο έντονη ώστε μέσα σε λίγους μήνες όλοι στοιχημάτιζαν πως η παραίτηση Ράμσφελντ ήταν ζήτημα χρόνου.

Έτσι, όταν κάποια μέρα ο Ράμσφελντ συγκάλεσε σε ανοιχτή συνεδρίαση τα στελέχη τού Πενταγώνου, όλοι πίστεψαν ότι το έκανε για να ανακοινώσει την παραίτησή του. Όμως, ο Ράμσφελντ αιφνιδίασε τους πάντες με μια εισήγηση η οποία προκάλεσε ρίγη:

"Το θέμα μας σήμερα είναι ένας αντίπαλος που συνιστά απειλή, μια σοβαρή απειλή για την ασφάλεια των ΗΠΑ. Αυτός ο αντίπαλος είναι ένας από τους τελευταίους παγκόσμιους προμαχώνες τού κεντρικού σχεδιασμού. Κυβερνά υπαγορεύοντας πενταετή σχέδια (σ.σ.: εδώ όλων το μυαλό πρέπει να πήγε στον Στάλιν). Από μια απλή βάση, προσπαθεί να επιβάλει τις απαιτήσεις του, πέρα από χρονικές ζώνες, ηπείρους, ωκεανούς κι ακόμη παραπέρα (σ.σ.: στο διάστημα;). Με βάναυση συνέπεια καταπνίγει την ελεύθερη σκέψη και συντρίβει τις νέες ιδέες. Υπονομεύει την άμυνα των ΗΠΑ και βάζει σε κίνδυνο την ζωή των ενστόλων. Ίσως αυτός ο αντίπαλος ηχεί σαν την πρώην Σοβιετική Ένωση, αλλά αυτός ο εχθρός χάθηκε: οι σημερινοί μας ανταγωνιστές είναι πιο δυσδιάκριτοι και αδυσώπητοι...Ο αντίπαλος είναι πιο κοντά στο σπίτι μας. Είναι η γραφειοκρατία τού Πενταγώνου..." .

Το ακροατήριο ταράχθηκε. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο υπουργός τους όχι μόνο τους συνέκρινε με τα σοβιετικά "κομμούνια" αλλά τους θεωρούσε ακόμη πιο επικίνδυνους. Κι ενώ οι στρατηγοί κοιταζόντουσαν εμβρόντητοι μεταξύ τους, ο Ράμσφελντ συνέχισε: "Γνωρίζουμε τον αντίπαλο. Γνωρίζουμε την απειλή. Και με την ίδια προσήλωση που απαιτεί κάθε προσπάθεια εναντίον ενός αποφασισμένου αντιπάλου, πρέπει να αρχίσουμε αυτή την προσπάθεια και να επιμείνουμε σ' αυτή...Έτσι, σήμερα κηρύσσουμε πόλεμο κατά της γραφειοκρατίας".

Ο Ράμσφελντ είχε ήδη βάλει τα ερωτήματα: Γιατί να μαζεύουν οι στρατιώτες τα σκουπίδια στα στρατόπεδα, όταν αυτό μπορεί να το κάνει μια ιδιωτική εταιρεία; Γιατί πρέπει οι ένστολοι να σφουγγαρίζουν τα πατώματα και να πλένουν τα τζάμια, όταν αυτά μπορεί να τα κάνει κάποιος ιδιώτης; Γιατί πρέπει ο στρατός να διαχειρίζεται τις αποθήκες των υλικών του, όταν υπάρχουν εταιρείες διαχείρισης αποθηκών (Logistics) που μπορούν να κάνουν την ίδια δουλειά; Γιατί πρέπει να υπάρχουν στρατιωτικοί γιατροί, αφού υπάρχουν τόσοι ιδιώτες γιατροί που μπορούν να τους αντικαταστήσουν; Γιατί πρέπει να φροντίζει το υπουργείο άμυνας για τα σπίτια των στρατιωτικών, από την στιγμή που μπορεί να ανατεθεί αυτή η δουλειά σε ιδιωτικές κατασκευαστικές εταιρείες;

Με την ομιλία του αυτή, ο Ράμσφελντ "ξύριζε" τις αρμοδιότητες των στρατιωτικών, αφήνοντάς τους μόνο την ευθύνη των μαχών. Αποκλειστικά των μαχών, αφού ακόμη και τα στρατιωτικά οχήματα θα αντικαθιστώνταν από οχήματα ιδιωτικών εταιρειών, οδηγούμενα από έμμισθους υπαλλήλους. Το όνειρο τού Φρήντμαν για "λιγώτερο κράτος" στις ΗΠΑ, έμελλε να αρχίσει την πραγμάτωσή του από τον πιο σκληρό κρατικό τομέα: τον στρατό.

Μόλις ο υπουργός τελείωσε την ομιλία του, χαιρέτησε και έφυγε δίχως να περιμένει να ακούσει ερωτήσεις ή αντιρρήσεις. Ήταν σαφές ότι δεν ήθελε να εμπλακεί σε διάλογο αλλά να αφήσει το ακροατήριό του να εμπεδώσει το σοκ, το οποίο είχαν προκαλέσει τα λόγια του. Οι στενών αντιλήψεων στρατιωτικοί δεν μπορούσαν να αντιληφθούν ότι η ενέργεια του Ράμσφελντ ήταν απόλυτα στηριγμένη στην θεωρία του Φρήντμαν περί σοκ και γι' αυτό δεν αντέδρασαν αμέσως. Όμως, ήταν κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι οι αντιδράσεις τους θα ξεσπούσαν την επόμενη μέρα και θα ήταν τόσο έντονες ώστε ο υπουργός δεν θα μπορούσε να αντισταθεί.

Ευτυχώς για τον υπουργό άμυνας, η επόμενη μέρα δεν προσφερόταν για αντιδράσεις. Εντελώς συμπτωματικά (;) ο Ράμσφελντ είχε επιλέξει ως ημέρα για την ανοιχτή συνεδρίαση στο Πεντάγωνο την 10η Σεπτεμβρίου 2001. Αυτή η -εξαιρετικά περίεργη- σύμπτωση αποτελεί ακόμη και σήμερα αντικείμενο συζητήσεων.


48. Ένας ιστορικός κύκλος (η περίπτωση Ράμσφελντ)

Ο τρόπος με τον οποίο γράφεται η Ιστορία είναι πολύ παράξενος. Μοιάζει συχνά σαν να μας βγάζει κοροϊδευτικά την γλώσσα κάποιος αόρατος συγγραφέας. Εκεί που λες "έτσι αρχίζουν όλα", δεν αργείς να συνειδητοποιήσεις ότι αυτό που θεωρείς ως αρχή δεν είναι παρά ένα απλό κεφάλαιο μιας ογκώδους ιστορίας, ενώ αυτό που εκτιμάς πως αποτελεί τον επίλογο δεν είναι παρά η εισαγωγή στο επόμενο επεισόδιο.

Έτσι, λοιπόν, ο Ντόναλντ Ράμσφελντ δεν έπεσε ουρανοκατέβατος στις 10 Σεπτεμβρίου 2001. Ο Φρήντμαν τον είχε ξεχωρίσει από την δεκατία τού 1960 και τον εκτίμησε τόσο ώστε τον βοήθησε να εκλεγεί στο Κονγκρέσσο, πριν καλά-καλά κλείσει τα τριάντα του χρόνια. Κι ήταν πάλι ο Φρήντμαν εκείνος που "έσπρωξε" τον εκλεκτό του μαθητή ίσαμε το αξίωμα του υπουργού άμυνας επί κυβερνήσεως Φορντ.

Για τον γκουρού του νεοφιλελευθερισμού, ο Ράμσφελντ αποτελούσε την προσωποποίηση των ελπίδων του για εφαρμογή των θεωριών του στην ίδια του την πατρίδα. Πίστευε τόσο πολύ σ' αυτόν τον νεαρό, ώστε στις προεδρικές εκλογές τού 1980 πίεσε αφόρητα τον Ρέηγκαν να τον ορίσει αντιπρόεδρό του. Όταν ο Ρέηγκαν επέλεξε τον πρεσβύτερο Τζωρτζ Μπους αντί του Ράμσφελντ, ο Φρήντμαν απογοητεύθηκε και ξέσπασε σε ύβρεις. "Ήταν η χειρότερη απόφαση που πήρε...σε ολόκληρη την προεδρία του... Αν είχε επιλεγεί (ενν.: ο Ράμσφελντ), θα διαδεχόταν τον Ρέηγκαν στην θέση τού προέδρου και δεν θα είχε υπάρξει η θλιβερή περίοδος Μπους-Κλίντον" (απόσπασμα από το "Two Lucky People"). Η απόφαση του Ρέηγκαν έστρεψε τον Ράμσφελντ στις επιχειρήσεις, όπου ανέδειξε ένα από τα σατανικώτερα μυαλά που έχουν υπηρετήσει ποτέ τον καπιταλισμό. Ιδού ένα δείγμα των "κατορθωμάτων" του:

α) Ως διευθύνων σύμβουλος της μεγάλης χημικής-φαρμακευτικής εταιρείας Searle, κινητοποίησε όλο τον απαιτούμενο παρασκηνιακό μηχανισμό, ώστε ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων να εγκρίνει την κυκλοφορία τής ασπαρτάμης, η οποία σήμερα κατηγορείται ανοιχτά ως αιτία πολλών κακών. Στην συνέχεια, έχοντας αυτό το όπλο στα χέρια του, φρόντισε για την πώληση της Searle στην περίφημη Monsanto. Η προμήθεια του Ράμσφελντ απ' αυτή την πώληση ανήλθε σε 12 εκατομμύρια δολλάρια. (*)

β) Η παραπάνω επιτυχία άνοιξε πολλές πόρτες στον Ράμσφελντ, ο οποίος έγινε περιζήτητος από τα διοικητικά συμβούλια πολλών πολυεθνικών (Kellog's, Sears, Gulfstream κλπ). Όταν το 2000 ξέσπασε το σκάνδαλο με τον ελβετικό κολοσσό ΑΒΒ, ο οποίος πούλησε πυρηνικό αντιδραστήρα στην Βόρεια Κορέα, ο Ράμσφελντ ήταν μέλος τού διοικητικού του συμβουλίου με μισθό 190.000 δολλάρια ετησίως. Λεπτομέρεια: ο μηχανολογικός εξοπλισμός παραγωγής πλουτωνίου προερχόταν από την Gulfstream. (**)

γ) Το 1997, με τον Ράσφελντ στην θέση τού προέδρου της, η εταιρεία βιοτεχνολογίας Gilead Sciences κατοχύρωσε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το γνωστό φάρμακο Tamiflu, το οποίο προτεινόταν για την θεραπεία πολλών μορφών γρίππης και, κυρίως, της "γρίππης των πτηνών". Βέβαια, σήμερα το Tamiflu θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνο, αλλά εκείνη την εποχή οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου ήσαν υποχρεωμένες να πληρώνουν αδρά για την απόκτησή του όποτε ξεσπούσε επιδημία γρίππης. Έτσι, ο αδίστακτος Ράμσφελντ κέρδισε τον τίτλο τού "αρχικαπιταλιστή της καταστροφής" και ειπώθηκε γι' αυτόν ότι θα μπορούσε να κατοχυρώσει με πατέντα και τον ήλιο ακόμη, αν επιτρεπόταν κάτι τέτοιο. Λεπτομέρεια: η Gilead έχει κατοχυρώσει 4 πανάκριβα φάρμακα για το AIDS και απαγορεύει σε όλον τον κόσμο την δημιουργία φτηνών αντιγράφων, καταδικάζοντας τους φτωχούς ασθενείς σε θάνατο.

Όταν ο Ράμσφελντ ήταν υπουργός άμυνας στην κυβέρνηση Φορντ, είχε πάρει υπό την προστασία του ένα άλλο γνωστό μας φυντάνι. Είπαμε πρωτύτερα ότι ο Ρέηγκαν προτίμησε για αντιπρόεδρο τον μπαμπά Μπους αντί του Ράμσφελντ. Μόλις ο Μπους διαδέχθηκε τον Ρέηγκαν στην προεδρία, διάλεξε εκείνο το φυντάνι για την θέση τού υπουργού άμυνας. Γι' αυτό το περίφημο φυντάνι θα γινόταν πολύς λόγος στο μέλλον. Το όνομα του: Ντικ Τσένυ. Η ιστορία έκλεινε έναν κύκλο. Άνοιγε, όμως, έναν άλλο, μεγαλύτερο.

(*) " Monsanto to buy Searle for $2,7 billion", Chicago Tribune 19/07/1985 - "Rumsfeld reflects on politics, business", Chicago Tribune 20/10/1993
(**) "Rumsfeld shunning weapons decision", Washington Post 24/08/2001 - "The two faces of Rumsfeld", The Guardian 09/05/2003
49. Η αποδόμηση του σκληρού πυρήνα

Ως υπουργός άμυνας του μπαμπά Μπους, ο Ντικ Τσένυ εφάρμοσε κατά γράμμα όσα είχε διδαχτεί από τον Ντόναλντ Ράμσφελντ: μείωσε κατακόρυφα τους μόνιμους οπλίτες και αύξησε αντιστοίχως τις εργολαβίες τού Πενταγώνου προς ιδιωτικές εταιρείες. Πάντως, αυτό το έκανε με "διαφάνεια" και με τρόπο...δημοκρατικό: ζήτησε να συνταχθεί μια πλήρης μελέτη για το ποιες δουλειές μπορούν να ανατεθούν σε ιδιώτες εργολάβους. Από ποιον ζήτησε αυτήν την μελέτη; Μα, από την...Halliburton!! Φυσικά, η Halliburton "διαπίστωσε" ότι υπάρχουν πάρα πολλές δουλειές που μπορεί να "ξεφορτωθεί" το κράτος. Εννοείται ότι τις περισσότερες απ' αυτές τις εργολαβίες τις κέρδισε η Halliburton, εισπράττοντας πολλά δισεκατομμύρια. Βέβαια, δεν ήταν η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ ξόδευαν τεράστια ποσά για την άμυνά τους. Όμως, ήταν η πρώτη φορά που τα ξόδευαν όχι για οπλικά συστήματα αλλά για διοικητική διαχείριση.

Λίγο πριν την λήξη της τετραετίας τού μπαμπά Μπους, ο Τσένυ προκήρυξε έναν άλλο διαγωνισμό, θέλοντας να αναθέσει σε ιδιώτες την "επιμελητεία των στρατιωτικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ". Παρ' ότι η προκήρυξη ούτε περιέγραφε το ζητούμενο έργο με σαφήνεια ούτε όριζε το αντίτιμο, στον "διαγωνισμό των δισεκατομμυρίων" πήραν μέρος 37 μεγάλες εταιρείες.
- [Άσκηση για αρχαρίους Νο1: Ποια εταιρεία κέρδισε τελικά τον διαγωνισμό;]

Λίγες μέρες αργότερα, ο μπαμπάς Μπους έχασε τις εκλογές από τον Μπιλ Κλίντον και ο Ντικ Τσένυ βρέθηκε εκτός πολιτικής σκηνής. Όπως είχε κάνει και το φιλαράκι του ο Ράμσφελντ, έτσι κι αυτός στράφηκε στις επιχειρήσεις.
- [Άσκηση για αρχαρίους Νο2: Ποια εταιρεία τον προσέλαβε αμέσως ως πρόεδρο του διοικητικού της συμβουλίου;]

Υπό την ηγεσία τού Τσένυ, η Halliburton άλλαξε πλήρως τον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ διεξήγαν τους πολέμους. Ο όρος "επιμελητεία" διαστάλθηκε τόσο, ώστε η Halliburton ανέλαβε -σχεδόν αποκλειστικά- την ευθύνη των στρατιωτικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ. Από εδώ και πέρα, το κράτος θα παρείχε στην εταιρεία στρατιώτες και όπλα, αφήνοντας την εταιρεία να σχεδιάζει και να διευθύνει τις επιχειρήσεις. Το καινούργιο μοντέλο εφαρμόστηκε για πρώτη φορά με πληρότητα στην επίθεση των ΗΠΑ κατά της Γιουγκοσλαβίας. Για τις ανάγκες των 19.000 αμερικανών στρατιωτών, η Halliburton έφτιαξε βάσεις που έμοιαζαν με κανονικές πόλεις αφού διέθεταν καλοχτισμένα κτήρια με όλες τις ανέσεις, κινηματογράφους, εμπορικά κέντρα, εστιατόρια, γυμναστήρια, πισίνες κλπ. (*)

Ο αδαής αναγνώστης θα απορεί: γιατί τόση χλιδή; γιατί η εταιρεία δεν έκανε προχειροδουλειά ώστε να επιτύχει την μεγιστοποίηση του κέρδους της; Εδώ πρέπει να αναφέρουμε έναν σημαντικό όρο της σύμβασης που είχε υπογράψει η Halliburton με το αμερικανικό δημόσιο: το Πεντάγωνο θα πλήρωνε στην εταιρεία το κόστος των υπηρεσιών της συν ένα εγγυημένο ποσοστό κέρδους. Αυτό σημαίνει ότι η εταιρεία είχε συμφέρον να ανεβάζει το κόστος (άλλο να εισπράττεις 10% πάνω σε κόστος 1.000 κι άλλο να εισπράττεις 10% σε κόστος 10.000). Η φράση "Don't worry, it's cost plus (μην ανησυχείς, είναι κόστος συν)" έγινε διάσημη μερικά χρόνια αργότερα, στην Βαγδάτη.

Τελικά, μπορεί ο Τσένυ να αναδείχθηκε πολιτικά επί προέδρων Μπους (υπουργός άμυνας τού μπαμπά, αντιπρόεδρος του βλάκα γιου), αλλά χέστηκε στα λεφτά επί προεδρίας Κλίντον. Στα πέντε χρόνια που έμεινε στο τιμόνι τής Halliburton, η περιουσία του εξακοντίστηκε στα 80 εκατ. δολλάρια, ενώ είχε ακόμη το δικαίωμα προαίρεσης για πάνω από ένα εκατομμύριο μετοχές της εταιρείας.

Κι ενώ ο 55χρονος Τσένυ κονόμαγε από την Halliburton, η 30χρονη σύζυγός του Λυν έκανε το ίδιο ως μέλος τού Δ.Σ. τής Λόκχηντ, η οποία είχε αναλάβει την επίβλεψη της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης των ΗΠΑ. Για να μη κουράζεται ο αναγνώστης με περιττές λεπτομέρειες, θα αναφέρουμε μόνο την εισαγωγή από δημοσίευμα των New York Times: "Η Λόκχηντ δεν κυβερνάει τις ΗΠΑ. Αλλά πραγματικά βοηθάει στην διοίκηση ενός εντυπωσιακά μεγάλου τμήματός τους". (**) Με απλά λόγια: στην εποχή που οι πόλεμοι γίνονται με τα κομπιούτερ, ο σύζυγος σχεδιάζει τις πολεμικές επιχειρήσεις και η σύζυγος τού παρέχει την απαραίτητη ηλεκτρονική υποστήριξη. Πολύ κομψό!

Πριν συνεχίσουμε, ας ανακεφαλαιώσουμε τα δυο τελευταία κείμενα: ο φρηντμανοτραφής Ράμσφελντ γίνεται υπουργός άμυνας του Φορντ - παίρνει υπό την κηδεμονία του τον Τσένυ - δεν γίνεται αντιπρόεδρος του Ρέηγκαν και στρέφεται στις επιχειρήσεις, επενδύοντας κυρίως στις αρρώστιες - αντιπρόεδρος του Ρέηγκαν γίνεται ο μπαμπάς Μπους, ο οποίος διαδέχεται τον Ρέηγκαν στην προεδρία και αναθέτει το υπουργείο άμυνας στον Τσένυ - όταν ο μπαμπάς Μπους χάνει τις εκλογές, ο Τσένυ στρέφεται στις επιχειρήσεις, επενδύοντας κυρίως στους πολέμους - όσο βρίσκεται στην προεδρία ο Κλίντον, Ράμσφελντ και Τσένυ κονομάνε τρελά λεφτά χάρη στην αποδόμηση του κράτους προς όφελος των μεγάλων εταιρειών - με την ανάδειξη τού βλάκα Μπους στην προεδρία, επιστρέφουν κι οι δυο στην πολιτική σκηνή, ο μεν Ράμσφελντ ως υπουργός άμυνας ο δε Τσένυ ως αντιπρόεδρος - με την κάλυψη του δεύτερου, ο πρώτος δρομολογεί την πλήρη παράδοση στους ιδιώτες τού σκληρότερου κρατικού πυρήνα: της άμυνας. Μια ιστορία με πολλούς κύκλους, που δεν μπορείς να διακρίνεις πού ανοίγουν, πού κλείνουν και πού εφάπτονται ή τέμνονται...

Πριν τελειώσουμε για σήμερα, ας κάνουμε ένα τελευταίο σχόλιο σχετικά με την επιμονή τού "τρομερού διδύμου" στην παράδοση της άμυνας σε ιδιώτες. Είναι σαφές ότι πίσω από αυτή την επιμονή υπάρχει μια καθαρή φρηντμανική σκέψη: αν αποδομηθεί ο σκληρότερος κρατικός πυρήνας και παραδοθεί ολοκληρωτικά σε ιδιώτες, η προσπάθεια για αποδόμηση και ιδιωτικοποίηση άλλων μεγάλων τομέων (παιδεία, υγεία, δημόσια έργα, ασφάλιση κλπ) θα γίνει ευκολώτερη. Με την παρουσία ενός ηλίθιου στην θέση τού προέδρου, όλα θα γίνονταν ακόμη ευκολώτερα...


50. Προειδοποιήσεις από το Τέξας

Η αναφορά μας σε Ράμσφελντ και Τσένυ θα ήταν ελλιπής αν δεν λέγαμε δυο λόγια και για το τρίτο φυντάνι αυτής της "επαναστατικής" παρέας, η οποία έμελλε να παραδώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στα νύχια τού νεοφιλελευθερισμού. Αν κι αυτό το τρίτο φυντάνι είναι δεδομένο ότι διέθετε το λιγώτερο (αν διέθετε) και το χειρότερο μυαλό σ' αυτή την ιδιότυπη τρόικα, ήταν γραφτό να διαφεντέψει την μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων σε ολόκληρο τον πλανήτη. Φυσικά, μιλάμε για τον Τζωρτζ Μπους τον νεώτερο.

Το 1996, λοιπόν, ο εν λόγω βλαξ προκήρυξε έναν σημαντικό διαγωνισμό, όντας κυβερνήτης τού Τέξας. Κάλεσε τις ιδιωτικές εταιρείες να υποβάλουν προσφορές για να αναλάβουν το πρόγραμμα κοινωνικής πρόνοιας. Βέβαια, σε έναν ιδεατό φρηντμανικό κόσμο η έννοια "κοινωνική πρόνοια" είναι ανύπαρκτη, αλλά εν όσω υπάρχει -και μέχρι να καταργηθεί ολοσχερώς- καλό είναι να την διαγουμίζουν ιδιώτες. Σ' αυτόν τον πανάκριβο διαγωνισμό των 2 δισ. δολλαρίων, πήραν μέρος και δυο κολοσσοί: η Lockheed (με την Λυν Τσένυ ως μέλος τού Δ.Σ.) και η Electronic Data System (με τον Ντικ Τσένυ ως μέλος τού Δ.Σ.) (*).

Το σκάνδαλο της διασπάθισης δισεκατομμυρίων ήταν τόσο προκλητικό, ώστε η κυβέρνηση Κλίντον επενέβη και ακύρωσε τον διαγωνισμό. Βέβαια, η επίσημη δικαιολογία της ακύρωσης ήταν διαφορετική: αν και η κυβέρνηση Κλίντον δεν είχε κανένα πρόβλημα με την ανάθεση εργολαβιών σε ιδιώτες, ισχυρίστηκε ότι η κοινωνική πρόνοια έπρεπε να παραμείνει στις αρμοδιότητες του κράτους. Φυσικά, αυτή η ακύρωση προκάλεσε την μήνη και τις έντονες διαμαρτυρίες τόσο του ζεύγους Τσένυ όσο και του Μπους τζούνιορ.

Για την θητεία τού τελευταίου ως κυβερνήτη του Τέξας έχουν γραφτεί πολλά. Άλλωστε, την φήμη τού βλάκα δεν την απέκτησε ως πρόεδρος των ΗΠΑ αλλά την κουβάλησε στην Ουάσιγκτον από το Ώστιν. Όμως, υπήρξε και ένας τομέας όπου τα κατάφερε άψογα: η διάλυση του κρατικού μηχανισμού. Ενώ οι κυβερνήτες εκλέγονται για να κουμαντάρουν και να βελτιώνουν την κρατική μηχανή, ο βλαξ την αποδόμησε τελείως, εκχωρώντας τις διοικητικές αρμοδιότητες σε ιδιώτες.

Εκεί όπου το ξεχαρβάλωμα της τεξανής μηχανής έβγαλε μάτια, ήταν ο τομέας τής ασφάλειας. Ο κυβερνήτης δεν γέμισε απλώς την πολιτεία του με ιδιώτες αστυνομικούς αλλά σχεδόν διπλασίασε και τις ιδιωτικές φυλακές, κάτι το οποίο χάρισε στο Τέξας τον τίτλο τής "πρωτεύουσας της βιομηχανίας των ιδιωτικών φυλακών".

Το 1997, ο βλαξ κυβερνήτης επανήλθε στην προσπάθειά του να διαλύσει το κράτος πρόνοιας. Τούτη την φορά αναζητούσε τρόπο να εκχωρήσει το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων σε ιδιωτικές εταιρείες. Για σύμβουλο κάλεσε ένα μουσούδι για το οποίο έχουμε κάνει λόγο σε προηγούμενο σημείωμα: τον Χοσέ Πινιέρα, ο οποίος είχε ιδιωτικοποιήσει το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της Χιλής, ως υπουργός τού Πινοτσέτ. Δεν είναι παράξενο το γεγονός ότι οι δυο άντρες αλληλοσυμπαθήθηκαν. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Πινιέρα εξέφρασε τον ενθουσιασμό του για τον Μπους τζούνιορ στον δημοσιογράφο Ματ Μάφφετ:

"Από την προσήλωσή του, την γλώσσα τού σώματος και τις εύστοχες ερωτήσεις του, κατάλαβα αμέσως ότι ο κ. Μπους είχε καταλάβει πλήρως την ουσία τής ιδέας μου: η μεταρρύθμιση [του συστήματος] της Κοινωνικής Ασφάλισης θα μπορούσε από τη μια να προσφέρει μια αξιοπρεπή συνταξιοδότηση κι από την άλλη να δημιουργήσει έναν κόσμο εργατών-καπιταλιστών, μια κοινωνία ιδιοκτητών. Ήταν τόσο ενθουσιασμένος ώστε στο τέλος μου ψιθύρισε χαμογελώντας στο αφτί: "Πήγαινε και πες τα όλα αυτά στον μικρό μου αδελφό στην Φλόριδα(**). Θα τα λατρέψει κι αυτός"" ("Pension reform pied piper loves private accounts", Wall Street Journal 03/03/2005).

Βρισκόμαστε ακόμη στην περίοδο πριν από την ανάρρηση τού Μπους τζούνιορ στο αξίωμα του προέδρου, αλλά είναι σαφές τι πρόκειται να επακολουθήσει. Η μανία και των τριών "κολλητών" για ξεχαρβάλωμα του κράτους και παράδοσή του στις μεγάλες εταιρείες θα έπρεπε να είχε προϊδεάσει τους πάντες περί του είδους της διακυβέρνησης που θα ακολουθούσαν. Γι' αυτό, είναι εξαιρετικά "περίεργο" το γεγονός ότι κανένας από τους "σοβαρούς" αναλυτές ή πολιτικούς δεν πήρε έγκαιρα χαμπάρι το παραμικρό. Λες και συνωμότησαν οι πάντες, προκειμένου να δικαιωθεί ο Φρήντμαν...

Λεπτομέρεια: Το πλέον περίεργο είναι ότι κανένας δεν ξύπνησε ούτε όταν ο βλαξ δεν μπόρεσε να κρατήσει το στόμα του κλειστό και είπε σε μια ομιλία του, κατά την προεκλογική περίοδο του 2000, το εξής αμίμητο: "Υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες ομοσπονδιακοί υπάλληλοι πλήρους απασχόλησης, τα καθήκοντα των οποίων θα μπορούσαν να αναλάβουν εταιρείες τού ιδιωτικού τομέα. Θα κάνω μειοδοτικούς διαγωνισμούς για την ανάθεση όσο το δυνατόν περισσότερων τέτοιων καθηκόντων. Αν ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να κάνει καλύτερα την δουλειά, πρέπει να παραχωρηθούν αυτές οι συμβάσεις έργου στον ιδιωτικό τομέα". Πόσο πιο καθαρά και ξάστερα να το έλεγε ο άνθρωπος;

(*) Με την πρώτη ματιά, πρόκειται για καραμπινάτη περίπτωση αντικρουόμενων συμφερόντων ανάμεσα στο ζεύγος Τσένυ. Στην ουσία, όμως, δεν πρόκειται για "αντικρουόμενα" αλλά για σκέτα "συμφέροντα". Όλο το παρασκήνιο αυτής της πιπεράτης ιστορίας, στο "Clinton reining in role for business in welfare effort" (New York Times, 11/05/1997) και στο "Privatization of social programs curbed" (Washington Post, 10/05/1997)
(**) Την εποχή εκείνη, ο Τζεμπ Μπους ήταν κυβερνήτης τής Φλόριδας. Οι Δημοκρατικοί τον κατηγορούν ότι στις προεδρικές εκλογές τού 2000 νόθευσε έντεχνα το αποτέλεσμα, ώστε να εκλεγεί πρόεδρος ο αδελφός του αντί του δημοκρατικού υποψήφιου Αλ Γκορ.
51. Ο νόμος Glass-Steagall

Μετά από το εορταστικό μας διάλειμμα, επανερχόμαστε στην σειρά των κειμένων μας για τον νεοφιλελευθερισμό, όπου έχουμε αρχίσει να εξετάζουμε τα "κατορθώματα" τού Φρήντμαν και της παρέας του στην ίδια τους την χώρα, τις ΗΠΑ. Αλλά, πριν συνεχίσουμε, ας ρίξουμε μια ματιά στον περίφημο "Νόμο Glass-Steagall" (Νόμος Γκλας-Στήγκαλ, εφ' εξής "Ν.G-S"), γιατί θα μας χρειαστεί παρακάτω.

Για να μη ρίχνουμε όλα τα στραβά στον Ρέηγκαν και τους Μπους, έβαλε κι ο δημοκρατικός Κλίντον το χεράκι του στην αποδόμηση της οικονομίας των ΗΠΑ. Ήταν 12 Νοεμβρίου 1999, όταν το Κονγκρέσσο ψήφισε τον "Νόμο περί εκσυγχρονισμού των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών", πιο γνωστό ως "Νόμο Gramm-Leach-Bliley". Η ψήφιση αυτού του νόμου ήταν το αποτέλεσμα της τεράστιας πίεσης που ασκούσαν επί χρόνια οι τράπεζες και οι χρηματοπιστωτικές εταιρείες γενικώτερα, προκειμένου να ελαττωθεί η κεντρική ρύθμιση των εργασιών τους. Μ' αυτόν τον νόμο, λοιπόν, οι ενδιαφερόμενοι κεφαλαιοκράτες κατάφεραν αυτό που επιδίωκαν χρόνια και χρόνια: να καταργηθεί ο "Ν. G-S". Αλλά, ας γίνουμε σαφέστεροι.

Μετά το κραχ τού 1929, το κράτος προσπάθησε να εντοπίσει τις αιτίες που είχαν οδηγήσει στην κατάρρευση των αγορών, ώστε να θεσπίσει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να αποτραπεί η επανεμφάνιση τέτοιων φαινομένων. Κορωνίδα των μέτρων που πάρθηκαν τότε, ήταν ο "Ν.G-S" τού 1933, στον οποίο στηρίχθηκε η ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού οικοδομήματος των ΗΠΑ. Τί έκανε αυτός ο Νόμος; Επέβαλε τον σαφή διαχωρισμό των εμπορικών τραπεζών (δηλαδή, αυτών που σκοπός τους είναι να δανείζουν χρήματα) από τις τράπεζες επενδύσεων (δηλαδή, εκείνες που ασχολούνται με την πώληση ομολόγων, μετοχών και λοιπών παρόμοιων προϊόντων).

Με απλά λόγια, ο "Ν.G-S" διαχώρισε τους δυο τύπους τραπεζών που προαναφέραμε, ώστε να μην υπάρχουν πλέον συγκρούσεις συμφερόντων. Για να γίνει πιο κατανοητό αυτό, σκεφτείτε την περίπτωση μιας τράπεζας η οποία έχει δανείσει μια εταιρεία και ταυτόχρονα αναλαμβάνει την πώληση των μετοχών αυτής της εταιρείας ή την αναδοχή της κατά την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου. Πόσο αντικειμενική μπορεί να είναι μια τέτοια τράπεζα όταν συστήνει στο επενδυτικό κοινό την αγορά των μετοχών του πελάτη της;

Όμως, ο "Ν.G-S" πέτυχε και κάτι περισσότερο: οι καταθέτες ήσαν σίγουροι ότι η εμπορική τράπεζα στην οποία εμπιστεύονταν τα χρήματά τους, δεν θα τοποθετούσε τις οικονομίες τους σε επενδύσεις υψηλού ρίσκου, κάτι που κάνουν κατά κόρον οι τράπεζες επενδύσεων, βάσει της αρχής που λέει ότι "η επίτευξη υψηλού κέρδους προϋποθέτει την ανάληψη υψηλού ρίσκου". Για να τονώσει την εμπιστοσύνη των καταθετών, ο "Ν.G-S" θέσπισε και την εγγύηση των καταθέσεων όσων αποταμίευαν τα χρήματά τους στις εμπορικές τράπεζες. Αφού, λοιπόν, το Δημόσιο αναλάμβανε τέτοιες εγγυήσεις, ασκούσε αυστηρούς ελέγχους στις εμπορικές τράπεζες, υποχρεώνοντάς τις να προσέχουν τον παραμικρό κίνδυνο.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι, 70 σχεδόν χρόνια μετά, ο "Ν.G-S" θα έπρεπε να αναθεωρηθεί. Δυστυχώς, όμως, υπό το πνεύμα τού φρηντμανισμού, δεν έγινε οποιαδήποτε αναθεώρηση αλλά πλήρης απορρύθμιση και διάλυση. Οι οπαδοί του νέου νόμου ισχυρίστηκαν ότι η ελεύθερη αγορά θα δημιουργούσε τις απαραίτητες ασπίδες προστασίας σε οποιαδήποτε προβλήματα. Αλλά, όπως γίνεται πάντοτε κατά την εφαρμογή των φρηντμανικών δοξασιών, τα σκάνδαλα που ξέσπασαν λίγα χρόνια αργότερα, απέδειξαν ότι η ελεύθερη αγορά είναι ανίκανη για οποιαδήποτε αυτοπροστασία.

Η σημαντικώτερη επίπτωση της κατάργησης του "Ν.G-S" ήταν πανεύκολο να προβλεφθεί: όταν οι εμπορικές τράπεζες άρχισαν να ανακατεύονται με τις επενδύσεις, επικράτησε η επενδυτική λογική. Δηλαδή: οι μέτοχοι απαιτούσαν υψηλά κέρδη και η επίτευξη υψηλών κερδών προϋπέθετε ανάληψη υψηλού κινδύνου και μεγάλης μόχλευσης(*). Παράλληλα, το παιχνίδι άρχισε να χοντραίνει τόσο, ώστε οι μικρού μεγέθους τράπεζες ήταν αδύνατον να συμμετάσχουν. Έτσι, μέσα σε μια πενταετία, το μερίδιο των πέντε μεγαλύτερων τραπεζών αυξήθηκε από 8% σε 30%. Αυτή η τελευταία εξέλιξη εξανέμισε το μεγάλο πλεονέκτημα της τραπεζικής αγοράς των ΗΠΑ: τον ανταγωνισμό.

Μ' αυτά και μ' αυτά, λοιπόν, η εποχή τής διακυβέρνησης Κλίντον έφτανε στο τέλος της, στρώνοντας το έδαφος για την επιδρομή που θα ακολουθούσε από τον Μπους τζούνιορ και την παρέα του. Δυστυχώς, όμως, η οριστική αποχώρηση του ζωηρού σαξοφωνίστα από την κεντρική πολιτική σκηνή θα γινόταν μέσα στον μπουχό που θα σήκωνε το σκάσιμο της φούσκας των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας, της γνωστής ως "φούσκας dot com"...


(*) Υπάρχουν πολλές μορφές μόχλευσης και γι' αυτήν θα μιλήσουμε σε επόμενο σημείωμα. Για την προσωρινή διευκόλυνση του αναγνώστη, ας πούμε ότι μόχλευση είναι η ανάληψη υποχρεώσεων πολλαπλάσιων τού διαθέσιμου κεφαλαίου. Να σημειώσουμε ότι κατά την κατάργηση τού "Ν.G-S", η μόχλευση των μεγάλων επενδυτικών τραπεζών ήταν 29 προς 1 κι ενάμιση χρόνο αργότερα είχε εκτιναχτεί στο 40 προς 1.


52. Η φούσκα dot com

Από την αυγή της ακόμη, η δεκαετία τού 1990 χαρακτηρίσθηκε ως "δεκαετία τού διαδικτύου". Η αλματώδης πρόοδος της πληροφορικής και η ψηφιακή επανάσταση έφεραν την ανατολή μιας νέας εποχής: της εποχής τού διαδικτύου. Το διαδίκτυο ξεκίνησε ως στρατιωτικό εργαλείο αλλά καθιερώθηκε αμέσως ως η καρδιά τής μεγάλης αλλαγής που ερχόταν. Αν ο σιδηρόδρομος, ο ηλεκτρισμός, το τηλέφωνο και οι αυτοκινητόδρομοι είχαν επιταχύνει την εξέλιξη των πραγμάτων με έναν ταχύτατο ρυθμό, το διαδίκτυο αναμενόταν ότι θα οδηγούσε τις εξελίξεις με υπερπολλαπλάσια ταχύτητα.

Οι νέες τεχνολογίες, οι οποίες βασίστηκαν στο διαδίκτυο και την ψηφιοποίηση, δημιούργησαν μια έκρηξη, ένα σύγχρονο "bing bang". Οι συναλλαγές άρχισαν να γίνονται ηλεκτρονικά, με ταχύτητα αστραπής, κάτι που οδήγησε στον υπερδεκαπλασιασμό τους. Λογικά, λοιπόν, οι επενδυτές ασπάστηκαν αμέσως αυτές τις νέες τεχνολογίες. Μόνο που η επιτάχυνση των συναλλαγών έφερε και την επιτάχυνση της κερδοσκοπίας. Μιας κερδοσκοπίας που ήταν τόσο ορμητική ώστε τα παραδοσιακά οικονομικά μοντέλα άρχισαν να παρουσιάζουν ρωγμές. Μια "νέα οικονομία" άρχισε να ανατέλλει και το βασικό της χαρακτηριστικό ήταν ότι "για πρώτη φορά στην ιστορία, οι νέοι γνωρίζουν περισσότερα από τους μεγάλους" (Ζαν-Μισέλ Κατρπουάν).

Εκείνη την στιγμή τής απογείωσης, οι κερδοσκόποι πόνταραν στην γεωμετρική αύξηση των δραστηριοτήτων που σχετίζονταν με την ψηφιακή τεχνολογία και το διαδίκτυο. Είχαν πειστεί ότι οι εταιρείες θα ήσαν αναγκασμένες να προσαρμοστούν στην "νέα οικονομία", δαπανώντας τεράστια ποσά σε εξοπλισμό πληροφορικής, ψηφιακά δίκτυα, οπτικές ίνες κλπ. Οι προοπτικές ανάπτυξης φάνταζαν απεριόριστες και τα στοιχεία, που έρχονταν από παντού, συνηγορούσαν σ' αυτό (π.χ. ενώ το 1994 οι χρήστες τού διαδικτύου δεν ξεπερνούσαν τα 2 εκατομμύρια παγκοσμίως, στα τέλη τού 1998 πλησίαζαν τα 150 εκατομμύρια). Η προσδοκία όλων ήταν ότι, με κίνητρο την απελευθέρωση των αγορών και τον ελεύθερο ανταγωνισμό, θα ξεσπούσε μάχη οικονομικής κυριαρχίας ανάμεσα σε αμερικανικές, ευρωπαϊκές και ιαπωνικές εταιρείες, η οποία θα έφερνε κολοσσιαίες επενδύσεις και, επομένως, μυθικά κέρδη.

Σύντομα εμφανίστηκαν νέες επιχειρήσεις, οι οποίες ήθελαν να μιμηθούν την εκρηκτική επιτυχία κολοσσών, όπως η Microsoft, η Yahoo! ή η Google και οι οποίες, εκμεταλλευόμενες την βουλιμία των επενδυτών, εύρισκαν πηγές χρηματοδότησης δίχως πολύ κόπο, αφού τράπεζες και επενδυτικές εταιρείες σφάζονταν στην ποδιά τους. Στο βιβλίο του "Μέχρι πότε;", ο Φρεντερίκ Λορντόν μιλάει για εταιρείες "που δημιουργήθηκαν από παρέες φοιτητών γύρω από τρία τραπέζια ΙΚΕΑ και αξίζουν εκατομμύρια, ενίοτε και δισεκατομμύρια". Οι διψασμένοι για κέρδη επενδυτές, σπρωγμένοι κι από τα ενθαρρυντικά δημοσιεύματα των ΜΜΕ, ξεχύθηκαν στα χρηματιστήρια αγοράζοντας ό,τι είχε σχέση με τις νέες τεχνολογίες. Όσο εκείνοι αγόραζαν, τόσο η τιμή των μετοχών αυτών των εταιρειών εκτινασσόταν. Κι όσο οι τιμές ανέβαιναν, τόσο εκείνοι αγόραζαν...

Κάπως έτσι διογκώθηκε μια τεράστια φούσκα μέσα σε λίγα χρόνια. Η χρηματιστηριακή αξία των εταιρειών νέων τεχνολογιών έπαψε να έχει οποιαδήποτε σχέση με την πραγματική τους αξία (π.χ. η "America On Line - AOL" είδε την τιμή τής μετοχής της να αυξάνεται 800 φορές!). Μόνο κατά το 1999, ο δείκτης Nasdaq (το χρηματιστήριο όπου γίνονται συναλλαγές εταιρειών νέων τεχνολογιών) σημείωσε άνοδο 85,6%! Αν κάποιος είχε επενδύσει 5.000 δολλάρια τότε που άρχισε η τρέλλα, μέσα σε λιγώτερο από μια δεκαετία θα είχε βγάλει πάνω από ένα εκατομμύριο. Κάτι τέτοια έβλεπαν οι τραπεζίτες και φαγώθηκαν να καταργήσουν τον "Νόμο Glass-Steagall", στον οποίο αναφερθήκαμε χτες. Κι όταν ο νόμος καταργήθηκε, χύμηξαν.

Εκείνο που είναι απορίας άξιο, είναι το γεγονός ότι ελάχιστες φωνές ακούστηκαν να μιλούν για σύνεση. Αλλά κι αυτές πνίγηκαν μέσα στον γενικό ορυμαγδό. Έπρεπε να ανατείλει το 2000 για να ακουστούν καθαρά κάποιες προειδοποιήσεις περί κινδύνου χρεωκοπίας. Αλλά, όπως συμβαίνει πάντα, όταν τα άλογα αφηνιάσουν δεν συγκρατούνται. Έτσι, τον Μάρτιο του 2001, η "φούσκα του διαδικτύου" (ή "φόυσκα dot com", όπως έγινε γνωστή) έσκασε νομοτελειακά. Μέσα σε πέντε μόλις χρόνια, η μεγάλη ελπίδα έδωσε την θέση της στην μεγάλη απογοήτευση. Η πτώση ήταν εντυπωσιακή: ο Nasdaq βυθίστηκε στα τάρταρα, ο Dow Jones υποχώρησε 38%, το χρηματιστήριο του Παρισιού βούλιαξε από τις 7.000 μονάδες στις 2.500 και το 75% των εταιρειών νέων τεχνολογιών εξαφανίστηκε από τον χάρτη...

Η "φούσκα dot com" έδωσε ένα ηχηρότατο χαστούκι στην περίφημη θεωρία τού Φρήντμαν περί αυτορρύθμισης των ελεύθερων αγορών. Η απόδειξη ότι η κερδοσκοπία δεν αυτορρυθμίζεται δεν θα μπορούσε να γίνει σαφέστερη. Κι από την στιγμή που ο καπιταλισμός έχει από την φύση του ως στόχο την μεγιστοποίηση του επιδιωκόμενου κέρδους, είναι αυταπόδεικτο ότι ούτε ο καπιταλισμός αυτορρυθμίζεται.

Θα περίμενε κανείς ότι ένα τόσο χοντρό πάθημα θα γινόταν πειστικό μάθημα. Αλλά δεν πέρασε πολύς χρόνος για να φανεί ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε: πριν βγει το 2001, οι αγορές θα συγκλονίζονταν από το σκάνδαλο Enron...
53. Το σκάνδαλο Enron

Το σκάσιμο της φούσκας των εταιρειών dot com προκάλεσε ισχυρές αναταράξεις σε ολόκληρο τον κόσμο και, κυρίως, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από παντού ακούστηκαν οργισμένες φωνές, οι οποίες ζητούσαν την παραδειγματική τιμωρία των υπαιτίων. Τα "αφεντικά" τού συστήματος υποσχέθηκαν κάθαρση, προκειμένου να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών στις αγορές. Όμως, πριν περάσουν έξι μήνες...

Η Enron ιδρύθηκε μόλις το 1985 αλλά μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα αναδείχθηκε σε ενεργειακό κολοσσό: από απόψεως χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης, έγινε η έβδομη σε μέγεθος επιχείρηση των ΗΠΑ, φτάνοντας από απόψεως τζίρου στην 16η θέση παγκοσμίως. Οι "ειδικοί" αναλυτές και ο διεθνής τύπος την παρουσίαζαν εγκωμιαστικά ως το "νέο εταιρικό μοντέλο" και η χρηματιστηριακή της αξία αυξανόταν με εντυπωσιακό ρυθμό (μέχρι και +90% σε δώδεκα μήνες!). Είναι χαρακτηριστικό ότι το οικονομικό περιοδικό Fortune της απένεμε τον τίτλο τής "πλέον καινοτόμου εταιρείας" επί έξι χρόνια!

Στην ουσία, όπως εξηγεί σε άρθρο του ο Σερζ Χαλιμί, η επιτυχία τής Enron ήταν πολύ περίεργη. "Μέσα σε 10 χρόνια, η Enron ξόδεψε 10 εκατ. δολλάρια σε πολιτικά λόμπυ. Υπήρξε ο βασικός ανάδοχος του Τζωρτζ Μπους τζούνιορ και γενναίος χρηματοδότης των περισσοτέρων μελών τής κυβέρνησής του, μεταξύ των οποίων και του υπουργού δικαιοσύνης Τζων Άσκροφτ" (Σερζ Χαλιμί, "Enron, σύμβολο ενός συστήματος", Le Monde Diplomatique, 08/03/2002). Πράγματι, το λόμπυ τής εταιρείας ήταν εντυπωσιακό: πάνω από 100 μέλη τού Κονγκρέσσου χρηματοδοτούνταν από την Enron για τις εκλογικές τους δαπάνες. Παράλληλα, ο -αντιπρόεδρος πλέον- Ντικ Τσένυ, ως επί κεφαλής τής ομάδας εργασίας για την ενέργεια, καλούσε επανειλημμένα τον πρόεδρο της Enron Κέννεθ Λαίυ να συμμετάσχει στις εργασίες τής ομάδας.

Στην πράξη, η Enron έκανε κάτι σαν...δημιουργική λογιστική: χρησιμοποιούσε πολλές εταιρείες-βιτρίνες, στις οποίες μετέφερε τα ελλείμματα και τα χρέη, ώστε να εμφανίζει διογκωμένα αποτελέσματα. Στόχος αυτής της -έμμεσης- παραποίησης των ισολογισμών της ήταν η αύξηση της ελκυστικότητας της μετοχής της, ώστε να "φουσκώσει" η χρηματιστηριακή αξία τής εταιρείας.

Η απελευθέρωση (δηλαδή, η φρηντμανικής εμπνεύσεως ασυδοσία) της αγοράς πρόσφερε ένα ακόμη όπλο στην Enron, προκειμένου να διογκώσει τα κέρδη της με έναν απλούστατο τρόπο. Η εταιρεία, όντας ανεξέλεγκτη, άρχισε να διακόπτει συχνά την παροχή ρεύματος, με την δικαιολογία ότι δημιουργούνται προβλήματα παραγωγής και διανομής λόγω υπερκαταναλώσεως. Ως "λύση" στο -κατ' ουσία, ανύπαρκτο- πρόβλημα, η εταιρεία αύξησε την τιμή της κιλοβατώρας (σ.σ.: τι πρωτότυπο!). Φυσικά, μετά την αύξηση δεν ξαναπαρουσιάστηκαν προβλήματα.

Μ' αυτά και μ' αυτά, η Enron μεγαλουργούσε. Στο "κόλπο" μπήκε και η Andersen, μια εταιρεία αξιολόγησης η οποία είχε πελατειακή σχέση με την Enron και, συνεπώς, έδινε υψηλή βαθμολογία στην μετοχή της. Οι μικροεπενδυτές, εφησυχασμένοι τόσο από τα πιστοποιητικά τής Andersen όσο και από τα εγκωμιαστικά σχόλια των οικονομικών αναλυτών, χύμηξαν στην μετοχή τής εταιρείας, σπρώχνοντας την τιμή της σε δυσθεώρητα ύψη. Κι όσο η τιμή τής μετοχής σκαρφάλωνε, τόσο αυξάνονταν και τα κολακευτικά δημοσιογραφικά σχόλια. Μόνο που οι μικροεπενδυτές δεν ήξεραν ότι η Enron συνήθιζε να φέρεται με ιδιαίτερη γαλαντομία σε όσους δημοσιογράφους έγραφαν καλά λόγια για δαύτην...

Τελικά, η "φούσκα Enron" έσκασε στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, τρεις ημέρες μετά το χτύπημα στους δίδυμους πύργους, οδηγώντας την εταιρεία σε χρεωκοπία. Μαζί της, έσβησε από τον χάρτη και η Andersen, η οποία πιάστηκε να έχει καταστρέψει πάνω από έναν τόννο έγγραφα που πιστοποιούσαν την υπόγεια διασύνδεσή της με την Enron. Και μαζί της, καταστράφηκαν και 4.000 εργαζόμενοι, οι οποίοι όχι μόνο έμειναν άνεργοι αλλά έχασαν και την περιουσία τους, μιας και μεγάλο τμήμα των αμοιβών τους απετελείτο από μετοχές της εταιρείας που ξέμειναν στα χέρια τους επειδή, βάσει εσωτερικού κανονισμού, απαγορευόταν να τις πουλήσουν (φυσικά, τα "μεγάλα κεφάλια" είχαν φροντίσει να "ξεφορτώσουν" έγκαιρα).

Η αποκάλυψη του σκανδάλου κατακρήμνισε την μετοχή τής Enron στα 70 σεντς, ενώ στις αρχές τού 2001 είχε σκαρφαλώσει στα 83 δολλάρια. Αυτή η κατάρρευση οδήγησε στην απόγνωση και χιλιάδες εργαζόμενους και συνταξιούχους, όχι επειδή οι μετοχές που κατείχαν κατάντησαν κουρελόχαρτα αλλά επειδή είχαν επενδύσει τις συντάξεις τους (ή, έστω, το μεγαλύτερο μέρος τους) στην Enron: σχεδόν τα δύο τρίτα του χρηματιστηριακού ενεργητικού τής εταιρείας είχαν αποκτηθεί από συνταξιοδοτικά και αμοιβαία κεφάλαια(*).

Όταν κατακάθησε ο μπουχός από το σώριασμα της Enron, οι μέτοχοι μετρούσαν ζημιές 68 ολόκληρων δισεκατομμυρίων. Στην δίκη που ακολούθησε, ο πρόεδρος Κέννεθ Λαίυ καταδικάστηκε σε φυλάκιση 45 ετών (σημ.: ο Λαίυ πέθανε από ανακοπή μόλις ακούστηκε η ετυμηγορία) και ο διευθύνων σύμβουλος Τζέφφρυ Σκίλινγκ σε φυλάκιση...185 ετών. Η υπερασπιστική γραμμή των κατηγορουμένων επέμεινε μέχρι τέλους ότι η εταιρία ήταν υγιέστατη και η πτώση της οφειλόταν στον πανικό που δημιουργήθηκε στις αγορές. Αξίζει δε να σημειώσουμε ένα ενδιαφέρον στιγμιότυπο αυτής της δίκης: όταν ένας από τους συνηγόρους τού Λαίυ αναρωτήθηκε "από πότε η πτώχευση αποτελεί αδίκημα;", εισέπραξε ως απάντηση"από τότε που η πτώχευση αποτελεί συνέπεια εκτεταμένης απάτης".

Όπως η "φούσκα dot com", για την οποία μιλήσαμε χτες, έτσι και το "σκάνδαλο Enron" προσφέρει εξαιρετικής σπουδαιότητας συμπεράσματα για το πού οδηγεί η απελευθέρωση-ασυδοσία, την οποία ευαγγελίζονται ο Φρήντμαν και τα "παιδιά" του. Όμως, φαίνεται ότι το κυνήγι τού κέρδους δεν έχει καμμία σχέση με οποιαδήποτε σύνεση και κανένα πάθημα δεν γίνεται μάθημα μπροστά στο όνειρο του γρήγορου και εύκολου πλουτισμού. Εκείνοι δε που πίστευαν ότι μόνο "αμερικανάκια" θα μπορούσαν να πάθουν καζίκια τύπου Enron, διαψεύσθηκαν οικτρά μέσα σε μια διετία: αν τα "αμερικανάκια" είχαν την Enron, οι ευρωπαίοι είχαν την Parmalat...

(*) Η ιστορία θυμίζει τα όσα αποκαλύφθηκαν πριν λίγα χρόνια στην Ελλάδα, σ' εκείνο το ωραίο παραμύθι με τους "κουμπάρους" και τα "τοξικά ομόλογα", το οποίο ταρακούνησε τα ασφαλιστικά μας ταμεία. Μόνο που το αμερικανικό ιδιωτικοποιημένο σύστημα συνταξιοδότησης δεν έχει ούτε την κάλυψη ούτε την εγγύηση του δημοσίου. Συνεπώς, όσοι αμερικανοί είχαν στηρίξει τις ελπίδες τους για αξιοπρεπή σύνταξη στην απόδοση της Enron, απλώς φαλίρισαν.
54. Το σκάνδαλο Parmalat

Η Parmalat ιδρύθηκε την δεκαετία του 1960 στην Πάρμα τής Ιταλίας και σύντομα έγινε παράδειγμα επιτυχίας, χάρη στην ευφυΐα τού ιδρυτή της Καλλίστο Τάντσι και -κυρίως- στις επιδοτήσεις τής Ε.Ο.Κ. Από το 1974, η εταιρεία απέκτησε διεθνή υπόσταση, δημιουργώντας θυγατρικές πρώτα στην Βραζιλία και κατόπιν στον Ισημερινό και την Βενεζουέλα. Παράλληλα, έφτιαξε εταιρείες σε χώρες που προσέφεραν φορολογικές διευκολύνσεις (Αυστρία, Ολλανδία, Μάλτα, Λουξεμβούργο, Νησιά Μαν κλπ) κι αργότερα έστησε εγκαταστάσεις σε κάθε λογής "φορολογικό παράδεισο" (Ολλανδικές Αντίλλες, Παρθένες Νήσοι, Νήσοι Κέυμαν κλπ). Μέσα σε ένα τέταρτο του αιώνα αναδείχθηκε σε ένα από τα πιο επιτυχημένα μοντέλα τής φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Όταν το 1990 η Parmalat έμπαινε στο χρηματιστήριο, ήταν η έβδομη σε μέγεθος ιταλική βιομηχανία και κατείχε την πρώτη θέση παγκοσμίως στην αγορά γάλακτος μακράς διαρκείας. Είχε απλωθεί σε περισσότερες από 30 χώρες και απασχολούσε κάπου 37.000 εργαζομένους. Το 2002 ο τζίρος της ξεπέρασε τα 7,5 δισ. ευρώ, ποσό μεγαλύτερο από το ΑΕΠ χωρών όπως η Βολιβία, η Παραγουάη ή η Σενεγάλη. Αυτή η απίστευτη επιτυχία χάρισε στον Τάντσι την θέση τού προέδρου της Confidustria (του συνδέσμου ιταλικών βιομηχανιών) και τον τίτλο του πιο επιτυχημένου βιομήχανου, ενώ έκανε την μετοχή τής εταιρείας ένα από τα πιο σίγουρα χαρτιά στο χρηματιστήριο του Μιλάνου.

Όλα καλά, λοιπόν, για την Parmalat. Μέχρι που ξημέρωσε η 11η Νοεμβρίου 2003 και οι ελεγκτές της εταιρείες άρχισαν να ψάχνουν μια περίεργη επένδυση 500 εκατ. ευρώ στην επενδυτική εταιρεία Epicurum, η οποία είχε την έδρα της στα Νησιά Κέυμαν. Η Standard & Poors το πήρε χαμπάρι και υποβάθμισε αμέσως την μετοχή τής εταιρείας. Η πτώση άρχισε.

Η επιτροπή κεφαλαιαγοράς αντέδρασε αμέσως και ζήτησε εξηγήσεις. Παράλληλα, κάλεσε την διοίκηση της εταιρείας να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο σχεδίαζε να αποπληρώσει τα χρέη της που έληγαν στο τέλος τής χρονιάς. Η επέμβαση της επιτροπής αύξησε τις ανησυχίες των επενδυτών και επιτάχυνε την πτώση τής μετοχής.

Η διοίκηση παρουσιάστηκε ψύχραιμη και καθησυχαστική. Ανακοίνωσε ότι διαθέτει 3,95 δισ. ευρώ σε ρευστό, κατατεθειμένο στο υποκατάστημα της Bank of America των Νησιών Κέυμαν. Για να αποδείξει τον ισχυρισμό της, εμφάνισε έγγραφο της τράπεζας, το οποίο πιστοποιούσε την ύπαρξη του συγκεκριμένου ποσού. Η επιτροπή ησύχασε και μαζί της ηρέμησαν και οι επενδυτές.

Όμως, λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Δεκεμβρίου, έσκασε βόμβα: με δημόσια κοινοποίηση, η Bank of America κατήγγειλε ότι το έγγραφο που είχε παρουσιάσει η Parmalat για τα 3,95 δισ. ευρώ ήταν πλαστό! Οι αρχές δεν δυσκολεύτηκαν να πιστοποιήσουν ότι το περίφημο έγγραφο δεν ήταν παρά ένα ερασιτεχνικά σκαναρισμένο παλιόχαρτο. Η μετοχή βούλιαξε αμέσως. Πάνω από 115.000 επενδυτές χάνουν τα λεφτά τους.

Σύντομα αποκαλύπτεται ότι τα χρέη τής Parmalat ξεπερνούν τα...14 δισ. ευρώ! Χρέη που συγκαλύπτονταν επί χρόνια με τρόπο "α λα Enron": ένα περίπλοκο δίκτυο υπεράκτιων (offshore) εταιρειών, που η μια μπλεκόταν με την άλλη, φορτωνόταν χρέη και ζημιές, προκειμένου η μητρική εταιρεία να εμφανίζει διογκωμένο θετικό αποτέλεσμα ώστε να αυξάνει την χρηματιστηριακή της αξία.

Οι λογιστές τής Parmalat αποδείχθηκαν σαΐνια. Παρ' ότι η καλοστημένη απάτη κρατούσε χρόνια και χρόνια, ο εντοπισμός της ήταν τόσο δύσκολος ώστε ακόμη και την παραμονή του ξεσπάσματος του σκανδάλου η Ντώυτσε Μπανκ απέκτησε το 5,1% των μετοχών τής εταιρείας! Ακόμη και τα οικονομικά φύλλα που κυκλοφόρησαν το πρωί της ημέρας κατά την οποία ξέσπασε το σκάνδαλο, πρότειναν την αγορά μετοχών τής Parmalat ως "strong buy" (ισχυρή αγορά)!

Το σοκ ήταν τεράστιο. Μαζί με την διοίκηση της εταιρείας, κατηγορήθηκαν μεγάλες ελεγκτικές εταιρείες (όπως οι περίφημες Grant Thornton και Deloitte & Touche) αλλά και μεγάλες τράπεζες (όπως η Citigroup, η Morgan Stanley, η Bank of America και η Deutche Bank) για συμπαιγνεία και χειραγώγηση των επενδυτών. Η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια και η τελική απόφαση εκδόθηκε μόλις την άνοιξη τού 2011. Ο Τάντσι καταδικάστηκε σε φυλάκιση 8 ετών αλλά το δικαστήριο απάλλαξε και τις 4 τράπεζες από κάθε κατηγορία.

Όταν χρεωκόπησε η Enron, οι νεοφιλελεύθεροι υποστήριζαν ότι στο νέο οικονομικό σκηνικό δεν θα υπήρχαν πλέον θέσεις για εταιρείες-αγιογδύτες και για αφεντικά-αλήτες, επειδή το μάθημα της Enron θα υποχρέωνε όλο το σύστημα να αυτοδιορθωθεί. Η υπόθεση Parmalat απέδειξε ότι όλα αυτά είναι φούμαρα.


55. Η ιστορία μιας απεργίας

Στα τελευταία σημειώματά μας κάναμε ένα χρονικό άλμα, με σκοπό να δώσουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα της αποτυχίας τού φρηντμανικού μοντέλου στον πυρήνα του: στην αυτορρύθμιση των απολύτως ελεύθερων αγορών. Αλλά, ας πάμε πάλι πίσω στον χρόνο, για να δούμε πώς αναπτύχθηκε η νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση στην ίδια της την κοιτίδα, τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η ανάρρηση του Ρόναλντ Ρέηγκαν στον προεδρικό θώκο από τις αρχές τού 1981, έδινε αρκετές ελπίδες στους "οραματιστές" τής σχολής τού Σικάγου, παρά το γεγονός ότι ο νέος πρόεδρος προτίμησε να δώσει την θέση τού αντιπροέδρου στον μπαμπά Τζωρτζ Μπους κι όχι στον Ντόναλντ Ράμσφελντ, όπως επιθυμούσε διακαώς ο απογοητευμένος Φρήντμαν. Όμως, όπως απεδείχθη στην πορεία, ο Ρέηγκαν δεν έκανε κύριο σκοπό της θητείας του την στήριξη των νεοφιλελεύθερων ιδεών αλλά τον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Έτσι, μπορεί να προώθησε πολλά σχέδια των "παιδιών του Σικάγου" αλλά αυτά τα σχέδια έμπαιναν πάντοτε σε δεύτερο πλάνο όποτε συγκρούονταν με τον βασικό προεδρικό στόχο.

Για παράδειγμα, η χρηματοδότηση τόσο της Αλληλεγγύης (κυρίως) στην Πολωνία όσο και άλλων αντεπαναστατικών συνδικάτων σε Ουγγαρία και Τσεχοσλοβακία, σαφώς και δεν συμφωνούσε με τις νεοφιλελεύθερες απόψεις για μηδενική κρατική παρέμβαση. Όπως, βέβαια, δεν συμφωνούσε και η παρασκηνιακή συμφωνία με τον σαουδαραβικό βασιλικό οίκο για μείωση της τιμής του πετρελαίου, προκειμένου να πληγεί το εμπορικό ισοζύγιο της Σοβιετικής Ένωσης. Παρ' όλα αυτά, ο Ρέηγκαν χάρισε στον Φρήντμαν και την παρέα του την πρώτη τους μεγάλη νίκη κατά της δημόσιας διοίκησης, με την στάση του απέναντι στην μεγάλη απεργία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας. Ας δούμε αυτή την υπόθεση πιο αναλυτικά.

Στις 20 Οκτωβρίου 1980, με την προεκλογική δραστηριότητα στο φόρτε της, ο Ρέηγκαν στέλνει την εξής σύντομη επιστολή στον πρόεδρο του συνδικάτου των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, του PATCO (Professional Air Traffic Controllers Organization): "Αγαπητέ κ. Πόλι, έχω ενημερωθεί από τα μέλη τού επιτελείου μου ως προς την λυπηρή κατάσταση τουσυστήματος ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας του έθνους μας. Μου είπαν ότι πολύ λίγοι άνθρωποι απασχολούνται αδικαιολόγητα πολλές ώρες με ξεπερασμένο εξοπλισμό, βάζοντας τουςταξιδιώτες σε αδικαιολόγητο κίνδυνο. Σε ένα θέμα σαφέστατα σχετικό με την δημόσια ασφάλεια, η κυβέρνηση Κάρτερ απέτυχε να ενεργήσει υπεύθυνα. Να είστε σίγουρος ότι, εάν εκλεγώπρόεδρος, θα πάρω όλα τα απαραίτητο μέτρα για να αποκτήσουν οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας μας τον πιό σύγχρονο εξοπλισμό και για να ρυθμιστούν τα επίπεδα προσωπικού και οιημέρες εργασίας έτσι ώστε να επιτευχθεί ο μέγιστος βαθμός δημόσιας ασφαλείας…Δεσμεύομαι ότι η κυβέρνησή μου θα δουλέψει πολύ στενά μαζί σας, για να οικοδομηθεί ένα πνεύμασυνεργασίας μεταξύ του προέδρου και των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας. Ειλικρινά δικός σας, Ρόναλντ Ρέηγκαν".

Όμορφα και σταράτα λόγια. Μόνο που ο Ρέηγκαν τα ξέχασε όταν εκλέχτηκε. Έτσι, με την κατάσταση να χειροτερεύει συνεχώς, στις 3 Αυγούστου 1981 το PATCO κήρυξε απεργία, στην οποία πήραν μέρος 13.000 εργαζόμενοι (από τους συνολικά 17.500). Όμως, ο Ρέηγκαν ήταν ήδη προετοιμασμένος από τον Φρήντμαν και αντέδρασε αμέσως και δίχως δισταγμό. Πρώτα-πρώτα, το δικαστήριο κήρυξε αμέσως την απεργία παράνομη. Κατόπιν, το ίδιο βράδυ, όπως γράφει ο Τόμας Γουόσμπουρν ("Twenty-nine seconds that changed history"), ο πρόεδρος χρειάστηκε ένα τηλεοπτικό διάγγελμα μόλις 29 δευτερολέπτων για να τσακίσει τους απεργούς:

"Επιτρέψτε μου να διαβάσω τον σοβαρό όρκο που παίρνει κάθε ένας από αυτούς τους υπαλλήλους: ΄΄Δεν συμμετέχω σε οποιαδήποτε απεργία κατά της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών ή οποιασδήποτε υπηρεσίας της΄΄. Γι' αυτό, πρέπει να πω σε όσους δεν παρουσιάστηκαν σήμερα το πρωί στα καθήκοντά τους ότι παραβιάζουν τον νόμο και, εάν δεν επιστρέψουν στην εργασία τους μέσα σε 48 ώρες, θα έχουν χάσει τα δικαιώματά τους και θα απολυθούν ".

Η κεραυνοβόλα αντίδραση του Ρέηγκαν μούδιασε τόσο τους απεργούς όσο και την κοινή γνώμη. Οι οργανωτές τής απεργίας αιφνιδιάστηκαν. Τέτοιο τελεσίγραφο ήταν πρωτόγνωρο. Και, μάλιστα, δίχως τον παραμικρό διάλογο. Οι απεργοί γνώριζαν ότι η αρμοδιότητα για τις απολύσεις ανήκε στο Κονγκρέσσο, αλλά ο πρόεδρος θα τους απέλυε ως επίορκους κι όχι επειδή απεργούσαν. Παράλληλα, το εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα των 48 ωρών δεν επέτρεπε την εκδήλωση οποιασδήποτε συμπαράστασης, είτε με παράλληλες απεργίες είτε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο.

Φοβισμένοι από την προεδρική απειλή, 1.200 από τους 13.000 απεργούς επέστρεψαν στην δουλειά τους. Ταυτόχρονα και πριν εκπνεύσει η 48ωρη προθεσμία, οι ηγέτες τού PATCO οδηγήθηκαν στην φυλακή, το υπουργείο δικαιοσύνης μήνυσε 75 απεργούς και το δικαστήριο καταδίκασε το PATCO σε αποζημίωση ενός εκατομμυρίου δολλαρίων για κάθε ημέρα απεργίας. Όταν συμπληρώθηκε το 48ωρο, η κυβέρνηση κοινοποίησε τις απολύσεις σε όλους τους ελεγκτές που δεν είχαν επιστρέψει στην δουλειά τους. 11.800 εργαζόμενοι πετάχτηκαν στον δρόμο.

Δυο μήνες αργότερα, μια επιτροπή τού Κονγκρέσσου υπέβαλε έκθεση, σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι ελεγκτές αποτελούσαν μόνο τα δύο τρίτα του αριθμού που ήταν απαραίτητος για την ασφάλεια των πτήσεων και πρότεινε την συμπλήρωση του κενού με επαναπρόσληψη απολυμένων. Η κυβέρνηση αρνήθηκε κατηγορηματικά. Κι ενώ ο υπουργός μεταφορών αρνιόταν οποιαδήποτε συνάντηση με τον πρόεδρο του συνδικάτου, το υπουργείο εργασίας κήρυξε εκτός νόμου το PATCO και ζήτησε την διάλυσή του.

Κάπως έτσι, το σύστημα εναέριας κυκλοφορίας των ΗΠΑ απορρυθμίστηκε κι αποδομήθηκε. Η κυβέρνηση αποφάσισε να καλύψει τα καραμπινάτα κενά που εμφανίστηκαν, με την πρόσληψη ιδιωτών. Οι διάδοχοι του Ρέηγκαν (Μπους μπαμπάς και Κλίντον) συνέχισαν την ίδια τακτική. Τελικά, 20 χρόνια αργότερα, όλο το σύστημα των αεροπορικών μεταφορών των ΗΠΑ είχε ιδιωτικοποιηθεί, το προσωπικό είχε μειωθεί και η συντριπτική πλειοψηφία των υπεύθυνων για την ασφάλεια των αεροδρομίων ήταν ανεκπαίδευτοι, κακοπληρωμένοι και μη συνδικαλισμένοι συμβασιούχοι.

Όταν ο Φρήντμαν χαμογελούσε ευχαριστημένος από το τσάκισμα της απεργίας των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας ήταν Αύγουστος του 1981. Πρέπει να χαμογελούσε ακόμη, βλέποντας την κατάληξη 20 χρόνια αργότερα. Μόνο που 20 χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2001, κάποιοι θα εκμεταλλεύονταν την διάλυση του συστήματος ασφαλείας...


56. Το χτύπημα στους δίδυμους πύργους

Η αυγή τού 21ου αιώνα ήταν ιδιαίτερα "γκαντέμικη" τόσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και για την ανθρωπότητα, αφού στον προεδρικό θώκο των ΗΠΑ βρέθηκε ο Τζωρτζ Μπους τζούνιορ, ο πλέον ηλίθιος αλλά και ο πλέον ένθερμος οπαδός των νεοφιλελεύθερων δοξασιών που ηγήθηκε ποτέ της -μοναδικής πια- υπερδύναμης. Σαν έτοιμος από καιρό, ο νέος πρόεδρος άρχισε αμέσως να κομματιάζει το πολιτειακό δημόσιο και να το μοιράζει στις πολυεθνικές εταιρείες, είτε μέσω της μείωσης των φόρων είτε μέσω της ανάθεσης σ' αυτές ευνοϊκώτατων συμβάσεων.

Σε άρθρο του στο περιοδικό "Tucson Weekly", ο Γιον Έλλιστον αποκαλύπτει ότι, από τον Απρίλιο κιόλας, ο διευθυντής τού γραφείου προϋπολογισμού Μιτς Ντάνιελς δήλωνε απροκάλυπτα: "η γενική ιδέα ότι δουλειά τής κυβέρνησης δεν είναι να παρέχει υπηρεσίες αλλά να εξασφαλίζει ότι παρέχονται, μου φαίνεται αυτονόητη" (Tucson Weekly, 23/09/2004). Ως κι ο προϊστάμενος της υπηρεσίας διαχείρισης έκτακτων καταστάσεων, Τζόζεφ Ώλμποου, βεβαίωσε ότι είχε αναλάβει ένα τεράστιο πρόγραμμα ανάθεσης αρμοδιοτήτων σε μη κυβερνητικούς παράγοντες, προκειμένου να επιτευχθεί "η καλύτερη απόδοση των χρημάτων των φορολογουμένων".

Η "επιτυχία" όλης αυτής της νεοφιλελεύθερης διαδικασίας φάνηκε ξεκάθαρα στο χτύπημα που δέχτηκαν οι "δίδυμοι πύργοι" τής Νέας Υόρκης στις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Χωρίς να μπαίνω σε συνωμοσιολογικές αναλύσεις, με την διάλυση που χαρακτήριζε ολόκληρο το σύστημα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, δεν μου φαίνεται καθόλου παράλογο το να καταφέρουν μια χούφτα άνθρωποι να αποκαλύψουν την γύμνια τού βασιλιά. Μια γύμνια που φάνηκε ξεκάθαρα από το ότι (α) οι δράστες πέρασαν απολύτως ανενόχλητοι από όλα τα σημεία ελέγχων των αεροδρομίων(*), (β) οι ελεγκτές δεν πήραν χαμπάρι την αλλαγή πορείας των αεροπλάνων και (γ) κατά την επιχείρηση διάσωσης, μετά το χτύπημα, κατέρρευσαν οι ραδιοεπικοινωνίες της αστυνομίας και της πυροσβεστικής υπηρεσίας.

Μετά το χτύπημα, η κυβέρνηση άρχισε να ψάχνεται. Στο πολυσέλιδο πόρισμά της, η κυβερνητική επιτροπή διαπιστώνει ότι οι αεροπορικές εταιρείες αδιαφορούσαν για την ασφάλεια των πτήσεων, προκειμένου να κρατήσουν χαμηλά το κόστος(**). Ξαφνικά, όλοι συνειδητοποίησαν ότι δεν είναι δυνατόν να ανατίθενται καθήκοντα υπευθύνου ασφαλείας σε έναν συμβασιούχο που αμείβεται με 6 δολλάρια την ώρα...

Η μουδιασμένη κοινή γνώμη άρχισε να αντιδρά έναν μήνα αργότερα, όταν άρχισαν να ταχυδρομούνται φάκελλοι που περιείχαν σκόνη άνθρακα. Τότε διαπιστώθηκε ότι το κράτος είχε εκχωρήσει το αποκλειστικό δικαίωμα παραγωγής εμβολίου κατά του άνθρακα στην Bioport, η οποία είχε φτιάξει ένα τόσο κακής πιότητας εμβόλιο ώστε ο εθνικός οργανισμός φαρμάκου να μη της δίνει έγκριση κυκλοφορίας. Οι άκρατες ιδιωτικοποιήσεις των τελευταίων χρόνων βρέθηκαν στο στόχαστρο. Στο ερώτημα "γιατί η ασφάλεια των πτήσεων εκχωρήθηκε σε ιδιώτες;"προστέθηκε και το ερώτημα "γιατί παραχωρήθηκε σε ιδιωτική εταιρεία το αποκλειστικό δικαίωμα παραγωγής εμβολίων κατά του άνθρακα;" Εφ' όσον ήταν δυνατόν να μεταδοθούν επιδημίες μέσω αλληλογραφίας, "γιατί να ιδιωτικοποιηθούν τα ταχυδρομεία;". Κι αν μπορούσε κάποιος να μολύνει το σύστημα ύδρευσης, "γιατί να μην επανασυσταθεί η κρατική υπηρεσία ελέγχου τροφίμων και νερού;"

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με το σκάνδαλο Enron στο οποίο αναφερθήκαμε πρόσφατα, αύξησε κατακόρυφα την εμπιστοσύνη της γνώμης τόσο προς τις δημόσιες υπηρεσίες όσο και προς τους συνδικαλιζόμενους εργαζομένους τού δημόσιου τομέα(***), κάτι που υποχρεώθηκε να το αναγνωρίσει ακόμη κι ο ίδιος ο Μπoυς. Η κοινή γνώμη ανάγκασε τον Μπους να αναλωθεί σε πρωτόγνωρους επαίνους προς τους δημοσίους υπαλλήλους (αστυνομικούς, πυροσβέστες, ταχυδρομικούς, υγειονομικούς, εκπαιδευτικούς κλπ), σε σημείο που ο ενενηντάχρονος Φρήντμαν ανησύχησε έντονα μήπως ο πρόεδρος αποκηρύξει το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα, όπως είχε κάνει κάποτε ο Νίξον.

Σύντομα απεδείχθη ότι αδίκως ανησύχησε ο Φρήντμαν. Ούτε ο Μπους ούτε οι συνεργάτες του είχαν σκοπό να αλλάξουν ρότα. Απλώς, βρήκαν έναν άλλο τρόπο να εκμεταλλευτούν και να χειραγωγήσουν την αμερικανική κοινή γνώμη...

(*) Στις 21 Ιουλίου 2000, το Κυβερνητικό Γραφείο Ευθύνης (GAO) είχε υποβάλει έκθεση, όπου έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για την ασφάλεια των πτήσεων, επειδή οι ιδιώτες που είχαν αναλάβει αυτόν τον τομέα διαχειρίζονταν με εξαιρετική επιπολαιότητα τα θέματα ασφαλείας. Η έκθεση επεσήμαινε την ανάθεση των ελέγχων σε κακοπληρωμένους και ανεκπαίδευτους συμβασιούχους και σημείωνε χαρακτηριστικά: "οι ελεγκτές αμείβονται με τον κατώτερο μισθό και συχνά βγάζουν λιγώτερα από τους εργαζόμενους στα φαστ-φουντ του αεροδρομίου".

(**)Χαρακτηριστικά, ομοσπονδιακός αξιωματούχος (σημ.: δεν κατονομάζεται στο πόρισμα) περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζαν οι εταιρείες τα προσβλήματα ασφαλείας, με τρεις λέξεις: decray, deny, delay (διαμαρτυρία, άρνηση, καθυστέρηση).

(***) Σύμφωνα με δημοσίευμα της San Francisco Chronicle, 6 στους 10 πολίτες εμπιστεύονταν τις δημόσιες υπηρεσίες, το υψηλότερο ποσοστό μετά το 1968 (SFC, "Home of the brave", 23/10/2011)
57. Ο καπιταλισμός της καταστροφής

Μπορεί τα γεγονότα τής 11ης Σεπτεμβρίου 2001 να έβγαλαν στην επιφάνεια τις επιπτώσεις από την διάλυση τής κρατικής μηχανής, αλλά ο Μπους και η παρέα του (όντας φρηντμανικοί ως το κόκκαλο) δεν είχαν καμμιά διάθεση να αλλάξουν ρότα. Με σημαία τους το σύνθημα "η 11η Σεπτεμβρίου τα άλλαξε όλα", συνέχισαν την δουλειά τους με μεγαλύτερη ένταση. Σύμφωνα με την διατύπωση της Ναόμι Κλάιν, το μπουσικό "νιου ντηλ" απευθυνόταν σε ένα κράτος κορπορατικό, εταιρικό.

Πράγματι, με την πεποίθηση ότι όλα τα καλά εκπορεύονται μόνο από τον ιδιωτικό τομέα, οργανώθηκε μια πρωτοφανής μεταφορά κολοσσιαίων χρηματικών ποσών από τα κρατικά ταμεία προς τις εταιρείες τού ιδιωτικού τομέα. Ο Μπους και τα τσιράκια του, εκμεταλλευόμενοι το σοκ που είχε προκαλέσει στην κοινή γνώμη το χτύπημα στους δίδυμους πύργους, έβαλαν μπρος μια απίστευτη φάμπρικα συμβάσεων με ιδιώτες κεφαλαιούχους. Απίθανες συμβάσεις, που συχνά υπογράφονταν κρυφά και κάλυπταν ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς: ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εκπαίδευση, φυλακές, τεχνολογική έρευνα, τηλεπικοινωνίες, δημόσια έργα, υδρευτικά δίκτυα, συλλογή απορριμμάτων, μέσα ενημέρωσης. Το ωραιότερο είναι ότι πάνω από τις μισές συμβάσεις, που υπέγραφε το κράτος με τους ιδιώτες, δεν αποτελούσαν προϊόν διαγωνισμών!(*)

Με άλλα λόγια, η διακυβέρνηση Μπους τζούνιορ εισήγαγε την έννοια της "κενής κυβέρνησης": ενώ η κρατική μηχανή νεκρώνεται, τα πάντα αποτελούν ευκαιρίες για κερδοφόρες ιδιωτικές επενδύσεις. Κι όταν λέμε "τα πάντα", εννοούμε τα πάντα. Ακόμη και οι φυσικές καταστροφές. Ακόμη και οι πόλεμοι.

Πρόκειται για μια μετεξέλιξη της θεραπείας-σοκ, την οποία ούτε ο ίδιος ο Φρήντμαν δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Με αφορμή τούς δίδυμους πύργους, η ομάδα Μπους καινοτόμησε: εφηύρε έναν νέο πόλεμο, τον οποίο ονόμασε "πόλεμο κατά της τρομοκρατίας" και τον σχεδίασε απόλυτα ιδιωτικοποιημένο. Αρχικά, βομβάρδισε με κατάλληλη προπαγάνδα την κοινή γνώμη, ώστε οι πολίτες να αισθάνονται ότι πραγματικά κινδυνεύουν από τρομοκράτες. Στην συνέχεια, στηρίχτηκε σ' αυτή την -τεχνητά δημιουργημένη- αίσθηση κινδύνου ώστε να ενισχύσει εξωπραγματικά πολλές καίριες αρμοδιότητες της κεντρικής εξουσίας (π.χ. αστυνόμευση, παρακολούθηση, κράτηση, περιστολή ατομικών ελευθεριών, εσωτερική ασφάλεια, διεξαγωγή πολέμων κλπ), φροντίζοντας για την πλουσιοπάροχη χρηματοδότησή τους. Και τέλος, εκχώρησε όλες αυτές τις αρμοδιότητες στον ιδιωτικό τομέα.

Ο Φρήντμαν πρέπει να ένοιωθε απόλυτα δικαιωμένος όταν πέθανε στις 16/11/2006. Η καπιταλιστική αντεπανάσταση, την οποία είχε σχεδιάσει 50 χρόνια πρωτύτερα, έφτασε στην κορύφωσή της επί προεδρίας Μπους τζούνιορ: ενώ ίσαμε τότε οι αγορές τρέφονταν από το κράτος, τώρα έτρωγαν το ίδιο το κράτος. Αυτό που είχε περάσει στην παγκόσμια κοινή γνώμη ως "πόλεμος κατά της τρομοκρατίας", δεν ήταν παρά η οικοδόμηση ενός "καπιταλισμού τής καταστροφής". Ήταν η οικοδόμηση μιας οικονομίας νέου τύπου, η οποία θα βασιζόταν στην εθνική ασφάλεια και θα περιλάμβανε τα πάντα: διεξαγωγή πολέμων, ανοικοδόμηση μετά την καταστροφή, δόμηση ενός ιδιωτικοποιημένου αστυνομικού κράτους. Και μάλιστα, χάρη στο έντεχνα καλλιεργημένο αίσθημα φόβου, όλα αυτά θα γίνονταν δίχως να ανοίξει μύτη, δίχως να υπάρξει καμμία αξιόλογη λαϊκή αντίδραση.

Άλλωστε, πώς να υπάρξει αντίδραση με την αυστηρή αντιτρομοκρατική νομοθεσία που προώθησε η κυβέρνηση; Ποιος τολμούσε να κρίνει (πόσο μάλλον να επικρίνει) οποιαδήποτε κεντρική απόφαση, διακινδυνεύοντας να χαρακτηριστεί ως εχθρός τής πατρίδας ή ως συμπαθών την τρομοκρατία; Σε άρθρο της με τίτλο " In Washington, contractors take on biggest role ever" (04/02/2007), η εφημερίδα "New York Times" σχολίασε καυστικά την διάλυση της κρατικής μηχανής και το ξεπούλημά της στο ιδιωτικό κεφάλαιο: "Χωρίς δημόσιο διάλογο ή επίσημη πολιτική απόφαση, οι εργολήπτες αναδείχθηκαν σε τέταρτη εξουσία...φτιάχνουν πλοία και δορυφόρους...συλλέγουν φόρους και επεξεργάζονται υπηρεσιακούς προϋπολογισμούς... Η εργοληπτική έξαρση γεννάει ερωτήματα..."

Το πρόβλημα, για τον Μπους και την παρέα του, ήταν ότι δεν μπορούσαν να πειραματιστούν απόλυτα πάνω στους ίδιους τους υπηκόους τους, μιας κι έπρεπε να τηρηθούν κάποια προσχήματα ώστε να μπορεί ο πρόεδρος να ανανεώσει την θητεία του. Για την τελική δοκιμή τής νέας φρηντμανικής βόμβας έπρεπε να βρεθεί ένα άλλο πεδίο. Τελικά, το καινούργιο Μπικίνι βρέθηκε εύκολα: ήταν το Ιράκ, του -άχρηστου πλέον- Σαντάμ Χουσσέιν...

(*) Σύμφωνα με στοιχεία της εφημερίδας "New York Times", το 2005 πραγματοποιήθηκαν διαγωνισμοί μόνο για το 48% των συμβάσεων.


58. Γιατί το Ιράκ;

Η ταχύτητα με την οποία το καθεστώς Μπους τζούνιορ αποφάσισε την εισβολή στο Ιράκ, καθώς και η δημιουργία πλαστών στοιχείων ότι ο Σαντάμ ετοίμαζε πυρηνικά όπλα, πείθουν και τον πλέον δύσπιστο ότι η εισβολή ήταν σχεδόν προαποφασισμένη. Όμως, γιατί μπήκε στο στόχαστρο το Ιράκ; Στο κάτω-κάτω, οι αεροπειρατές των δίδυμων πύργων προέρχονταν από τον Λίβανο, την Σαουδαραβία, τα Εμιράτα και την Αίγυπτο, κανένας από το Ιράκ. Από την άλλη, η Χεζμπολλάχ εχρηματοδοτείτο από το Ιράν ενώ η Χαμάς είχε βρει καταφύγιο στην Συρία. Οπότε, γιατί το Ιράκ; Για να βρούμε την απάντηση, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Οι νεοσυντηρητικοί τής Ουάσιγκτον έψαχναν από καιρό την ευκαιρία για έναν "πόλεμο-πρότυπο". Εκτιμώντας ότι ο ισλαμισμός λειτουργεί ανασχετικά στις επιδιώξεις τους για παγκοσμιοποίηση του νεοφιλελευθερισμού (επειδή ευνοεί μια πολιτική και οικονομική κουλτούρα αντίθετη προς τα δυτικά πρότυπα), θεωρούσαν αναγκαίο να χρησιμοποιήσουν μια χώρα ως "καταλύτη", μιας και ήταν αδύνατον να επέμβουν σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο. Ο υπερσυντηρητικός δημοσιογράφος Τόμας Φρήντμαν είναι σαφής, μιλώντας για την εισβολή στο Ιράκ: "Θα μπορούσε να ωθήσει ολόκληρο τον αραβικό-μουσουλμανικό κόσμο σε μια προοδευτικώτερη διαδρομή. Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την οικοδόμηση ενός διαφορετικούπροτύπου στην καρδιά αυτού του κόσμου" (New York Times, "The long bomb", 02/03/2003).

Ο αρχισυντηρητικός Μάικλ Λεντήν είναι κυνικώτερος: "Μόλις μπούμε στο Ιράκ, θα αντιμετωπίσουμε ολόκληρο το τρομοκρατικό δίκτυο...Μπορεί να εξελιχθεί σε έναν πόλεμο που θα αναδημιουργήσει τον κόσμο...Μόλις απομακρυνθεί ο Σαντάμ, μπορεί να καταρρεύσει η δυναστεία των Σαούντ. Σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να επεκτείνουμε τον πόλεμο στην αραβική χερσόνησο και σε κάθε πετρελαιοπαραγωγική περιοχή" (Ρόμπερτ Ντρέυφους, "Just the beginning", στο American Prospect, 14/03/2003).

Η αλήθεια είναι ότι η πρώτη χώρα που υποδείχθηκε ως στόχος ήταν το Ιράν και ο Λεντήν επέμενε φορτικά σ' αυτό. Όμως, αυτή η ιδέα είχε πολλά μειονεκτήματα: το Ιράν ήταν μια συμπαγής χώρα, δίχως εθνοτικά προβλήματα, με υψηλό επίπεδο συνοχής, με χαμηλό μέσο όρο ηλικίας και, κυρίως, παρέμενε terra incognita για τους αμερικανούς στην μετά-Σάχη εποχή. Παράλληλα, ως στόχος, το Ιράν δεν διέθετε κανένα από τα πλεονεκτήματα του Ιράκ, όπως: (α) εθνοτικές έριδες και, μάλιστα, μειονότητες με αποσχιστικές τάσεις, όπως οι κούρδοι στο βόρειο Ιράκ, (β) θρησκευτικές έριδες μεταξύ σιιτών και σουνιτών, (γ) γειτνίαση με πιθανές εστίες ανάφλεξης, όπως η Συρία ή η Σαουδική Αραβία, (δ) φιλικά γειτονικά εδάφη, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι δυνάμεις των ΗΠΑ, όπως η Τουρκία, (ε) έναν λαομίσητο ηγέτη, όπως ο Σαντάμ, η εξόντωση του οποίου δεν θα δημιουργούσε σοβαρές διαμαρτυρίες τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας.

Επί πλέον, τόσο οι υποδομές τού Ιράκ όσο και η στρατιωτική του μηχανή ήσαν εξουθενωμένες από το υπερδεκαετές μποϋκοτάζ που είχε επιβληθεί στην χώρα μετά τον "πόλεμο του Κόλπου", επί ημερών μπαμπά Μπους. Και, τέλος, εκείνος ο "πόλεμος του Κόλπου" είχε αναλυθεί σε βάθος από τους στρατηγικούς αναλυτές τού Πανεπιστημίου Εθνικής Άμυνας, οι οποίοι είχαν καταδείξει πώς θα μπορούσε να επαναληφθεί η "καταιγίδα της ερήμου" στον μισό χρόνο με καλύτερα αποτελέσματα.

Κάπως έτσι, λοιπόν, οι πολιτειακοί νεοφιλελεύθεροι επέλεξαν το Ιράκ για να μεταλαμπαδεύσουν την αντεπανάστασή τους στην ισλαμική Ασία. Όπως η Χιλή χρησίμευσε το 1973 ως πρότυπο για την νεοφιλελεύθερη εξάπλωση στην Λατινική Αμερική, έτσι και το Ιράκ, 30 χρόνια αργότερα, θα χρησίμευε ως υπόδειγμα για την δημιουργία νέων "ιδανικών" κρατών στον ευρύτερο αραβικό κόσμο. Σε άρθρο του με τίτλο " What were they thinking?", ο Τόμας Φρήντμαν εξηγεί με σαφήνεια: "Δεν κάνουμε ανοικοδόμηση ενός έθνους στο Ιράκ. Κάνουμε δημιουργία ενός έθνους..." (New York Times, 07/10/2005).

Θα κλείσουμε το σημερινό μας σημείωμα με έναν παραλληλισμό από τα παλιά. Το 1999, οι "σύμμαχοι" του ΝΑΤΟ βομβάρδισαν το Βελιγράδι, με την δικαιολογία ότι ο Μιλόσεβιτς παραβίαζε τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όμως, η αλήθεια ήταν τελείως διαφορετική, όπως αποκάλυψε λίγα χρόνια αργότερα ο Στρόουμπ Τάλμποτ, αναπληρωτής υπουργός εξωτερικών τού Κλίντον: "Ενώ τα έθνη σε όλη την περιοχή επεδίωκαν να μεταρρυθμίσουν τις οικονομίες τους...το Βελιγράδι συνέχιζε να κινείται προς αντίθετη κατεύθυνση. Δεν υπάρχει απορία για το ότι ΝΑΤΟ και Γιουγκοσλαβία κατέληξαν σε τροχιά σύγκρουσης. Η αντίσταση της Γιουγκοσλαβίας στην ευρύτερη τάση για πολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση -όχι η καταπίεση των αλβανών τού Κοσσυφοπεδίου- εξηγεί κατά τον καλύτερο τρόπο τον πόλεμο του ΝΑΤΟ"(*).


(*) Από το βιβλίο τού Τζων Νόρρις "Collision Course: NATO, Russia and Kosovo", το οποίο δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά. Το απόσπασμα που παραθέτω εδώ έχει δημοσιευθεί σε πολλούς ιστότοπους (Sahota, Antiwar, DeLong κλπ), απ' όπου το μετέφρασα, αφού το διασταύρωσα.


59. Η "ιδεολογία" ενός πολέμου

Όταν έγινε το πραξικόπημα Βιντέλα στην Αργεντινή, το 1976, πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Τζέραλντ Φορντ και υπουργός εξωτερικών ο Χένρυ Κίσσιντζερ. Μπορεί αυτοί οι δυο να λείπουν από την πολιτική σκηνή τού 21ου αιώνα αλλά τότε υπουργός άμυνας ήταν ο Ντόναλντ Ράμσφελντ, προσωπάρχης τού Φορντ ήταν ο Ντικ Τσένυ και βοηθός τού Κίσσιντζερ ήταν ένας φέρελπις νεαρός που άκουγε στο όνομα Πωλ Μπρέμερ. Κι αφού κανένας απ' αυτούς δεν βρέθηκε ποτέ κατηγορούμενος ούτε για την στήριξη που πρόσφεραν στις διάφορες λατινοαμερικανικές -και όχι μόνο- χούντες ούτε για τα κέρδη που αποκόμισαν από την συνεργασία τους μ' αυτές, είναι λογικό να τους βλέπουμε να παίζουν πρωτεύοντες ρόλους στην εισβολή στο Ιράκ τριάντα χρόνια αργότερα.

Στο προηγούμενο σημείωμα αναλύσαμε τους λόγους για τους οποίους οι ΗΠΑ εισέβαλαν στο Ιράκ. Συνοπτικά, το πολιτειακό(*) πλάνο τής εισβολής ήταν το εξής: πρώτα εκκαθάριση της περιοχής από τους "τρομοκράτες", κατόπιν δημιουργία μιας χώρας που θα λειτουργούσε ως μεγάλη ζώνη ελεύθερου εμπορίου και, τέλος, επικύρωση όλων αυτών με την "δημοκρατική" διαδικασία των εκλογών. Ο Μπους συνόψισε όλα αυτά σε μια φράση: "επέκταση της ελευθερίας σε μια ταραγμένη περιοχή".

Φυσικά, όταν ο Μπους μιλάει για ελευθερία, δεν την εννοεί όπως την εννοούσε ο Διονύσιος Σολωμός όταν έλεγε "μήγαρις έχω άλλο στον νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα". Η "ελευθερία" τού Μπους απαιτεί την χρήση εισαγωγικών. Είναι η "ελευθερία" που στήθηκε στην Χιλή το 1973 και στην Ρωσσία το 1993, δηλαδή η "ελευθερία" τού κεφαλαίου να λυμαίνεται τον πλούτο των ιδιωτικοποιημένων κρατών. Ο ίδιος ο Μπους δεν άφησε κανένα περιθώριο για παρερμηνείες, δηλώνοντας με σαφήνεια: "Προτείνω την δημιουργία μιας ζώνης ελεύθερου εμπορίου μεταξύ ΗΠΑ και Μέσης Ανατολής μέσα σε μια δεκαετία, ώστε να φέρουμε την Μέση Ανατολή σε έναν διευρυνόμενο κύκλο ευκαιριών, να δώσουμε ελπίδα στους λαούς που ζουν σ'εκείνη την περιοχή" (Los Angeles Times, 10/05/2003). Λεπτομέρεια: ο πρόεδρος όρισε ως επί κεφαλής τής επιτροπής επεξεργασίας τού σχεδίου "ελευθερία στο Ιράκ" μια κυρία, η οποία είχε πάρει μέρος στην υλοποίηση της θεραπείας-σοκ στην Ρωσσία, την Λιζ Τσένυ, κόρη τού αντιπροέδρου.

Είδαμε στο προηγούμενο σημείωμα την άποψη του δημοσιογράφου Τόμας Φρήντμαν περί "δημιουργίας ενός νέου έθνους" στο Ιράκ. Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος δημοσιογράφος υποχρεώθηκε να παραδεχτεί ότι δεν είχε προβλέψει την σφαγή που θα ακολουθούσε. Έτσι, ο Τόμας Φρήντμαν έδωσε μια απτή απόδειξη της στενοκεφαλιάς (μέχρι σημείου ηλιθιότητας) των νεόκοπων οπαδών τού "καπιταλισμού της καταστροφής". Πώς είναι δυνατόν να τους ξεφύγει μια τέτοια "λεπτομέρεια" από τους υπολογισμούς, λες και η περιοχή τού Ιράκ ήταν μια κενή χώρα στον χάρτη, σαν την Σαχάρα ή την Ανταρκτική; Δεν ήξεραν ότι μιλούσαν για μια χώρα ή οποία υπήρχε πολλές χιλιάδες χρόνια πριν δημιουργηθεί η δική τους; Δεν περίμεναν ότι ένας λαός με αντιδυτική κουλτούρα και μακραίωνο αραβικό εθνικισμό θα αντιδρούσε στην προσβολή του;

Όμως, το κύριο ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουν οι ανεγκέφαλοι εισβολείς είναι άλλο: αφού σχεδίαζαν να δημιουργήσουν ένα νέο έθνος στην περιοχή, τί διάβολο θα γινόταν το έθνος που ήδη υπήρχε εκεί; Φοβάμαι ότι η απάντηση είναι προφανής αλλά θα μείνει ανομολόγητη: το υπάρχον έθνος θα έπρεπε να εξαφανιστεί. Είναι η μόνη απάντηση που μπορεί να δικαιολογήσει την επιδίωξη του μεγαλεπήβολου νεοφιλελεύθερου πειράματος για την δημιουργία ενός "καταλύτη" στην περιοχή. Η φρηντμανικής εμπνεύσεως "δημιουργία εκ του μηδενός" προϋποθέτει την απορρύθμιση και αποδόμηση των πάντων πριν η ελεύθερη αγορά αρχίσει την οικοδόμηση. Πρόκειται για έμπνευση η οποία περιέχει στον πυρήνα της την άσκηση ακραίων μορφών βίας. Μέχρι τότε, ο κόσμος είχε γνωρίσει την βία τού Σουχάρτο, την βία τού Πινοτσέτ, την βία τής Θάτσερ, την βία τού Γέλτσιν κλπ. Στο Ιράκ, η βία θα εφαρμοζόταν με απόλυτη πληρότητα.

Η αναλυτική παρουσίαση αυτής της βίας ξεφεύγει από τα πλαίσια αυτού του αφιερώματος. Εδώ περιοριζόμαστε να καταδείξουμε ότι η ακραία βία (η οποία πάντοτε αποτελεί ένα "εκ των ων ουκ άνευ" όπλο τού καπιταλισμού) απετέλεσε απαραίτητο εργαλείο για την υλοποίηση των νεοφιλελεύθερων σχεδίων στο Ιράκ. Στην συνέχεια, θα δούμε αυτά τα σχέδια με λεπτομέρειες.

(*) Όσο μπορώ περισσότερο, προσπαθώ να αποφεύγω τον όρο "αμερικανικός" όταν αναφέρομαι σε κάτι που αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, προτιμώντας τον όρο "πολιτειακός". Θεωρώ καπηλεία την χρήση αυτού του όρου από μια χώρα, λες και οι υπόλοιποι κάτοικοι αυτής της ηπείρου δεν είναι αμερικανοί.

(**) Προσέξτε την χρήση τού όρου "έθνος" (nation). Δεν μίλησαν ούτε για χώρα (country) ούτε για κράτος (state) αλλά για έθνος.


60. Αποδόμηση διά της λεηλασίας

Το στοιχείο το οποίο διαφοροποιεί την εισβολή στο Ιράκ από κάθε άλλον πόλεμο είναι ότι για πρώτη φορά οι εισβολείς ευλόγησαν την λαφυραγωγία. Αν κατά την "καταιγίδα της ερήμου" είχαν λεηλατηθεί 13 μουσεία, ήταν πολύ λογικό να αναμένεται ότι κατά το "σοκ και δέος" η κατάσταση θα ήταν παλλαπλά χειρότερη για δυο λόγους: πρώτον, το μακροχρόνιο εμπάργκο είχε πολλαπλασιάσει την φτώχεια και, δεύτερον, ο Σαντάμ είχε εκκενώσει τις φυλακές πριν λίγους μήνες, προκειμένου να δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα στους -αναμενόμενους- εισβολείς.
Τα όσα ακολούθησαν ξεπερνούν κάθε φαντασία. Υπό το απαθές βλέμμα των αμερικανών στρατιωτών (όταν αυτοί οι ίδιοι οι στρατιώτες δεν συμμετείχαν στις λεηλασίες), οι βάνδαλοι χύμηξαν παντού. Από την μανία τους δεν γλίτωσε κανένα μουσείο, κανένα δημόσιο κτήριο, κανένα εκπαιδευτικό ίδρυμα, καμμία δημόσια εγκατάσταση. Είναι γνωστός ο διεθνής οδυρμός των όπου γης αρχαιολόγων για τις ανεπανόρθωτες καταστροφές τού εθνικού μουσείου τής Βαγδάτης, ενός από τα σημαντικώτερα μουσεία τού κόσμου, απ' όπου μοναδικοί θησαυροί έκαναν φτερά (αν δεν καταστράφηκαν). Εδώ θα δώσουμε ένα λιγώτερο γνωστό στοιχείο: στο διεθνές αεροδρόμιο της Βαγδάτης, στην λεηλασία του οποίου πήραν μέρος και αμερικανοί στρατιώτες, προξενήθηκαν ζημιές σε κτήρια και πολιτικά αεροσκάφη, οι οποίες ξεπέρασαν τα 100 εκατομμύρια δολλάρια!
Γιατί, όμως, οι εισβολείς όχι μόνο αδιαφόρησαν αλλά ευλόγησαν κιόλας αυτή την ακατάσχετη λαφυραγωγία; Η απάντηση είναι απλή: αφού η εφαρμογή της σχεδιαζόμενης θεραπείας-σοκ προϋπέθετε απογύμνωση του κράτους από κάθε περιουσιακό στοιχείο, οι λαφυραγωγοί βοηθούσαν στην υλοποίηση της! Ο Πήτερ Μακφέρσον, βασικός οικονομικός σύμβουλος των δυνάμεων κατοχής, είναι αποκαλυπτικός για την στάση ανοχής απέναντι στο φαινόμενο: "Θεωρούσα ότι το να αρπάξει κάποιος ένα κρατικό όχημα ήταν ένα είδος φυσικού τρόπου ιδιωτικοποίησης". Για τον Μακφέρσον, γνήσιο "παιδί τού Σικάγου" και στέλεχος της κυβέρνησης Ρέηγκαν, οι λεηλασίες δεν ήταν παρά μια μορφή συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα.
Ο πανεπιστημιακός Τζων Αγκρέστο είχε οριστεί υπεύθυνος για την ανοικοδόμηση της ανώτατης εκπαίδευσης. "Δεν γνώριζα τίποτε για το Ιράκ αλλά απέφυγα να διαβάσω οποιοδήποτε βιβλίο για την χώρα αυτή, προκειμένου να πάω εκεί με όσο το δυνατόν πιο ανοιχτό μυαλό", δήλωσε βλακωδώς ο Αγκρέστο, ο οποίος είδε την λεηλασία των πανεπιστημίων ως διευκόλυνση για την "εκ του μηδενός αναδημιουργία" που σχεδίαζε.

Αν ο πανηλίθιος Αγκρέστο είχε ξεστραβωθεί να διαβάσει "οποιοδήποτε βιβλίο για την χώρα αυτή", μπορεί να μη πήγαινε εκεί με τόσο "ανοιχτό μυαλό" αλλά θα είχε μάθει μερικά ενδιαφέροντα πράγματα, όπως π.χ. ότι το Ιράκ διέθετε (πριν το εμπάργκο) το καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα και το χαμηλότερο ποσοστό αναλφάβητων στον αραβικό κόσμο. Πράγματι, σύμφωνα με στοιχεία του οργανισμού World Bank για το 1985, το 89% των ιρακινών γνώριζαν γραφή και ανάγνωση. Όμως, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, στην πολιτεία καταγωγής τού Αγκρέστο, το Νέο Μεξικό, το 20% των κατοίκων "δυσκολεύονται να διαβάσουν μια εφημερίδα ή να χρησιμοποιήσουν απλά μαθημαικά για να υπολογίσουν το σύνολο σε μια απόδειξη πώλησης". Αναρωτιέμαι γιατί δεν βρέθηκε κανένας να συστήσει στον Αγκρέστο να ξεκινήσει την εκπαιδευτική του "ανοικοδόμηση" από το ίδιο του το σπίτι...
Επί κεφαλής των κατοχικών δυνάμεων στο Ιράκ ορίστηκε ο -ήδη γνωστός μας- Πωλ Μπρέμερ. Ο Μπρέμερ κατάργησε όλες τις περιπολίες αστυνόμευσης της Βαγδάτης και έδωσε εντολή να μην ανακατευτούν οι στρατιώτες στις "ντόπιες διενέξεις", όπως αποκαλούσε τις λεηλασίες. Παρά το γενικό χάος που επικρατούσε παντού, ο Μπρέμερ δεν έχασε χρόνο. Πρώτη του δουλειά, πριν καλά-καλά προλάβει να ενημερωθεί, ήταν να καταργήσει δασμούς, τέλη, φόρους και κάθε έλεγχο στις εισαγωγές. Μέσα σε δεκαπέντε μέρες, ο Μπρέμερ ανακοίνωσε με υπερηφάνεια ότι τα σύνορα του Ιράκ είναι ανοιχτά στους επιχειρηματίες.
Εν ριπή οφθαλμού, ο Μπρέμερ κατάφερε να μετατρέψει το Ιράκ, από μια τελείως απομονωμένη -λόγω εμπάργκο- χώρα, στην πλέον ανοιχτή αγορά τού πλανήτη. Έτσι, ενώ από τη μια μεριά ατελείωτες σειρές φορτηγών μετέφεραν λάφυρα και κλοπιμαία για πούλημα στο εξωτερικό, από την άλλη φάλαγγες από νταλίκες πλημμύριζαν την Βαγδάτη με εμπορεύματα από την ¨Απω Ανατολή. Φυσικά, οι πολυεθνικές έτριβαν τα χέρια τους και οι λομπίστες στην Ουάσιγκτον δεν μπορούσαν να κρατήσουν τα σάλια τους. Ο Τζων ΜακΚαίην (τότε γερουσιαστής και αργότερα αντίπαλος του Ομπάμα στςι τελευταίες προεδρικές εκλογές) δήλωνε στην "Washington Post" για το Ιράκ τού Μπρέμερ: "Είναι σαν ένα τεράστιο βάζο με μέλι, το οποίο ελκύει ένα σωρό μύγες" (Washington Post, 02/10/2003). Στο ίδιο άρθρο της, η εφημερίδα καταγράφει ως εξής την "λιγούρα" ενός μετόχου τής εμπορικής εταιρείας "New Bridge", ο οποίος θέλησε να παραμείνει ανώνυμος: "Η απόκτηση των δικαιωμάτων διανομής των προϊόντων τής Πρόκτερ & Γκαμπλ θα είναι χρυσωρυχείο. Ένα καλά στοκαρισμένο 7-Eleven θα μπορούσε να κλείσει 30 ιρακινά μαγαζιά. Ένα Wal-Mart θα μπορούσε να καταλάβει την χώρα."(*)

Όμως, όλα αυτά δεν ήταν παρά τα κόκκαλα από το ψητό, ένα προπέτασμα για το μεγάλο φαγοπότι που στηνόταν μεθοδικά στα παρασκήνια. Οι αρχιτέκτονες της καταστροφής Ράμσφελντ και Τσένυ δεν θα σχεδίαζαν ένα τόσο μεγαλεπήβολο κόλπο για να βολευτούν με μπλουζάκια, σιντί, σερβιέτες και τσίκλες...

(*) 7-Eleven, Wal-Mart: αλυσίδες πολυκαταστημάτων στις ΗΠΑ


61. Τα προσχήματα πέφτουν

Δεν είχαν περάσει καλά-καλά 5 μήνες από την πτώση τής Βαγδάτης, όταν στις 20-21 Σεπτεμβρίου 2003 ο Πωλ Μπρέμερ (σε συνεργασία με το πολιτειακό υπουργείο εξωτερικών) συγκάλεσε ένα περίεργο συνέδριο, Σ' αυτό το συνέδριο παραβρέθηκαν 14 νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί από την ανατολική Ευρώπη με σκοπό να ενημερώσουν μερικούς επίλεκτους ιρακινούς τεχνοκράτες για την πορεία που θα έπρεπε να ακολουθήσει η χώρα, προκειμένου να ανασχηματιστεί σύμφωνα με το καπιταλιστικό όραμα.
Ο Μάρεκ Μπέλκα (πρώην υπουργός οικονομικών τής μετακομμουνιστικής Πολωνίας και ήδη δεξί χέρι τού Μπρέμερ) έδωσε εξ αρχής τους τρεις βασικούς άξονες αυτού του ανασχηματισμού: (α) να εκποιηθούν αμέσως οι μη παραγωγικές δημόσιες επιχειρήσεις, χωρίς προσπάθειες να σωθούν με δημόσια κεφάλαια, (β) να καταργηθούν όλες οι επιχορηγήσεις, με παράλληλη ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα και (γ) να εξυγιανθεί ο προϋπολογισμός (προφανώς με μείωση της δημόσιας δαπάνης) και να θεσμοθετηθεί ένα υγιές φορολογικό σύστημα (προφανώς με μετατόπιση των φορολογικών βαρών από τις επιχειρήσεις προς τους πολίτες).
Στην συνέχεια, ο Μπέλκα παρότρυνε τους ιρακινούς να εκμεταλλευτούν την επικρατούσα χαώδη κατάσταση και να προωθήσουν, αμέσως και αποφασιστικά, τις απολύσεις που θα συρρίκνωναν τον δημόσιο τομέα. Επίσης, παραβλέποντας ότι η εισβολή είχε εκτινάξει την ανεργία στο 67% και ότι πλέον η συντριπτική πλειοψηφία των ιρακινών επιβίωνε χάρη στα επιδοτούμενα τρόφιμα, ζήτησε την άμεση διακοπή όλων των επιδοτήσεων και όλων των παροχών "για να μη δημιουργούνται στρεβλώσεις". "Απλώς σκεφτείτε", τόνισε ο Μπέλκα, "ότι ένα λίτρο βενζίνης κοστίζει λίγο πάνω από ένα σεντ" και παρατήρησε με αποτροπιασμό ότι, επί Σαντάμ, το 60% των ιρακινών τρέφονταν με καλάθια επιδοτούμενων τροφίμων που κόστιζαν μόλις 17 σεντς. Για τον Μπέλκα, προφανώς, τα φτηνά καύσιμα και το φτηνό φαγητό αποτελούσαν απαράδεκτες στρεβλώσεις και έπρεπε να διορθωθούν! (*)
Αμέσως μετά το συνέδριο, ο Μπρέμερ άρχισε να εκδίδει απανωτά διατάγματα, σε εφαρμογή των πορισμάτων. Ήταν τόση η ορμή τού Μπρέμερ, ώστε ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτζ έγραψε σε άρθρο του για την εφημερίδα "Business Day" του Γιοχάννεσμπουργκ ότι προοιωνιζόταν "μια ριζοσπαστικώτερη μορφή θεραπείας-σοκ από εκείνη που επιβλήθηκε στον πρώην σοβιετικό κόσμο". Το "ριζοσπαστικώτερο" ήταν ότι οι αμερικανοί δεν θα έκαναν στο Ιράκ το λάθος που είχαν κάνει στην Ρωσία. Όπως έχουμε αναλύσει εδώ, τότε οι εκποιούμενες δημόσιες επιχειρήσεις πήγαιναν υποχρεωτικά σε ρωσικά χέρια και μετά πουλιόντουσαν στο διεθνές κεφάλαιο. Τώρα οι αμερικανικές πολυεθνικές θα έβαζαν κατ' ευθείαν χέρι στην ιρακινή περιουσία, δίχως την μεσολάβηση ντόπιων ή άλλων ξένων επιχειρηματιών. Άλλωστε, αυτό το είχε ξεκαθαρίσει ο ίδιος ο Μπους όταν, πριν την εισβολή, δήλωνεξεδιάντροπα ότι η πρωτοβουλία στην μεταπολεμική ανοικοδόμηση του Ιράκ θα ανήκε στις ΗΠΑ, μιας και οι ΗΠΑ ήταν που πρωτοστατούσαν στην "απελευθέρωση" του Ιράκ.
Μια άλλη "καινοτομία" που εφαρμόστηκε στο Ιράκ ήταν ότι ο επιχειρούμενος "ανασχηματισμός" δεν θα γινόταν μετά από συνεννοήσεις είτε με ιρακινούς πολιτικούς και τεχνοκράτες είτε με διεθνείς οργανισμούς αλλά θα εφαρμοζόταν απ' ευθείας από όργανα των ΗΠΑ. Παρ' ότι τόσο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο όσο και η Παγκόσμια Τράπεζα ελέγχονταν από πολιτειακούς παράγοντες, οι ΗΠΑ άφησαν αυτούς τους οργανισμούς στο περιθώριο και ανέθεσαν όλα τα "κουμάντα" στον αρμοστή-μαριονέττα τους, τον Πωλ Μπρέμερ.
Η αποφασιστικότητα των ΗΠΑ για αποκλειστικότητα στους χειρισμούς φαίνεται και στις δηλώσεις δυο αξιωματούχων, οι οποίοι θέλησαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους, στον ρεπόρτερ του Associated Press Τζιμ Κρέην. Η πρώτη δήλωση ανήκει σε άγγλο: "Αυτό είναι το πλάνο, για την ώρα. Οι αμερικανοί θα το αναγγείλουν όταν θα είναι έτοιμο. Αλλά καμμία συνθήκη δεν εγγυάται την κατάσταση αφού δεν υπάρχει ιρακινή κυβέρνηση για να την εγκρίνει". Η δεύτερη έγινε από ανώτερο πολιτειακό στρατιωτικό, ο οποίος εξηγεί γιατί οι ΗΠΑ παίρνουν αποφάσεις δίχως διαπραγματεύσεις: "Εδώ που φτάσαμε, θα διαπραγματευόμασταν με τους εαυτούς μας, γιατί εμείς είμαστε η κυβέρνηση".(**)
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι με το πείραμα του Ιράκ ο νεοφιλελευθερισμός έρριξε την μάσκα και πήγε ένα βήμα μπροστά. Άφησε κατά μέρος τις προσπάθειες που έκανε στο παρελθόν για να στηρίξει την άποψη ότι η ελεύθερη αγορά δεν έχει σχέση με ιμπεριαλιστικά σχέδια και έδειξε ότι δεν χρειάζονται ούτε προσχήματα ούτε αχυράνθρωποι για την εξάπλωσή του: αρκεί ένας πόλεμος για να ανοίξουν νέες αγορές.


(*) Τα στοιχεία για το συνέδριο αυτό αντλήθηκαν από το άρθρο τού Φίλιπ Κουράτα "Eastern Europeans Urge Iraq to Adopt Rapid Market Reforms", το οποίο βρήκα στον ιστοτόπο τής αμερικανικής πρεσβείας στην Ιταλία (!)

(**) Τζιμ Κρέην, "U.S. aims to keep Iraq military control", Associated Press, 13/03/2004



62. Η αυτού εξοχότης, ο Πωλ Μπρέμερ

Με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης από όσα διαδραματίστηκαν στο Ιράκ κατά την περίοδο αμέσως μετά την εισβολή, μπορούμε να συμφωνήσουμε, εν μέρει, με την εκτίμηση των πολιτειακών αναλυτών ότι τα πράγματα δεν πήγαν όσο καλά θα έπρεπε. Για να είμαστε ακριβέστεροι, θα πρέπει να πούμε ότι η εισβολή απέτυχε παταγωδώς. Σε συνέντευξή του στο CNN to 2006, ο ανώτατος αξιωματούχος τού πολιτειακού υπουργείου άμυνας Ρίτσαρντ Περλ παραδέχθηκε ότι "το βασικό λάθος της προοπτικής μας ήταν η κατοχή που επέβαλε ο Μπρέμερ".
Φαίνεται ότι οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ θέλουν να φορτώσουν στον Πωλ Μπρέμερ τα σπασμένα της αποτυχίας τους στο Ιράκ. Αλλά ποιός ήταν στην πραγματικότητα ο Πωλ Μπρέμερ; Αξίζει τον κόπο να σταθούμε λίγο και να ρίξουμε μια ματιά σ' αυτή την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, χρησιμοποιώντας τόσο τα δημοσιεύματα εκείνης της εποχής όσο και το βιβλίο που έγραψε αργότερα ο ίδιος ο Μπρέμερ, με τίτλο "My year in Iraq: The struggle to build a future of hope" (*)
Όπως έχουμε δει σε προηγούμενα σημειώματα, ο Μπρέμερ έκανε τα πρώτα του βήματα στην πολιτική δίπλα στον Ράμσφελντ και τον Τσένυ. Η εκτίμηση που έτρεφαν οι νεοσυντηρητικοί στο πρόσωπό του, σε συνδυασμό με την κενοδοξία του, έκαναν τον Μπρέμερ να "καβαλλήσει το καλάμι" όταν η κυβέρνηση Μπους τον διόρισε ως πολιτικό προϊστάμενο των δυνάμεων κατοχής. Έτσι, ο νεόκοπος αρμοστής, μόλις έφτασε στο Ιράκ, εγκαταστάθηκε στο υπερπολυτελές μέγαρο του Σαντάμ και φρόντισε να επιδεικνύει την ισχύ του με κάθε ευκαιρία: εμφανιζόταν συνεχώς στην τηλεόραση, κυκλοφορούσε πάντοτε με ένα ελικόπτερο Blackhawk, περιστοιχιζόταν από μια διμοιρία σωματοφυλάκων τής Blackwater (της ιδιωτικής εταιρείας συμφερόντων Τσένυ, η οποία είχε αναλάβει την οργάνωση του πολέμου) και δεν έκρυβε την ικανοποίησή του στην προσφώνηση "εξοχώτατε".
Στο βιβλίο του, ο Μπρέμερ αναγνωρίζει -εμμέσως, πλην σαφώς- ότι ήταν λάθος του το ότι φορτώθηκε στις πλάτες του το σχέδιο ανασυγκρότησης του Ιράκ και δεν φρόντισε να κρυφτεί πίσω από μια "βιτρίνα" ιρακινών αξιωματούχων-μαριονεττών. Αν και με αυτόν τον τρόπο ο Μπρέμερ επιχειρεί να δείξει ότι πολιτεύθηκε με θάρρος, το γεγονός είναι ότι ο ταλαιπωρημένος ιρακινός λαός δεν ήταν δυνατόν να "χωνέψει" ότι κουμανταριζόταν από έναν άπιστο αμερικανό, ο οποίος ντυνόταν σαν νεόπλουτος βλάχος: πανάκριβο κοστούμι και άρβυλα Τίμπερλαντ.(**)
Όπως και ο Τζων Αγκρέστο, για τον οποίο μιλήσαμε προχτές, έτσι και ο Μπρέμερ παραδέχτηκε ότι πήγε στο Ιράκ δίχως να έχει την παραμικρή γνώση για την χώρα την οποία πήγαινε να "αναμορφώσει". Αλλά, τί κι αν δεν είχε ιδέα για την κουλτούρα, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, την φιλοσοφία και όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του λαού που θα κυβερνούσε; Ήταν αρκετό το ότι είχε πάρει μαζί του το βιβλιαράκι με τις οδηγίες για το πώς θα επέβαλε τον νεοφιλελευθερισμό. Όπως παρατηρεί ευφυώς η Ναόμι Κλάιν, "αποστολή τού Μπρέμερ δεν ήταν να κερδίσει την καρδιά και το μυαλό των ιρακινών αλλά να προετοιμάσει την χώρα για να ιδρυθεί η Ιράκ Α.Ε.".
Ας δούμε και μια τελευταία λεπτομέρεια. Μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 2001, ο Μπρέμερ εργαζόταν σε μια μεγάλη ασφαλιστική εταιρεία. Επειδή η εταιρεία στεγαζόταν στους δίδυμους πύργους, τα γραφεία καταστράφηκαν από το χτύπημα ενώ χάθηκαν και 300 από τους 700 εργαζομένους της. Έναν μήνα μετά, ο Μπρέμερ ίδρυσε μια εταιρεία συμβούλων, η οποία παρείχε σε πολυεθνικές εταιρείες υπηρεσίες ασφαλείας κατά τρομοκρατικών χτυπημάτων, αξιοποιώντας την θητεία του στην κυβέρνηση Ρέηγκαν ως υπευθύνου της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας. Με άλλα λόγια, ο Μπρέμερ φρόντισε να πλουτίσει από το χάος που προκάλεσαν τα χτυπήματα στους δίδυμους πύργους. Προφανώς, σκέφτηκε ότι στο Ιράκ θα έκανε κάτι παρόμοιο: θα φρόντιζε να βγουν πολλά και γρήγορα λεφτά μέσα από την καταστροφή.
Αν επιμείναμε στην σκιαγράφηση αυτού του ανδρείκελου, που έβαλαν οι ΗΠΑ στην θέση του κυβερνήτη στο κατεχόμενο Ιράκ, είναι επειδή στον Μπρέμερ βρίσκουμε όλα τα χαρακτηριστικά τα οποία ο Φρήντμαν θα ήθελε να έχουν όσοι αναλαμβάνουν τον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό μιας χώρας: άκρατη φιλοδοξία, ελλιπή κρίση, μέτρια προσωπικότητα και δουλική προσήλωση στις άνωθεν εντολές. Κρατήστε αυτά τα χαρακτηριστικά. Θα τα βρούμε μπροστά μας, όταν φτάσουμε στην Ελλάδα των ημερών μας.

(*) Το βιβλίο τού Πωλ Μπρέμερ μπορεί να το βρει ο καθένας στο διαδίκτυο σε μορφή .pdf

(**) Μια πικάντικη λεπτομέρεια, από το βιβλίο τού Μπρέμερ: τα άρβυλα του τα είχε χαρίσει ο γιος του, όταν έφευγε για το Ιράκ, μαζί με μια κάρτα που έγραφε: "Κόψε μερικούς κώλους, μπαμπά".


63. Αρχίζει η "αναμόρφωση" του Ιράκ

Στα δώδεκα χρόνια που κράτησε το εμπάργκο, η ιρακινή οικονομία βασίστηκε στην εθνική πετρελαιική εταιρεία και σε καμμιά διακοσαριά δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες παρήγαγαν όλα όσα χρειάζονταν οι ιρακινοί, από τρόφιμα μέχρι πρώτες ύλες για τις βιομηχανίες τής χώρας. Χάρη σ' αυτές τις δημόσιες επιχειρήσεις επιβίωσε ένας ολόκληρος λαός επί μια ολόκληρη δωδεκαετία. Αυτές οι μη κερδοσκοπικές δημόσιες επιχειρήσεις ήσαν που του έδιναν την δυνατότητα να βρίσκει φτηνό φαγητό και φτηνά καύσιμα, όπως αναφέραμε σε προηγούμενο σημείωμά μας. Κι όμως, η πρώτη δουλειά τού Μπρέμερ ήταν να δρομολογήσει την ιδιωτικοποίηση όλων αυτών των επιχειρήσεων. Όπως δήλωσε ο ίδιος, "στρατηγικός μας στόχος τους επόμενους μήνες είναι να δρομολογήσουμε πολιτικές που θα έχουν ως αποτέλεσμα την αναδιανομή ανθρώπων και πόρων από τις κρατικές επιχειρήσεις σε πιο παραγωγικές ιδιωτικές εταιρείες." (Washington Post, 28/12/2003).
Η επίθεση τού Μπρέμερ στις δημόσιες επιχειρήσεις τού ιράκ αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό ακόμη και από τους ιρακινούς συνεργάτες του. Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, ο κατοχικός υπουργός εμπορίου Αλί Αμπντούλ Αμίρ Αλλάουι "επέκρινε την πίεση προς την κατεστραμμένη από τον πόλεμο οικονομία να κινηθεί γρήγορα προς ένα σύστημα ελεύθερης αγοράς, λέγοντας ότι μια γρήγορη κίνηση θα τροφοδοτούσε την ανεργία και θα ενίσχυε την πολιτική αστάθεια." (New York Times, 14/10/2003).
Για την γρήγορη απελευθέρωση της αγοράς και την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, ο Μπρέμερ ετοίμασε ένα πακέτο μέτρων, για το οποίο ειπώθηκε ότι αποτελούσε "μια λίστα ευχών, την εκπλήρωση των οποίων οι ξένοι επενδυτές ονειρεύονται στις αναπτυσσόμενες αγορές" (Economist, 25/09/2003). Για παράδειγμα, ο συντελεστής φορολογίας των εταιρειών μειώθηκε από 45% σε 15%(*), ενώ επετράπη στους ξένους επενδυτές η απόκτηση του 100% οποιασδήποτε ιρακινής επιχείρησης (προφανώς, για να μην επαναληφθεί το φαινόμενο που παρατηρήθηκε στην Ρωσσία, με τους ολιγάρχες). Επίσης, οι συμβάσεις των ξένων επενδυτών με την ιρακινή κυβέρνηση θα είχαν ελάχιστη διάρκεια 40 χρόνια, στην δε λήξη τους θα δινόταν δικαίωμα ανανέωσης στους ξένους επενδυτές (δηλαδή, μετά από 40 χρόνια, η τότε εκλεγμένη κυβέρνηση θα παρέμενε δέσμια των συμβάσεων που θα είχε υπογράψει η κατοχική εξουσία).
Το προκλητικώτερο μέτρο, όμως, ήταν η δυνατότητα των ξένων επενδυτών να μεταφέρουν στο εξωτερικό το σύνολο των κερδών τους, δίχως να είναι υποχρεωμένοι να επανεπενδύσουν στο Ιράκ έστω ένα μέρος αυτών. Και το κερασάκι στην τούρτα: κέρδη τα οποία θα έφευγαν από την χώρα...δεν θα φορολογούνταν καθόλου!
Η ασυδοσία και η αλητεία των κατακτητών φαίνεται καθαρά και στην περίφημη ιστορία των "χαμένων δισεκατομμυρίων του Ιράκ". Οι "εγκέφαλοι"των ΗΠΑ, προκειμένου να τονίσουν την απόφασή τους να τα αλλάξουν όλα και να μην αφήσουν τίποτε όρθιο, αποφάσισαν να αλλάξουν το ιρακινό δηνάριο με ένα νέο δηνάριο, παίζοντας ένα άθλιο παιχνίδι με την ισοτιμία (**). Τα νέα χαρτονομίσματα μοιράστηκαν από τεθωρακισμένα οχήματα του πολιτειακού στρατού εν μέσω συμμαχικών πανηγυρισμών. Μόνο που σύντομα απεδείχθη ότι δεν διανεμήθηκαν όσα χαρτονομίσματα τυπώθηκαν. Κάπου στον δρόμο χάθηκαν κάμποσα νέα δηνάρια, συνολικής αξίας 8,8 δισεκατομμυρίων δολλαρίων!
Η υπόθεση έφτασε στο Κονγκρέσσο των ΗΠΑ, το οποίο κάλεσε σε απολογία (εκτός από τον Μπρέμερ) τον Νταίηβιντ Όλιβερ, υπεύθυνο της όλης διαδικασίας. Ο απίθανος διάλογος που ακολούθησε, καταγράφεται σε ρεπορτάζ τού Μαρκ Γκρέγκορ για το BBC:
(Ερώτηση) Ως υπεύθυνος των οικονομικών, δεν θα πρέπει να γνωρίζετε τι απέγιναν εκείνα τα 8,8 δισ.;
(Απάντηση) Δεν έχω ιδέα. Δεν μπορώ να σας πω αν τα χρήματα διοχετεύτηκαν σωστά ή όχι. Ούτε νομίζω ότι αυτό παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον.
(Ερώτηση) Ναι, αλλά είναι γεγονός ότι δισεκατομμύρια δολλάρια εξαφανίστηκαν δίχως να αφήσουν κανένα ίχνος.
(Απάντηση) Των δικών τους χρημάτων. Δισεκατομμύρια δολλάρια από τα χρήματα εκείνων (σημ.: των ιρακινών) εξαφανίστηκαν. Ναι, το καταλαβαίνω, αλλά εγώ λέω: και τί έγινε;
Φαίνεται περίεργο αλλά όσο περισσότερο αναλύουμε τα όσα διαδραματίστηκαν στο Ιράκ κατά την νεοφιλελεύθερη επέλαση, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε τα όσα γίνονται τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη και τόσο ευκολώτερα αντιλαμβανόμαστε τί πρόκειται να επακολουθήσει. Γι' αυτό, θα συνεχίσουμε.

(*) Πριν λίγα χρόνια, ίσχυε και στην Ελλάδα συντελεστής 45% για τις ανώνυμες εταιρείες. Μετά από σταδιακό "ξύρισμα", έχει πέσει σήμερα στο 20% αλλά τα αστικά κόμματα εξουσίας (φυσικά, σε αγαστή συνεργασία με τους βιομήχανους και τους τραπεζίτες) έχουν δρομολογήσει περαιτέρω μείωσή του. Θυμίζω εδώ ότι η ελαχιστοποίηση (μέχρι μηδενισμού, ει δυνατόν) της φορολόγησης των επιχειρήσεων συνιστά το απόλυτο όραμα του Φρήντμαν.
(**) Δείτε όλο το παιχνίδι που παίχτηκε με το νέο νόμισμα, στο άρθρο "Iraqi dinar" της διαδικτυακής εγκυκλοπαίδειας Wikipedia
64. "Αντισχέδιο Μάρσαλ" με κρατική ενίσχυση

Φυσικά, ό,τι κι αν πίστευε για τον εαυτό του ο Μπρέμερ, δεν ήταν παρά ένα κουτσούνι που απλώς εφάρμοζε άνωθεν εντολές, όπως διαφαίνεται κι από την κυνική δήλωση του Ράμσφελντ στην Γερουσία, περί των μέτρων που πήρε ο Μπρέμερ υπέρ των πολυεθνικών: "με την εφαρμογή αυτών των παροχών, το Ιράκ θα έχει μερικούς από τους πλέον ευφυείς και ελκυστικούς νόμους φορολογικούς και επενδυτικούς νόμους τού ελεύθερου κόσμου". Πάντως, οι πολυεθνικές όρμησαν αμέσως. Citigroup, MacDonald's, General Motors, HSBC, Shell, Exxon-Mobil, Chevron, Lukoil, Starwood κλπ κλπ άρχισαν τους διαγκωνισμούς για το ποια θα κόψει το μεγαλύτερο κομμάτι τής κατεστραμμένης χώρας.
Τα μέτρα τού Μπρέμερ δεν είχαν καμμιά πρωτοτυπία, αφού είχαν ήδη δοκιμαστεί από τα "παιδιά τού Σικάγου" σε πολλές χώρες όλου του κόσμου. Απλώς, η εφαρμογή τους στο Ιράκ ήταν πιο πετυχημένη για τους νεοφιλελεύθερους επειδή είχε προηγηθεί η απόλυτη ισοπέδωση της προηγούμενης κατάστασης. Αν θέλουμε να βρούμε μια καινοτομία στο Ιράκ, μπορούμε να πούμε ότι η πλήρης απορρύθμιση επιτεύχθηκε χάρη σε μια εισβολή και μια κατοχή.
Σε τελική ανάλυση, όμως, η επιτυχία για την οποία καμάρωναν οι νεοσυντηρητικοί στηρίχτηκε σε έναν πακτωλό χρημάτων που σκόρπισε αφειδώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ. Βλέποντας τρελλά κέρδη μπροστά τους, οι καπιταλιστές δεν μπορούσαν να περιμένουν πότε θα αυτορρυθμιστεί η ελεύθερη αγορά, σύμφωνα με τις θεωρίες τού Φρήντμαν. Κι αφού, ως γνωστόν, οι δυτικές "δημοκρατικές" κυβερνήσεις αποτελούν υποχείρια τους διεθνούς κεφαλαίου, οι αχόρταγες πολυεθνικές απευθύνθηκαν σ' αυτές τις κυβερνήσεις για...βοήθεια. Έτσι, σύμφωνα μεστοιχεία τού Γραφείου Προϋπολογισμού του Κονγκρέσσου, οι ΗΠΑ διέθεσαν για την ανοικοδόμηση του Ιράκ (δηλαδή, για ενίσχυση των πολυεθνικών, που είχαν πάρει την δουλειά) 38 δισ. δολλάρια, ενώ άλλες χώρες διέθεσαν κάπου 15 δισ. Αλλά το αποκορύφωμα της υποκρισίας που λέγεται "αυτορρυθμιζόμενη αγορά" ήταν ότι για τις "ανάγκες" των πολυεθνικών χρησιμοποιήθηκαν 20 δισ. από το ταμείο της ιρακινής κρατικής πετρελαιικής εταιρείας. (*)
Και όμως, αυτή η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος υπέρ των πολυεθνικών έγινε αιτία περηφάνειας και κομπασμού τού προέδρου Μπους τζούνιορ, ο οποίος τόλμησε να την συγκρίνει με το σχέδιο Μάρσαλ: "Η Αμερική έχει ξανακάνει αυτή την δουλειά στο παρελθόν. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ανορθώσαμε τα νικημένα έθνη της Ιαπωνίας και της Γερμανίας και τους συμπαρασταθήκαμε καθώς έχτιζαν αντιπροσωπευτικές διακυβερνήσεις. Κι εκείνη η προσπάθεια έχει ανταποδοθεί πολλές φορές επί τρεις γενιές φιλίας και ειρήνης. Η Αμερική δέχεταισήμερα την πρόκληση της βοήθειας του Ιράκ στο ίδιο πνεύμα, για δική τους χάρη και για δική μας. "
Χωρίς να υποστηρίζω ότι το σχέδιο Μάρσαλ εκπονήθηκε με στόχο ένα καλύτερο μέλλον για τους λαούς, μπορώ άνετα να συμφωνήσω με την Ναόμι Κλάιν, η οποία υποστηρίζει ότι το σχέδιο ανοικοδόμησης του Ιράκ ήταν ένα "αντισχέδιο Μάρσαλ": το αυθεντικό σχέδιο Μάρσαλ μπορεί να βοηθούσε την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων κρατών στα πλαίσια μιας καπιταλιστικής λογικής αλλά το νεοφιλελεύθερο "αντισχέδιο" στόχευε στην πλήρη διάλυση του κράτους, εκείνο στήριζε την ανάπτυξη στην αύξηση της απασχόλησης αλλά αυτό εκτόξευε την ανεργία σε δυσθεώρητα ύψη, εκείνο απαγόρευε την ανοιχτή ανάμειξη ξένων εταιρειών στην ανοικοδόμηση (ώστε να μη γίνεται κραυγαλέα η προσπάθεια οικονομικής υποδούλωσης) αλλά αυτό στόχευε στην μετατροπή τού Ιράκ σε πολυεθνικό προτεκτοράτο. Με δυο λόγια, μόνο η απύθμενη βλακεία τού Μπους τζούνιορ θα μπορούσε να βρει ομοιότητες στα δυο σχέδια.
Η αλήθεια είναι ότι οι ιρακινές επιχειρήσεις δεν πήραν ούτε ένα δολλάριο για βοήθεια και οι ιρακινοί ήσαν απλοί παρατηρητές του σχεδίου "ανοικοδόμησης" της χώρας τους. Ούτε καν το πάμφθηνο εργατικό δυναμικό τής χώρας δεν χρησιμοποιήθηκε, αφού οι εργολάβοι των ΗΠΑ (Halliburton, Parsons, Bechtel κλπ) φρόντισαν να κουβαλήσουν πεινασμένους εργάτες από την χώρα τους, ώστε να τους ελέγχουν αποτελεσματικώτερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο κρατικός μηχανισμός που έστησε ο Μπρέμερ: τον αποτελούσαν κάπου 1.500 ιρακινοί υπάλληλοι και 50.000 αμερικανοί, υπάλληλοι τής...Halliburton.
Δεν θα επεκταθούμε σε περισσότερες λεπτομέρειες για να αποδείξουμε τα αυταπόδεικτα. Εκείνο που μένει να δούμε είναι το πώς η πιστή εφαρμογή των φρηντμανικών οδηγιών μετεξελίχθηκε σε καταστροφή.

(*) Όταν, στα πρώτα σημειώματα αυτής της σειράς, έγραφα ότι ο Φρήντμαν εκτιμούσε πως δουλειά τού κράτους είναι να μαζεύει φόρους από τους πολίτες και να τους χρησιμοποιεί για ενίσχυση των επιχειρήσεων, κάποιοι αναγνώστες έπεσαν να με φάνε...
65. Η αυτοδιάψευση

Το πρώτο βήμα τού Μπρέμερ για την νεοφιλελευθεροποίηση του Ιράκ ήταν η απόλυση 500.000 δημοσίων υπαλλήλων κάθε λογής, ανάμεσά τους γιατροί, μηχανικοί, δάσκαλοι, μηχανικοί, στρατιωτικοί κλπ. Θεωρητικά, η ενέργεια του Μπρέμερ συμφωνούσε απόλυτα με την φρηντμανική θεωρία περί ελάχιστου κράτους. Μάλιστα δε, όπως γράφει και στα απομνημονεύματά του ("My years in Iraq"), ο Μπρέμερ πίστευε ότι η απομάκρυνση όλων αυτών των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα θα βοηθούσε στην ταχύτερη "απομπααθοποίηση" του κράτους.

Εκείνο που δεν είχε υπολογίσει ο Μπρέμερ, όπως παραδέχεται επίσης στα απομνημονεύματά του, είναι ότι αυτή η αποψίλωση του κράτους από τόσους έμπειρους εργαζόμενους και τόσους ικανούς επιστήμονες θα δυσχέραινε την δουλειά του ως κυβερνήτη. Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να καταλάβουμε το μέγεθος της βλακείας τού Μπρέμερ, των συμβούλων του και των αφεντικών του: κανένας δεν κατάλαβε ότι το κράτος έχει ανάγκη από έμπειρα και ικανά στελέχη και ότι οι εργαζόμενοι δεν αποτελούν βάρος από το οποίο οφείλει κανείς να απαλλαγεί.
Αλλά δεν είναι μόνο το πρόβλημα της διακυβέρνησης. Εξ ίσου κακό αποτέλεσμα για τις πολιτειακές δυνάμεις είχε και η απόλυση σχεδόν τετρακοσίων χιλιάδων στρατιωτικών. Όλοι αυτοί, απόλυτα δυσαρεστημένοι από τις εξελίξεις, εντάχθηκαν σχεδόν αμέσως στις αντιστασιακές οργανώσεις. Σε εκπομπή τού PBS, ο συνταγματάρχης Τόμας Χέημμς παρατηρεί οργισμένος ότι "τώρα έχεις καμμιά διακοσαριά χιλιάδες ανθρώπους που είναι οπλισμένοι επειδή πήραν τα όπλα τους στο σπίτι μαζί τους, ξέρουν να χρησιμοποιούν όπλα, οι οποίοι δεν έχουν μέλλον και έχουν λόγο να είναι θυμωμένοι μαζί μας" και ο συνταγματάρχης Τόμας Γκρος συμπληρώνει: "72 ώρες μετά την λήψη τής απόφασης (ενν.: της απόλυσης των ιρακινών στρατιωτικών) πραγματοποιήθηκε η πρώτη μεγάλη επίθεση από τον δρόμο τού αεροδρομίου, η οποία κόστισε την ζωή δυο στρατιωτικών αστυνομικών".
Παράλληλα, oi αποφάσεις του Μπρέμερ για πλήρη απελευθέρωση των εισαγωγών και για δυνατότητα των ξένων εταιρειών να αποκτούν το 100% οποιασδήποτε ιρακινής επιχείρησης, εξόργισαν τους ντόπιους επιχειρηματίες, οι οποίοι έστρεψαν τις ελπίδες τους προς τις αντιστασιακές οργανώσεις και άρχισαν να τις χρηματοδοτούν όσο μπορούσαν. Όπως έγραψεευφυώς ο δημοσιογράφος Πάτρικ Γκρέηαμ στο περιοδικό "Harper's", ερμηνεύοντας την στάση των ιρακινών επιχειρηματιών, "είναι απλή επιχειρηματική λογική: όσο περισσότερα προβλήματα υπάρχουν στο Ιράκ, τόσο δυσκολώτερο γίνεται για τους ξένους επιχειρηματίες το να ανακατευτούν".
Όμως, το μεγαλύτερο πλήγμα στον νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος κόπτεται για τις "ελεύθερες αγορές" και τις "αυτορρυθμίσεις" τους, το έδωσε η ίδια η κυβέρνηση Μπους με το νέο σύνταγμα που σχεδίασε για το Ιράκ. Με διάταξη αυτού του συντάγματος, όχι μόνο παγιώνονταν τα μέτρα και οι νόμοι τού Μπρέμερ αλλά απαγορευόταν σε κάθε μελλοντική κυβέρνηση της χώρας να επιφέρει οποιαδήποτε μεταβολή! Ακούγεται θεότρελλο αλλά είναι αληθινό: ο νεοφιλελευθερισμός, η φιλοσοφία τής απόλυτης και άκρατης "ελευθερίας των αγορών" ως απαραίτητο συστατικό της πραγματικής δημοκρατίας, ομολογούσε ευθέως ότι η ύπαρξή του απαιτεί συνταγματικά "κλειδωμένες" αντιδημοκρατικές ρυθμίσεις, άρα τα περί αυτορρυθμίσεως είναι φούμαρα. Υποθέτω ότι ο Φρήντμαν δεν θα είχε δει ούτε στους χειρότερους εφιάλτες του τέτοια εκκωφαντική διάψευση των θεωριών του.(*)
Σήμερα, με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, διαπιστώνουμε ότι το "πείραμα τού Ιράκ" απέτυχε. Τίποτε δεν ανοικοδομήθηκε και κανένας εμπορικός παράδεισος δεν δημιουργήθηκε. Το μόνο που έγινε ήταν ότι πλούτισαν οι εταιρείες-έμποροι του πολέμου (Halliburton, Blackwater κλπ) και οι πολυεθνικές, με την καταλήστευση των χρημάτων που διατέθηκαν για την -υποτιθέμενη- ανοικοδόμηση. Όταν τα δισεκατομμύρια (των "συμμαχικών" και των ιρακινών ταμείων) τελείωσαν, η διαβόητη "Προσωρινή Συμμαχική Αρχή" διαλύθηκε και τα στελέχη της επέστρεψαν στον ιδιωτικό τομέα, απ' όπου προέρχονταν άλλωστε. Όταν αποκαλύφθηκαν τα αμέτρητα σκάνδαλα, δεν βρέθηκε κανένας ούτε για να υπερασπίσει τις "συμμαχικές" αποφάσεις ούτε για να καταδικαστεί γι' αυτά.
Το χάος που άφησε πίσω της η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα ήταν τόσο μεγάλο, ώστε ο ισλαμικός φονταμενταλισμός εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την χώρα. Μέσα από τα ερείπια δεν αναδείχθηκε κανένας "καλύτερος, ελεύθερος και δημοκρατικός κόσμος", όπως διατεινόταν επί δεκαετίες ο Μίλτον Φρήντμαν. Το μόνο που αναδύθηκε ήταν η κληρικαλιστική οργάνωση του Μοκτάντα αλ Σαντρ, ο οποίος μοίρασε λίγο ψωμί στον πεινασμένο λαό τού Ιράκ, συγκρότησε την βίαιη οργάνωση "στρατός τού Μαχντί" και πρόβαλλε ως η μεγαλύτερη ελπίδα των εξαθλιωμένων ιρακινών.
"Το Ιράκ υπό τον Μπρέμερ ήταν η λογική κατάληξη της ιδεολογίας τής σχολής τού Σικάγου... Όπως ο γκαγκστερισμός στην Ρωσσία και η ευνοιοκρατία τού Μπους, το σημερινό Ιράκ είναι το δημιούργημα της πενηντάχρονης σταυροφορίας για να ιδιωτικοποιηθεί ολόκληρος ο πλανήτης. Αντί να μας παραπλανούν οι δηλώσεις αποκήρυξης των δημιουργών του, οφείλουμε να το δούμε ως την πιο καθαρή ενσάρκωση της ιδεολογίας που το γέννησε" (Ναόμι Κλάιν)

Λεπτομέρεια: Μετά την κατοχή τού Ιράκ, η υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Κοντολήζα Ράις δημιούργησε μια κρατική υπηρεσία "ανοικοδόμησης και σταθεροποίησης", η οποία πληρώνει ιδιώτες εργολάβους για να εκπονούν "σχέδια ανοικοδόμησης" για καμμιά τριανταριά χώρες. Όχι για χώρες που έχουν ζητήσει οποιαδήποτε βοήθεια αλλά για χώρες οι οποίες ενδέχεταινα καταστραφούν από μια εμπλοκή τους με τις ΗΠΑ, όπως το Ιράν, η Βενεζουέλα κλπ.(**) Με απλά λόγια, οι ΗΠΑ έχουν ήδη έτοιμες συμβάσεις με εταιρείες "ανοικοδόμησης", ώστε να είναι έτοιμες για δράση αν (λέμε: ΑΝ) συμβεί καμμιά καταστροφή τύπου Ιράκ. Ωραίο; Λογικό: αφού οι ΗΠΑ μπορούν και διεξάγουν "προληπτικούς πολέμους", γιατί να μην έχουν δικαίωμα να σχεδιάζουν και τις σχετικές "προληπτικές ανοικοδομήσεις";

Συμπέρασμα: Μπορεί η εισβολή στο Ιράκ να μη δημιούργησε την οικονομία-πρότυπο που ονειρεύονταν οι νεοφιλελεύθεροι, αλλά δημιούργησε ένα πρότυπο ιδιωτικοποιημένου πολέμου και επακόλουθης ανοικοδόμησης. Παρά τα φρικτά αποτελέσματα της πρώτης του εφαρμογής, αυτό το πρότυπο εξελίχθηκε σε μοντέλο, το οποίο θα δούμε να εφαρμόζεται και σε άλλες χώρες: ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη στην Λιβύη, στην γωνία φαίνεται έτοιμη η Συρία κλπ...

(*) Από όσα είπαμε όταν αναλύαμε την κρίση στην Άπω Ανατολή και από όσα αναφέρουμε εδώ, γίνεται σαφής η τάση να κατοχυρώνονται νομοθετικά όλες οι νεοφιλελεύθερες αλλαγές (ή, όπως αποκαλούνται, "διαρθρωτικές προσαρμογές"), τις οποίες επιβάλλουν τα "μέτρα στήριξης" που λαμβάνονται κατά την διάρκεια κρίσεων. Υπ' αυτό το πρίσμα, γίνεται κατανοητή η σημερινή επιμονή τής γερμανίδας καγκελαρίου για "συνταγματική κατοχύρωση" του περιορισμού των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

(**) Για περισσότερες λεπτομέρειες: Financial Times, "US prepares list for unstable nations", 29/03/2005


66. Οι "ευκαιρίες" των καταστροφών

Υποτίθεται ότι οι παγκόσμιοι οικονομικοί οργανισμοί (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμια Τράπεζα, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) αποτελούν εμπνεύσεις τού Μπρέττον Γουντς και έχουν σκοπό την ανακούφιση χωρών που πλήττονται από οξύτατα προβλήματα. Στην πράξη, όμως, αυτοί οι οργανισμοί τελούν υπό την επήρεια των νεοφιλελεύθερων ιδεών εκείνων που βρίσκονται στο τιμόνι τους και έχουν εξελιχθεί σε όργανα εξυπηρέτησης των συμφερόντων τού κεφαλαίου.
Δεν θα βρεθούμε εκτός πραγματικότητας αν υποστηρίξουμε ότι αυτοί οι οργανισμοί όχι μόνο δεν συγκινούνται από τις δυσχέρειες που εμφανίζονται σε ορισμένες χώρες αλλ' αντιθέτως τις απολαμβάνουν, αφού με αυτές τις δυσχέρειες εξυπηρετούνται τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών που τους διαφεντεύουν. Όμως, για να μη μένουμε σε τσιτάτα και αφορισμούς, ας δούμε ένα κραυγαλέο παράδειγμα-απόδειξη των παραπάνω.
Ας πάμε, λοιπόν, πίσω στον χρόνο κι ας βρεθούμε στην Κεντρική Αμερική τον Οκτώβριο του 1998. Ο τυφώνας Μιτς σαρώνει την περιοχή, καταστρέφει πόλεις, εξαφανίζει χωριά και σκοτώνει κάπου 10.000 ανθρώπους. Η Νικαράγουα, η Γουατεμάλα και οι Ονδούρες βυθίζονται στο χάος και ζητούν συμπαράσταση από την διεθνή κοινότητα, αφού οι ασθενικές οικονομίες τους δεν μπορούν να αντέξουν την καταστροφή. Πράγματι, οι μεγάλοι οργανισμοί σπεύδουν να ανοίξουν το πουγκί τους αλλά οι απαιτήσεις που βάζουν ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης "βοήθειας" είναι εξοντωτικές.
Πριν βγει η χρονιά, η Νικαράγουα ανακοινώνει ότι βγαίνουν στο σφυρί οι κρατικές επιχειρήσεις ηλεκτρισμού, τηλεφωνίας και πετρελαίου. Εκ μέρους τής εταιρείας "Dow Jones", η Πάμελα Ντράκερμαν δημοσιεύει στην "Wall Street Journal" ένα άρθρο με τον τίτλο " Do you want to buy a phone-company?", όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: "Το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα υποστήριξαν την ιδιωτικοποίηση (ενν. τής νικαραγουανής τηλεφωνικής εταιρείας Enitel), συνδέοντάς την απολύτως με την οικονομική βοήθεια 47 εκατ. δολλαρίων και με την απομείωση του χρέους των 4,4 δισ. δολλαρίων. Η Telmex και η Telefonica ήσαν οι μόνες εταιρείες που ενδιαφέρθηκαν αλλά απογοητεύθηκαν από τον χαμηλό τιμοκατάλογο...".
Εντελώς συμπτωματικά (;!), την ίδια περίοδο έβγαλε και η Γουατεμάλα την τηλεφωνική της εταιρεία στο σφυρί. Προφανώς, εδώ οι τιμές ήσαν πιο συμφέρουσες, αφού η Telmex (η ιδιωτικοποιημένη τηλεφωνική εταιρεία τού Μεξικού) την άρπαξε στον αέρα, με συνοπτικές διαδικασίες. Εντελώς συμπτωματικά και πάλι (;!;!), την ίδια περίοδο το ονδουριανό κονγκρέσσο ψήφισε μια σειρά νόμων προκειμένου να ιδιωτικοποιηθούν (κρατηθείτε!) οι κρατικές εταιρείες τηλεφωνίας και ρεύματος, το σύστημα ύδρευσης, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια και οι αυτοκινητόδρομοι. Με τους ίδιους νόμους καταργήθηκαν βασικές διατάξεις της προηγηθείσας αγροτικής μεταρρύθμισης, ώστε να μπορούν οι ξένοι να αγοράζουν ευκολώτερα γη. Επίσης, κάνοντας δεκτές τις προτάσεις των βιομηχάνων που ενδιαφέρονταν για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της χώρας, μείωσε τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς και απλοποίησε την διαδικασία εξώσεων, ώστε οι κατοικίες των χωρικών να μην αποτελούν πρόσκομμα στην εκμετάλλευση νέων ορυχείων.
Όμως, οι "φιλάνθρωποι" που έσπευσαν σε "βοήθεια" των χειμαζομένων χωρών της Κεντρικής Αμερικής, δεν περιορίστηκαν σ' αυτά. Σαν σμήνος πεινασμένων ακρίδων, κατασπάραξαν ό,τι βρέθηκε μπροστά τους: η Νικαράγουα αναγκάστηκε τελικά να εκποιήσει το 40% της Enitel για 33 εκατ. δολλάρια (η "Business News" αποκάλυψε ότι η ελεγκτική εταιρεία PricewaterhouseCoopers είχε αποτιμήσει την αξία αυτού του μεριδίου στα 80 εκατ. δολλάρια), η SFO (η εταιρεία στην οποία ανήκει το αεροδρόμιο του Σαν Φραντσίσκο) άρπαξε και τα 4 ονδουριανά αεροδρόμια, η ισπανική Union Fenosa απέκτησε τις ενεργειακές εταιρείες τής Νικαράγουας κλπ.
Δεν μπορώ να κλείσω τούτο το σημείωμα δίχως να διατυπώσω μια απορία. Καλά, οι καπιταλιστικές οργανώσεις χύμηξαν στις κατεστραμμένες χώρες τής Κεντρικής Αμερικής επειδή φρόντιζαν τα συμφέροντά τους. Αυτό είναι κατανοητό. Όμως, τί έκαναν οι ντόπιες κυβερνήσεις, οι οποίες -υποτίθεται- προάσπιζαν τα συμφέροντα των λαών τους; Την απάντηση σ' αυτή την απορία μάς την έδωσε ο υπουργός εξωτερικών υποθέσεων της Γουατεμάλας, Εδουάρδος Μπαρίλλας, κατά το ετήσιο οικονομικό φόρουμ τού Νταβός, το 1999: "κάθε καταστροφή φέρνει μαζί της μια ευκαιρία για ξένη επένδυση". Κυνικώτατος.

Ας τελειώσουμε με μια άσκηση για το μυαλό: συγκρίνετε την δήλωση Μπαρίλλας με την γνωστή δήλωση Πάγκαλου "το μνημόνιο είναι ευκαιρία για την Ελλάδα, το μνημόνιο είναι ευλογία για την Ελλάδα".
67. "Αφήστε σ' εμάς την διαχείριση!"

Με την εμπειρία που είχαν αποκτήσει από την διαχείριση καταστροφών, τόσο στην Κεντρική Αμερική όσο και στο Ιράκ, οι νεοφιλελεύθεροι ήσαν έτοιμοι για το επόμενο βήμα: τώρα πια δεν θα επεδίωκαν την ψήφιση κάποιων βολικών νόμων αλλά θα αναλάμβαναν απ' ευθείας το συνολικό έργο "ανοικοδόμησης" των πληγεισών χωρών. Η ευκαιρία για την υλοποίηση αυτού του βήματος τούς δόθηκε από το τσουνάμι, το οποίο σάρωσε τις ακτές τής νοτιοανατολικής Ασίας στις 24 Δεκεμβρίου 2004.
Η Σρι Λάνκα (γνωστή ακόμα και σήμερα ως Κεϋλάνη) είναι ένα νησιωτικό κράτος του Ινδικού, όπου οι κάτοικοι είναι κυρίως αγρότες και ψαράδες. Οι φυσικές της ομορφιές, ο εξωτικός της χαρακτήρας και οι υπέροχες παραλίες της αποτελούσαν δέλεαρ για τους εμπόρους τού τουρισμού σε όλο τον κόσμο. Οι μεγάλες τουριστικές επιχειρήσεις θα έχτιζαν ευχαρίστως άφθονα παραθαλάσσια ξενοδοχεία σε ολόκληρη την χώρα αλλά υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα: ολόκληρη η ακτογραμμή της Κεϋλάνης ήταν γεμάτη χωριουδάκια και οικισμούς ψαράδων. Εξ άλλου, η ανατολική Κεϋλάνη σπαρασσόταν επί πολλά χρόνια από τις εμφύλιες συγκρούσεις ανάμεσα στα κυβερνητικά στρατεύματα και τους "Τίγρεις Τάμιλ", τους αντάρτες που διεκδικούσαν την ανεξαρτησία της περιοχής. Έτσι, υπήρχαν μόνο λίγα ξενοδοχεία, χτισμένα ανάμεσα στα ψαροχώρια, οι φτωχοί ιθαγενείς των οποίων αποτελούσαν απλώς την φολκλορική πινελιά που αναζητούσαν οι τουρίστες.
Όλα άλλαξαν εκείνη την αποφράδα 24η Δεκεμβρίου 2004, όταν το τσουνάμι "καθάρισε" τις παραλίες από καλύβες, πιρόγες, μπανγκαλόου και κάθε άλλη εγκατάσταση. 35.000 άνθρωποι χάθηκαν και πάνω από ένα εκατομμύριο αναγκάστηκαν να γίνουν εσωτερικοί πρόσφυγες. Ανάμεσα σ' αυτούς, σχεδόν το 90% ήσαν ψαράδες. Όταν πέρασε η καταστροφή, όλοι αυτοί επιχείρησαν να επιστρέψουν εκεί όπου πρωτύτερα βρίσκονταν τα σπίτια τους. Όμως...
Το πρώτο μέτρο τής κυβέρνησης ήταν να απαγορεύσει την ανέγερση κατοικιών σε απόσταση μικρότερη των διακοσίων μέτρων από την παραλία. Επίσημα, το συγκεκριμένο μέτρο πάρθηκε για την προστασία των κατοίκων από ένα καινούργιο τσουνάμι. Αλλά, το πρόβλημα ήταν πως αυτή η απαγόρευση δεν ίσχυε για τις τουριστικές εγκαταστάσεις! Έτσι, η τουριστική βιομηχανία βρήκε την ευκαιρία να πλημμυρίσει τις -καθαρισμένες πια από το τσουνάμι- ακτές με ξενοδοχεία, παραθεριστικές κατοικίες κλπ, μη διστάζοντας να φράξει με συρματοπλέγματα την πρόσβαση των ιθαγενών στην θάλασσα και, μάλιστα, υπό την προστασία τής αστυνομίας.

Στην πρωτεύουσα Κολόμπο, η πρόεδρος Τσαντρίκα Κουμαρατούνγκα είχε πιο σοβαρά προβλήματα να επιλύσει. Καταλαβαίνοντας ότι η αδύναμη και ήδη προβληματική (λόγω του εμφυλίου) οικονομία τής χώρας της δεν θα μπορούσε να αντέξει την καταστροφή, είχε απευθυνθεί αμέσως για βοήθεια σε όλους τους μεγάλους οργανισμούς αλλά από παντού εισέπραττε μισόλογα. ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΗΠΑ, όλοι θα ήθελαν να βοηθήσουν αλλά προηγουμένως θα έπρεπε να ξέρουν τι σκόπευε να κάνει η πρόεδρος με τα δάνεια που είχε ήδη πάρει η χώρα της. Η αντιπρόταση στο αίτημα για βοήθεια ήταν απλή και...φρηντμανική: θα δώσουμε βοήθεια για την ανοικοδόμηση αλλά αφήστε εμάς να την διαχειριστούμε με τρόπο ώστε να μπορέσουμε να εισπράξουμε αυτά που μας χρωστάτε!
Έτσι, μόλις μια βδομάδα μετά την καταστροφή, η Κουμαρατούνγκα δημιούργησε την "Ομάδα Εργασίας για την Ανοικοδόμηση του Έθνους" (*). Στην δεκαμελή αυτή Ομάδα εκχωρήθηκαν εξαιρετικά διευρυμένες αρμοδιότητες, ενώ της παραχωρήθηκε τέτοια αυτοτέλεια ώστε δεν θα μπορούσαν να την ελέγξουν ούτε τα κυβερνητικά όργανα. Φυσικά, σε μια τέτοια Ομάδα δεν βρήκαν θέση ούτε περιβαλλοντολόγοι, ούτε άλλοι επιστήμονες, ούτε ειδικοί σε ζητήματα ανοικοδομήσεων, ούτε -πολύ περισσότερο- εκπρόσωποι των τοπικών κοινωνιών, των αγροτών ή των ψαράδων. Προς δόξαν του καπιταλισμού, οι δέκα θέσεις καλύφθηκαν μόνο από τραπεζίτες και βιομήχανους.(**) Λεπτομέρεια πρώτη: πέντε από τα δέκα μέλη ήσαν εκπρόσωποι μεγάλων ξενοδοχείων. Λεπτομέρεια δεύτερη: πρόεδρος της επιτροπής ορίστηκε ο βιομήχανος Μάνο Τιτταβέλλα, πρώην αρμόδιος υπουργός για τις ιδιωτικοποιήσεις, ο οποίος δήλωσεπεριχαρής: "είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να οικοδομήσουμε ένα έθνος πρότυπο"(***).
Ο Τιτταβέλλα ήταν υπέρμαχος του νεοφιλελευθερισμού και προσπαθούσε επί χρόνια να ιδιωτικοποιήσει την μεγάλη δημόσια περιουσία της χώρας, στην οποία ανήκει περίπου το 80% της γης. Η προηγούμενη κυβέρνηση, εκτελώντας τις εντολές τού ΔΝΤ, είχε σχεδιάσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα με τίτλο "Ανακτώντας την Σρι Λάνκα", το οποίο επεδίωκε την εισροή ξένων επενδύσεων στην χώρα. Για την επιτυχία αυτού του προγράμματος προβλέπονταν: ιδιωτικοποιήσεις κρατικών εταιρειών, κατάργηση των αυστηρότατων περιορισμών απόκτησης γης από τους ξένους και ελαστικοποίηση του εργατικού νόμου, ώστε να διευκολύνονται οι τουριστικές επιχειρήσεις. Το "Ανακτώντας την Σρι Λάνκα" ήταν ένα πρόγραμμα θεραπείας-σοκ, εγκεκριμμένο από την Παγκόσμια Τράπεζα. Δυστυχώς για τον Τιτταβέλλα και την παρέα του, στις εκλογές του Απριλίου ο λαός τούς έστειλε στο περιθώριο και εξέλεξε μια κυβέρνηση που υποσχόταν ότι θα πέταγε το νεοφιλελεύθερο σχέδιο στα σκουπίδια. Οκτώ μήνες αργότερα, ένα τσουνάμι θα έδινε στον λαό την ευκαιρία να καταλάβει ότι είχε εξαπατηθεί, όπως ακριβώς είχε εξαπατηθεί ο λαός τής Βολιβίας πριν είκοσι χρόνια...
Για να πετύχει τους σκοπούς του ο καπιταλισμός τής καταστροφής, στην Κεντρική Αμερική πίεσε τις κυβερνήσεις να προωθήσουν τις απαραίτητες νομοθετικές αλλαγές. Στο Ιράκ πήγε λίγο παραπέρα: εισέβαλε, επέβαλε κατοχή κι έβαλε δικό του κυβερνήτη να προωθήσει τις επιθυμητές αλλαγές. Τώρα, στην Κεϋλάνη έκανε ένα ακόμη βήμα: ζήτησε -και πήρε- απόλυτη εξουσιοδότηση για να επιφέρει ο ίδιος τις αλλαγές που τον βόλευαν, παρακάμπτοντας τα εμπόδια που λέγονταν "κυβέρνηση", "κοινοβούλιο" κλπ. Γι' αυτές τις αλλαγές θα μιλήσουμε στην συνέχεια.
Τελειώνουμε για σήμερα με άλλη μια άσκηση για το μυαλό: έχοντας κατά νου τα παραπάνω βήματα, ποιό θα είναι άραγε το επόμενο βήμα που θα επιχειρήσει ο καπιταλισμός, προκειμένου να επιβάλει τα σχέδιά του;

(*) Προσέξτε την μανία όλων των "ανοικοδομητών" να χρησιμοποιούν τον όρο "έθνος", αντί για τον πιο λογικό "χώρα" ή τον πιο σωστό "κράτος".
(**) Τα στοιχεία προέρχονται από την εξαιρετική μελέτη τής Άλισον Ράις με τον αποκαλυπτικό τίτλο "Post-tsunami reconstruction and tourism: a second disaster?(Ανοικοδόμηση και τουρισμός μετά το τσουνάμι: μια δεύτερη καταστροφή;)"
(***) Πάλι λόγος για "ευκαιρία", πάλι λόγος για "έθνος"... Σύμπτωση που επαναλαμβάνεται, δεν μπορεί να είναι σύμπτωση.
68. Το "trickle down"

Στις εκλογές του Απριλίου 2004, ο λαός της Σρι Λάνκα έρριξε μαύρο στους νεοφιλελεύθερους και επέλεξε έναν συνασπισμό "κεντροαριστερών", οι οποίοι υποστήριζαν ότι ο πλούτος της χώρας φτάνει για όλους(*) και δεν χρειάζονται θεραπείες-σοκ και λοιπά νεοφιλελεύθερα πειράματα. Όμως, οκτώ μήνες αργότερα, φαίνεται ότι το τσουνάμι τούς ξύπνησε και κατάλαβαν το...λάθος τους. Η "Lanka Business Online" καταγράφει αυτό το "ξύπνημα" σε άρθρο της με τίτλο "Too ambitious? (Πολύ φιλόδοξη;)", μέσα από τα λόγια τής προέδρου Κουμαρατούνγκα:
"Η τραγωδία τού τσουνάμι ας γίνει η αφετηρία μιας νέας αρχής για να ξαναχτίσουμε το έθνος μας... Είμαστε μια χώρα ευλογημένη με τόσο πολλούς φυσικούς πόρους και δεν τους έχουμε αξιοποιήσει πλήρως... Έτσι, η ίδια η φύση πρέπει να σκέφτηκε "αρκετά!" και μας χτύπησε από κάθε πλευρά και μας δίδαξε ότι πρέπει να είμαστε ενωμένοι... Ακόμα κι αν γίνονταν εκλογές αύριο, δεν θα έπρεπε να επηρεάσουν την διαδικασία ανασυγκρότησης..." . Είμαι σίγουρος η Κουμαρατούνγκα τρέλλανε και τον ίδιο τον Φρήντμαν: η φύση αγανάκτησε και τιμώρησε την Σρι Λάνκα, επειδή δεν είχε ξεπουλήσει τα δάση και τις παραλίες της... Ήμαρτον!
Είχαν-δεν είχαν περάσει δέκα μέρες από το τσουνάμι, όταν η Ομάδα τού Τιτταβέλλα παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα εθνικής ανοικοδόμησης. Το πρόγραμμα κάλυπτε τα πάντα, από την στέγαση των πληγέντων ψαράδων μέχρι τους αυτοκινητόδρομους και τα λιμάνια. Φαίνεται απίστευτο το ότι ένα τόσο ευρύ και φιλόδοξο πρόγραμμα ολοκληρώθηκε μέσα σε δέκα μόλις ημέρες αλλά υπάρχει μια πολύ απλή εξήγηση: επρόκειτο για το ίδιο ακριβώς νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα, το οποίο ο λαός είχε απορρίψει στις εκλογές πριν οκτώ μήνες. Μπορεί τότε να είχαν "φάει πόρτα", αλλά οι θαυμαστές τού Φρήντμαν, εκμεταλλευόμενοι το ισχυρό σοκ που είχε υποστεί ο λαός, επέστρεψαν από το παράθυρο.
Η Ουάσιγκτον αποφάσισε να εφαρμόσει στην Σρι Λάνκα μια πολιτική "trickle down". Στα ελληνικά, ο όρος μπορεί να αποδοθεί με την περίφραση "διάχυση οικονομικών οφελών από πάνω προς τα κάτω". Με απλά λόγια, αυτή η πολιτική φροντίζει να πλουτίσουν κάποιες μικρές ομάδες πληθυσμού στην κορυφή τής κοινωνικής πυραμίδας, ώστε, όταν αυτές χορτάσουν, ο πλούτος που θα ξεχειλίσει να διαχυθεί στις αμέσως κατώτερες βαθμίδες κ.ο.κ. Οι φτωχότερες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες βρίσκονται στην βάση αυτής της πυραμίδας, πρέπει απλώς να ελπίζουν ότι ο πλούτος που θα ξεχειλίζει από πάνω, κάποτε θα φτάσει και σ' αυτές.
Μόλις η Ομάδα Τιτταβέλλα ετοίμασε το "τούβλο" της, ήρθε σε επαφή με την USAID, την οργάνωση των ΗΠΑ η οποία αναλαμβάνει να "βοηθήσει" τις χώρες που έχουν ανάγκη. Η USAID ανέλαβε να κάνει αυτό που ήξερε καλά: πήρε το πρόγραμμα της Ομάδας και ανέθεσε την εφαρμογή του σε πολιτειακές εταιρείες, υπογράφοντας μ' αυτές συμβάσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων δολλαρίων. Ανάμεσα σ' αυτές τις εταιρείες βρίσκονταν πολλές από εκείνες που είχαν αναλάβει δουλειές κατά την "ανοικοδόμηση" του Ιράκ και τα είχαν κάνει μαντάρα αλλά εκείνη η αποτυχία τους δεν τις εμπόδισε να υπογράψουν μερικές πλουσιοπάροχες συμβάσεις και για την "ανοικοδόμηση" της Σρι Λάνκα.
Εννοείται ότι από τα εκατοντάδες εκατομμύρια που εισέρρευσαν, τα πραγματικά θύματα του τσουνάμι δεν πήραν δεκάρα. Αντίθετα, πολύ απ' αυτό το χρήμα διατέθηκε για να παγιωθεί ο ξεριζωμός από τις πατρογονικές τους εστίες. Για τους πολύπαθους ψαράδες βρέθηκε μόνο ένα σκάρτο ψωροεκατομμύριο, το οποίο διατέθηκε για την "αναβάθμιση" των προσωρινών τους κατοικιών. Επρόκειτο σαφώς όχι απλώς για κοροϊδία αλλά για επιβεβαίωση του ότι ποτέ πλέον δεν θα τους επιτρεπόταν να γυρίσουν στις παραλίες τους. Όταν η USAID κατηγορήθηκε ότι αδιαφορεί για τους πληγέντες από το τσουνάμι, ένας από τους διευθυντές της, ο Τζων Βάρλεϋ, εξήγησε: "Δεν θέλουμε να περιορίσουμε την βοήθεια μόνο στα θύματα του τσουνάμι. Ας την χρησιμοποιήσουμε προς όφελος ολόκληρης της Σρι Λάνκα. Ας την χρησιμοποιήσουμε για την οικονομική μεγέθυνση της χώρας".
Η κατάληξη όλης αυτής της ιστορίας μοιάζει με την κατάληξη της ιστορίας στο Ιράκ. Η καπιταλιστική επιδρομή, η οποία υποτίθεται ότι θα έσωζε την Σρι Λάνκα και θα την μεγέθυνε οικονομικά, έφερε μέσα σε ενάμιση μόλις χρόνο τέτοια φτώχεια και τέτοια απογοήτευση ώστε ο λαός ξαναβγήκε στα βουνά και ο εμφύλιος ξανάρχισε. Ακούγεται παράδοξο αλλά αυτός ο εμφύλιος ήταν ο καλύτερος τρόπος για να επιβιώσουν οι εξαθλιωμένοι κάτοικοι της χώρας: οι κυβερνητικές δυνάμεις θα φρόντιζαν τους δικούς τους και οι "Τίγρεις Τάμιλ" θα φρόντιζαν τις οικογένειες των ανταρτών.
Τελικά, παρά τον χρηματικό πακτωλό που διατέθηκε, η Σρι Λάνκα κατέληξε φτωχότερη από πριν. Σήμερα, έξι χρόνια μετά το άδοξο τέλος τής "ανοικοδόμησης", υπολογίζεται ότι το 60% του πληθυσμού της βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας. Το "trickle down" σταμάτησε στην κορυφή τής πυραμίδας...

(*) Κάτι σαν "λεφτά υπάρχουν", δηλαδή.
69. Ο εκβιασμός ως θεραπεία-σοκ.

Αν τα όσα εξιστορήσαμε περί του πώς ο καπιταλισμός δεν δίστασε να πατήσει πάνω στους τσακισμένους από το τσουνάμι φτωχούς κατοίκους τής Σρι Λάνκα, τα όσα έγιναν στις διπλανές Μαλδίβες ξεπερνούν την φαντασία. Αν στην Σρι Λάνκα η κυβέρνηση εμπόδισε τους γηγενείς να επιστρέψουν στις παραλίες τους, προκειμένου να δώσει την γη τους βορά στην τουριστική βιομηχανία, στις Μαλδίβες τούς ξερίζωσε και τους απομάκρυνε όχι απλώς από τις ακτές αλλά σχεδόν από κάθε βιώσιμη περιοχή τής χώρας. Όμως, ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά.
Οι Μαλδίβες είναι ένα νησιωτικό κράτος στον Ινδικό ωκεανό, αποτελούμενο από 1.200 νησιά (ατόλες), εκ των οποίων κατοικούνται τα 200. Το -εξωπραγματικό- 90% του ΑΕΠ τής χώρας προέρχεται από τον τουρισμό, αφού πάνω από 100 νησιά της θεωρούνται θέρετρα. Πρόκειται για ατόλες με πλούσια βλάστηση και λευκή άμμο, οι οποίες βρίσκονται υπό τον απόλυτο έλεγχο της τουριστικής βιομηχανίας. Εκεί, οι πλούσιοι τουρίστες μπορούν να ικανοποιήσουν σχεδόν κάθε επιθυμία τους: το Four Seasons και το Coco Palm διαθέτουν βίλες πάνω στην θάλασσα (το "πάνω" είναι κυριολεξία), το Hilton έχει κατασκευάσει το μοναδικό στον κόσμο υποθαλάσσιο εστιατόριο κλπ. Όμως, πώς έγιναν όλα αυτά;
Το 1978 εκλέχτηκε πρόεδρος των Μαλδίβων ο Μαουμούν Αμπντούλ Γκαγιούμ. Δίχως να είναι τυπικά δικτάτορας, ο Γκαγιούμ κατάφερε να μείνει πρόεδρος επί...30 ολόκληρα χρόνια! Δεν ήταν δα και δύσκολο να το καταφέρει, αφού φρόντιζε να φυλακίζει τους ηγέτες οποιασδήποτε αντιπολιτευτικής κίνησης εμφανιζόταν ενώ το υπουργικό συμβούλιο απετελείτο από 11 μέλη της οικογένειάς του. Από την αυταρχικότητα του Γκαγιούμ δεν γλίτωναν ούτε εκείνοι που τολμούσαν να δημοσιεύσουν οποιοδήποτε επικριτικό σχόλιο στο διαδίκτυο.
Ο Γκαγιούμ, απαλλαγμένος από κάθε επικριτή του, είχε ως κύριο στόχο της τριακονταετούς θητείας του την αύξηση των νησιών-θερέτρων. Όμως, στην προσπάθειά του αυτή αντιμετώπιζε ένα σοβαρό πρόβλημα: τον λαό. Όπως και στην Σρι Λάνκα, οι μαλδιβιανοί ζούσαν από το ψάρεμα και κατοικούσαν σε φτωχικούς οικισμούς διάσπαρτους στις ακτές. Φυσικά, δεν μπορείς να ζητάς από τον τουρίστα να πληρώσει 5.000 δολλάρια για μια διανυκτέρευση, την ώρα που δίπλα του κάποιοι ξυπόλητοι καθαρίζουν ψάρια.
Έτσι, ο Γκαγιούμ ανήγγειλε ένα πρόγραμμα "συνένωσης του πληθυσμού". Το πρόγραμμα είχε σκοπό να παροτρύνει τους ιθαγενείς να εγκαταλείψουν τους οικισμούς τους και να μετακομίσουν στα μεγαλύτερα και πιο πυκνοκατοικημένα νησιά, για λόγους ασφαλείας. Τα κυβερνητικά "παπαγαλάκια" αποδύθηκαν σε αγώνα τρομοκράτησης του κόσμου, με το επιχείρημα ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη θα ανέβαζε την στάθμη της θάλασσας και όσοι έμεναν σε μικρές ατόλες θα πνίγονταν. Φυσικά, το πρόγραμμα απέτυχε γιατί δεν είναι καθόλου εύκολο να πείσεις οποιονδήποτε να εγκαταλείψει τον τόπο όπου γεννήθηκε(*). Ο Γκαγιούμ οργίστηκε από την αποτυχία.
Όταν ξέσπασε το τσουνάμι, σαρώνοντας τις παραλίες, ο πρόεδρος σκέφτηκε πως μπορούσε να εκμεταλλευτεί το σοκ που προκάλεσε στους κατοίκους η καταστροφή. Αμέσως, η κυβέρνηση έβγαλε ανακοίνωση, όπου υποστήριζε πως το πρόγραμμα "συνένωσης του πληθυσμού" είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους και η καταστροφή είχε αποδείξει ότι πολλά νησιά ήσαν όντως ακατάλληλα για διαμονή. Δυόμιση μήνες αργότερα, το υπουργείο εθνικής ανάπτυξης παρουσίασε ένα σχέδιο ανασυγκρότησης, σύμφωνα με το οποίο το κράτος θα χορηγούσε βοήθεια μόνο σε όσους αποφάσιζαν να εγκατασταθούν σε ένα από τα πέντε "ασφαλή" νησιά.
Η Παγκόσμια Τράπεζα ενθουσιάστηκε από την ιδέα και αποφάσισε να χρηματοδοτήσει αδρά το πρόγραμμα "Ασφαλή Νησιά" τού Γκαγιούμ. Μάλιστα, οι "παγκόσμιοι τραπεζίτες" είχαν το θράσος να δηλώσουν ότι αποφάσισαν την χρηματοδότηση αυτού του προγράμματος επειδή οι κάτοικοι των Μαλδίβων είχαν εκδηλώσει την απαίτηση να ζήσουν σε μεγαλύτερα και ασφαλέστερα νησιά. Φυσικά, κανένας ιθαγενής δεν είχε εκδηλώσει τέτοια απαίτηση. Όλοι θα ήθελαν να μείνουν στον τόπο τους αλλά το πρόγραμμα ήταν σαφές: καμμία υποδομή δεν θα αποκατασταθεί και καμμία βοήθεια δεν θα δοθεί εκτός των πέντε νησιών που είχαν οριστεί ως ασφαλή.(**)
Φαίνεται, όμως, ότι οι φυσικές καταστροφές σκοτώνουν μόνο τους ιθαγενείς, αφού κανένα νησί-θέρετρο δεν εκκενώθηκε. Μάλιστα δε, έναν χρόνο μετά το τσουνάμι, τον Δεκέμβριο του 2005, το υπουργείο τουρισμού ανακοίνωσε περιχαρώς ότι τα επόμενα δύο έως πέντε χρόνια θα ήσαν έτοιμα προς ενοικίαση 35 νέα νησιά. Επρόκειτο για 35 ατόλες των οποίων οι κάτοικοι είχαν απομακρυνθεί εκβιαστικά, χάρη στο πρόγραμμα "Ασφαλή Νησιά".
Εξυπακούεται ότι από τον χρηματικό πακτωλό που διέθεσε η Παγκόσμια Τράπεζα (σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον ΟΗΕ), στα πραγματικά θύματα της καταστροφής έφτασαν μόνο λίγα ψίχουλα. Στα πέντε "ασφαλή" νησιά, η υπερσυγκέντρωση πληθυσμού (μαθημένου να ζει με διαφορετικό τρόπο) οδήγησε σε αύξηση της εγκληματικότητας, σε συγκρούσεις ανάμεσα στους νεοφερμένους και στους παλιούς κατοίκους, καθώς και σε έκρηξη της ανεργίας. Τελικά, ο Γκαγιούμ έχασε τις εκλογές του 2008 και ενάμιση χρόνο αργότερα εγκατέλειψε κυνηγημένος -και βαθύπλουτος- την χώρα.
Συμπερασματικά, η "ανοικοδόμηση" των χωρών που πλήγηκαν από το τσουνάμι τού 2004, απετέλεσε ένα "δεύτερο τσουνάμι", μια άλλη μορφή τής θεραπείας-σοκ. Εκατοντάδες φτωχοί ψαράδες ("μη παραγωγικοί", κατά την Παγκόσμια Τράπεζα) εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους, προκειμένου να απελευθερωθεί χώρος για κεφαλαιακές επενδύσεις. Είτε με το ζόρι (όπω στην Σρι Λάνκα) είτε εκβιαστικά (όπως στις Μαλδίβες), τα λαϊκά δικαιώματα καταπατήθηκαν προς όφελος του κεφαλαίου, σε έναν ιδιότυπο ταξικό "πόλεμο της παραλίας".

(*) Για περισσότερες λεπτομέρειες: " Maldives to develop "safe" islands for tsunami-hit people", Associated Press, 19/01/2005.
(**) Δείτε την θαυμάσια έρευνα της ActionAid με τίτλο "Tsunami Response: A Human Rights Assessment". Ιδού ένα απόσπασμα: "Αυτό το σχέδιο, το οποίο υπήρχε από το 1998, χρηματοδοτείται τώρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Παγκόσμια Τράπεζα και το πρόγραμμα ανασυγκρότησης των Ηνωμένων Εθνών...Αυτή την στιγμή, ολόκληρος ο πληθυσμός τριών νησιών και ο περισσότερος πληθυσμός άλλων δέκα μετακινούνται σε άλλα νησιά. Οι άνθρωποι δεν έχουν άλλη επιλογή, αφού η μετεγκατάσταση αποτελεί προϋπόθεση για κάθε βοήθεια αποκατάστασης και ανθρώπινης στέγασης".


70. Η "ευκαιρία" τού τυφώνα Κατρίνα
Όταν ξεκινούσαμε αυτή την σειρά των κειμένων περί νεοφιλελευθερισμού, είχαμε αναφερθεί στον τυφώνα Κατρίνα, ο οποίος έπληξε την Νέα Ορλεάνη στις 29 Αυγούστου 2005. Μοιραία, θα επιστρέψουμε στην Νέα Ορλεάνη, μιας και όσα διαδραματίστηκαν εκεί, μετά την καταστροφή, αποτελούν την τελευταία "επιτυχία" των "παιδιών του Σικάγου" πριν το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Άλλωστε, πρόκειται και για το τελευταίο προσωπικό "επίτευγμα" του Φρήντμαν, ο οποίος μας άφησε χρόνους λίγο αργότερα, στις 16 Νοεμβρίου 2006.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει μια κρατική ομοσπονδιακή υπηρεσία επιφορτισμένη με την αντιμετώπιση των έκτακτων καταστάσεων, η περίφημη FEMA (Federal Emergency Management Agency). Επειδή οι τυφώνες που έρχονται από την Καραϊβική πλήττουν συχνά τις νότιες και νοτιοανατολικές ακτές των ΗΠΑ, το καλοκαίρι τού 2004 ο κυβερνήτης τής Λουζιάνας (της πολιτείας όπου ανήκει η Νέα Ορλεάνη) είχε ζητήσει επιχορήγηση από την FEMA, προκειμένου να εκπονηθεί σχέδιο αντιμετώπισης κάποιου ισχυρού τυφώνα. Το αίτημα απερρίφθη, επειδή η κυβέρνηση Μπους ήταν αντίθετη σε κάθε είδους επιχορηγήσεις. Όμως, η FEMA βρήκε ένα ολόκληρο εκατομμύριο για να αναθέσει στην ιδιωτική εταιρεία Innovative Emergency Management την εκπόνηση αυτού του σχεδίου.
Μπορεί η εταιρεία να εισέπραξε "ζούλα" το εκατομμύριο αλλά, πάντως, παρέδωσε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο. Δυστυχώς για τους κατοίκους τής ευρύτερης περιοχής, το σχέδιο αυτό έμεινε τελείως ανεφάρμοστο επειδή, σύμφωνα με τον προϊστάμενο της FEMA, "δεν υπήρχαν διαθέσιμα χρήματα για να το θέσουμε σε εφαρμογή". Αυτή η δήλωση δείχνει καθαρά ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά τού νεοφιλελευθερισμού: για την χρηματοδότηση ιδιωτικών εταιρείων υπάρχουν άφθονα χρήματα αλλά δεν περισσεύει δεκάρα για την χρηματοδότηση βασικών λειτουργιών τού κράτους.
Φυσικά, ο Φρήντμαν δεν είδε καμμία τραγωδία αλλά μόνο μια ευκαιρία για να προωθήσει την υλοποίηση των ιδεών του. Έτσι, δυο βδομάδες μετά την καταστροφή, ορισμένοι πιστοί τού φρηντμανισμού συναντήθηκαν με νομοπαρασκευαστική επιτροπή των ρεπουμπλικάνων προκειμένου να χαράξουν την πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθηθεί. Προϊόν αυτής της σύσκεψης ήταν ένα " σχέδιο βοήθειας", το οποίο περιλάμβανε 32 προτάσεις εμφορούμενες απολύτως από το πνεύμα τού νεοφιλελευθερισμού.
Πρώτο μέλημα αυτού του σχεδίου ήταν η κατάργηση του νόμου Ντέηβις-Μπαίηκον, ο οποίος επέβαλλε σε όσους εργολάβους αναλάμβαναν ομοσπονδιακές δουλειές να καταβάλουν αξιοπρεπείς μισθούς. Αυτό σήμαινε πως όσοι θα δούλευαν για την αποκατάσταση των ζημιών θα πληρώνονταν ανάλογα με τα κέφια όποιου τους προσελάμβανε. Επίσης, προτάθηκε η μετατροπή ολόκληρης της πληγείσας περιοχής σε επιχειρηματική ζώνη απαλλαγμένη από κάθε φορολογία. Ακόμη, ζητήθηκε να χορηγηθούν στους μαθητές "κουπόνια φοίτησης" σε ιδιωτικά σχολεία τής επιλογής τους, αντί να ανακατασκευαστούν τα ρημαγμένα από τον τυφώνα σχολεία. (*)
Παράλληλα, σύμφωνα με την φιλοσοφία τού "τώρα που βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πεντ' έξι", τα νεοφιλελεύθερα τζιμάνια ζήτησαν από την κυβέρνηση (σημ.: πάντα στο πλαίσιο της "ανακούφισης" των πληγεισών περιοχών, έτσι;) να αναστείλει τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς στην ευρύτερη περιοχή τής καταστροφής και να επιτρέψει την έναρξη νέων γεωτρήσεων και την λειτουργία νέων διυλιστηρίων. (**)
Φυσικά, ο πρόεδρος Μπους ο Β(λαξ) έκανε αμέσως δεκτές όλες τις προτάσεις τού σχεδίου. Και "πριν αλέκτωρ φωνήσαι", οι εργοληπτικές εταιρείες χύμηξαν σαν ακρίδες, προκειμένου να ξεκοκκαλίσουν εκατοντάδες εκατομμυρίων. Εντελώς συμπτωματικά, οι σημαντικώτερες συμβάσεις υπεγράφησαν με τις εταιρείες που είχαν λυμανθεί το Ιράκ λίγο πρωτύτερα: η Halliburton (συγκεκριμένα, η θυγατρική της KBR) πήρε 60 εκατομμύρια για να χτίσει στρατιωτικές βάσεις κατά μήκος των ακτών, η Blackwater ανέλαβε την προστασία των υπαλλήλων τής FEMA και το κυνήγι των λαφυραγωγών, η Parsons ανέλαβε να κατασκευάσει μια γέφυρα στον Μισσισσιππή (αν και μια γέφυρα που είχε αναλάβει να χτίσει στο Ιράκ την πήρε το ρέμα), η Bechtel ανέλαβε να προμηθεύσει καταλύματα στους άστεγους κλπ. Συνολικά, οι αποτυχημένοι τού Ιράκ εισέπραξαν 3,4 δισεκατομμύρια δολλάρια (με απ' ευθείας ανάθεση, δίχως διαγωνισμό!) για να αποκαταστήσουν τις ζημιές. (***)

(*) Γι' αυτά τα "κουπόνια" είχαμε κάνει λόγο στο πρώτο κείμενο αυτής της σειράς.
(**) Λίγα χρόνια αργότερα, αυτή η πολύπαθη περιοχή θα ξαναπλήρωνε το τίμημα της ασυδοσίας του κεφαλαίου, όταν θα τιναζόταν στον αέρα μια γεώτρηση της BP και θα δημιουργούσε πρωτοφανή περιβαλλοντική καταστροφή σε ολόκληρο τον Κόλπο τού Μεξικού.
(***) "$400 million fema contracts now total 3.4 billion", Washington Post, 09/08/2006


71. Το "κακό" κράτος τού Φρήντμαν
Στην Νέα Ορλεάνη σωριάστηκε σε συντρίμμια ο φρηντμανικός μύθος πως τάχατες οι ιδανικές αγορές είναι αυτοδύναμες κι αυτορρυθμιζόμενες και δεν έχουν ανάγκη καμμία κρατική παρέμβαση. Απεδείχθη ότι αυτό το παραμύθι υπάρχει μόνο στην θεωρία. Στην πράξη, οι νεοφιλελεύθερες αγορές απομυζούν τα δημόσια ταμεία, επιβάλλοντας στο κράτος τον ρόλο τού εισπράκτορα: την συλλογή φόρων από τους εργαζόμενους και την διάθεσή τους για ενίσχυση των επιχειρήσεων. Αλλά, καλύτερα να μιλήσουμε με παραδείγματα και αποδείξεις:
(1) Η AshBritt εισέπραξε μισό εκατομμύριο δολλάρια για την αποκομιδή των ερειπίων. Ο Πάτρικ Ντάννερ, δημοσιογράφος τής "Miami Heard", αποκαλύπτει ότι η AshBritt ανέθεσε όλη την δουλειά σε υπεργολάβους, επειδή δεν διέθετε ούτε ένα φορτηγό.
(2) Η Lighthouse Disaster Relief πήρε από την FEMA 5,2 εκατομμύρια για να φτιάξει έναν καταυλισμό, όπου θα έμεναν τα μέλη των συνεργείων διάσωσης. Τα χρήματα δόθηκαν, αλλά ο καταυλισμός δεν έγινε ποτέ. Και πώς να γίνει, αφού η εταιρεία δεν ήταν κατασκευαστική αλλά... θρησκευτική; Την είχε φτιάξει "στο φτερό" ο πάστορας Γκάρυ Χέλντρεθ, ο οποίος αξιοποίησε τις γνωριμίες του για να κλείσει την δουλειά, προκειμένου να βγάλει χρήματα για να κτίσει μια εκκλησία(!). Όπως δήλωσε ο ίδιος στο PBS, "ό,τι πιο σχετικό είχα κάνει ήταν να οργανώσω μια κατασκήνωση νέων στην ενορία μου".
(3) Η Shaw ανέλαβε να τοποθετήσει πισσαρισμένους μουσαμάδες σε στέγες που είχαν πάθει ζημιές. Η συμφωνία έκλεισε με αμοιβή 1.750 δολλάρια ανά τετραγωνικό μέτρο τοποθετούμενου μουσαμά (!). Λεπτομέρεια: στην τιμή δεν περιλαμβανόταν η αξία των μουσαμάδων, τους οποίους χορηγούσε στην εταιρεία η FEMA (!!).
(4) Η Kenyon (γνωστή ως βασικός χρηματοδότης τού Μπους) ανέλαβε να μαζέψει τα πτώματα από την κατεστραμμένη πόλη. Για κάθε πτώμα, η εταιρεία εισέπραττε 12.500 δολλάρια. Λεπτομέρεια: η σύμβαση που είχε υπογράψει η Kenyon, έθετε ως όρο να μη μαζεύει πτώματα κανένας άλλος, ούτε καν τα συνεργεία διάσωσης!(*)
Σε τελική ανάλυση, με αφορμή την καταστροφή από τον τυφώνα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δαπάνησε δεκάδες εκατομμύρια αλλά ελάχιστα ψίχουλα απ'αυτά έφτασαν μέχρι τα θύματα. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση των ρεπουμπλικανών "μπούκωσε" με λεφτά τις εταιρείες κι εκείνες ανταπέδωσαν χρηματοδοτώντας την επόμενη προεκλογική τους εκστρατεία. Σε άρθρο της με τίτλο " In Washington, contractors take on biggest role ever", η εφημερίδα New York Times δεν αφήνει κανένα περιθώριο για παρερμηνείες: "Οι 20 μεγαλύτερες εργοληπτικές εταιρείες ξόδεψαν σχεδόν 300 εκατομμύρια από το 2000 στο lobbying και έχουν δωρίσει 23 εκατομμύρια για προεκλογικές καμπάνιες... Πράγματι, ο μεγαλύτερος ομοσπονδιακός εργολάβος, η Λόκχηντ, η οποία έχει ξοδέψει 53 εκατομμύρια σε lobbying και 6 εκατομμύρια σε χορηγίες από το 2000, παίρνει περισσότερο ομοσπονδιακό χρήμα κάθε χρόνο απ' ό,τι παίρνουν τα υπουργεία δικαιοσύνης ή ενέργειας".
Στην Νέα Ορλεάνη σημειώθηκε και το "περίεργο" φαινόμενο να μη βρίσκουν δουλειά οι ντόπιοι παρά τα έργα εκατομμυρίων που υλοποιούνταν. Η εξήγηση είναι απλή: οι μεγάλες εταιρείες έκλεισαν τις δουλειές με την κυβέρνηση και, αφού πήραν το χρήμα, μοίρασαν τις δουλειές σε υπεργολάβους (με τα μισά και λιγώτερα λεφτά, εννοείται), οι οποίοι με την σειρά τους, προκειμένου να κερδίσουν περισσότερα, προσέλαβαν παράνομους μετανάστες με ψίχουλα για μεροκάματο. Π.χ. στην περίπτωση της Shaw που προαναφέραμε, από τα 1.750 δολλάρια ανά τετραγωνικό που πλήρωνε το κράτος, ο εργάτης που τοποθετούσε τον μουσαμά έπαιρνε μόνο τα 20!
Αλλά μήπως οι εργάτες έπαιρναν όλα τα ψίχουλα τους; Μια ομάδα ακτιβιστών τής Νέας Ορλεάνης υπολόγισε (μετά από έρευνα και από καταγγελίες) ότι το 60% των μεταναστών εργατών δεν πληρώθηκε ποτέ την συμφωνημένη αμοιβή. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που συνέβη σε εργοτάξιο της Halliburton: το βράδυ πριν την ημέρα πληρωμής, ο υπεργολάβος ξύπνησε τους εργάτες για να τους πληροφορήσει ότι η υπηρεσία μετανάστευσης έρχεται για αιφνιδιαστικό έλεγχο. Φυσικά, όλοι οι παράνομοι μετανάστες το έβαλαν στα πόδια. Έχασαν, βέβαια, τα λεφτά τους από την Halliburton αλλά γλίτωσαν την σύλληψη και την φυλάκισή τους σε κάποια από τις ιδιωτικές φυλακές που είχε φτιάξει η...Halliburton!
Και τώρα, το κερασάκι. Τον Νοέμβριο του 2005, το -ελεγχόμενο από τους ρεπουμπλικανούς- κονγκρέσσο, προκειμένου να εξοικονομήσει τα χρήματα που διατέθηκαν για την "αποκατάσταση" των καταστροφών, ανακοίνωσε περικοπές 40 δισ. στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, εις βάρος της κοινωνικής περίθαλψης και της παιδείας. Με άλλα λόγια, οι πολύπαθοι κάτοικοι της Λουζιάνας (και των άλλων πληγεισών περιοχών) πλήρωσαν εις διπλούν την "βοήθεια" που τους δόθηκε: πρώτα με τα εκατομμύρια που σκορπίστηκαν στους "εργολάβους της καταστροφής" και ύστερα με την περικοπή των κοινωνικών δαπανών.
Κατά τα άλλα, ο καπιταλισμός έχει πρόβλημα με το κράτος...

(*) Για την Kenyon αλλά και για πολλές άλλες εταιρείες, οι οποίες εκμεταλλεύθηκαν την καταστροφή για να κερδίσουν χρήματα, διαβάστε τα αποκαλυπτικά δημοσιεύματα "Big easy money: Disaster profiteering on the American Gulf Coast" και "Disaster Profiteering on the American Gulf Coast Fact Sheet" στον ιστοχώρο τής Corpwatch.


72. Ο Γκρήνσπαν γκρεμίζει τα επιτόκια

Ένα από τα θέσφατα του Φρήντμαν είναι ότι απαιτείται ταχύτατη και πλήρης απορρύθμιση, αποδόμηση και ισοπέδωση του χώρου στον οποίο θα οικοδομήσει το τέλειο κτίσμα της η ελεύθερη αγορά. Είδαμε πως ισοπεδώθηκαν (ή, τουλάχιστον, επιχειρήθηκε να ισοπεδωθούν), προς δόξαν αυτού του αξιώματος, η Βολιβία, η Ινδονησία, η Χιλή, η Αργεντινή, η Πολωνία, η Κίνα, η Ρωσσία, το Ιράκ κλπ. Από το μένος των φρηντμανιστών δεν θα μπορούσε να γλιτώσει ούτε η ίδια τους η πατρίδα, όπως είδαμε στην πολύπαθη Λουιζιάνα.
Ολοκληρώνοντας το ταξίδι μας στον κόσμο, φτάνουμε στις παραμονές του ξεσπάσματος της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης τού 2008, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα τελειώσει. Θα περίμενε κανείς, μετά την συνεχή κατάρριψη των φρηντμανικών θεωριών στην πράξη, οι νεοφιλελεύθεροι να είχαν "ανακρούσει πρύμναν" με το ξέσπασμα της κρίσης και να είχαν αρχίσει την επανεξέταση των θεωριών τους προκειμένου να εντοπίσουν τι τους πήγε λάθος. Όμως, ο φρηντμανισμός λειτουργεί όπως οι θρησκείες, οι οποίες ποτέ δεν σφάλλουν και για όλα τα στραβά φταίνε οι πιστοί που δεν εφαρμόζουν σωστά τις θείες εντολές. Έτσι και οι οπαδοί τού Φρήντμαν επιμένουν ότι το μόνο αντίδοτο στις κρίσεις είναι η αξιοποίησή τους για πιο ριζικές ανατροπές υπέρ της ελευθερίας των αγορών.
Όταν, λοιπόν, ο καπιταλισμός "μπούκωσε" από τα υπερσυσσωρευμένα κέρδη και μπήκε σε κατάσταση κρίσης, τα παιδιά τού Σικάγου αποφάσισαν το "χοντρό κόλπο": την βίαιη εξαγωγή τής αντεπανάστασής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ως τότε αμυνόταν σθεναρά στις πιέσεις τους. Βέβαια, οι πρώτες προσπάθειες είχαν γίνει επί Θάτσερ, αλλά δεν απέδωσαν. Όπως δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα και οι προσπάθειες του Σακς στην Πολωνία. Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθεί άλλο αδύνατο σημείο για να πέσει το τείχος τής Ευρώπης.
Πριν περάσουμε, όμως, τον Ατλαντικό, ας μείνουμε λίγο ακόμη στις ΗΠΑ, μιας και εκεί ήταν που ξέσπασε η κυοφορούμενη κρίση. Είδαμε πώς οι κυβερνήσεις Μπους του Β(λάκα) μοίρασαν αφειδώς το δημόσιο χρήμα και διέλυσαν τις κρατικές υποδομές προς όφελος των ιδιωτικών εταιρειών. Αυτή η πολιτική άνοιξε την όρεξη των κεφαλαιοκρατών, οι οποίοι αύξησαν τις πιέσεις για ακόμη μεγαλύτερες παροχές. Μη θέλοντας να τους χαλάσει την καρδιά, ο Μπους προώθησε ένα πακέττο φορολογικών ελαφρύνσεων, το οποίο άφηνε ουσιαστικά αφορολόγητα τα τεράστια κέρδη των πολυεθνικών.
Σε μια πραγματικά ελεύθερη και ανοικτή αγορά, η μείωση των φορολογικών βαρών επιφέρει -θεωρητικά- αύξηση των επενδύσεων (κάπου πρέπει να επενδυθούν τα κέρδη) και, συνεπώς, ανάπτυξη. Στην πράξη, όμως, η θετική επίπτωση στις επενδύσεις ήταν από ελάχιστη έως ανύπαρκτη, επειδή τα κέρδη συσσωρεύονταν με τόσο γοργό ρυθμό ώστε δεν ήταν εύκολο να βρεθούν τόσες καλές επενδύσεις για να τα απορροφήσουν!
Τότε, το 2004, έσκασε μύτη ένα άλλο καπιταλιστικό μουσούδι, το οποίο, μάλιστα, θεωρείται μεγάλο μυαλό και γκουρού τής οικονομίας: ο πολύς Άλαν Γκρήνσπαν, επί 19 χρόνια διοικητής τής ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ (1987-2006). Ο Γκρήνσπαν, λοιπόν, σκέφτηκε έναν πρωτότυπο τρόπο για να τονώσει την οικονομία: κατακρήμνισε το επιτόκιο δανεισμού στο 1%, πλημμυρίζοντας την αγορά με τζάμπα χρήμα. Ήταν στραβό το κλήμα με τα υπερσυσσωρευόμενα κέρδη, το έφαγε κι ο γάιδαρος με την προσφορά φτηνών κεφαλαίων...
Η αψυχολόγητη ενέργεια του Γκρήνσπαν έθρεψε την περίφημη "στεγαστική φούσκα". Ξαφνικά, οι κάτοικοι των ΗΠΑ διαπίστωσαν ότι μπορούσαν να πάρουν δάνειο με σχεδόν αμελητέο επιτόκιο, προκειμένου να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, η αγορά ακινήτων γνώρισε μια πρωτοφανή έκρηξη. Κι επειδή οι τιμές ανεβαίνουν όταν υπάρχει αυξημένη ζήτηση, οι καταναλωτές άρχισαν σύντομα να διαπιστώνουν ότι η αξία του ακινήτου, το οποίο είχαν αγοράσει με δάνειο, αυξανόταν με ρυθμό που τους επέτρεπε να το πουλήσουν, να ξεπληρώσουν το δάνειο και να βγάλουν κι ένα καλό κέρδος. Οι περιπτώσεις όπου κάποιοι αγόραζαν με δάνειο ένα ακίνητο για να το πουλήσουν λίγο αργότερα και να αγοράσουν άλλο με καινούργιο δάνειο, δεν αποτελούσαν την εξαίρεση αλλά τον κανόνα.
Τα κέρδη που προσπορίζονταν οι απλοί πολίτες με την συνεχή αγοραπωλησία των ακινήτων, αύξησαν κατακόρυφα την κατανάλωση. Έτσι, όλοι βρίσκονταν σε κατάσταση ευτυχίας: οι καταναλωτές καλοπερνούσαν, οι τράπεζες κονόμαγαν (κυρίως από τις προμήθειες για την σύναψη δανείων), οι κεφαλαιούχοι βρήκαν το real estate για να τοποθετήσουν τα χρήματά τους, ο Γκρήνσπαν κορδωνόταν κι ο Μπους ανέβαζε την δημοτικότητά του. Αλλά κι η Γουώλ Στρητ δεν είχε λόγο να παραπονιέται: με τα χαμηλά τραπεζικά επιτόκια, ήταν προτιμώτερο για κάποιον να επενδύει σε μετοχές παρά να φυλάει τα μετρητά του στην τράπεζα.
Όλα καλά λοιπόν. Όλα καλά, μέχρι τον Αύγουστο του 2007 όταν έπεσε η πρώτη σκιά...
73. Η φούσκα των ακινήτων σκάει

Κι ενώ οι απλοί πολίτες έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας, η Γουώλ Στρητ συμπεριφερόταν σαν υπνωτισμένη. Ειδικά οι τράπεζες δεν κατάφεραν να προωθήσουν ούτε ένα σοβαρό επενδυτικό προϊόν, το οποίο να συμπεριλαμβάνει και προστασία από το ενδεχόμενο να μειωθούν οι τιμές των ακινήτων. Αντίθετα, οι τραπεζίτες αποδύθηκαν στο κυνήγι γρήγορου κέρδους, δίχως να υπολογίζουν ούτε καν τον κίνδυνο για τις ίδιες τις τράπεζες.
Το παιχνίδι τους ήταν απλό. Όσο μεγαλύτερα κέρδη καταγράφει η τράπεζα στο τέλος τής χρήσης, τόσο υψηλότερα μπόνους διεκδικούν οι διευθυντές της (τα περίφημα golden boys). Επομένως, ο κάθε τραπεζικός μάνατζερ έχει συμφέρον να "πουλήσει" όσο το δυνατόν περισσότερα δάνεια, ώστε η τράπεζά του να εισπράξει τις προμήθειες και ο ίδιος να τσεπώσει ένα καλό πακέττο στο τέλος τής χρονιάς. Στην προσπάθειά τους, λοιπόν, να προσελκύσουν πελάτες, οι τράπεζες άρχισαν να ανταγωνίζονται δίχως μέτρο η μια την άλλη. Σε ένα τέτοιο κλίμα ανταγωνισμού, ήταν φυσικό να φουντώσουν τα subprime δάνεια.
Στην οικονομική θεωρία, ένα δάνειο αποκαλείται subprime όταν ο δανειολήπτης δεν έχει αντικειμενικά την δυνατότητα να το αποπληρώσει δίχως πρόβλημα. Με απλά λόγια: όταν μια τράπεζα χορηγεί σε πελάτη της δάνειο με ετήσια δόση 10.000 ευρώ ενώ ο πελάτης έχει οικογενειακό εισόδημα 15.000, είναι προφανές ότι ο δανειολήπτης δεν θα καταφέρει να είναι συνεπής στην αποπληρωμή αυτού του δανείου, οπότε μιλάμε για subprime δάνειο. Οι τράπεζες, όμως, προκειμένου να "πουλήσουν", έψηναν τον υποψήφιο πελάτη να πάρει το subprime δάνειο χρησιμοποιώντας ως δόλωμα την αύξηση της αξίας του ακινήτου. Με αυτές τα δεδομένα, σύντομα όλο το σύστημα βρέθηκε να ισορροπεί σε τεντωμένο σκοινί.
Κατά βάθος, όμως, οι τράπεζες αντιλαμβάνονταν τον κίνδυνο να τιναχτούν στον αέρα από μια ξαφνική κατάρρευση της αξίας των ακινήτων. Έτσι, καθώς είχαν απαλλαγεί από τον έλεγχο τού καταργημένου νόμου Glass-Steagall, άρχισαν να επιδίδονται σε υψηλή μόχλευση και να παράγουν τοξικά προϊόντα. Ομολογοποιούσαν τα subprime δάνεια που είχαν χορηγήσει και πουλούσαν το τοξικό προϊόν, πετυχαίνοντας με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: από τη μια ξεφορτώνονταν τον κίνδυνο των subprime δανείων κι από την άλλη κέρδιζαν τις προμήθειες από την πώληση των ομολόγων.
Το πρόβλημα, όμως, δεν ήταν τόσο απλό. Προσπαθώντας να "κουκουλώσουν" τον κίνδυνο, οι τράπεζες δημιουργούσαν πολυπλοκώτατα προϊόντα (πάντοτε βασισμένα στα ενυπόθηκα δάνεια), με συνέπεια να χάσουν τελικά τον μπούσουλα. Δεν ήταν μόνο η δυσκολία να διαπιστώσουν τα ανοίγματά τους. Το χειρότερο ήταν ότι η μια τράπεζα δεν γνώριζε σε ποια κατάσταση βρίσκονταν πραγματικά οι άλλες τράπεζες. Μπλεγμένες σε ένα απίθανο κουβάρι δομημένων ομολόγων και τοξικών παραγώγων, άρχισαν να χάνουν την εμπιστοσύνη μεταξύ τους.
Όπως λέγαμε στο προηγούμενο σημείωμα, τα πρώτα ανησυχητικά σύννεφα έκαναν την εμφάνισή τους τον Αύγουστο του 2007. Τότε, η διαφορά τού διατραπεζικού επιτοκίου (το επιτόκιο με το οποίο οι τράπεζες δανείζουν η μια την άλλη) με το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων τού δημοσίου (το επιτόκιο με το οποίο δανείζεται το κράτος) σημείωσε κατακόρυφη αύξηση. Σε μια φυσιολογική οικονομία, αυτά τα δυο επιτόκια διαφέρουν ελάχιστα. Μια μεγάλη διαφορά σημαίνει, πολύ απλά, ότι οι τράπεζες δεν εμπιστεύονται η μια την άλλη. Και όχι άδικα, αφού η κάθε μια ξεχωριστά γνώριζε τους κινδύνους που κρύβονταν στους δικούς της ισολογισμούς.
Το πρόβλημα άρχισε να βγάζει μάτια και η στεγαστική αγορά όχι μόνο ανέκοψε την τρελλή της άνοδο αλλά άρχισε να βάζει και την όπισθεν. Τα πρώτα subprime δάνεια άρχισαν να "σκάνε", πολλαπλασιάζοντας τις ανησυχίες. Σύντομα οι τιμές των ακινήτων πήραν κανονικά την κατηφόρα και η αγορά πάγωσε. Με την αξία των σπιτιών τους να πέφτει, οι πολίτες είτε δεν μπορούσαν να ξωφλήσουν τα δάνειά τους πουλώντας τα ακίνητά τους είτε δεν τους συνέφερε να τα ξωφλήσουν.
Αυτή ανατροπή έφερε τα πάνω κάτω στην αγορά. Η μείωση των τιμών των ακινήτων σταμάτησε βίαια το παιχνιδάκι "αγοράζω σπίτι, το πουλάω με κέρδος και αγοράζω άλλο", με συνέπεια να μπει φρένο στην κατανάλωση. Παράλληλα, πολλοί δανειολήπτες άρχισαν να "φεσώνουν" τις πιστωτικές τους κάρτες, προσπαθώντας να εξοικονομήσουν χρήματα για να κρατήσουν το σπίτι τους. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα ντόμινο: το "ξεφούσκωμα" των ακινήτων έφερε μείωση στην κατανάλωση, δημιουργώντας πρόβλημα σε πολλές επιχειρήσεις, οι οποίες μοιραία άρχισαν να αθετούν τις πληρωμές τους. Τελικά, οι τράπεζες δέχτηκαν διπλό πλήγμα: ένα από τα στεγαστικά δάνεια και ένα από τα εμπορικά.
Με την καταστροφή προ των πυλών, ο πρόεδρος Μπους ο Β(λαξ) επέμενε ότι επρόκειτο για μια μικρή αναταραχή. Στις 17 Οκτωβρίου 2007, με την αγορά κατοικίας στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων 14 ετών, ο Μπους δήλωνε: "Νοιώθω ικανοποίηση για πολλούς από τους οικονομικούς δείκτες εδώ στις ΗΠΑ". Στις 13 Νοεμβρίου ήταν καθησυχαστικός: "Τα υποστηλώματα της οικονομίας μας είναι ισχυρά". Έπρεπε να φτάσει ο Δεκέμβριος για να παραδεχτεί ότι ίσως υπήρχε πρόβλημα: "Είναι σαφές ότι υπάρχουν κάποια μαύρα σύννεφα και κάποιες ανησυχίες, αλλά τα υποστηλώματα είναι γερά".(*)

(*) Όλη η "ευφυΐα" τού προέδρου, στο "Bush mixes concern, optimism on economy" (USA Today, 23/03/2008)
74. Τραπεζική απληστία

Στο σημείο αυτό αξίζει να ανοίξουμε μια παρένθεση για να δούμε αναλυτικά τα τερτίπια που μηχανεύτηκαν οι τράπεζες των ΗΠΑ προκειμένου να προσποριστούν γρήγορα και μεγάλα κέρδη. Στο τέλος της ανάγνωσης αυτού του σημειώματος, ο αναγνώστης θα μπορεί αβίαστα να κάνει παραλληλισμούς με όσα έγιναν στον τόπο μας στις αρχές της περασμένης δεκαετίας.
Πρώτα-πρώτα, στις ΗΠΑ τα στεγαστικά δάνεια χορηγούνται ως "ενυπόθηκα άνευ προσφυγής". Το "ενυπόθηκα" το καταλαβαίνουμε. Το "άνευ προσφυγής" σημαίνει ότι η μόνη κάλυψη της τράπεζας είναι το υποθηκευμένο ακίνητο. Με άλλα λόγια, αν εγώ πάρω ένα τέτοιο δάνειο και πάψω να το εξυπηρετώ, η τράπεζα μου παίρνει το ακίνητο αλλά δεν μπορεί να προσφύγει κατά των υπόλοιπων περιουσιακών στοιχείων μου. Έτσι, ένα ενυπόθηκο δάνειο άνευ προσφυγής ίσο με το 100% της αξίας του ακινήτου ονομάζεται στην οικονομική επιστήμη "δικαίωμα προαίρεσης". Τι σημαίνει αυτό; Αν ανεβεί η τιμή τού ακινήτου, ο ιδιοκτήτης καρπώνεται την διαφορά. Αν πέσει, παραδίδει απλώς τα κλειδιά και "την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια".
Με την κόντρα που είχαν αναπτύξει μεταξύ τους οι τράπεζες, το φαινόμενο των δανείων με 100% κάλυψη δεν ήταν απλώς συνηθισμένο αλλά σχεδόν πάγια πρακτική. Μάλιστα, πολύ συχνά χορηγούνταν δάνεια στο 120% ή και στο 130% της αξίας του ακινήτου! Κι αφού ο δανειζόμενος ήταν εξασφαλισμένος σε περίπτωση μείωσης της αξίας, είχε συμφέρον να αγοράσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο και ακριβώτερο ακίνητο, ώστε να κερδίσει περισσότερα σε περίπτωση που ανέβαινε η αξία του. Από την άλλη, όσο μεγαλύτερο ήταν το δάνειο τόσο μεγαλύτερη προμήθεια εισέπρατταν οι τράπεζες. Έτσι, κανένας δεν είχε κίνητρο να βάλει φρένο σ' αυτόν τον παραλογισμό.
Ένα άλλο τερτίπι των τραπεζών ήταν τα δάνεια με επιτόκια "κράχτες": εξαιρετικά χαμηλό έως μηδενικό επιτόκιο τα πρώτα χρόνια και προοδευτική αύξησή του όσο πλησίαζε η λήξη. Όμως, κανένας δανειολήπτης δεν ανησυχούσε για το τι θα γινόταν μετά από π.χ. 2 χρόνια, εφ' όσον και γι' αυτό υπήρχε λύση: όταν στην διετία επρόκειτο να αυξηθεί το επιτόκιο, εκείνος "αμπαλάριζε" το δάνειό του και το αναχρηματοδοτούσε πηγαίνοντάς το σε άλλη τράπεζα, οπότε...φτου κι απ' την αρχή. Φυσικά, οι τράπεζες το ήξεραν αυτό το "κόλπο" (άλλωστε αυτές το εισήγαγαν!) αλλά δεν είχαν λόγο να το φρενάρουν, αφού κάθε αναχρηματοδότηση σήμαινε νέες προμήθειες.
Παράλληλα, η ίδια η "φούσκα" διευκόλυνε την δανειακή έκρηξη. Δείτε ένα παράδειγμα: Αγοράζω ένα ακίνητο αξίας 100.000 δολλαρίων, παίρνοντας δάνειο 120.000 με επιτόκιο "κράχτη". Πάνω στην διετία μεταφέρω το δάνειό μου σε άλλη τράπεζα. Στο μεταξύ, η αξία του ακινήτου μου έχει πάει στα 110.000 δολλάρια, οπότε παίρνω άνετα από την νέα τράπεζα δάνειο 130.000, καθαρίζω το παλιό δάνειο και μου μένουν και 10 χιλιάρικα. Ουσιαστικά, δηλαδή, εξασφαλίζω ένα πολύ καλό χαρτζηλίκι κάθε δυο χρόνια, αγοράζοντας ξανά και ξανά το δικό μου σπίτι! Φανταστείτε τώρα πόσο καλύτερο θα ήταν αυτό το χαρτζηλίκι αν στην αρχή είχα προτιμήσει να αγοράσω ακίνητο αξίας 500.000 δολλαρίων...
Η απληστία των -εκτός παντός κρατικού ελέγχου- τραπεζών έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε χορηγούσαν δάνεια με αρνητικό χρεωλύσιο. Δηλαδή, επέτρεπαν στον δανειολήπτη να πληρώνει κάθε χρόνο όσα εκείνος νόμιζε, μη υποχρεώνοντάς τον να καταβάλλει τουλάχιστον τους τόκους! Έτσι, στο τέλος της κάθε χρονιάς, ο δανειολήπτης χρωστούσε περισσότερα από όσα στην αρχή. Αν βρισκόταν κάποιος πελάτης που ανησυχούσε στην προοπτική να χρωστάει κάθε χρόνο και περισσότερα, οι τράπεζες έσπευδαν να τον καθησυχάσουν, λέγοντάς του ότι η αναμενόμενη αύξησης της αξίας του ακινήτου του θα υπερκάλυπτε την δανειακή του επιβάρυνση.
Σύντομα έκαναν την εμφάνισή τους και τα "δάνεια του ψεύτη". Στην πρεμούρα τους να πουλήσουν δάνεια, οι τράπεζες παρότρυναν τους υποψήφιους πελάτες να δηλώσουν εισοδήματα πολύ μεγαλύτερα από τα πραγματικά τους, προκειμένουν να εξασφαλίσουν μεγαλύτερο δάνειο και, κατά συνέπεια, μεγαλύτερο ακίνητο. Συχνά, μάλιστα, οι ίδιες οι τράπεζες "φούσκωναν" τα συγκεκριμένα νούμερα, δίχως να ενημερώνουν καν τους δανειολήπτες. Είπαμε: φουσκωμένα εισοδήματα συνεπάγονται φουσκωμένα δάνεια, φουσκωμένες προμήθειες, φουσκωμένα αποτελέσματα για την τράπεζα και, τελικά, φουσκωμένα μπόνους για τους διευθυντάδες.
Βέβαια, όλα τα παραπάνω θα λειτουργούσαν άψογα αν η αξία των ακινήτων αυξανόταν συνεχώς και στο διηνεκές. Πώς να γίνει κάτι τέτοιο όμως, όταν το πραγματικό εισόδημα των κατοίκων των ΗΠΑ έμενε στάσιμο επί σειρά ετών; Από την στιγμή, μάλιστα, που η αξία των ακινήτων αυξανόταν ταχύτερα από τον πληθωρισμό, ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι ο κορεσμός δεν θα αργούσε για έναν απλό λόγο: τα τραπεζικά διαθέσιμα θα στέρευαν και οι τράπεζες δεν θα μπορούσαν πλέον να αναχρηματοδοτήσουν τα συνεχώς αυξανόμενα δάνεια.
Η χαριστική βολή στους καταναλωτές ήρθε από τον άνθρωπο, ο οποίος υποτίθεται ότι έπρεπε να τους διαφυλάσσει από την ανάληψη υπέρμετρων κινδύνων: τον Άλαν Γκρήνσπαν. Σε μια διαβόητη ομιλία του το 2004, ο Γκρήνσπαν συμβούλευσε τους δανειολήπτες να αφήσουν τα σταθερά επιτόκια και να επιλέξουν κυμαινόμενα. Προσωπικά, μόνο με δυο όρους μπορώ να χαρακτηρίσω αυτή την παρότρυνση του Γκρήνσπαν: ή χοντρομαλακία ή ξετσίπωτη προστυχιά. Ακόμη κι η κουτσή Μαρίκα ξέρει ότι πρέπει να επιλέξει κυμαινόμενο επιτόκιο μόνο αν προβλέπεται μείωση των επιτοκίων. Μα, ο ίδιος ο Γκρήνσπαν δεν ήταν που έναν χρόνο πρωτύτερα είχε ρίξει το επιτόκιο στο 1%; Πού στον διάβολο χαμηλότερα από το 1% θα μπορούσε να πάει; Και γεροντική άνοια να έχει κανείς, καταλαβαίνει ότι το 1% μόνο να αυξηθεί μπορεί, όχι να μειωθεί. Όντως: το 1% του 2003 έγινε 5,25% το 2006. Τόμπολα!

75. Οι οίκοι αξιολόγησης και τα δομημένα ομόλογα

Έχουμε αναφερθεί παλιότερα στα παιχνίδια των οίκων αξιολόγησης ("Οίκοι αξιολόγησης ή οίκοι ανοχής;", "Οίκοι αξιολόγησης ή ωμοί εκβιαστές;", "Ο σκοτεινός ρόλος των οίκων αξιολόγησης"). Τώρα θα συμπληρώσουμε εκείνα τα κείμενα, επειδή αυτοί οι "οίκοι" αποτελούν βασικό εργαλείο του καπιταλιστικού συστήματος και όσο περισσότερα γνωρίζουμε γι' αυτούς τόσο καλύτερα καταλαβαίνουμε τα όσα διεκτραγωδούνται σήμερα σε όλο τον κόσμο.
Κατ' αρχάς, οι τρεις μεγάλοι οίκοι (Μoody's, Fitch, Standard & Poor's) χαρακτηρίζονται από στρεβλά κίνητρα εφ' όσον υπάρχει ο μεταξύ τους ανταγωνισμός. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα. Καλεί μια τράπεζα την Moody's να αξιολογήσει ένα επενδυτικό προϊόν της. Αν η Moody's δεν βγάλει την βαθμολογία που βολεύει την τράπεζα, η τράπεζα θα στραφεί στην Fitch. Τί να κάνει η δόλια η Moody's, λοιπόν; Να πει ότι το ομόλογο είναι επικίνδυνο και να χάσει τον πελάτη ή να δώσει υψηλή βαθμολογία και να τσεπώσει την αμοιβή; Στον καπιταλισμό η απάντηση είναι ευνόητη.
Το πρόβλημα επιδεινώνεται από ένα κόλπο που έχουν βρει αυτοί οι "οίκοι" ώστε να αβγατίζουν τα έσοδά τους: παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες, π.χ. πώς να παίρνει κάποιος καλή βαθμολογία για ένα επενδυτικό προϊόν. Δηλαδή: μαζεύουν χρήμα συμβουλεύοντας τις επενδυτικές εταιρείες πώς να πετυχαίνουν υψηλές αξιολογήσεις και μετά βγάζουν ακόμη περισσότερο χρήμα δίνοντας τις βαθμολογίες.
Τα "έξυπνα" στελέχη των επενδυτικών εταιρειών (σημ.: μη ξεχνάμε ότι η κατάργηση του νόμου Glass-Steagall έκανε όλες τις τράπεζες επενδυτικές εταιρείες) έμαθαν γρήγορα πώς να παίρνουν υψηλή βαθμολογία για τα προϊόντα τους. Αρχικά, έφτιαχναν πακέτα ενυπόθηκων δανείων και μετά τα τεμάχιζαν σε "μέρη". Κάθε είσπραξη που γινόταν κατέληγε πρώτα στο ασφαλέστερο "μέρος". Όταν ξοφλούνταν οι οφειλές αυτού του "μέρους", τα χρήματα πήγαιναν στο επόμενο ασφαλέστερο "μέρος" κ.ο.κ. Δηλαδή, το πιο επικίνδυνο "μέρος" εξοφλείτο τελευταίο. Μέχρι τότε, όμως, τί πετύχαιναν τα τζίνια; Το ασφαλέστερο "μέρος", που μάζευε γρήγορα τα λεφτά του, πετύχαινε βαθμολογία ΑΑΑ. Διοχετεύοντας, λοιπόν, ένα τμήμα των εσόδων του προς τα κάτω, "βοηθούσαν" την βαθμολογία του χαμηλότερου "μέρους". Έτσι, αν ένα πακέτο κομματιαζόταν σωστά, θα μπορούσε να συμπεριλάβει και κάμποσα "σκουπίδια". Τα πάντα ήταν ζήτημα "δομής" τού πακέτου. Αυτό το πακέτο είναι που μάθαμε όλοι να αποκαλούμε "δομημένο ομόλογο".
Ένα άλλο πρόβλημα των οίκων αξιολόγησης είναι ότι χρησιμοποιούν προβληματικά μοντέλα ανάλυσης επειδή...έτσι βολεύει. Για παράδειγμα, αυτά τα μοντέλα λειτουργούν με την παραδοχή ότι δεν θα πέσουν ποτέ οι τιμές σε κάποια αγορά (π.χ. στην αγορά ακινήτων) ή, αν πέσουν, η πτώση δεν θα είναι γενική. Θεωρητικά, αυτό μπορεί να σταθεί αλλά με μια προϋπόθεση: να υπάρχει διαφοροποίηση στους τίτλους. Όμως, στην πράξη όλα τα "δομημένα ομόλογα" μοιάζουν μεταξύ τους, αφού στηρίζονται στα ίδια προβληματικά δεδομένα: αλόγιστα δάνεια, χαμηλά επιτόκια, υψηλή κατανάλωση, χαμηλή ανεργία. Κατ' επέκταση, μια βίαιη μεταβολή σε οποιοδήποτε από αυτά τα δεδομένα προκαλεί οπωσδήποτε γενικό πρόβλημα. Έτσι, λοιπόν, όσο κι αν τα "παραμορφωμένα" golden boys καμώνονται πως δεν το καταλαβαίνουν, είναι ζήτημα απλής λογικής ότι το σκάσιμο μιας φούσκας σε οποιοδήποτε μέρος τού πλανήτη, πυροδοτεί αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.
Εξ άλλου, οι οίκοι αξιολόγησης αδιαφορούν για την προβληματικότητα των μοντέλων τους επειδή θεωρούν ότι βίαια οικονομικά γεγονότα συμβαίνουν μια φορά στα χίλια χρόνια. Και όμως, ο παππούς Κάρολος είχε καταδείξει -και αποδείξει με στοιχεία- από τα μέσα τού 19ου αιώνα ότι οι οικονομικές κρίσεις χαρακτηρίζονται από μια περιοδικότητα δεκαετίας περίπου (*). Π.χ., η Moody's είχε ισχυριστεί ότι το χρηματιστηριακό κραχ τής 19ης Οκτωβρίου 1987 θα μπορούσε να συμβεί μία φορά στα 20 δισεκατομμύρια χρόνια. Κι όμως, δέκα χρόνια αργότερα, την διετία 1997-1998, σημειώθηκε νέα παγκόσμια χρηματιστηριακή κρίση (**). Και, βέβαια, μετά από άλλα δέκα χρόνια ξέσπασε η κρίση που βιώνουμε ακόμη και σήμερα.
Φαίνεται ότι ο φόρτος εργασίας δεν επιτρέπει στα στελέχη των οίκων αξιολόγησης να διαβάσουν και κανένα βιβλίο, ούτε ιστορικό ούτε οικονομικό. Προφανώς, το ίδιο πρόβλημα έχουν και όσοι επενδύουν σε "δομημένα ομόλογα", όπως συνέβη στην περίπτωση των διοικητών των ασφαλιστικών ταμείων, οι οποίοι εξανέμισαν την περιουσία χιλιάδων εργαζομένων καλυπτόμενοι πίσω από τα πιστοποιητικά των περίφημων οίκων αξιολόγησης...

(*) Διαβάστε σχετικά το εξαιρετικό βιβλιαράκι "Μαρξ-Ένγκελς: Κείμενα για την οικονομική κρίση" (Σύγχρονη Εποχή, σελ. 198). Θα εκπλαγείτε και από την σαφήνεια και από την απλότητά του.

(**) Η κρίση τού 1997-1998 οδήγησε στην κατάρρευση του Long-Term Capital Management, ενός hedge fund (στα ελληνικά: κεφάλαιο αντιστάθμισης κινδύνων), ενεργητικού ενός τρισεκατομμυρίου δολλαρίων. Αυτό το hedge fund είχε συσταθεί από τους Μάυρον Σόουλς και Ρόμπερτ Μέρτον, οι οποίοι πριν λίγο καιρό είχαν κερδίσει Νόμπελ Οικονομίας για το έργο τους στην αποτίμηση των δικαιωμάτων προαίρεσης!



76. Το ξέσπασμα της κρίσης
Βγαίνοντας το 2007, είχε γίνει πλέον ολοφάνερο ότι η οικονομία των ΗΠΑ βρισκόταν στον αέρα. Με την τραπεζική πίστη να συρρικνώνεται όλο και περισσότερο, οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι αύξησαν την πίεσή τους για ανάληψη δράσης από την κυβέρνηση. Όμως, εκείνες τις κρίσιμες ώρες ο Μπους ο Β(λαξ) αποφάσισε να εμπιστευτεί και πάλι το νεοφιλελεύθερο συνταγολόγιο, σύμφωνα με το οποίο ένα είναι το φάρμακο "διά πάσαν (οικονομικήν) νόσον και πάσαν (οικονομικήν) μαλακίαν": το λιγώτερο κράτος. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2008 προώθησε ένα τεράστιο πακέττο φοροαπαλλαγών προς τις επιχειρήσεις, ύψους 168 δισεκατομμυρίων δολλαρίων.
Θεωρητικά, αυτή η τακτική αναθερμαίνει την οικονομία αλλά με μια κρίσιμη προϋπόθεση: την βεβαιότητα για ένα καλύτερο αύριο. Υποτίθεται ότι οι λιγώτεροι φόροι οδηγούν σε αύξηση των επενδύσεων, αύξηση της ανταγωνιστικότητας, μείωση των τιμών και αύξηση της κατανάλωσης, δηλαδή σε αναθέρμανση της οικονομίας. Στην πράξη, όμως, δεν έγινε τίποτε τέτοιο και απλώς οι επιχειρήσεις καρπώθηκαν το όφελος των φοροαπαλλαγών. Λογικώτατη εξέλιξη: οι απογοητευμένοι και υπερχρεωμένοι πολίτες (πολλοί από τους οποίους είχαν ήδη χάσει ή κινδύνευαν άμεσα να χάσουν το σπίτι τους) ούτε ήθελαν αλλά ούτε και μπορούσαν να στηρίξουν οποιαδήποτε αύξηση της κατανάλωσης. Έτσι, το πρόβλημα της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων όχι μόνο δεν επιλύθηκε αλλ' αντιθέτως διογκώθηκε.
Μέχρι το 2008, ο καπιταλισμός είχε γνωρίσει πολλές κρίσεις αλλά αυτή που ερχόταν τώρα, ορμητική σαν τσουνάμι, έμοιαζε αλλοιώτικη. Για πρώτη φορά κινδύνευε όχι κάποιος κλάδος τής οικονομίας, όχι κάποια χώρα αλλά η ίδια η ραχοκοκκαλιά τού καπιταλισμού: οι τράπεζες. Η κατάσταση ήταν τόσο επικίνδυνη ώστε το κράτος αποφάσισε να επέμβει δραστικά για να σώσει το τραπεζικό σύστημα. Κι αφού ο Φρήντμαν δεν ζούσε πια για να δώσει τις συμβουλές του, η σχολή τού Σικάγου περιορίστηκε σε ρόλο βουβού θεατή, όταν το υπουργείο οικονομικών και η ομοσπονδιακή τράπεζα (Fed) μεσολάβησαν για την απορρόφηση του επενδυτικού κολοσσού Bear Stearns από την J.P.Morgan Chase αντί μόλις 2 δολλαρίων ανά μετοχή (*).
Τον Σεπτέμβριο του 2008, το τσουνάμι έσκασε. Στις 7 του μηνός, κατέρρευσαν δυο επενδυτικοί κολοσσοί, οι οποίοι είχαν πλημμυρίσει την αγορά με "άρρωστα" στεγαστικά δάνεια: η Fannie Mae και η Freedie Mac. Από τον Ιούλιο, ο υπουργός οικονομικών Χανκ Πώλσον είχε προειδοποιήσει το κονγκρέσσο ότι μάλλον οι δυο εταιρείες θα χρειάζονταν κρατική βοήθεια. Τελικά, το "κακό κράτος" εθνικοποίησε επίσημα και τις δυο εταιρείες. Ο Πώλσον υπολόγισε το κόστος διάσωσης στα 200 δισεκατομμύρια δολλάρια.
Αυτή η εξέλιξη οδήγησε τους τραπεζίτες να πέσουν σαν μύγες πάνω στον Πώλσον και τον Μπερνάνκι (τον διοικητή τής Fed), ζητώντας κι αυτοί βοήθεια. Μέσα σε μια βδομάδα, το κράτος αποφάσισε να διαθέσει 700 δισεκατομμύρια για να διασώσει την Goldman Sachs και τον ασφαλιστικό κολοσσό AIG. Όμως, όταν η Lehman Brothers (μια από τις παλαιότερες τράπεζες των ΗΠΑ, η οποία είχε "πνιγεί" στα τοξικά ομόλογα) ζήτησε με την σειρά της βοήθεια, ο Πώλσον σήκωσε τα χέρια ψηλά. Ήταν πλέον σαφές ότι ένα συνολικό πρόγραμμα διάσωσης θα απαιτούσε ιλιγγιώδη ποσά, τα οποία θα μπορούσαν να αγγίξουν ακόμη και τα 2 τρισεκατομμύρια. Τελικά, την Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008, η Lehman Brothers κατέρρευσε και υπέβαλε αίτηση πτώχευσης. Εκείνη η "μαύρη Δευτέρα" θεωρείται συμβολικά ως η αρχή τής παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης.
Η αναλυτική εξιστόρηση των όσων έγιναν εκείνη την εποχή στις ΗΠΑ ξεφεύγει από τα πλαίσια αυτών των σημειωμάτων. Οπωσδήποτε, όμως, κάποια στιγμή θα επανέλθουμε γιατί το σχετικό υλικό είναι και άφθονο και διδακτικώτατο. Για την ώρα, το θέμα που μας ενδιαφέρει είναι ότι τα απόνερα εκείνου του τσουνάμι χτύπησαν και την απέναντι πλευρά τού Ατλαντικού. Η πρώτη χώρα που συγκλονίστηκε απ' αυτό το χτύπημα ήταν η Ισλανδία...

(*) Κατά τις διαπραγματεύσεις, η Bear Stearns αποτίμησε την αξία τής μετοχής της στα 80 δολλάρια. Έναν χρόνο νωρίτερα, τον Μάρτιο του 2007, η ίδια μετοχή πουλιόταν στα 150 δολλάρια. Ολόκληρη η ιστορία στο "J.P.Morgan buys Bear in fire sale, as Fed widens credit to avert crisis" (Wall Street Journal, 17/03/2008).


77. Η Ισλανδία καταρρέει
Όταν το τσουνάμι που ξέσπασε με την κατάρρευση της Lehman Brothers έφτασε στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, σώριασε σε συντρίμμια την πρώτη χώρα που βρήκε στο διάβα του. Η άτυχη ήταν η Ισλανδία, μια χώρα μόλις 320.000 κατοίκων, η οποία προβαλλόταν ως "οικονομικό θαύμα", μιας και οι τράπεζές της είχαν αναδειχθεί σε παράδεισο για όσους κυνηγούσαν το γρήγορο κέρδος.
Πράγματι, στις ισλανδικές τράπεζες είχαν βρει "τον μήνα που τρέφει τους έντεκα" λυτοί και δεμένοι. Πρώτοι και καλύτεροι οι άγγλοι κι ανάμεσά τους 110 δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια αλλά και τα ασφαλιστικά ταμεία των αστυνομικών και του πυροσβεστικού σώματος. Το συνολικό ποσό που είχαν "επενδύσει" οι άγγλοι (δημόσιοι φορείς και ιδιώτες) στις τράπεζες της Ισλανδίας υπολογίστηκε στα 8 δισεκατομμύρια λίρες. Δηλαδή, μόνο οι εγγλέζοι είχαν "ακουμπήσει" στις τράπεζες της γειτονικής τους χώρας, προς επένδυση (υποτίθεται), ποσά που αναλογούσαν σε 25.000 λίρες ανά ισλανδό. Κανένας σοβαρός αναλυτής δεν βρέθηκε να πει ότι αυτή και μόνη η αναλογία εμπεριέχει τρομακτικό κίνδυνο.
Για να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των καταθετών τους, οι ισλανδικές τράπεζες είχαν αναδειχθεί στους πλέον "ρισκαδόρους" επενδυτές κάθε λογής τοξικού σκουπιδιού που γεννιόταν στις ΗΠΑ, αγοράζοντας οποιοδήποτε σύνθετο ή παράγωγο χρηματοοικονομικό κατακάθι, αρκεί αυτό το κατακάθι να υποσχόταν γρήγορο και υψηλό κέρδος. Έτσι, σύντομα η Ισλανδία απέκτησε το παρατσούκλι "Ελβετία των παραγώγων". Λογικά, λοιπόν, λίγες μέρες μετά την "μαύρη Δευτέρα" τής Lehman Brother, οι τρεις μεγάλες ισλανδικές τράπεζες λύγισαν.
Η ισλανδική κυβέρνηση επιχείρησε να εφαρμόσει την τακτική Πώλσον και να κρατικοποιήσει τις τράπεζες που κατέρρεαν. Χρησιμοποιώντας το 10% των συναλλαγματικών αποθεμάτων της χώρας, κρατικοποίησε αμέσως την Glitnir, την τρίτη μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας. Λίγες μέρες αργότερα κρατικοποίησε και την δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα, την Landsbanki. Ταυτόχρονα, στήριξε και την μεγαλύτερη απ' όλες τις τράπεζες, την Knaupthing, με μισό δισ. ευρώ ενώ, παράλληλα, εγγυήθηκε όλες τις καταθέσεις.
Σύντομα απεδείχθη ότι το παιχνίδι ήταν χαμένο. Με το ΑΕΠ τής χώρας να φτάνει τα 20 δισ. ευρώ και τις τράπεζες να εμφανίζουν ανοίγματα περίπου 200 δισ. (με το 90% να προέρχεται από τις τρεις τράπεζες που προαναφέραμε), ήταν σίγουρο ότι η εθνική οικονομία δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος ενώ και οι εγγυήσεις της κυβέρνησης προς τους καταθέτες ήσαν άνευ ουσίας, αφού ξεπερνούσαν το συνολικό ΑΕΠ. Στις 8 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση έκανε μια τελευταία προσπάθεια να σώσει ό,τι μπορούσε, ρίχνοντας την ισοτιμία τής ισλανδικής κορώνας έναντι του ευρώ στο 130/1. Όμως, η κατάσταση είχε βγει τόσο πολύ εκτός ελέγχου ώστε στις 11.39' της ίδιας μέρας η κορώνα χτύπησε 200/1. Το μεσημέρι, η κυβέρνηση ζήτησε διεθνή βοήθεια.
Η πρώτη απάντηση ήρθε το επόμενο πρωί από τον Γκόρντον Μπράουν. Ο άγγλος πρωθυπουργός, προσπαθώντας να κερδίσει προεκλογικά οφέλη, εκδήλωσε άκρως αγανακτισμένος με τους ισλανδούς και χαρακτήρισε την Ισλανδία ως...χώρα-τρομοκράτη! Προσέξτε τον συλλογισμό του: εμείς καταθέσαμε τα χρήματά μας στις ισλανδικές τράπεζες - οι ισλανδικές τράπεζες ανήκουν πλέον στο ισλανδικό κράτος - οι ισλανδικές τράπεζες δεν μας δίνουν τα χρήματά μας και έτσι "απειλούν τον τρόπο ζωής μας" - το ισλανδικό κράτος ανέχεται και στηρίζει αυτή την τακτική των τραπεζών του - συμπέρασμα: το ισλανδικό κράτος απειλεί τον τρόπο ζωή των βρεττανών, άρα είναι τρομοκράτης! Με την παπαριά αυτή, ο Μπράουν ενεργοποίησε τις διατάξεις της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας και προχώρησε σε προσωρινή κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων της Ισλανδίας επί βρεττανικού εδάφους (κυρίως της Icebank, θυγατρικής τής Landsbanki, στην οποία οι άγγλοι είχαν καταθέσει 4,6 δισ. λίρες).

Προσέξτε τώρα την συνέχεια γιατί είναι πολύ διδακτική:
Μόλις οι ισλανδοί έμαθαν ότι ανακηρύχθηκαν "τρομοκράτες", έπαθαν σοκ. Εξουθενωμένοι από την βρεττανική πίεση και μη βλέποντας την παραμικρή υποστήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση (όπου επί χρόνια προσπαθούσαν να ενταχθούν), στράφηκαν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Όμως, οι βρεττανοί (μαζί με τους ολλανδούς, που είχαν πάθει κι αυτοί ζημιά από την κατάρρευση των ισλανδικών τραπεζών) έβαλαν κι εκεί το δαχτυλάκι τους: απαίτησαν από το Δ.Ν.Τ. -και πέτυχαν- να κατατεθεί η οικονομική βοήθεια του Ταμείου προς την Ισλανδία σε ειδικό λογαριασμό, απ' όπου πρώτα θα πληρώνονταν οι βρεττανοί και οι ολλανδοί καταθέτες και μετά, με ό,τι περίσσευε και αν περίσσευε, θα έμπαινε μπρος η διαδικασία αναθέρμανσης της ισλανδικής οικονομίας.

Ουφ! Το είπα και ξεθύμανα! Όχι τίποτε άλλο αλλά για να μη καμώνονται σήμερα ο κοντοπίθαρος ο Σαρκοζύ με την φακλάνα την Μέρκελ ότι ανακάλυψαν την χρήση ειδικού λογαριασμού για την Ελλάδα. Το κόλπο είναι παλιό, ρε σεις! Ρωτάτε και κανένα "αριστερό", σαν τον "εργατικό" τον Μπράουν...

ΥΓ: Μετά την συμφωνία με το Δ.Ν.Τ., η ισλανδική κυβέρνηση προσπάθησε να φορτώσει τα βάρη στις πλάτες των πολιτών αλλά κατέρρευσε από τον λαϊκό ξεσηκωμό. Αυτή η αντίδραση του ισλανδικού λαού έχει πολύ ενδιαφέρον αλλά ξεφεύγει από το πλαίσιο αυτών των σημειωμάτων.


78. Ο πρώιμος ελληνικός νεοφιλελευθερισμός
Η κατάρρευση της Ισλανδίας, σε συνδυασμό με τους επικίνδυνους κλυδωνισμούς που συντάρασσαν την οικονομία των ΗΠΑ, έδωσε το έναυσμα στα "παιδιά του Σικάγου" να επιτεθούν στην Ευρώπη. Η κεντρική ιδέα αυτής της "απόβασης" είναι δίδυμη. Από την μια, η γρήγορη εξάπλωση της καπιταλιστικής κρίσης θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι οι Η.Π.Α. έπεσαν θύμα προβλημάτων που προέρχονταν από το εξωτρικό. Από την άλλη, η εμπλοκή τής Ευρώπης θα υποχρέωνε τις ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες (κυρίως την Γερμανία) να συμπαρασταθούν στις Η.Π.Α. στο πρόβλημα που δημιουργούσε στην υπερδύναμη το φτηνό κινεζικό νόμισμα (*).
Στο σημείο αυτό πρέπει να σταθούμε για λίγο προκειμένου να ξεκαθαρίσουμε κάτι βασικό: μπορεί ο νεοφιλελευθερισμός να χύμηξε στην Ευρώπη κατά την τελευταία τριετία αλλά ο σπόρος που είχε φυτευτεί την εποχή τής Θάτσερ είχε βρει γόνιμο έδαφος κι είχε βγάλει ρίζες από τότε. Θιασώτες των φρηντμανικών θεωριών υπήρχαν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες από την δεκαετία τού 1980 και προσπαθούσαν -έστω και αποσπασματικά- να τις διαδώσουν και να τις παγιώσουν. Και για να μη μιλάμε αόριστα, ας δούμε μερικά δείγματα νεοφιλελευθερισμού στον τόπο μας από εκείνη την εποχή.
Το 1985, το ΠΑΣΟΚ τού παντοδύναμου Ανδρέα Παπανδρέου κέρδισε τις εκλογές με το σύνθημα "Για ακόμα καλύτερες μέρες". Όμως, αμέσως μετά τις εκλογές, ο Παπανδρέου εγκατέλειψε τις ψευδοσοσιαλιστικές προγραμματικές του θέσεις και προσχώρησε στην νεοφιλελεύθερη συναίνεση, υιοθετώντας μια στρατηγική η οποία στήριζε την ανάπτυξη στις ανεξέλεγκτες δυνάμεις τής ελεύθερης αγοράς. Με μια πρωτοφανή Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου επέβαλε πάγωμα μισθών και συντάξεων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, μείωση κοινωνικών παροχών, αναστολή των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, άρση ορισμένων περιορισμών στις απολύσεις, ενίσχυση των επενδυτικών κεφαλαίων, διευκόλυνση των ξένων επενδύσεων κλπ.
Η νεοφιλελεύθερη συναίνεση του Ανδρέα Παπανδρέου φαίνεται σαφέστατα τόσο στο "μανιφέστο" που έδωσε στην δημοσιότητα ο πρωθυπουργός το καλοκαίρι τού 1988 (το οποίο πέρασε "ντούκου" από τα ΜΜΕ τής εποχής, τα οποία ασχολούνταν με την Μιμή και τον Κοσκωτά), όσο και στο συνολικό νομοθετικό έργο τής κυβέρνησης, το οποίο προωθούσε τις ιδιωτικοποιήσεις, την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, την απελευθέρωση της χρηματαγοράς, την μείωση των ελέγχων στην ιδιωτικές επιχειρήσεις κλπ. Είναι η εποχή που το χρηματιστήριο της Αθήνας γνωρίζει ημέρες δόξας και στην καθημερινό λεξιλόγιο των ελλήνων εμφανίζονται για πρώτη φορά κάποιοι περίεργοι ξενόγλωσσοι όροι, όπως limit up, limit down, blue chip κλπ.
Όσο κι αν ο Παπανδρέου αποφεύγει την χρησιμοποίηση του όρου "νεοφιλελευθερισμός", όπως αποφεύγει ο διάολος το λιβάνι, χάρη στις νεοφιλελεύθερες επιλογές του το ξεπούλημα των βιώσιμων ελληνικών επιχειρήσεων στο ξένο κεφάλαιο παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Ο ίδιος δεν ανησυχεί: "αυτό που έχει σημασία δεν είναι η εθνικότητα των κεφαλαίων αλλά η εθνικότητα της διαχείρισής τους", δηλώνει το 1988 στην γενική συνέλευση του ΣΕΒ.
Μπορεί οι εκλογές τού 1989 να έφεραν αλλαγή πολιτικού σκηνικού αλλά ο Μητσοτάκης δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να υιοθετήσει τις νεοφιλελεύθερες επιλογές τής προηγούμενες κυβέρνησης και να επιταχύνει την υλοποίησή τους. Γι' αυτό, άλλωστε, τοποθετεί σε καίρια υπουργικά πόστα τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο και τον Στέφανο Μάνο, δυο ακραιφνείς και δεδηλωμένους οπαδούς τού φρηντμανισμού. Αυτή η "αγία τριάδα" εφορμά, επιχειρώντας να κατεδαφίσει τα πάντα: ΔΕΗ, ΟΤΕ, υγεία, παιδεία, αστικές συγκοινωνίες, ακτοπλοΐα κλπ. Με την πτώση τής κυβέρνησης Μητσοτάκη, η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού ανακόπηκε για μια τριετία αλλά το 1996 ήρθε ένας άλλος οπαδός των ελεύθερων αγορών να συνεχίσει το απορρυθμιστικό έργο, ο Κώστας Σημίτης.
Για περισσότερες λεπτομέρειες σε όσα έγιναν εκείνα τα χρόνια, παραπέμπω τον αναγνώστη στην σειρά κειμένων με θέμα "Μεταπολίτευση και Οικονομία" (στην σελίδα "Αφιερώματα" του ιστολογίου). Χαρακτηριστικά, ας αναφέρουμε το παράδειγμα εξέλιξης αυτού του κατάπτυστου δημιουργήματος, το οποίο αποκαλείται "ασφαλιστική μεταρρύθμιση" αντί για το πιο σωστό "ασφαλιστική απορρύθμιση", κατά τα τελευταία 30 χρόνια: Ν.1266/1982 (νόμος Βερυβάκη), Ν.2084/1992 (νόμος Σιούφα), Ν.2874/2000 (νόμος Γιαννίτση), Ν.3029/2002 (νόμος Ρέππα), Ν.3655/2008 (νόμος Πετραλιά), Ν.3918/2011 (νόμος Λοβέρδου). Πραγματικά, είναι αξιοθαύμαστη η συνέπεια με την οποία κάθε καινούργιος νόμος περιλαμβάνει δυσμενέστερες διατάξεις για τους ασφαλισμένους από τον προηγούμενο. Αυτή την αξιοθαύμαστη συνεργασία δεξιάς-"σοσιαλιστών", εις βάρος των εργαζομένων πάντα, την παρατηρούμε και στην εξέλιξη άλλων νομοθεσιών, όπως π.χ. στα εργασιακά, στην παιδεία κλπ. Κι αυτή η συνεργασία αποδεικνύει ότι η άρχουσα τάξη κινείται βάσει ενός προδιαγεγραμμένου σχεδίου νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού.
Παρόμοια δείγματα νεοφιλελεύθερων προσαρμογών σημειώνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη από το 1980 και μετά: στην Γερμανία των Κολ και Σρέντερ, στην Γαλλία των Μιττεράν και Σιράκ, στην Βρεττανία των Θάτσερ, Μαίητζορ και Μπλαιρ, στην Ιταλία των Αντρεόττι και Μπερλουσκόνι (και καμμιά δεκαριά άλλων), στις Κάτω Χώρες, στην Ιβηρική, ακόμη και στην Ελβετία, όπου η νεοφιλελεύθερη συνείδηση έχει ριζώσει τόσο πολύ στους πολίτες ώστε η αύξηση του ΦΠΑ και οι φορολογικές απαλλαγές των επιχειρήσεων αποφασίζονται με...δημοψηφίσματα!
Αν όλα όσα αναφέραμε παραπάνω φαίνεται ότι αποτελούν αποσπασματικές επιλογές κάποιων πολιτικών σε κάποια κράτη, η δομή τής ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όπως προκύπτει κυρίως από την συμφωνία τού Μάαστριχτ και δευτερευόντως από την συνθήκη τής Λισαβόνας) είναι ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη. Αυτό θα είναι το θέμα τού επόμενου σημειώματός μας.

(*) Σχετικά με την κρίση που δημιουργεί στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας το φτηνό γουάν, το ιστολόγιο δημοσίευσε τον Μάιο του 2010 μια σειρά τεσσάρων κειμένων, με τον γενικό τίτλο "Η.Π.Α.- Κίνα: μια κρίση για την οποία μας πέφτει λόγος".


79. Η συνθήκη του Μάαστριχτ
Στο προηγούμενο σημείωμα είπαμε ότι σήμερα θα αναφερθούμε στην συνθήκη τού Μάαστριχτ, η οποία σηματοδοτεί την πρώτη καθαρή και συγκροτημένη νεοφιλελεύθερη στροφή τής Ευρώπης. Αλλά, πώς φτάσαμε στο Μάαστριχτ;
Αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι καπιταλιστικές χώρες τής δύσης ένοιωσαν ότι απειλούνται από την επέκταση και την ευρύτερη αποδοχή τού σοσιαλιστικού μετασχηματισμού τής ανατολικής Ευρώπης. Έτσι, παραμερίζοντας τις αντιπαλότητές τους, αισθάνθηκαν την ανάγκη συνένωσης των δυνάμεών τους ενώπιον του κοινού εχθρού, του κομμουνισμού. Πρώτο βήμα αυτής της συνένωσης δυνάμεων ήταν η δημιουργία τής Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) το 1951 από 6 χώρες: Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο. Το 1957, οι ίδιες χώρες ίδρυσαν την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ή "ΕΟΚ των 6". Με την Πράξη Συγχώνευσης του 1965, τα όργανα της ΕΚΑΧ και της ΕΟΚ συγχωνεύθηκαν. Κατά την δεκαετία τού '70 μπήκαν στην ΕΟΚ η Δανία, η Ιρλανδία και η Μεγάλη Βρεττανία, ενώ την επόμενη δεκαετία προστέθηκαν η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία. Έτσι, φτάσαμε στην "ΕΟΚ των 12" και στην γνωστή σημαία με τα 12 αστέρια.
Μετά την ήττα τού σοσιαλισμού στις αρχές τής δεκαετίας τού '90, οι ηγέτες τής ΕΟΚ είδαν στην ανατολική Ευρώπη πρόσφορο έδαφος για την επέκταση του καπιταλισμού και άρχισαν να δέχονται ως μέλη στην Κοινότητα την μία μετά την άλλη τις πρώην κομμουνιστικές χώρες. Όμως, αυτή η διόγκωση της ΕΟΚ απαιτούσε αυστηρότερο έλεγχο για να μη "χαθεί η μπάλα". Στην σύνοδο του Λουξεμβούργο, τον Δεκέμβριο του 1985, είχε υιοθετηθεί η "Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη" για την δημιουργία ενιαίας εσωτερικής αγοράς. Όμως, οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις και η -χαρακτηριστική στον καπιταλισμό- ανισόμετρη ανάπτυξη δεν άφησαν την ιδέα τής ενιαίας εσωτερικής αγοράς να ολοκληρωθεί. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1991, οι υπουργοί εξωτερικών τής τότε "ΕΟΚ των 12" μαζεύτηκαν στο Μάαστριχτ για να λύσουν το πρόβλημα. Αποτέλεσμα αυτής της σύσκεψης υπήρξε η περίφημη "συνθήκη του Μάαστριχτ", η οποία έβαλε τα θεμέλια της μετεξέλιξης της ΕΟΚ στην σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η συνθήκη του Μάαστριχτ προέβλεπε τη δημιουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης (ΟΝΕ), την καθιέρωση ενιαίου νομίσματος για όλα τα κράτη-μέλη και την πολιτική ενοποίηση της Ε.Ε. με μια μορφή Ομοσπονδίας ή Συνομοσπονδίας. Με εμφανή την δυσκολία τής πολιτικής ενοποίησης, το βάρος τής συνθήκης έπεσε στην ΟΝΕ, η διαδικασία διαμόρφωσης της οποίας χωρίστηκε σε τρία στάδια:
Το πρώτο στάδιο έπρεπε να ολοκληρωθεί στο τέλος του 1993. Στο χρονικό αυτό διάστημα, αίρονταν οι περιορισμοί στην κίνηση των κεφαλαίων ανάμεσα στα κράτη-μέλη και εντασσόταν το νόμισμα κάθε κράτους-μέλους στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ). Στο ΕΝΣ μετείχαν τότε οι 11 χώρες της ΕΟΚ, εκτός της Ελλάδας (η δραχμή έπρεπε να ενταχθεί στο ΕΝΣ μέχρι 31 Δεκέμβρη 1994, οπότε και πράγματι εντάχθηκε). Επίσης, το πρώτο στάδιο προέβλεπε, για κάθε κράτος-μέλος, την εφαρμογή πολιτικής που θα οδηγούσε στην "σύγκλιση των οικονομιών" και τέθηκαν τέσσερα ενιαία κριτήρια σχετικά με τον πληθωρισμό, τα δημόσια ελλείμματα, το δημόσιο χρέος και τα επιτόκια.
Το δεύτερο στάδιο της ΟΝΕ θα άρχιζε την πρωτοχρονιά τού 1994 και θα διαρκούσε 3 χρόνια. Στο στάδιο αυτό θα εδημιουργείτο το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ινστιτούτο (ΕΝΙ), με σκοπό τον συντονισμό της νομισματικής πολιτικής και την προώθηση των προϋποθέσεων για το κοινό νόμισμα. Μέχρι το τέλος τού 1996, τα κράτη-μέλη θα έπρεπε να είχαν επεξεργαστεί το πλαίσιο ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Σ' αυτό το στάδιο θα άρχιζαν να εφαρμόζονται οι διατάξεις για την ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων, την απαγόρευση του εσωτερικού δανεισμού τού δημοσίου και την ανεξαρτητοποίηση των κεντρικών τραπεζών από τις εθνικές νομοθεσίες.
Στο τρίτο στάδιο, οι οικονομίες των κρατών-μελών θα ελέγχονταν από τα όργανα της Κοινότητας ως προς το βαθμό σύγκλισης των οικονομιών και το ΕΝΙ θα μετατρεπόταν στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Η ΕΚΤ και όλες οι κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών θα αποτελούσαν από κοινού το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) ή Ευρωσύστημα. Οι αποφάσεις τής ΕΚΤ θα είχαν υποχρεωτική ισχύ για κάθε κράτος-μέλος (*). Σ' αυτό το στάδιο τα εθνικά νομίσματα θα καταργούνταν και θα υιοθετείτο το κοινό ευρωνόμισμα. Κάπως έτσι, η ΟΝΕ ξεκινάει από την πρωτοχρονιά τού 1999 με όσα κράτη-μέλη πληρούν τα τέσσερα κριτήρια: Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ισπανία, Πορτογαλία Ιρλανδία, Φινλανδία και Αυστρία. Η Ελλάδα μπήκε το 2001, ενώ Βρεττανία, Δανία, και Σουηδία μένουν εκτός (οι δύο τελευταίες μετά απο δημοψήφισμα).

Λεπτομέρεια: Η συνθήκη τού Μάαστριχτ εγκρίθηκε από κάθε κυβέρνηση κράτους-μέλους χωριστά, εντός τού 1992. Στην Ελλάδα ψηφίστηκε τον Ιούλιο από όλα τα κόμματα πλην ΚΚΕ,χωρίς οι βουλευτές να έχουν υπ' όψη τους το κείμενο της συνθήκης, το οποίο δεν δόθηκε στην δημοσιότητα παρά μόνο μετά την ψήφισή του! Προφανώς, το παραμυθάκι "το ψήφισα δίχως να το διαβάσω" δεν αποτελεί δημιούργημα των ημερών μας.

Πριν κλείσουμε το σημερινό μας σημείωμα, ας διατυπώσω και δυο απορίες: (α) Αν δεν πρόκειται για πρόστυχη διαδικασία ενίσχυσης του καπιταλισμού, ποιά λογική μπορεί να διέπει την υιοθέτηση κοινού νομίσματος από μια πλούσια και μια φτωχή χώρα; Όσο κι αν σπούδασα οικονομικά, είναι αδύνατον να καταλάβω... (β) Έχοντας υπ' όψη όσα προαναφέραμε, πόση λογική μπορεί να διαθέτουν όσοι τάσσονται υπέρ μιας "Ευρώπης των λαών και όχι των μονοπωλίων", εφ' όσον αυτό το "μαγαζί" έχει φτιαχτεί από τα μονοπώλια στα μέτρα τους;

(*) Αυτός ο όρος καθιστά τον τίτλο "Τράπεζα της Ελλάδος" ψευδεπίγραφο. Ο σωστός τίτλος θα ήταν: "Ευρωσύστημα - υποκατάστημα Ελλάδος".


80. Η "δημιουργική λογιστική"


Όσο πλησιάζε το τέλος του 1998 και η ώρα να ξεκινήσει η τρίτη και τελευταία φάση τής ΟΝΕ, τόσο πιο φανερό γινόταν ότι οι στόχοι τού Μάαστριχτ παρέμεναν άπιαστο όνειρο για όλες ανεξαιρέτως τις χώρες τής ΕΟΚ. Ειδικά εκείνο το όριο του 3% στο έλλειμμα (επί του ΑΕΠ) δεν πλησιαζόταν ούτε καν από τις δυο ισχυρότερες -κατά τεκμήριο- ευρωπαϊκές οικονομίες, την Γαλλία και την Γερμανία. Το ίδιο άπιαστο έδειχνε και το όριο του χρέους, το οποίο, σύμφωνα με την συνθήκη τού Μάαστριχτ, δεν έπρεπε να ξεπερνούσε το 60% τού ΑΕΠ.

Στα παραπάνω προβλήματα, ένας σοβαρός μελετητής θα μπορούσε να υποδείξει δυο διεξόδους. Η πρώτη θα ήταν το "μαλάκωμα" των σκληρών ορίων τού Μάαστριχτ (π.χ. το 3% του ελλείμματος θα μπορούσε να γίνει 5%). Η δεύτερη λύση θα ήταν η αναβολή τής ολοκλήρωσης τής ΟΝΕ για 2-3 χρόνια. Δυστυχώς, όμως, τα συμφέροντα του κεφαλαίου δεν επέτρεπαν την υιοθέτηση τέτοιων λύσεων. Από τη μια, η ύπαρξη σκληρών όρων ήταν απαραίτητη ώστε να υπάρχει ανά πάσα στιγμή μια "δαμόκλειος σπάθη" πάνω από τα κεφάλια που θα τολμούσαν να σηκωθούν. Από την άλλη, η αναβολή τής ολοκλήρωσης τής ΟΝΕ σήμαινε καθυστέρηση στην λήψη μέτρων που θα ευνοούσαν την κερδοφορία των μονοπωλίων.
Έτσι, λοιπόν, επιλέχθηκε μια τρίτη λύση: ο στρουθοκαμηλισμός. Οι ευρωπαίοι πολιτικοί έβλεπαν τα προβλήματα τα οποία εμπόδιζαν την ολοκλήρωση της οικονομικής ένωσης της Ευρώπης αλλά προτίμησαν, αντί να ασχοληθούν με την εξεύρεση μιας σοβαρής -πλην χρονοβόρας- λύσης, να κάνουν ότι δεν τα βλέπουν. Κι αυτό το πέτυχαν χρησιμοποιώντας την περίφημη "δημιουργική λογιστική". Αλλά, τι πράμα είναι αυτή η "δημιουργική λογιστική"; Ας δώσουμε δυο παραδείγματα:

(α) Ας πούμε ότι παίρνω δάνειο για να αγοράσω ένα σπίτι και για την αποπληρωμή τού δανείου συμφωνώ να πληρώνω 10.000 ευρώ ετησίως επί 20 χρόνια. Η απλή λογιστική λέει ότι τον πρώτο χρόνο έχω χρέος 200.000 ευρώ, τον δεύτερο χρόνο 180.000, τον τρίτο 160.000 κλπ. Η "δημιουργική λογιστική" λέει ότι κάθε χρόνο έχω χρέος 20.000 ευρώ, επειδή τόσα είμαι υποχρεωμένος να πληρώσω. Προσέξτε τώρα το παράδοξο: μόλις αγοράσω το σπίτι καταγράφω στο ενεργητικό μου (δηλαδή, στην περιουσία μου) ένα σπίτι διακοσίων χιλιάδων ευρώ αλλά η μεν απλή λογιστική λέει ότι χρωστάω διακόσια χιλιάρικα (δηλαδή, δείχνει την πραγματικότητα) η δε "δημιουργική" λέει ότι χρωστάω είκοσι, επειδή τόσα πρέπει να πληρώσω εφέτος (άρα, δείχνει ότι εφέτος πλούτισα κατά 180.000)! Με τέτοια πολύ ωραία ευρήματα, όλοι κατάφεραν να "τιθασσεύσουν" τα χρέη τους στα όρια του Μάαστριχτ.
(β) Ας πούμε τώρα ότι έχω ετήσια εισοδήματα 100.000 ευρώ αλλά οι υποχρεώσεις μου φτάνουν τις 110.000. Έχω, λοιπόν, ετήσιο έλλειμμα 10%. Πώς μπορώ να κρύψω αυτό το έλλειμμα, μέσω της "δημιουργικής λογιστικής"; Εμφανίζω έναν μπάρμπα μου, ο οποίος διατίθεται να "αγοράσει" υποχρεώσεις μου αξίας 8.000 ευρώ, τα οποία θα του τα αποδώσω μετά από 5 χρόνια. Όπως είπαμε στο προηγούμενο παράδειγμα, αυτό το οκταχίλιαρο "εξαφανίζεται" για μια πενταετία, οπότε οι υποχρεώσεις μου πέφτουν από τις 110.000 στις 102.000 και, συνεπώς, το έλλειμμά μου περιορίζεται στο 2%. Το 'πιασα το κριτήριο του Μάαστριχτ! Πείτε τώρα ότι ο μπάρμπας μου λέγεται Γκόλντμαν Σακς και πιάσατε κι εσείς το υπονοούμενο.

Έχει πλέον αποδειχτεί ότι η Ελλάδα μπήκε στην ΟΝΕ χάρη στην "δημιουργική λογιστική" και μόνο. Μαιτρ στο στήσιμο της κομπίνας ήσαν δυο γνωστά μας μουσούδια: ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης και ο τωρινός πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος, τις γνωριμίες τού οποίου εκμεταλλεύτηκε ο Σημίτης για να πετύχει τον σκοπό του. Ίσως κάπου εδώ πρέπει να αναζητήσουμε την εμμονή Παπαδήμου για παραμονή στο ευρώ: αν ο άνθρωπος υποστήριζε σήμερα κάτι διαφορετικό, θα ήταν σαν να παραδεχόταν ότι τότε είχε κάνει χοντροπαπαριά.
Για να βάλουμε, όμως, τα πράγματα στην σωστή τους διάσταση, ας επαναλάβουμε ότι δεν ήταν μόνο η Ελλάδα που μπήκε με "δημιουργικό" τρόπο στην ΟΝΕ. Όλες ανεξαιρέτως οι χώρες-μέλη τής ΟΝΕ χρησιμοποίησαν τα ίδια λογιστικά εργαλεία για να ωραιοποιήσουν τους αμείλικτους αριθμούς (*). Γι' αυτό σήμερα κρέμεται πάνω από τα κεφάλια όλων (ακόμη και της Γαλλίας) η "δαμόκλειος σπάθη" που προαναφέραμε. Γι' αυτό το "ελληνικό πρόβλημα" δεν είναι καθόλου ελληνικό αλλά πολύ ευρύτερο. Γι' αυτό η κρίση που διανύουμε δεν είναι "κρίση χρέους" (όπως θέλουν να την παρουσιάζουν οι ανεγκέφαλοι παπαγαλίσκοι τού καπιταλισμού), αφού τα χρέη υπήρχαν πάντα και δεν εξαφανίστηκαν επειδή κάποιοι τα έκρυψαν κάτω από το χαλί.
Με τέτοια τερτίπια, όμως, δεν ήταν δυνατόν να προχωρήσουν τα πράγματα στο διηνεκές. Δεν μπορείς να κρύβεις μονίμως τα σουπίδια σου κάτω από το χαλί. Βέβαια, στην αρχή όλα πήγαιναν καλά και το κεφάλαιο δεν είχε λόγους να παραπονιέται αφού συσσώρευε κέρδη. Μόνο που η συσσώρευση κερδών οδήγησε σε υπερσυσσώρευση κεφαλαίων, το σύστημα "μπούκωσε" και έγινε φανερό ότι η ευρωενωσιακή οικονομία είχε καταντήσει ένα τεράστιο απόστημα το οποίο θα έσπαγε, αργά ή γρήγορα.

(*) Για τον παράξενα αρμονικό τρόπο με τον οποίο συνέκλιναν οι ευρωπαϊκές οικονομίες εκείνη την εποχή, δείτε την "Έκθεση για την σύγκλιση" τού Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ιδρύματος, τον Μάρτιο του 2008

ΥΓ: Ας συγκρατήσουν τις ενστάσεις τους οι οικονομολόγοι, σχετικά με τον απλοϊκό τρόπο παρουσίασης της "δημιουργικής λογιστικής". Δεν φτιάχνω οικονομικό σύγγραμμα, ο δόλιος. Στο ιστολόγιό μου γράφω.

81. Η σειρά τής Ευρωπαϊκής Ένωσης
Βρισκόμαστε πλέον στο 2009. Με την ευρωπαϊκή οικονομία να περπατάει σε τεντωμένο σχοινί δίχως προστατευτικό δίχτυ, την οικονομία των ΗΠΑ να βυθίζεται και τους κινέζους να παριστάνουν τον...κινέζο, τα παιδιά του Σικάγου έβαλαν σε εφαρμογή το μεγάλο κόλπο: την επέκταση της αντεπανάστασής τους στο πάλαι ποτέ προπύργιο του κεϋνσιανισμού, την ίδια την Ευρώπη. Αυτή την φορά δεν θα περιορίζονταν σε χτύπημα εναντίον κάποιας μεμονωμένης χώρας αλλά θα οργάνωναν ένα τσουνάμι που θα προκαλούσε σοκ σε ολόκληρη την γηραιά ήπειρο.
Τα γεγονότα από δω και πέρα είναι γνωστά σε όλους αλλά το παρασκήνιο παραμένει στο μισοσκόταδο, αφού η ιστορία δεν έχει γραφτεί ακόμη και τα ντοκουμέντα δεν έχουν αποκαλυφθεί. Το σίγουρο είναι ότι η νεοφιλελεύθερη επίθεση κατά της Ευρώπης ξεκίνησε από την Ελλάδα. Πολλοί υποστηρίζουν ότι προτιμήθηκε η Ελλάδα ως ο πλέον αδύναμος κρίκος στην ευρωπαϊκή αλυσίδα αλλά θεωρώ ότι αυτή η άποψη είναι και πρόχειρη και ανυπόστατη. Την άποψη αυτού του ιστολογίου την έχουμε ήδη δημοσιεύσει στο κείμενο " Η.Π.Α.-Κίνα: μια σχέση για την οποία μας πέφτει λόγος (3)", από το οποίο αντιγράφω:
Πεποίθησή μου είναι ότι η Ελλάδα μπήκε στο μάτι του διεθνούς καπιταλισμού λόγω δύο -κυρίως- παραγόντων: της γεωπολιτικής της θέσης και των εργατικών κεκτημένων. Για το πρώτο δεν χρειάζεται να πω πολλά, αφού είναι εύκολα κατανοητό. Τα εργατικά κεκτημένα, όμως, σηκώνουν λίγη κουβέντα. Είναι αλήθεια ότι το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα έχει κάνει άλματα. Σε μια χώρα που γνώρισε απανωτές δικτατορίες και συνεχή πίεση από Άγγλους και Αμερικανούς, οι εργάτες κατάφεραν μέσα σε λιγότερα από 70 χρόνια να κατακτήσουν ωράρια, άδειες, συντάξεις, περίθαλψη, συνδικαλισμό, συμβάσεις εργασίας κλπ κλπ..."
Πολλοί υποστηρίζουν ότι το διεθνές κεφάλαιο προτίμησε την Ελλάδα επειδή βρήκε στον τόπο μας εθελόδουλους πολιτικούς. Ως αποδείξεις παρουσιάζουν το "ευχαριστούμε τους αμερικανούς" τού Κώστα Σημίτη, την εν κρυπτώ συνεννόηση του Γιώργου Παπανδρέου (μήνες πριν κερδίσει τις εκλογές) με τον Στρως-Καν, την αποστροφή τού ίδιου περί "διεφθαρμένου λαού" κλπ. ενώ κάποιοι προσθέτουν και την άτακτη υποχώρηση του Κώστα Καραμανλή, ο οποίος προτίμησε να κρυφτεί αντί να προασπίσει το εθνικό συμφέρον. Σωστά όλα αυτά αλλά αποκρύπτουν την ουσία. Και η ουσία είναι ότι οι έλληνες πολιτικοί δεν διαφέρουν σε τίποτε από τους ευρωπαίους συναδέλφους τους, αφού είναι όλοι ταγμένοι να προασπίζουν τα ίδια συμφέροντα της ίδιας τάξης και είναι κόντρα στην φύση τους η προάσπιση των συμφερόντων των λαϊκών στρωμάτων.
Με άλλα λόγια, αν η επίθεση είχε εκδηλωθεί όχι κατά της Ελλάδας αλλά κατά της Ιταλίας ή της Γαλλίας, είναι σίγουρο ότι οι ιταλοί ή οι γάλλοι πολιτικοί θα συμπεριφέρονταν όπως οι έλληνες. Άλλωστε, τώρα που η νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση επεκτείνεται και σ' αυτές τις χώρες, βλέπουμε ότι η ίδια επίθεση κατά των εργαζομένων γίνεται κι εκεί: αυξήσεις των ορίων συνταξιοδότησης, περικοπή αποδοχών, κατάλυση εργατικών δικαιωμάτων, επέκταση της "ελαστικής" εργασίας, διόγκωση της ανεργίας, κατεδάφιση κάθε έννοιας κοινωνικού κράτους κλπ.
Στο 67ο σημείωμα αυτής της σειράς άφησα ένα ερώτημα αναπάντητο. Έλεγα τότε: "Για να πετύχει τους σκοπούς του ο καπιταλισμός τής καταστροφής, στην Κεντρική Αμερική πίεσε τις κυβερνήσεις να προωθήσουν τις απαραίτητες νομοθετικές αλλαγές. Στο Ιράκ πήγε λίγο παραπέρα: εισέβαλε, επέβαλε κατοχή κι έβαλε δικό του κυβερνήτη να προωθήσει τις επιθυμητές αλλαγές. Τώρα, στην Κεϋλάνη έκανε ένα ακόμη βήμα: ζήτησε -και πήρε- απόλυτη εξουσιοδότηση για να επιφέρει ο ίδιος τις αλλαγές που τον βόλευαν, παρακάμπτοντας τα εμπόδια που λέγονταν "κυβέρνηση", "κοινοβούλιο" κλπ... Έχοντας κατά νου τα παραπάνω βήματα, ποιό θα είναι άραγε το επόμενο βήμα που θα επιχειρήσει ο καπιταλισμός, προκειμένου να επιβάλει τα σχέδιά του;". Σήμερα η απάντηση έχει δοθεί: ανέλαβε ο ίδιος την κυβέρνηση. Το αποδεικνύει καταφανέστατα η ανάρρηση των τραπεζιτών Παπαδήμου και Μόντι σε πρωθυπουργικούς θώκους.

Θα μπορούσα να πω πολλά ακόμη αλλά δεν θέλω να εκφυλίσω αυτή την τετράμηνη ανάλυση σε συνωμοσιολογία ή σε εικοτολογία. Άλλωστε, εκτιμώ ότι αρκούν όσα είπαμε μέχρι σήμερα για να καταλάβουμε το παιχνίδι που παίζεται. Και είναι αλήθεια ότι παίζεται καλοστημένο παιχνίδι. Μόνο που οι παίκτες επιφυλάσσουν στον λαό την άχαρη θέση του απλού θεατή από τον οποίο έχουν διπλή απαίτηση: και να πληρώσει και να χειροκροτήσει.

Στο επόμενο σημείωμα θα αρχίσουμε να γράφουμε τον επίλογο, ρίχνοντας και μια μαρξιστική ματιά σε όλα τούτα.
82. Επίλογος: μια μαρξιστική θεώρηση
Είχαμε ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι για την "ανατομία του φιλελευθερισμού" θα χρησιμοποιούσαμε αποκλειστικά κεϋνσιανά εργαλεία. Όχι, βέβαια, επειδή δεν είχαμε εμπιστοσύνη στην ορθότητα της μαρξιστικής ανάλυσης αλλά για να μη μπορεί κάποιος αναγνώστης να μας κατηγορήσει για προκατάληψη, στενοκεφαλιά ή ο,τιδήποτε άλλο. Έτσι, καταδείξαμε -όχι με λίγο κόπο, είναι αλήθεια- ότι προκατάληψη και δογματισμός δεν χαρακτηρίζουν εμάς αλλά, κατά μείζονα λόγο, τους θιασώτες των φρηντμανικών δοξασιών.

Από τα πρώτα κιόλας σημειώματα, προβλήθηκαν έντονες ενστάσεις, είτε ως δημόσια σχόλια είτε ως μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, άλλοτε ως ύβρεις και άλλοτε με σοβαρότητα. Δεν απάντησα προσωπικά σε καμμία, στις μεν επειδή δεν άξιζε ο κόπος και στις δε επειδή προτίμησα να αφήσω τα κείμενα να απαντήσουν στην ώρα τους. Ελπίζω ότι πολλοί λαθεμένοι ισχυρισμοί (π.χ. ότι είναι ψέμα πως ο νεοφιλελευθερισμός διάκειται θετικά στην διοχέτευση κρατικού χρήματος προς τις ιδιωτικές επιχειρήσεις) έχουν πάρει πλέον την απάντησή τους.

Όμως, σε τούτο τον επίλογο ας διατηρήσουμε το δικαίωμα να ρίξουμε μια μαρξιστική ματιά στο θέμα που αναλύσαμε. Και, πρώτα-πρώτα, ας παραδεχτούμε ότι η χρήση και μόνο τού όρου "νεοφιλελευθερισμός" είναι ασύμβατη με την μαρξιστική ανάλυση, για την οποία δεν υπάρχει νεοφιλελευθερισμός αλλά μόνο σκέτος καπιταλισμός. Στην μαρξιστική ανάλυση δεν γίνεται διάκριση του καπιταλισμού σε νεοφιλελευθερισμό, κεϋνσιανισμό, τουρμποκαπιταλισμό, καζινοκαπιταλισμό κλπ, υπό την έννοια ότι όλα αυτά αποτελούν διαφορετικά "ρούχα" τα οποία ενδύεται ο καπιταλισμός, ανάλογα με τις περιστάσεις.

Με δεδομένο ότι η μεγιστοποίηση του κέρδους βρίσκεται στην φύση τού καπιταλισμού και αποτελεί την καρδιά του, οι "μεταμφιέσεις" τού κεφαλαιοκρατισμού έχουν σχέση αποκλειστικά με τις συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά. Για παράδειγμα, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο γνώρισε δόξες ο κεϋνσιανισμός, ως αντίδοτο στην αυξανόμενη επιρροή του σοσιαλισμού. Ο κεϋνσιανισμός διατηρήθηκε ίσαμε την ήττα τού σοσιαλισμού, στις αρχές τής δεκαετίας τού '90. Τότε, το κεφάλαιο έκρινε ότι ήρθε η ώρα για την επίθεσή του κατά των κοινωνικών κατακτήσεων, εφ' όσον εξέλιπε το περίφημο "αντίπαλο δέος".

Η πρόσφατη ιστορία δείχνει καθαρά ότι η επέλαση του καπιταλισμού (με οποιαδήποτε μορφή) γίνεται σφοδρότερη όσο η παγκόσμια ολιγαρχία ξηλώνει τα λαϊκά δικαιώματα. Αυτό το ζούμε έντονα στις μέρες μας. Κι αν σήμερα, μετά από όσα είπαμε σε τούτο το ιστολόγιο επί τέσσερις σχεδόν μήνες, ο νεοφιλελευθερισμός φαντάζει στα μάτια μας ως η αποκρουστικότερη μορφή τού καπιταλισμού, ας μη ξεχνάμε δυο βασικές αλήθειες:

Πρώτον: Με δεδομένο ότι μόνη επιδίωξη του κεφαλαίου είναι η αύξηση της κερδοφορίας του, δεν επιτρέπεται να παγιδευόμαστε σε διλήμματα όπως π.χ. αν ο κεϋνσιανισμός είναι προτιμώτερος του νεοφιλελευθερισμού ή πώς μπορούμε να διαμορφώσουμε μια καπιταλιστική κοινωνία με ανθρώπινο πρόσωπο μέσω κάποιας "νέας συμφωνίας" (νιου ντηλ). Εφ' όσον η αύξηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας περνάει υποχρεωτικά μέσα από την μείωση της αξίας τής εργασίας, οποιαδήποτε προσπάθεια για "εξανθρωπισμό" του καπιταλισμού είναι ανυπόστατη.

Δεύτερον: Το παρατεταμένο "μούδιασμα" των λαϊκών στρωμάτων σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη, σε συνδυασμό με την σφοδρότητα της καπιταλιστικής αντεπανάστασης, έχουν συντείνει στην ανάδειξη του καπιταλισμού "σ' ένα ανώτερο κοινωνικοοικονομικό καθεστώς. Το βασικό σ' αυτό το προτσές από οικονομική άποψη είναι η αντικατάσταση του καπιταλιστικού ελεύθερου συναγωνισμού από τα καπιταλιστικά μονοπώλια... Τα μονοπώλια, ξεπηδώντας από τον ελεύθερο συναγωνισμό, δεν τον καταργούν, μα υπάρχουν πάνω σ' αυτόν και δίπλα σ' αυτόν, γεννώντας έτσι μια σειρά εξαιρετικά οξείες και βίαιες αντιθέσεις, προστριβές, συγκρούσεις. Το μονοπώλιο είναι ένα πέρασμα από τον καπιταλισμό σ' ένα ανώτερο σύστημα. Αν θα χρειαζόταν να δοθεί ένας όσο το δυνατό πιο σύντομος ορισμός τού ιμπεριαλισμού, θα έπρεπε να πούμε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού. Ο ορισμός αυτός θα περιείχε το κυριώτερο, γιατί, από τη μια μεριά, το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι το τραπεζικό κεφάλαιο μερικών πάρα πολύ μεγάλων μονοπωλιακών τραπεζών, που έχει συγχωνευθεί με το κεφάλαιο των μονοπωλιακών ενώσεων των βιομηχάνων και από την άλλη, το μοίρασμα του κόσμου είναι το πέρασμα...στην αποικιακή πολιτική τής μονοπωλιακής κατοχής των εδαφών της γης που έχει ολότελα μοιραστεί" (*).

Σαν συμπέρασμα των παραπάνω, μπορούμε να πούμε επιγραμματικά ότι ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί το ενδιάμεσο στάδιο τής φυσιολογικής εξέλιξης του καπιταλισμού από τον κεϋνσιανισμό στον ιμπεριαλισμό.

(*) Β.Ι.Λένιν, "Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού" (Λένιν-Άπαντα, τόμος 27, σελ. 392 - Σύγχρονη Εποχή, 1988)





α) "Το δόγμα του σοκ", της Ναόμι Κλάιν (εκδόσεις "Λιβάνη", σελ. 718). Παρά τον όγκο του, διαβάζεται με ρυθμό μυθιστορήματος. Η συγγραφέας είναι δημοσιογράφος και ως εκ τούτου γνωρίζει πώς να συλλέγει στοιχεία και πώς να τα παρουσιάζει. Μέσα από τις σελίδες του αναδύεται η μπόχα των βρόμικων μεθόδων με τις οποίες επιβάλλονται οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές σε όλο τον κόσμο. Αυτό το βιβλίο έρχεται να συμπληρώσει με μοναδικό τρόπο το προηγούμενο δημιούργημα της Κλάιν "No Logo" (εκδόσεις "Λιβάνη", σελ. 590), όπου η καναδή συγγραφέας παρουσιάζει με αποκαλυπτική διαφάνεια τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις υλοποιούν τα θέσφατα του νεοφιλελευθερισμού.


β) "Ο θρίαμβος της απληστίας", του Τζόζεφ Στίγκλιτς (εκδόσεις "Παπαδόπουλος", σελ. 510). Βιβλίο αρκετά δυσκολώτερο από το προηγούμενο, μιας και ο συγγραφέας του δεν είναι δημοσιογράφος αλλά οικονομολόγος (και μάλιστα, νομπελίστας). Αν και η ανάγνωσή του προϋποθέτει γνώσεις οικονομικών (τουλάχιστον στοιχειώδεις), είναι αρκετά εύληπτο από τον οποιονδήποτε μέσο νου. Ο αυθεντικός τίτλος του είναι "Freefall", επειδή αναλύει τον τρόπο με τον οποίο η υιοθέτηση των δογμάτων του νεοφιλελευθερισμού οδήγησε σε "ελεύθερη πτώση" (freefall) την οικονομία των ΗΠΑ. Αν και ο Στίγκλιτς ασχολείται -κατά μείζονα λόγο- με την οικονομία της χώρας του, το συγκεκριμένο βιβλίο απευθύνεται στους σκεπτόμενους πολίτες όλου του κόσμου.


γ) "Ανόσια τριάδα - Το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΠΟΕ", του Ρίτσαρντ Πητ (εκδόσεις "Λιβάνη", σελ. 494). Παρ' ότι ο συγγραφέας δεν είναι οικονομολόγος αλλά καθηγητής γεωγραφίας (!), εκθέτει με χειρουργική ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο οι τρεις οργανισμοί του τίτλου (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμια Τράπεζα και Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) παρεξέκλιναν απολύτως από τους στόχους και τους σκοπούς για τους οποίους είχαν ιδρυθεί, από την στιγμή υιοθέτησαν την νεοφιλελεύθερη οικονομία. Βιβλίο σαφώς πιο εύληπτο από το προηγούμενο (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υστερεί σε ποιότητα), μπορεί να διαβαστεί άνετα από τον οποιονδήποτε αλλά επιβάλλεται η ανάγνωσή του από τους αναλυτές των τηλεπαραθύρων.


δ) "Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος", του Φράνσις Φουκουγιάμα (εκδόσεις "Λιβάνη", σελ. 453). Είναι αρκετά εκνευριστικό, αλλά αυτό το αποτυχημένο (και ως τίτλος και ως περιεχόμενο) βιβλίο τού ιαπωνοαμερικανού καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για να έρθει κάποιος σε άμεση επαφή με την νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Ο συγγραφέας είναι τόσο απροκάλυπτος θαυμαστής των ιδεών του Μίλτον Φρήντμαν, ώστε δεν δίστασε να βροντοφωνάξει ότι ο φρηντμανισμός αποτελεί το "τέλος της ιστορίας", με την έννοια ότι βρήκαμε επί τέλους την λύση σε όλα τα προβλήματα. Όπως εξηγεί ο ίδιος: "Η διαλεκτική που έθρεψε τους πολέμους και τις επαναστάσεις σταματά ελλείψει αντιπάλων. Το δημοκρατικό μοντέλο κέρδισε. Η Ιστορία τελείωσε". Αυτά έλεγε ο Φουκουγιάμα το 1989 και δεν χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να διαψευσθεί παταγωδώς.


ε) "Capitalism and Freedom", του Μίλτον Φρήντμαν (έκδοση του Πανεπιστημίου του Σικάγου, σελ. 166). Παρ' ότι από εδώ άρχισαν όλα, αυτό το "ευαγγέλιο" του νεοφιλελευθερισμού, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1962, δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά! Γι' αυτό, άλλωστε, είπα πρωτύτερα ότι είμαστε υποχρεωμένοι να φτάσουμε στον φρηντμανισμό μέσω...Φουκουγιάμα. Όμως, θα κάνουμε αναφορές σε τούτο το βιβλίο, μιας και βρίσκεται στο διαδίκτυο (σε μορφή .pdf) απ' όπου μπορεί να το εκτυπώσει ο οποιοσδήποτε. Όσοι έχουν ευχέρεια με την αγγλική γλώσσα, δεν θα δυσκολευτούν να το διαβάσουν, μιας και ο Φρήντμαν φρόντιζε πάντοτε να μιλάει απλά και κατανοητά. Άλλωστε, γι' αυτό τον κατάλαβε κι ο Μπους τζούνιορ!